πίσω

Οι Γρήκοι

Prof. Salvatore Sicuro - Martano

Από την εποχή που ήμουν μαθητής λυκείου συχνά διερωτόμουν γιατί εμείς οι Ελληνόφωνοι του Σαλέντου λεγόμαστε Γρήκοι και όχι Έλληνες. Ακόμα και σήμερα, αν κάποιος μας ρωτήσει ποίοι είμαστε, απαντάμε ήσυχα στην δική μας γλώσσα: "Είμαστε Γρήκοι", δηλαδή "Είμαστε Γρήκοι", δεν λέμε ότι είμαστε Έλληνες.

Ακόμα και στο Syllabus Graecarum Membranarum ("Συλλογή Ελληνικών Περγαμηνών") τουF. Trinchera (Napoli, 1865), που συγκεντρώνει τις περγαμηνές γραμμένες στην ελληνική γλώσσα του Μεσαίωνα, αναφέρεται συχνά η λέξη Γρήκος για να δείξει τους ανθρώπους που μιλούν την ελληνοσαλεντινή γλώσσα ή την ελληνοκαλαβρεσική γλώσσα.

Επίσης από τα πρώτα μου ταξίδια στην Ελλάδα παρατήρησα ότι στους Έλληνες δεν αρέσει να λέγονται Greci γιατί θεωρούν αυτή την ονομασία, αναφερομένη σε μορφές λίγο διαφορετικές σε όλες τις ευρωπαϊκές γλώσσες, ότι έχει σημασία ακόμα και έφθασαν στην Ελλάδα σε διαδοχικές εποχές.

Στην ιστορική εποχή οι Έλληνες, με το πέρασμα των αιώνων, έχουν συχνά αλλάξει ονομασία. Στα ομηρικά ποιήματα λέγονται γενικά Αχαιοί, αλλά διαχωρίζονται σε Ίωνες, Δωριείς και Αιολείς, ονόματα που δείχνουν λαούς αχαϊκού έθνους που έφθασαν στην Ελλάδα σε διαδοχικές εποχές.

Στην ιστορική εποχή αυτοί οι λαοί ονομάστηκαν Έλληνες. Μετά την πτώση του Δυτικού Ρωμαϊκού Κράτους ονομάστηκαν Ρωμιοί και διατήρησαν αυτή την ονομασία μέχρι την ‘Εθνική, Αντιτουρκική Επανάσταση του 1821. Όταν όμως συγκροτήθηκαν σε ανεξάρτητο κράτος, ξαναπήραν επίσημα το όνομα Έλληνες. Η ονομασία που δόθηκε στο νέο κράτος ήταν Βασίλειο των Ελλήνων. Πάρα όλα αυτά ακόμα και σήμερα οι λέξεις Ρωμιός και Ρωμιοσύνη χρησιμοποιούνται για να δείξουν τη συνέχεια και τα χαρακτηριστικά του ελληνικού έθνους. Όχι τυχαία ένα τραγούδι του Θεοδωράκη, αφιερωμένο στην εθνική αντιφασιστική και αντιναζιστική αντίσταση, έχει τίτλο “Ρωμιοσύνη”.

Τότε, λοιπόν, πως γεννήθηκε και διαδόθηκε το όνομα Greci, που στους Έλληνες δεν αρέσει καθόλου;

Έχω την εντύπωση ότι εμείς οι Γρήκοι της Κάτω Ιταλίας φέρουμε κάποια ευθύνη σε αυτό το γεγονός. Θυμάμαι, όταν ήμουν μαθητής Λυκείου, το βιβλίο της αρχαίας ελληνικής λογοτεχνίας εξηγούσε ότι οι Ρωμαίοι, που αποβιβάστηκαν πρώτη φορά στην Ήπειρο, συνάντησαν άτομα μίας τοπικής φυλής, τα όποια έλεγαν ότι λέγονται Greci. Αυτό το όνομα υιοθετήθηκε από τους Ρωμαίους και διαδόθηκε σε όλες τις ευρωπαϊκές γλώσσες.

Εγώ, όμως, διερωτήθηκα: "Ήταν ανάγκη να πάνε οι Ρωμαίοι στην Ελλάδα για να συναντήσουν Γραίκους;”

Στην ιστορική εποχή, αρχίζοντας από τον 8. Αιώνα π. Χ., οι Έλληνες είχαν ιδρύσει πάρα πολλές πόλεις στις ακτές του Ιονίου και του Τυρρηνικού πελάγους, μεγάλες και προοδευμένες όπως το Τάραντο και τις Συρακούσες, οι όποιες στην καλύτερη εποχή τους είχαν πάνω από ένα εκατομμύριο κατοίκους. ‘Υπήρχαν τόσες ελληνικές πόλεις που δικαιολογούσαν την ονομασία Μεγάλη Ελλάδα που δόθηκε στην Κάτω Ιταλία. Δεν είναι θέμα αυτής της ώρας να μιλήσουμε γενικά για τη Μεγάλη Ελλάδα. Γι’ αυτό το θέμα έχουν γραφτεί χιλιάδες τόμοι και ακόμα σήμερα επιστήμονες και ερευνητές, ιστοριογράφοι, αρχαιολόγοι, κριτικοί λογοτεχνίας όλων των πανεπιστήμιων του κόσμου συγκεντρώνονται κάθε χρόνο στον Τάραντο για να αναφέρουν τα αποτελέσματα ερευνών και βαθύτερης μελέτης της Μεγάλης Ελλάδας.

Γυρίζοντας όμως στο θέμα μας, οι Έλληνες της Μεγάλης Ελλάδας ονομάζονταν Έλληνες, ήταν οργανωμένοι σε πόλεις-κράτος, έκαναν συχνά πολέμους μεταξύ τους, όπως έκαναν στην Ελλάδα, όταν συγκρούονταν τα συμφέροντά τους. Δεν είχαν ξεχάσει την καταγωγή τους, Ιονική, Δωρική και Αιολική, και συμμετείχαν, όπως όλοι οι Έλληνες στους Ολυμπιακούς Αγώνες, τελουμένου κυρίως για να τονίσουν την κοινή καταγωγή και τον πολιτισμό των Ελλήνων.

Λοιπόν, πως γεννήθηκε αυτό το ευλογημένο όνομα  … Graeci;

Εκτός από την ιστορία, νομίζω ότι πρέπει να ανατρέξουμε στην προϊστορία και να ψάξουμε να βρούμε κάποιο φως και από τις έρευνες και από τις πιο αρχαίες ιστορικές πήγες.

Πρόσφατα, κατά το τέλος Οκτωβρίου του 1998, είχα την τύχη να συμμετέχω σε συνέδριο οργανωμένο από το Ιόνιο Πανεπιστήμιο της Κέρκυρας που είχε θέμα: “Η Ελληνική Παρουσία στην Νότο Ιταλία και στην Σικελία”. Επί τρείς μέρες, 29, 30 και 31 Οκτωβρίου, καθηγητές των Ελληνικών Πανεπιστήμιων και πολλών Ιταλικών αναφέρθηκαν στις αρχαιολογικές έρευνες και σε κριτικές μελέτες αναφερόμενες σε συγγράφεις της Μεγάλης Ελλάδας.

Εγώ προσκλήθηκα (μη γελάτε!) σαν ζωντανό αρχαιολογικό και γλωσσικό εύρημα για να αναφερθώ στην ελληνοσαλεντινή λογοτεχνία σε γλώσσα γκρίκα, ένα θέμα πιο γνωστό στους γλωσσολόγους παρά στους αρχαιολόγους και στους μελετητές της αρχαίας ελληνικής.

Με μεγάλη μου έκπληξη, μετά την διαδικασία της έναρξης των εργασιών, οι δυο πρώτοι ομιλητές, ο καθηγητής Κ. Μαζαράκης του Πανεπιστήμιου της Κέρκυρας και ο Gianfranco Maddoli, καθηγητής Πανεπιστήμιου και δήμαρχος της Perugia, αναφέρθηκαν, αν και από διαφορετικές πλευρές, σε αυτό το θέμα που είναι πολύ αγαπητό σε μένα: δηλαδή η καταγωγή του ονόματος Graeci και Graecia και κατά συνέπεια, τουλάχιστον κατά την γνώμη μου, στην καταγωγή του ονόματος Γρήκοι, που φέρουμε εμείς οι Ελληνόφωνοι του Σαλέντου από τα βάθη των αιώνων.

Αληθώς, ο καθηγητής Μαζαράκης αναφέρθηκε στις ανασκαφές που έκαμε στη Σκάλα Ορόπου (ένα μικρό λιμάνι απέναντι από τη νότια πλευρά της Ευβοίας, ταυτισμένο με την πανάρχαια Γραία, αναφερομένη από τον Όμηρο), ενίσχυσε αυτή την άποψη με αναφορές που πήρε από τον Θουκυδίδη, τον Αριστοτέλη, τον Στράβωνα και τον Στέφανο Βυζαντινό. Συνδέοντας το ιστορικό δεδομένο ότι οι πρώτοι Έλληνες που εγκαταστάθηκαν στην Κύμη της Ιταλίας ήταν κάτοικοι αυτής της περιοχής και έφεραν το όνομα Γραίους, έβγαλε το συμπέρασμα ότι από αυτούς οι Ρωμαίοι γνώρισαν το όνομα Graeci.

Ο καθηγητής Maddoli, αντίθετος, εξετάζοντας το ευρύ θέμα των σχέσεων μεταξύ Ελλήνων και δυτικής Μεσόγειου κατά την προϊστορική περίοδο, σε μικρή περίληψη που δόθηκε στους συνέδρους έθεσε το ερώτημα: "Γιατί Γρήκοι και όχι Έλληνες;" Και  παρακάτω κατά λέξη: στην απάντηση αυτής της ερώτησης κρύβονται οι πιο αρχαίες σχέσεις μεταξύ Ελλάδας και Δύσης.

Αυτή η ονομασία Γρήκοι πρέπει να έχει ρίζες στην συνείδηση του ιταλικού πληθυσμού πριν να γίνει γνωστή η ονομασία Έλληνες με την οποία εμφανίστηκαν οι άποικοι του 8. Αιώνα π.Χ. και μετά. Οι βαθύτερες ρίζες της λέξης Γραίκοι στην ιταλική χερσόνησο και ειδικά στο Λάτιο (περιφέρεια της Ρώμης) εξηγούνται καλά με την άποψη που συνδέει την άφιξη της εθνικής ονομασίας στην Ιταλία με την αποδεκτή ηπειρωτική καταγωγή των Χωνών (έθνος εγκαταστημένο στις ακτές του μεγάλου κόλπου του Τάραντα πριν από την άφιξη των Ελλήνων αποίκων και την εξάπλωση των αυτοχθόνων ορεινών λαών των Απεννίνων). Οι Χώνες της Συριτίδος θα μπορούσαν να θεωρηθούν, καθώς φαίνεται από πολλές ένδειξης, ένα μέρος των Χαονών της Ηπείρου.

Με λίγα λόγια και ο Μαζαράκης και ο Maddoli επικέντρωσαν την ομιλία τους στο συνέδριο της Κέρκυρας στην ύπαρξη  ενός μεγάλου προϊστορικού αποικισμού ή πρωαποικισμού που έγινε αρκετούς αιώνες πριν από το ιστορικό αποικισμό της Μεγάλης Ελλάδας αποδεδειγμένο από ιστορικές πηγές, από τα μνημεία και από αρχαιολογικές έρευνες. Περιμένω τη δημοσίευση των εργασιών του συνέδριου για να μπορέσω να ελέγξω όσα συμπέρανα από τις εισηγήσεις και από την περίληψη που μοιράστηκε στους συνέδρους.

Οπωσδήποτε αυτά που άκουσα με μεγάλο ενδιαφέρον προστέθηκαν σε όσα είχα διαβάσει μερικές βδομάδες πριν στον Ηρόδοτο (VII, 170) για το θέμα των Μεσσάπιων.

Η συγκίνηση μου να δω επιβεβαιωμένα από δυο έξοχους μελετητές την πεποίθηση μου για την πανάρχαια καταγωγή της ονομασίας Γρήκα της γλώσσας και του γένους μας ήταν τέτοια που όταν κλήθηκα να διαβάσω την εισήγηση μου για τη λογοτεχνία της Grecia Salentina (Γραικία Σαλεντίνα), δεν μπορούσα να συγκρατήσω τη χαρά μου και να προσθέσω όσα έχουν γράψει ο Ηρόδοτος, ο Θουκυδίδης και ο Στράβωνας για το Σαλέντο και τους Μεσσάπιους.

Ο περισσότερος χρόνος που μου δόθηκε να μιλήσω για το θέμα μου απορροφήθηκε από αυτή την απρόβλεπτη αναφορά μου και δεν μπόρεσα να διαβάσω όλη την ομιλία μου για τη λαϊκή μας ποίηση και τους ποιητές μας. Ένας Έλληνας καθηγητής που καθόταν στο τραπέζι της προεδρίας μου ζήτησε αντίγραφο της σελίδας του Ηροδότου και με κοίταξε με ύφος εξαιρετικά έκπληκτο.

Μου φαίνεται ότι είναι η κατάλληλη στιγμή να διαβάσουμε μαζί αυτό το απόσπασμα για να αποκτήσετε σαφή αντίληψη. Γράφει πραγματικά ο Ηρόδοτος, ο πατέρας της ιστορίας: "Λέγεται ότι ο Μίνωας, αναζητώντας τον Δαίδαλο, έφτασε στην Σικανία, που σήμερα λέγεται Σικελία, και εκεί πέθανε από βίαιο θάνατο. Με το χρόνο οι Κρήτες όλοι, έκτος από τους Πολιχνίτες και τους  Πραισίους, παροτρυνόμενοι από κάποιο θεό, πήγαν με πολύ στόλο στη Σικανία και πολιόρκησαν για πέντε χρόνια την πόλη Καμίκον που κατά την εποχή μου την κατείχαν οι Ακραγαντινοί. Στο τέλος αφού δεν μπόρεσαν ούτε να την πάρουν, ούτε να παραμείνουν λόγο πείνας, έλυσαν την πολιορκία και έφυγαν.

Καθώς έπλεαν, έφτασαν κοντά στις ακτές της Ιαπήγιας, όπου ισχυρή κακοκαιρία τους έριξε στη στεριά. Αφού καταστράφηκαν τα πλοία τους, δεν μπόρεσαν να επιστρέψουν στην Κρήτη, έμειναν εκεί και ίδρυσαν την πόλη Ύριαν και άντι  Κρήτες ονομάστηκαν Ιηπύγες  Μεσσάπιοι και αντί νησιώτες, ηπειρώτες. Ξεκινώντας από την Ύρυαν ίδρυσαν και τις άλλες πόλεις. Πολύ αργότερα οι Ταραντίνοι, προσπαθώντας να διώξουν τους κατοίκους αυτών των πόλεων, έπαθαν τόση μεγάλη καταστροφή που υπήρξε η μεγαλύτερη από όσες γνωρίζω εγώ. Έσφαξαν  πολλούς Ταραντίνους και Ρηγίνους. Οι Ρηγίνοι, παρακινουμένοι από τον Μικύθο, ήρθαν να βοηθήσουν τους Ταραντίνους και σκοτώθηκαν τότε τρείς χιλιάδες. Οι Ταραντίνοι ήταν αναρίθμητοι. Αυτή η μεγάλη μάχη έγινε το 473 π.Χ.

Νομίζω ότι πρέπει να σχολιάσουμε προσεκτικά αυτά που έγραφε ο Ηρόδοτος .  Πολλοί μελετητές θεωρούν τον Μίνωα, τον Δαίδαλο, τον Ίκαρο, την Αριάδνη και όλα τα πρόσωπα, που συνδέονται με το γεγονός του Μινώταυρου, μυθικά πρόσωπα. Ο Μίνωας θεωρείται σαν ένας τίτλος όπως εκείνος των Αίγυπτου. Είναι φανερό ότι ο Δαίδαλος και ο Ίκαρος δεν ήταν δυνατό να φύγουν πετώντας, όπως επίσης ο μύθος της Αριάδνης και του Θησέα που έφυγε μαζί της, εγκαταλείφθηκε απ' αυτόν στη Νάξο και μετά έγινε νύφη του θεού Βάκχου, μπορεί να θεωρηθεί σαν δημιούργημα της φαντασίας, όχι σαν πραγματικός γεγονός.

Παρ' όλα αυτά οι αρχαιολογικός έρευνες διαπίστωσαν ότι σε προϊστορική εποχή από το 3000 μέχρι το 1400 περίπου π.Χ. άνθισε στην Κρήτη ένας υπέροχος πολιτισμός. Φανερό δείγμα του πολιτισμού αυτού είναι τα πέντε ανάκτορα των οποίων η επιβλητικότητα και η μεγαλοπρέπεια είναι τέτοια που ξεπερνά κάθε φαντασία.

 Ο ιστορικός καταγόμενος απ' την Κρήτη Θεοχάρης Δετοράκης αναφέρει: "Το ανάκτορο της Κνωσού, το μεγαλύτερο και λαμπρότερο έργο της μινωϊκής αρχιτεκτονικής καλύπτει έκταση 22.000 τ.μ., υψώνεται σε τρείς ή τέσσερεις ορόφους και έχει 1.400 περίπου δωμάτια. Η δαιδαλώδης κατασκευή του δημιούργησε όχι άδικα στους μεταγενέστερους Έλληνες τη μυθική εικόνα του κρητικού Λαβυρίνθου.

Στη Φαίστο και στα Μάλια τα ανάκτορα είναι μικρότερα και καλύπτουν έκταση περίπου 9.000 τ.μ., ενώ το ανάκτορο της Ζάκρου είναι λίγο μικρότερο (7/8.000 τ.μ.), όχι όμως λιγότερο λαμπρό. Έχουν όλα το ίδιο δομικό σχήμα: αποτελούν πολυσύνθετο και λαβυρινθώδες κτιριακό συγκρότημα.

Δεν είναι δυνατό να αναφέρουμε αναλυτικά την περιγραφή του κρητικού ιστοριογράφου, αλλά τα λίγα δεδομένα που γράφω είναι περισσότερο από αρκετά για να μπορέσουμε να καταλάβουμε ότι ο Μινωϊκός πολιτισμός που είναι ο αρχαιότερος της Ευρώπης δεν είναι μύθος, μα υπέροχη πραγματικότητα.

Όσα γράφει ο Ηρόδοτος αξίζουν τη μεγαλύτερη εκτίμηση. Άλλωστε αν τα ομηρικά ποιήματα. Εκτός από λαμπρά έργα της φαντασίας, δεν ανέφεραν και πραγματικά γεγονότα, πως θα μπορούσε ο ερασιτέχνης αρχαιολόγος Γερμανός Heinrich Schliemann έμπορος το επάγγελμα, η ανακαλύψει τα ερείπια της Τροίας και να φέρει στο φως τους τάφους των Μυκηνών και τον θησαυρό των Ατρίδων;

Επιστρέφουμε όμως στην αναφορά μας στον Ηρόδοτο. Αυτός λέει ότι ο Μίνωας, φανταστικό η πραγματικό πρόσωπο, πέθανε από βίαιο θάνατο στη Σικελία. Αλλά πότε πέθανε; Εμείς ξέρουμε μόνο ότι ο μεγάλος μινωικός πολιτισμός εξαφανίστηκε εξ αιτίας της τεραστίας καταστροφής του ηφαιστείου που οι γεωλόγοι χρονολογούν περίπου στα 1400 π.Χ.: η τρομερή έκρηξη του ηφαιστείου της Σαντορίνης που σκέπασε όλη την Κρήτη μ' ένα παχύ στρώμα από στάχτη και πέτρες. (Τα νεώτερα στοιχεία επιβεβαιώνουν το 1630 π.Χ, την έκρηξη ). Διαπιστώνουμε λοιπόν ότι η εκστρατεία του Μίνωα στη Σικελία έγινε πριν από γεγονός αυτό, αλλά δεν μπορούμε να καθορίσουμε ακριβώς πόσο πριν.

 Έπειτα, συνεχίζει ο Ηρόδοτος, με το πέρασμα του χρόνου οι Κρητικοί όλοι, έκτος από τους Πολίχνιτες και τους Πραισίους, κατοίκους δύο πόλεων της Κρήτης, παροτρυνομένοι από κάποιο θεό, δηλαδή από υπόδειξη μαντείου ή κάτι τέτοιο, πήγαν με μεγάλο στόλο στη Σικελία (Μήπως ο θεός ήταν το ίδιο ηφαίστειο;).

Πότε πήγαν; Αν πήγαν να εκδικηθούν το θάνατο του Μινώα, ασφαλώς όχι πολύ χρόνο μετά, και οπωσδήποτε πριν από την καταστροφή της Σαντορίνης. Αρά θα ήρθαν στην Ιαπήγια πριν από το 1400 π.Χ., (Νεώτερη επιβεβαίωση 1630 π.Χ.) δηλαδή σε προϊστορική εποχή, πήραν το όνομα Μεσσάπιοι και ίδρυσαν την πόλη Ύρια.

Δεν μπορεί να είναι άλλη από τη σημερινή Όρια, η οποία είναι κτισμένη επάνω σε μικρό λόφο, ο μόνος λόφος που υπάρχει στη μεγάλη πεδιάδα που εκτείνεται από το Μπρίντιζι μέχρι τον Τάραντο και στη μοναδική τοποθεσία που μπορεί να κτιστεί μία ακρόπολη, δηλαδή μία πόλη δυνατή για τη στρατηγική θέση στο κέντρο μίας απέραντης και εύφορης πεδιάδας.

Ακόμα και η γλωσσολογία μας βοηθά να ταυτίσουμε την Ύρια με την Ώρια.

Σ' αυτή την αναφορά θα συναντήσουμε πολλές λέξεις που το ύψιλον "Υ" έγινε "ΟΥ", δηλαδή πίρε τον ήχο "Υ" όχι μόνο στις μεταφράσεις από τα αρχαία Ελληνικά στα Λατινικά, αλλά, όχι τυχαία, από τα αρχαία Ελληνικά μέχρι τα δικά μας κακομεταχειρισμένα Γρίκα.

Μα γιατί ονομάστηκαν Μεσσάπιοι; 

Στην πεδιάδα που απλώνεται τριγυρώ υπάρχουν πόλεις και τοποθεσίες με ονόματα Μεσάνιε, Μασσάφρα, Μισικώρι ή Μιτσικώρι στις οποίες υπάρχει το ελληνικό επίρρημα "μέσα". Η πεδιάδα της Αττικής, κλεισμένη ανατολικά και δυτικά από λόφους λέγεται Μεσόγεια. Οι Μεσσάπιοι, λοιπόν αληθοφανώς, είναι οι Μεσσάπικοι, δηλαδή οι άποικοι της εσωτερικής περιοχής.

Από όσα γράφει ο Ηρόδοτος μπορούμε να καταλάβουμε ότι οι Μεσσάπιοι είχαν ισχυρή πολιτική και στρατιωτική οργάνωση, αν και δεν είχαν δημιουργήσει, απ' όσα ξέρουμε, ένα ενωμένο βασίλειο. Οι μελετητές όμως πιστεύουν ότι ίδρυσαν μία η περισσότερες ομοσπονδίες ανεξάρτητες, αλλά συνδεδεμένες από το πνεύμα της κοινής καταγωγής, και τόσο δυνατές να νικήσουν μία πόλη όπως τον Τάραντο από τις πιο δυνατές της Μεγάλης Ελλάδας και τη συμμαχική πόλη Ρήγιο.

Για τους Μεσσάπιους σε σύντομη αναφορά του ο Θουκυδίδης γράφει (βιβλίο VI, 33, 3) ότι ο Δημοσθένης και ο Ευρυμέδοντας, αθηναίοι στρατηγοί, το 413 π.Χ. με πολύ στρατόκαι  στόλο ταξίδευαν προς τη Σικελία όπου διεξάγετε ο πόλεμος κατά της Συρακούσας.

Ξεκινώντας από την Κέρκυρα πέρασαν το Ιόνιο, έφτασαν στο Ιαπυγικό ακρωτήριο, δηλαδή τα Λεύκα, και από κει αποβιβάστηκαν στα νησάκια που λέγονται Χοίραδες.

Δεν είναι ξεκάθαρο αν με αυτό το όνομα ο Θουκυδίδης εννοούσε τις βραχονησίδες που κλείνουν τη θάλασσα δυτικά από την πόλη του Τάραντα που λέγεται σήμερα Μεγάλη Θάλασσα για να τη διακρίνουν από την εσωτερική που λέγεται Μικρή Θάλασσα, ή τα νησάκια που βρίσκονται λίγα μέτρα απέναντι από το σημερινό Porto Cesareo που είναι πιο ευκολοπλήσιαστα και 40 χιλιόμετρα πιο κάτω από το Τάραντο, συμμαχική πόλη με τις Συρακούσες.

Οι δύο Αθηναίοι συναντήθηκαν με τον Άρτα, δυνάστη αυτής της περιοχής, με τον οποίο ανανέωσαν μία παλιά φιλία, δηλαδή ενίσχυσαν σχέσεις φιλίας που είχαν αναπτυχτεί πολλά χρόνια πριν, αποκτώντας απ' αυτόν 150 ακοντιστές, ιδιαίτερα χρήσιμους για της ναυμαχίες που προβλέπονταν αναπόφευκτες και συνεχίζοντας το ταξίδι έφθασαν στο Μετάποντιο όπου παρέμειναν για λίγο.

Από αυτό το απόσπασμα του Θουκυδίδη δεν σχηματίζουμε την εντύπωση ότι οι δύο αθηναίοι στρατηγοί είχαν διαπραγματεύσεις με ένα βάρβαρο κυβερνήτη και με τους υπηκόους του, αλλά με σύμμαχο και παλιό φίλο, ο οποίος σε μία σοβαρή πολεμική επιχείρηση προσφέρει υποδοχή, φιλία και βοήθεια.

Αν, όπως υποστηρίζουν πολλοί ιταλοί μελετητές, οι Μεσσάπιοι ήταν ιταλικό έθνος και κατά συνέπεια βάρβαρος για τους Αθηναίους, δεν θα είχαν συμπεριφερθεί τόσο γενναιόδωρα, αλλά θα μπορούσαν να χρησιμοποιήσουν την τεράστια δύναμη τους εναντίον των Αθηναίων όπως έκαναν δεκάδες χρόνια πριν κατά των Ταραντίνων και των Ρηγίνων.

Ένας άλλος αρχαίος Έλληνας συγγραφέας που ασχολήθηκε με τους Μεσσάπιους είναι ο Στράβωνας. Όπως είναι γνωστό, αυτός έζησε από το 63 π. Χ. μέχρι το 20 μ. Χ., ταξίδεψε πολύ και παρέμεινε μερικά χρόνια στη Ρώμη. Όπως ο Ηρόδοτος είναι ο πατέρας της ιστορίας, έτσι μπορούμε να θεωρούμε τον Στράβωνα πατέρα της γεωγραφίας. Γράφοντας για τους Ταραντίνους αναφέρει ότι αυτοί συνήθως χρησιμοποιούσαν μισθοφορικό στρατό για τις μάχες στη στεριά και δεν έδειχναν πάντα ευγνωμοσύνη απέναντι στους ανθρώπους που είχαν πολεμήσει γι αυτούς (βιβλίο 6, κεφ. 10, παρ. 4).

"Πολεμούσαν κατά των Μεσσαπίων γύρω από την Ηράκλεια έχοντας σαν συνεργούς και τους βασιλιάδες των Δαυνών και των Πευκετιων". 

Δαύνοι και Πευκετοι είναι ιταλικά έθνη και δεν είναι παράξενο αν βοήθησαν σαν μισθοφόροι τους Ταραντίνους στον πόλεμο εναντίον των Μεσσαπίων. Κατά παρέκκλιση θα πω ότι το γλωσσικό υπόστρωμα των ιταλικών διαλέκτων ομιλουμένων σήμερα από τους κατοίκους των νόμων Βάριδας και Φόδζας, οι οποίοι ταυτίζονται με τις περιοχές που κατοικούσαν οι Πευκέτοι και οι Δαύνοι, είναι τόσο διαφορετικό από το υπόστρωμα των ιταλικών διαλέκτων του Σαλέντο, που, ενώ μπορούμε να συζητήσουμε άνετα στη διάλεκτο με τους Καλαβρούς και τους Σικελούς, που έχουν και αυτοί ελληνικό υπόστρωμα, δεν μπορούμε να καταλάβουμε καθόλου τους Βαρικούς και τους Φοδικούς όταν μιλούν στη δική τους διάλεκτο: μας φαίνεται δε αραβική.

Ο Στράβωνας έχει ακριβή και καθ’ ευθείαν βαθιά γνώση του Σαλέντου. Περιγράφοντας την περιοχή κοντά στο Βρίντιζι, αναφέρει ότι: “Η χώρα των Ιαπύγων κατά παράξενο τρόπο είναι εκλεκτή, διότι ενώ στην επιφάνεια φαίνεται βραχώδης, όταν διασχίζεται με το άροτρο ευρίσκεται ότι έχει βαθύ χώμα και ενώ δεν έχει αρκετά νερά, εν τούτοις έχει καλήν  βοσκήν και αρκετά δέντρα. Όλη αυτή η χώρα εις παλαιοτέρους χρόνους απέκτησε πολύ πυκνόν πληθυσμόν και είχε δεκατρείς πόλεις, αλλά τώρα εκτός του Τάραντος και του Βρίνδιζι, οι άλλες, ένεκα των δυστυχημάτων των, κατήντησαν μικρές πόλεις. Σ’ αυτές ανήκει η Σαλεντία, της οποίας οι κάτοικοι λέγουν ότι ήσαν άποικοι των Κρητών. Εις την πόλην αυτήν είναι και το ιερόν της Αθένας, που υπήρξε κάποτε πλούσιον, και ο υψηλός βράχος, τον οποίον ονομάζουν ακρωτήριο Ιαπύγιον.

Στη νεοελληνική μετάφραση, που έχω στη διάθεση μου, ένα σχόλιο επιβεβαιώνει ότι η μικρή πόλη που λέγοταν Σαλεντία, θα ήταν τα σημερινά Λευκά (Leuca). Κατά τη γνώμη μου όμως δεν αποκλείεται ότι η Σαλεντία μπορούσε να ήταν το σημερινό Castrignano del Capo, του οποίου τα Λευκά μέχρι πριν λίγα χρόνια χρησίμευαν για άραγμα ψαράδων και ήταν ένας μικρός οικισμός. Επίσης ο ναός της Αθήνας έπρεπε να υψωνόταν στο ακρωτήριο όπου σήμερα ευρίσκεται η εκκλησία της Παναγίας "De Finibus Terrae" είναι περίπου 29 χιλιόμετρα, μεταξύ Ότραντο και Βρίνδιζι (400 στάδια, δηλαδή 77 χιλιόμετρα).

Υποστηρίζει ότι οι Ρόδιαι (Rudiae) είναι ελληνική πόλη, πατρίδα του Quinto Ennio και για Μεσσαπία πρέπει να θεωρήσουμε τη σαλεντίνη χερσόνησο που παλιά λεγόταν και Καλαβρία και Σαλεντίνα, δηλαδή η περιοχή νότια της γραμμής Τάρας-Βρίντιζι.

Αναφέρει το γνωστό απόσπασμα του Ηρόδοτου (…) την ίδρυση της Ύριας από Κρήτες άποικους, αλλά το όνομα της πόλης στο έργο του Στραβωνα είναι Ουρία. Τελευταία αναφέρει ότι λένε ότι Βρυνδίσιον ιδρύθηκε από τους Κρήτες ή από εκείνους που ήρθαν από την Κνωσό οδηγούμενοι από το Θησέα ή από εκείνους που ήρθαν διά θαλάσσης από τη Σικελία με αρχηγό τον Ιαπύγαν (υποστηρίζονται πράγματι και οι δύο απόψεις).

Τέλος το όνομα της πόλεως Βρεντεσιού προέρχεται από Βρέντιον που στην γλώσσα των Μεσσαπιων σημαίνει ελάφι και αυτό διότι το λιμάνι του Β. έχει πολλές διακλαδώσεις που το κάνουν να μοιάζει με το κεφάλι του ελαφιού. Ο Στράβωνας επίσης αναφέρει την πόλη Lecce με το αρχαίο όνομα της Λυπιαί. Το ίδιο όνομα εμείς οι Γρήκοι του Σαλέντου μέχρι σήμερα, δυο χιλιάδες χρόνια μετά, προφέρουμε Luppμu και όχι Lecce.

Ένα πρόβλημα δύσκολα να λυθεί είναι: ποία γλώσσα μιλούσαν οι Μεσσάπιοι; Αν αυτοί ήρθαν στο Σαλέντο πριν από την καταστροφή της Σαντορίνης (1400-1450 π. Χ.)…. (Σ.Ε.Δ. Νέα χρονολόγηση 1630π.Χ.)  δεν μπορεί να μιλούσαν ελληνικά, γιατί η γλώσσα των Μεσσαπιων, αν και τα αρχαιολογικά ευρήματα του ε΄ και δ΄ αιώνα π. Χ. που βρέθηκαν σε διαφορές τοποθεσίες του Σαλέντου μαρτυρούν τη χρησιμοποίηση του ελληνικού αλφαβήτου, δεν είναι όμως η αρχαία ελληνική γλώσσα.(Σημείωση Ελλήνων Δίκτυο. Η άποψη επίσης ότι  η γραμμική Α είναι μια ελληνική διάλεκτος υπάρχει επίσης και φαίνεται ισχυρή )

Δεν μπορούσαν τάχα να έρθουν στο Σαλέντο μετά το 1400-1450 π. Χ. για να ξεφύγουν από την κυριαρχία των Αχαιών; Τέλος πάντων το ελληνικό αλφάβητο που οι Μεσσάπιοι χρησιμοποιούσαν είναι το ίδιο που είχαν οι Ταραντίνοι τον ε΄ αιώνα π. Χ. Αν οι Μεσσάπιοι είναι οι Κρήτες που ήρθαν στο Σαλέντο πριν η μετά το 1400 π. Χ., γεγονός που δεν μπορούμε ν’ αποκλείσουμε εκ των προτέρων, ποία γλώσσα μιλούσαν;

Τα πρώτα γραφικά σύμβολα που βρέθηκαν στην Κρήτη είναι ιερογλυφικά που εικονίζουν σώματα και κεφάλια ζώων, ανθρώπων, εργαλεία, διπλούς πέλεκεις που προέρχονται πριν από το 2000 π. Χ. Ο δίσκος της Φαίστου που βρέθηκε στην Κρήτη γύρω στο 1700 π. Χ. φέρει μια γραφή που ακόμα δεν έχει ερμηνευτεί, έχει καταχωρηθεί σαν Γραμμική Α, και χρησιμοποιήθηκε μέχρι το 1500 π. Χ.(ΣΕΔ και μετά)  Αυτή συμβίωσε για αιώνες με τα ιερογλυφικά σύμβολα.

Μετά το 1400-1450 π. Χ. εμφανίστηκε στην Κρήτη και σ’ άλλους τόπους της Ελλάδας άλλη γραφή καταχωρημένη σαν Γραμμική Β. Την έφεραν στην Ελλάδα και στην Κρήτη οι Αχαιοί(ΣΕΔ Εμφανώς εδώ ο συγγραφέας είναι της άποψης της καθόδου των« ινδευρωπαίων »με την οποία το Ε.Δ. απορρίπτει εντελώς )  και ερμηνεύτηκε το 1952 από τους ερευνητές John Chadwick και Michael Ventris .( ΣΕΔ μόνο ο αρχιτέκτονας  Μ.Βέντρις )  Η καταστροφή της Σαντορίνης (ΣΕΔ Θήρας) συνέπεσε με την εισβολή των Αχαιών στην Πελοπόννησο και στην Κρήτη.( ΣΕΔ άλλο ένα βασικό λάθος του συγγραφέα διότι ο «μυκηναϊκός » προϋπήρχε του 1400 π.χ. που θεωρεί λάθος ο συγγραφέας την έκρηξη )

Ερχόμενοι σαν κατακτητές, οι Αχαιοί ανάγκασαν τον αυτόχθονα πληθυσμό να καταφύγει στα βουνά και σε μέρη δύσβατα του νησιού όπου διατήρησαν τον πολιτισμό τους για πολλούς αιώνες και πήραν το όνομα Ετεοκρήτες, δηλαδή γνήσιοι Κρήτες.

Αναφέρει ο Δετοράκης ότι στην Πραισό και στη Δρήρο βρέθηκαν επιγραφές με ελληνικά γράμματα σε μια ακατανόητη γλώσσα, το ίδιο φαινόμενο συμβαίνει στο Σαλέντο, όπου βρέθηκαν πολλές επιγραφές Μεσσαπικές, μέχρι σήμερα ανερμήνευτες, με ελληνικά γράμματα και της ίδιας εποχής των επιγραφών της Πραισού και της Δρήρου.

Μετά από όσα είπα περιληπτικά, δεν είναι λογικό να προτείνουμε στους ειδικούς του κλάδου, σαν ερευνητικό θέμα μια σύγκριση μεταξύ των ερμηνευμένων κείμενων της Γραμμικής Β', επιγραφών ανερμήνευτων με ελληνικά γράμματα της Κρήτης και των ανερμήνευτων Μεσσαπικών επιγραφών γραμμένων και αυτών με ελληνικά γράμματα;

Ένας ανεξάντλητος τομέας που προκαλεί πάντα μεγάλη έκπληξη είναι η σύγκριση της ελληνικής διαλέκτου της Σαλεντίνης Γραικίας (Grecia Salentina) με την Κρητική διάλεκτο.

Η μελέτη της συλλογής των κρητικών τραγουδιών και ποιημάτων του Γιάννη Παυλάκη με τίτλο ΡΙΖΙΤΙΚΑ ήταν για μένα μεγάλη έκπληξη.

Γνώριζα το έργο ΕΡΩΤΟΚΡΙΤΟΣ του Vincenzo Cornaro, την ουρανισκόφωνη προφορά του κάπα, χαρακτηριστική της Κρήτης, Κύπρου και μερικών νησιών της Δωδεκάνησου και από τότε η διαπίστωση της ομοιότητας της δικής μας διαλέκτου με την κρητική ήταν για μένα πάντα ένα αίνιγμα του οποίου την λύση δεν μπορούσα να βρω.

Μελετώντας όμως τους αρχαίους Έλληνες ιστοριογράφους έμεινα κατάπληκτος με την απόκτηση της γνώσεως ότι οι Κρήτες είχαν αποικίσει το Σαλέντο, ένα γεγονός παραμελημένο και παρεξηγημένο στην Ιταλία. Έτσι, έστω και κάπως αργά, μπόρεσα να καλύψω, τουλάχιστον μερικώς, αυτό το κενό.

Παλαιότερα είχα δώσει περισσότερη προσοχή στους αρχαϊσμούς που υπάρχουν στην ελληνική διάλεκτο μας. Το γεγονός ότι η δική μας διάλεκτος μοιάζει πολύ με τη Νεοελληνική Δημοτική γλώσσα οδήγησε το Giuseppe Morosi να συμπεράνει βιαστικά την καταγωγή μας από το Βυζάντιο. Εμένα με εκπλήσσουν δύο στοιχεία σπουδαία για μία γλώσσα: ο τρόπος έκφρασης της κατάφασης και της άρνησης, που είναι εντελώς διαφορετικός στην ελληνική διάλεκτο μας. Εμείς το ναι το λέμε "umme", δηλαδή" ουν μεν" ενώ το όχι το λέμε "degghe", δηλαδή "ουδέν γε". Οι δίκες μου γνώσεις περιορίζονται στα αρχαία ελληνικά του λυκείου. Γι' αυτό αφήνω σε σας το θέμα της έρευνας σε ποιά εποχή αναφέρονται αυτά τα στοιχεία.

Ένα άλλο φωνητικό φαινόμενο, χαρακτηριστικό της Ελληνικής Σαλεντινής γλώσσας, είναι η διαχρονικότητα της φωνητικής αξίας των συμφωνικών συμπλεγμάτων  ντ, γκ και μπ. Αυτά συμφωνούν αντίστοιχα με τα ιταλικά συμπλέγματα nt, nc(ακολουθουμένα από a, o, u) και μπ, δηλαδή δεν προφέρονται βαριά. Εμείς προφέρουμε "saranta, ncarizo, ampeli", ενώ όλοι οι Έλληνες, ακόμα και αυτοί της Καλαβρίας, προφέρουν αντίστοιχα: "σαράντα", "γκαρίζω" και "αμπέλι". Η διαχρονικότητα στην ελληνική διάλεκτο του Σαλέντου των άηχων συμφώνων όταν βρίσκονται μετά από ρινικό είναι φαινόμενο παράξενο διότι σχεδόν σε όλη την ιταλική Χερσόνησο, έκτος από την Τοσκάνα, υπάρχει η προφορά των ηχηρών συμπλεγμάτων.

Από την Αγκώνα μέχρι το Μπάρι, από την Σαμπίνα στην Καμπάνια θ’ ακούσετε να λένε quarandacingue, cambagna αντί quarantacinque, campagna. Ο κύριος Ciriaco De Mita, τέως πρωθυπουργός, καταγόμενος από την περιοχή της Καμπανίας, άνθρωπος βεβαίως καλλιεργημένος, ακόμα και αν τον βασάνιζαν θα συνέχιζε ατρόμητος να λει  indipendendemende αντί indipendentemente, πράγμα που δυσκόλευε τους ξένους διερμηνείς να τον μεταφράσουν. Προφανώς στο δικό μας DNA έμεινε η ελληνική προφορά που υπήρχε πριν από την κοινή, δηλαδή πριν από το δ΄ αιώνα π. Χ.

Μόνο στη λέξη pondikò η προφορά του ντ είναι πιο βαριά όπως στα ελληνικά. Στ’ αρχαία ελληνικά ο ποντικός λέγεται μυς και αυτή η ονομασία είναι σχεδόν ίδια στα λατινικά (mus), στα σερβοκροατικά (mis), στα γερμανικά (Maus), στα αγγλικά (mouse). Δηλαδή φαίνεται καθαρά ότι αυτή η λέξη προέρχεται από το «ινδοευρωπαϊκό» λεξιλόγιο. (Σ ΕΔ πράγμα άτοπον, αναπόδεικτο παραγνωρίζει δε το απλό …Εάν είναι το αντίστροφο;  )

Οι έλληνες γράφουν ποντικός αλλά προφέρουν pondikos και εξηγούν την καθιέρωση της λέξεως ποντικός αντί μυς σαν επικράτηση του επιθέτου ποντικός, δηλαδή μυς περιερχόμενος από τον Εύξεινο Πόντο. Μερικοί πιστεύουν ότι το επίθετο "ποντικός" αναφέρεται σ' ένα είδος ποντικών προερχόμενων απ' την Ασία και έφτασαν στην Ελλάδα απ' της Μαύρης Θάλασσας όπου κατοικούσαν Έλληνες, αν όχι ενωρίτερα, τουλάχιστον απ' τους χρόνους του Ομήρου μέχρι σήμερα. Αυτή η μετανάστευση των ποντικών πιθανός να έγινε σε μία εποχή που η προφορά του συμπλέγματος "ντ" είχε μετατράπει σε nd φωνητικά.

Άλλη άποψη είναι ότι η λέξη ποντικός αναφέρεται στα ποντίκια που ζουν στα πλοία (πόντος σημαίνει "θάλασσα") για να τον διακρίνουν απ' τον αρουραίο που ζει στα χωράφια. Οποία και αν είναι η εξήγηση εμείς συνεχίζουμε να προφέρουμε "πονδικό" και όχι "ποντικό".

Όλα τα ονόματα των δένδρων που στα νέα ελληνικά πέρασαν από την εξέλιξη της αρχαίας ελληνικής κατάληξη από -αια, -ηα, -ια, σ' εμάς παραμένουν με την αρχαία κατάληξη -αια. Εμείς λέμε (please note: emphasis on the "e") alea την ελιά, appidea την αππιδιά, cerasea την κεράσια, citonea την κυδώνια, milea την μηλιά, sucea την σύκια, zizivea την τζιτζιφιά.

Διαβάζοντας όσα έγραψε για τους ιδρυτές της λατινικής λογοτεχνίας ο Livio Andronico, Έλληνας από τον Τάραντα, και ο Quinto Ennio, Μεσσάπιος από τις Ρούδιαι, ο μεγάλος λατινιστής και ελληνιστής Ettore Paratore, συνάντησα ένα εξελικτικό φαινόμενο που παρατηρείται και στην δική μας ελληνική διάλεκτο: δηλαδή η μετατροπή του "υ" σε "ου".

Ο Livio Andronico, μεταφράζοντας τον τίτλο της Οδύσσεια στα λατινικά, έγραψε Odousìa και ο Quinto Ennio, που έγραψε το έργο Annales (Τα Χρονικά), ποίημα με 30.000 εξάμετρους στίχους και 17 τραγωδίες με ελληνικά θέματα, έδωσε σε μία τραγωδία τον τίτλο Hectoris Loutra, που είναι η λατινική μετάφραση του Έκτωρος Λύτρα

 Και εμείς, Γρίκοι του Σαλεντο, λέμε krusafi άντι "χρυσάφι",sucea άντι "συκιά", Ciuriaci αντί Κυριακή, dzumari αντί ζυμάρι, luriadzo αντί "λυριάζω" (δηλαδή γίνομαι λεπτός, αδυνατίζω), spurida αντί "σπυρίδα" (δηλαδή σακί από βούρλα που έβαζαν τους σπόρους για τη σπορά), fsunno αντί "εξυπνώ", esu αντί "εσύ",ghiuridzo αντί "γυρίζω", ghiurèo αντί "γυρεύω", hiunno αντί "χύνω", κτλ.

Ένα άλλο φαινόμενο χαρακτηριστικό της ελληνικής διαλέκτου του Σαλέντο είναι η παραμονή μερικών λέξεων στον αρχαϊκό τύπο. Π.χ. τη λέξη "χέρι" εμείς τη λέμε "χέρα", δηλαδή αιτιατική της "χείρ, χειρός, χέρα", ενώ τον πληθυντικό λέμε "χέρια". Το " πόδι" το λέμε "πόδα", ενώ τον πληθυντικό είναι "πόδια". Το "αλάτι" το λέμε "άλα", από το "άλς, άλος".

Αν εξετάσουμε το ρηματικό σύστημα, πρέπει να παρατηρήσουμε την διαχρονική ύπαρξη του απαρεμφάτου που στα Νέα Ελληνικά δεν χρησιμοποιείται. Κάνουμε ευρεία χρήση του ουσιαστικοποίημενου απαρέμφατου. Π.χ. to fai (το φάγειν, το φαγητό, το φάι), to ghiurisi, to erti, to pai. Χρησιμοποιούμε πάντα το απαρέμφατο μετά το ρήμα "σώζω", που για μας σημαίνει "μπορώ". "E' sotzo erti" = "Δεν μπορώ να έρθω". Επίσης έχουμε για τον μεσοπαθητικό αόριστο τη φόρμα της αρχαίας ελληνικής. Π.χ. evresi από το "ευρεθην", eskosi από το "εσηκώθην".

Χρειάζεται πολύς χρόνος για την αναλυτική μελέτη της σύνταξης της διαλέκτου μας σε σύγκριση με τη νεοελληνική που δεν μπορεί να εξαντληθεί σε συνεδριακή εισήγηση. Καταπληκτική είναι η ομοιότητα της κρητική διαλέκτου και της ελληνοσαλεντινής. Στο χώρο της φωνητικής χαρακτηριστική είναι η ουρανισκόφωνη προφορά του κατά με τον ήχο "ι" (και, κε, κη, κει, κοι, κυ) όπως στην Κρήτη.

Αξιοσημείωτο είναι και η γενική του πληθυντικού του άρθρου σε "τως", άντι "των", η χρήση του επίθετου πας, πασα, παν, η κρητική προστακτική "μπέξε", γρίκο mbiefse. Αναφέρω μερικές, από τις πάμπολλες, όμοιες με τις κρητικές λέξεις που χρησιμοποιούμε:

Appidi, vasto, vuja, nkonno

escero - efkero

dzuguari

era - ira (ζιζάνιο)

tero - theros, isame (μέχρι)

kalorgia - kalourghia, kombonno (εξαπατώ)

kuluci (σκυλί)

kutrupi - kurupa (στάμνα)

ciuri - ciris (κύρης)

laftea - lahteo (κλωτσιά)

lifona - lehona

mincio - micio (μικρός)

muttidzo (σιωπώ)

nakaro - nakara (έχω δύναμη)

novo - nogho (νοιώθω)

noima - nevma

fsistra - ksistra (τρίφτης)

ornisa - ornitha (κότα)

pastanaka (καρότο)

pila (λάσπη)

polemo (δουλεύω)

poro - poros (έξοδος, στόμιο)

prama (πράγμα)

priko - pricis (πικρός)

prika (πικρά)

ravdizo (χτυπώ με ραβδί)

rapi (στάχυ)

rizo (ορίζω)

serrakio - sarakos

skarma - skarmi (ίχνη)

murga (φέτσα του κρασιού)

sceronno (αδειάζω)

fikari (θήκη)

fselucerato (χαρούπι)

limasso (πεινώ πολύ)

mito (κλωστή, νήμα)

passiosena, passiamia, passionena (καθένας)

pira tu furnu (μεγάλη ζέστη)

resibela - rizibila (ερισύπελας)

rozo (κονδύλωμα)

trafo (τάφρος)

feno (υφαίνω)

felo (ωφελώ)

 

 

ΤΕΛΟΣ

 ΣΥΝΕΓΡΑΨΕ  Ο καθ. Salvatore Sicuro - Martano

 

Το ΕΛΛΗΝΩΝ ΔΙΚΤΥΟ παραθέτει τις απόψεις του καθηγητή χωρίς να τις υιοθετεί όλες.

 

 

Για να δείτε κάποιες σελίδες πρέπει να έχετε τον flash player που μπορείτε να βρείτε πατώντας στο εικονίδιο δίπλα.

Πνευματικά δικαιώματα © 2009

 Συντελεστές  και επικοινωνία μαζί μας

       SiteLock