πίσω

ΟΙ ΟΧΥΡΩΣΕΙΣ ΣΤΗΝ ΑΡΧΑΙΑ ΕΦΕΣΟ

Οι οχυρώσεις της Aρχαϊκής και της Κλασικής περιόδου



Η εικόνα των οχυρώσεων της Εφέσου κατά τους Αρχαϊκούς και Κλασικούς χρόνους παρουσιάζεται ιδιαίτερα αποσπασματική. Τα δομικά κατάλοιπα σπανίζουν, ενώ μέχρι σήμερα δεν έχει γίνει συστηματική αρχαιολογική έρευνα για τα τείχη. Το περίπλοκο ζήτημα της τοπογραφίας της αρχαϊκής και της κλασικής πόλης δημιουργεί περαιτέρω ασάφειες, ενώ η αναπόφευκτη σύγκριση με το επιβλητικό ελληνιστικό τείχος επιτείνει την αίσθηση της ένδειας όσον αφορά τις προγενέστερες οχυρώσεις.

Τα αρχαιολογικά δεδομένα πιστοποιούν ότι η πρωιμότατη εγκατάσταση με την ονομασία Κορησσός στις εκβολές του Καΰστρου ήταν οχυρωμένη, αφού εντοπίστηκαν εκεί κατάλοιπα τείχους που χρονολογούνται πιθανότατα στους Αρχαϊκούς χρόνους.1 Επιπλέον, μια μνεία του Ηροδότου στην πολιορκία της Εφέσου από τον Κροίσο (περ. 560 π.Χ.) επιβεβαιώνει την ύπαρξη οχύρωσης και στην «παλιά πόλη», τον οικισμό που αναπτύχθηκε στο όρος Πίων (Panayır Dağ) κατά την Αρχαϊκή και την Κλασική εποχή.2 Στην κρίσιμη αυτή περίσταση το τείχος έπαιξε καθοριστικό ρόλο, καθώς οι κάτοικοι σε μια ύστατη προσπάθεια να σωθούν το ένωσαν συμβολικά με ένα σχοινί με το ιερό της Αρτέμιδος, αφήνοντας τις τύχες τους στη βούληση της προστάτιδας θεότητας της Εφέσου.

Στα χρόνια που ακολούθησαν ο οικιστικός ιστός επεκτάθηκε προς το Αρτεμίσιο. Η απουσία καταλοίπων απηχεί την ύπαρξη οχυρώσεων μικρής κλίμακας, αν όχι την παντελή έλλειψή τους. Οι ίδιες συνθήκες διαφαίνονται ακόμα και την εποχή που οι δυνάμεις του Αθηναίου στρατηγού Θρασύλλου αποπειράθηκαν ανεπιτυχώς να καταλάβουν την Έφεσο το 409 π.Χ., μετά την αποστασία της από τη συμμαχία της Δήλου.3 Τέλος, κατά την εποχή των Διαδόχων πιθανολογείται η ύπαρξη ενός οχυρού που έπαιξε αναμφισβήτητα κάποιο ρόλο στα πολεμικά γεγονότα των χρόνων αυτών.

 

Το τείχος του Λυσιμάχου - Ιστορικό πλαίσιο και χρονολόγηση

Η υπαγωγή της Εφέσου στην εξουσία του Λυσιμάχου το 294 π.Χ. αποτέλεσε ορόσημο για την οικιστική της ανάπτυξη, καθώς ο νέος ηγεμόνας συνέλαβε και υλοποίησε το μεγαλόπνοο σχέδιο της δημιουργίας μιας νέας πόλης, στα νότια της παλιάς. Η Αρσινόεια, όπως ονομάστηκε η πόλη προς τιμήν της συζύγου του Λυσιμάχου, χτίστηκε γύρω από έναν κόλπο με ασφαλές λιμάνι –θέση ιδιαίτερα στρατηγική– και θωρακίστηκε αμυντικά με έναν επιβλητικό περίβολο, που συμπεριέλαβε και μέρος του φυσικού περιβάλλοντος σε μεγάλη έκταση γύρω από την πόλη.4

Δύο επιγραφές που βρέθηκαν εντοιχισμένες στον περίβολο παρέχουν πολύτιμα στοιχεία για τη χρονολόγησή του, καθώς και τις ιδιαίτερες συνθήκες κάτω από τις οποίες κατασκευάστηκε. Η πρώτη επιβεβαιώνει τη συνέχιση των οικοδομικών εργασιών το 290 π.Χ., ενώ στη δεύτερη εξαίρεται η γενναιοδωρία κάποιας Αθήνιδος από την Κύζικο, η οποία μεταξύ άλλων ευεργεσιών προς την πόλη συνέβαλε και στο πολυδάπανο έργο της ανέγερσης των οχυρώσεων.5 Είναι ιδιαίτερα ενδιαφέρον ότι το τεράστιο αυτό τεχνικό έργο αποπερατώθηκε σε μία μόνο οικοδομική φάση, άποψη προς την οποία συνηγορούν τόσο οι αναφορές των πηγών όσο και η ενιαία εικόνα που παρουσιάζει ο ίδιος ο περίβολος.6 Ως εκ τούτου, είναι δυνατή μια ασφαλής χρονολόγηση στα χρόνια περί το 290 π.Χ., ενώ μικρές προσθήκες και επισκευές γίνονταν μέχρι και τους Ρωμαϊκούς χρόνους.7

 

Αρχιτεκτονική περιγραφή

Ο συνολικός σχεδιασμός των οχυρώσεων του Λυσιμάχου απηχεί ένα σαφή στρατηγικό προσανατολισμό, με πρωτεύοντα στόχο την ενίσχυση της φυσικής προστασίας που παρείχαν οι δύο ορεινοί όγκοι που δέσποζαν πάνω από την πεδιάδα, καθώς και τη διαφύλαξη της ζωτικής σημασίας πρόσβασης στη θάλασσα. Έτσι, τα τείχη περιέκλεισαν μια τεράστια έκταση σε σχέση με τον οικιστικό ιστό της ελληνιστικής πόλης, περιλαμβάνοντας το νέο λιμάνι και τα όρη Πρέον (Bülbül Dağ) και Πίων (Panayır Dağ), ύψους 385 και 150 μ. αντίστοιχα. Το τμήμα του τείχους στο όρος Πρέον, που σώζεται σε εξαιρετική κατάσταση σε μήκος τουλάχιστον 5,5 χλμ., ακολουθεί μια επιμελή οδοντωτή (ζιγκ ζαγκ) χάραξη, που πρόσφερε σημαντικά καλύτερες δυνατότητες απόκρουσης του εχθρού και εξασφάλιζε την άριστη εκμετάλλευση των εδαφικών συνθηκών. Το μειονέκτημα της έλλειψης μιας φύσει οχυρής ακρόπολης αντισταθμιζόταν από τον εξαιρετικά συμπαγή χαρακτήρα του περιβόλου στις, ούτως ή άλλως, δυσπρόσιτες πλαγιές, ενώ η άμυνα ενισχυόταν ακόμη περισσότερο από ένα διατείχισμα που βρισκόταν κοντά στον πύργο 15.

Από τα σωζόμενα κατάλοιπα και τα ίχνη του περιβόλου είναι δυνατό να προσδιοριστεί με μεγάλη ακρίβεια η πορεία του, σε συνολικό μήκος περίπου 9 χλμ. Οι οχυρώσεις ξεκινούσαν περίπου 400 μ. δυτικά του λιμανιού, από έναν πύργο κατόπτευσης που δεν είναι σήμερα προσβάσιμος. Στη συνέχεια περικλείουν το λόφο του Αστυάγη, κοντά στο λεγόμενο πύργο του Αποστόλου Παύλου. Στο σημείο αυτό το τείχος κάμπτεται προς τα δυτικά για να συμπεριλάβει ένα μικρό ύψωμα που είναι γνωστό ως Ερμαίον και κατόπιν συνεχίζει προς τα ανατολικά, στις πλαγιές του βουνού, φτάνοντας σε υψόμετρο που ξεπερνά τα 300 μ. Η οχύρωση συνεχιζόταν σε χαμηλότερο επίπεδο, χωρίς να είναι δυνατό να αποτυπωθεί επακριβώς η πορεία της, και κατέληγε στην πεδιάδα. Εκεί βρίσκεται η επίσημη είσοδος της πόλης, η μνημειώδης πύλη της Μαγνησίας. Στη συνέχεια, το τείχος περιέβαλλε το όρος Πίων, το βόρειο όριο του οικισμού. Εδώ σώζονται μόνο τα ίχνη της λάξευσης για τη θεμελίωση στο βράχο, καθώς οι κάτοικοι χρησιμοποίησαν τους λίθους ως οικοδομικό υλικό για την κατασκευή του υστερορωμαϊκού τείχους, η πορεία του οποίου συμπίπτει σε πολλά σημεία με την οχύρωση του Λυσιμάχου. Στην περιοχή αυτή πρέπει να βρισκόταν και η πύλη της Κορησσού.

Το τείχος κατασκευάστηκε από ασβεστολιθικούς δόμους λατομημένους στο όρος Πρέον. Χρησιμοποιήθηκε η τεχνική του εμπλέκτου, ένα οικοδομικό σύστημα διπλής τοιχοποιίας, με λαξευμένους λίθους στις παρειές και εσωτερικό γέμισμα με χαλίκια και κονίαμα.8 Η κατασκευή ενισχυόταν με τη χρήση κάθετων αρμών ανά τακτά διαστήματα. Η τοιχοποιία στο σύνολό της είναι ακανόνιστη,9 με εξαίρεση τον πύργο του Αποστόλου Παύλου και την πύλη της Μαγνησίας, που διακρίνονται για το ισόδομο σύστημα και την επιμελημένη κατασκευή.

Το τείχος στο σύνολό του είναι εξαιρετικά συμπαγές. Είναι ενδεικτικό ότι στα μεταπύργια διαστήματα το πλάτος του ήταν κατά μέσο όρο 2,90 μ.10 Σε ορισμένα σημεία των μεταπυργίων ο περίβολος σώζεται μέχρι το αρχικό ύψος του, που θα έφτανε τα 6,50 μ. Σε όλο το μήκος του τείχους υπήρχαν κλίμακες που εξασφάλιζαν άμεση πρόσβαση στους πύργους σε περίπτωση ανάγκης. Ο περίδρομος, πλάτους 1,40 μ., ήταν κατασκευασμένος από μεγάλες τετραγωνισμένες πλάκες και σε ορισμένα σημεία ήταν πιθανώς στεγασμένος, για να διευκολύνονται οι κινήσεις των μαχητών. Ενισχυόταν με τοξικές θυρίδες που έδιναν τη δυνατότητα στους αμυνόμενους να βάλλουν εναντίον των εχθρικών στρατευμάτων. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η ύπαρξη ικριωμάτων, δηλαδή φορητών ξύλινων διαδρόμων που μπορούσαν να απομακρυνθούν σε περίπτωση κινδύνου.11 Το πρόσθετο αυτό αμυντικό μέσο ήταν ζωτικής σημασίας για τους υπερασπιστές του τείχους, γιατί τους έδινε τη δυνατότητα να ελέγχουν κατά βούληση την κυκλοφορία στον περίδρομο, μειώνοντας αισθητά τον κίνδυνο κατάληψης των πύργων, που αποτελούσαν το επίκεντρο της άμυνας.

Πολυάριθμοι πύργοι εξοπλισμένοι με καταπέλτες ισχυροποιούσαν τις οχυρώσεις, οι οποίοι δευτερευόντως χρησιμοποιούνταν και ως σημεία κατόπτευσης.12 Ήταν κατά κανόνα τετράγωνοι στην κάτοψη και διώροφοι και υψώνονταν ανά τακτά διαστήματα –με μέσο όρο τα 60 μέτρα– σε όλο το σωζόμενο μήκος του περιβόλου. Στην πλειονότητά τους προβάλλουν στην εξωτερική πλευρά του τείχους κατά 10-12 μ., γεγονός που επέτρεπε στους υπερασπιστές τους να προκαλούν φθορές στους πολιορκητές από τα πλάγια. Αξιοσημείωτες είναι οι μεγάλες διαστάσεις τους, οι οποίες ποικίλλουν κατά περίπτωση.13 Στο ισόγειο, ο πρόσθιος και οι πλαϊνοί τοίχοι έφταναν τα 1,60 μ. σε πάχος. Ο οπίσθιος τοίχος ενσωματωνόταν στο μεταπύργιο, ενώ στο δώμα ήταν στενότερος εξαιτίας της ύπαρξης του περιδρόμου. Η είσοδος στους πύργους γινόταν από το ισόγειο και τον περίδρομο, ενώ ένας τουλάχιστον (πύργος 3) δε διέθετε είσοδο στο επίπεδο του εδάφους. Η στέγαση γινόταν με κεραμίδια λακωνικού τύπου, ενώ τα πατώματα ήταν ξύλινα. Η κακή διατήρηση της ανωδομής δεν παρέχει επαρκή στοιχεία για τη μορφολογία της.

Η θέση κάθε πύργου στον περίβολο ήταν ειδικά σχεδιασμένη έτσι ώστε να προσφέρει τα μέγιστα δυνατά στρατηγικά πλεονεκτήματα. Ανάλογα με το σημείο όπου βρίσκονταν, οι πύργοι διέθεταν στο ισόγειο μεγάλα ανοίγματα απ’ όπου έβαλλαν οι καταπέλτες, ή μικρές θυρίδες για τους τοξότες, ενώ κάποιοι ήταν εντελώς συμπαγείς. Πολλοί είχαν και θυρίδες στους πλαϊνούς τοίχους για την προστασία των μεταπυργίων. Ο μεγάλος αριθμός και οι διαστάσεις των πύργων της Εφέσου συνηγορούν υπέρ μιας ευρείας χρήσης καταπελτών, που αποτελούσαν ισχυρότατο έρεισμα των υπερασπιστών της πόλης έναντι των εχθρικών στρατευμάτων. Οι πύργοι που διέθεταν καταπέλτες γειτνίαζαν με τα πιο ευάλωτα σημεία του περιβόλου.14

Ιδιαίτερης μνείας χρήζει ο περίφημος «πύργος του αποστόλου Παύλου» (πύργος 41) κοντά στην παλιά είσοδο του λιμανιού, που ξεχωρίζει χάρη στον όγκο και την ιδιαίτερη διαμόρφωσή του. Το αξιόλογο αυτό οικοδόμημα, με διαστάσεις 14,60 x 14,60 μ., διέθετε τέσσερις ισομεγέθεις χώρους στο εσωτερικό, που λειτουργούσαν πιθανώς ως ενδιαιτήματα για τη φρουρά. Η θέση του πάνω σε ύψωμα και η ιδιαίτερα επιμελής κατασκευή του πιστοποιούν τον κομβικό ρόλο του στον αμυντικό σχεδιασμό της πόλης. Σε καιρό ειρήνης το οικοδόμημα λειτουργούσε ως σημείο κατόπτευσης που έλεγχε τις στρατηγικές θέσεις του λιμανιού και της πεδιάδας, ενώ σε περίπτωση πολιορκίας οι καταπέλτες του χρησιμοποιούνταν εναντίον των εχθρικών πλοίων που επιχειρούσαν να μπουν στο λιμάνι.15

Στο σωζόμενο τμήμα του τείχους ανοίγονταν και οχυρωμένες πυλίδες κοντά στους πύργους, οι οποίες εντάσσονται σε διάφορους τύπους με απλό ή αψιδωτό υπέρθυρο.16 Σε περίπτωση πολιορκίας οι μικρές αυτές δίοδοι πρόσφεραν τη δυνατότητα αιφνιδιαστικών εφόδων στους αμυνόμενους και χρησίμευαν στη μεταφορά ενισχύσεων και τροφίμων, ενώ σε καιρό ειρήνης διευκόλυναν την επικοινωνία με τον έξω κόσμο. Οι πυλίδες της Εφέσου έκλειναν με ξύλινες θύρες και ασφαλίζονταν με οριζόντιες δοκούς.

 

 

 Αρχιτεκτονικός τύπος

Η αλματώδης εξέλιξη στους τομείς της πολιορκητικής και της στρατηγικής τέχνης κατά τους Πρώιμους Ελληνιστικούς χρόνους καθιστούσε συχνά ανεπαρκή τα παλιά τείχη των πόλεων, επιβάλλοντας την ανάγκη οικοδόμησης νέων ισχυρότερων οχυρώσεων.17 Η ευρεία χρήση καταπελτών και πολιορκητικών μηχανών μετέφερε το κέντρο βάρους στην οχύρωση του φυσικού περιβάλλοντος, που περιλάμβανε τα υψώματα και τις στρατηγικές θέσεις γύρω από τις πόλεις.18 Τα νέα δεδομένα στην αμυντική αρχιτεκτονική αποκρυσταλλώθηκαν στην αναβίωση του αρχιτεκτονικού τύπου των «εκτενών αμυντικών περιβόλων» που υπερέβαιναν κατά πολύ τα όρια του οικιστικού ιστού, μια τάση που εκδηλώθηκε στα χρόνια 370-270 π.Χ.19

Η ευρεία χρήση τέτοιων οχυρώσεων στη Μικρά Ασία, με χαρακτηριστικά παραδείγματα την Έφεσο, την Αλικαρνασσό, την Αλεξάνδρεια Τρωάδα, την Ηράκλεια του Λάτμου και τη Σελεύκεια Πιερία, εντάσσεται στο νέο πολιτικό και στρατιωτικό καθεστώς που δημιούργησε η πρακτική της ίδρυσης ή επανίδρυσης πόλεων εκ μέρους των Διαδόχων. Ως υπεύθυνοι για το σχεδιασμό της στρατηγικής, οι νέοι μονάρχες έθεσαν άμεση προτεραιότητα τη διαφύλαξη της ασφάλειας στην επικράτειά τους. Έτσι, σε μια εποχή που χαρακτηρίστηκε από πολιτική αστάθεια και αλλεπάλληλες πολεμικές συγκρούσεις, οι νέου τύπου οχυρώσεις αποτελούσαν το κύριο μέσο της ενεργητικής άμυνας, ενώ σε καιρό ειρήνης οι πολυπληθείς φρουρές τους εκμηδένιζαν τον κίνδυνο επιβουλών εκ των έσω.

Το ελληνιστικό τείχος της Εφέσου αποτελεί δημιούργημα του βραχύβιου ιστορικού πλαισίου που διαμορφώθηκε στα χρόνια της σύντομης κυριαρχίας του Λυσιμάχου.20 Οι εξαιρετικά συμπαγείς οχυρώσεις με τους πολυάριθμους πύργους και τις πυλίδες απηχούν μια υπέρμετρη έμφαση στον τομέα της ενεργητικής άμυνας, που εκφράζει πρακτικά και συμβολικά την αδιαπραγμάτευτη πρόθεση της κεντρικής εξουσίας να επιβάλει τη θέλησή της. Η επιλογή αυτή έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον σε σύγκριση με τους σύγχρονους εκτενείς περιβόλους επί μικρασιατικού εδάφους, που υπολείπονται κατά πολύ του τείχους του Λυσιμάχου σε όγκο και μέγεθος και διαθέτουν αισθητά λιγότερους αμυντικούς πύργους και πυλίδες. Στη Σελεύκεια Πιερία, για παράδειγμα, αν και η τοπογραφία παρουσίαζε ανάλογη εικόνα με την Έφεσο, οι πύργοι έπαιζαν δευτερεύοντα ρόλο, ενώ η άμυνα οργανωνόταν στα μεταπύργια. Αντίστοιχα, το «διατείχισμα» στην Ηράκλεια δεν είχε το συμπαγή χαρακτήρα του τείχους του Λυσιμάχου και διέθετε σαφώς λιγότερους πύργους και οχυρωμένες πυλίδες.21

Τέλος, ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η στάση των κατοίκων στις νέες συνθήκες, όπως αυτή διαφαίνεται στα ιστορικά γεγονότα και τις μαρτυρίες των πηγών. Παρά την προφανή τους αναγκαιότητα, η κατασκευή νέων οχυρώσεων μπορούσε να γίνει ιδιαίτερα επαχθής για τους πολίτες, οι οποίοι επιφορτίζονταν με το υπέρογκο κόστος της οικοδόμησης και της συντήρησής τους.22 Οι εξελίξεις στην Έφεσο απέδειξαν ότι η δυσαρέσκεια έφτανε στα όρια της λαϊκής κατακραυγής, καθώς οι κάτοικοι δε συμμερίστηκαν εξαρχής το μεγαλεπήβολο σχέδιο της επανίδρυσης της πόλης τους. Ο θάνατος του Λυσιμάχου στο Κουροπέδιο το 281 π.Χ. πυροδότησε σειρά αλυσιδωτών αντιδράσεων. Οι «σελευκίζοντες» έσπευσαν να γκρεμίσουν τμήματα του περιβόλου ώστε να προλάβουν τυχόν τοποθέτηση νέας φρουράς από τη σελευκιδική πλευρά.23 Στη συνέχεια, άνοιξαν συμβολικά τις πύλες και απείλησαν τη ζωή ακόμη και της Αρσινόης.24 

 

 ΑΝΑΦΟΡΕΣ- ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ -ΠΗΓΕΣ- ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΑ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΑ   

1. Scherrer, P., “The historical topography of Ephesos”, στο Parrish, D. (επιμ.), Urbanism in Western Asia Minor. New Studies on Aphrodisias, Ephesos, Hierapolis, Pergamon, Perge and Xanthos (JRS Supplement Series Number 45, Portsmouth R.I. 2001), σελ. 60, εικ. 3-4 και 3-9, αρ. 6. Σύμφωνα με άλλη άποψη, το τείχος αυτό χρονολογείται στον 5ο αι. π.Χ. Βλ. σχετικά Miltner, F., Ephesos. Stadt der Artemis und des Johannes (Wien 1958), σελ. 3, εικ. 1.

2. Ηρ. 1.26.2. Το τμήμα αυτό της οχύρωσης δεν έχει εντοπιστεί μέχρι σήμερα από την αρχαιολογική έρευνα.

3. Ξεν., Ελλ. 1.2.6.

4. Στράβ. 14.640.

5. Maier F.G., Griechische Mauerbauinschriften Ι (Heidelberg 1959), σελ. 238-242, αρ. 71-72.

6. Οι μικρές ανομοιομορφίες και κάποιες προχειρότητες στην κατασκευή, που διακρίνονται σε ορισμένα σημεία του περιβόλου, αποδίδονται σε οικονομικές δυσκολίες και έλλειψη χρόνου. Ορισμένοι ερευνητές υποστήριξαν την πιθανότητα κατασκευής του τείχους σε περισσότερες οικοδομικές φάσεις, άποψη που δε φαίνεται να ευσταθεί. Ο Özyiğit, για παράδειγμα, προτείνει την ύπαρξη μιας κλασικής φάσης στο Πρέον. Βλ. Özyiğit, Ö., “Spätarchaische Funde im Museum von Ephesos und die Lage von Alt-Ephesos”, IstMitt 38 (1988), σελ. 95, και “On the dating of the city walls of Ephesos”, στο Malay, H. (επιμ.), Erol Atalay memorial (Izmir 1991), σελ. 137-144.

7. Πιθανόν το 287 π.Χ., όταν ο Δημήτριος πολιόρκησε την πόλη, ορισμένα τμήματα του τείχους ήταν ακόμη υπό κατασκευή. Άμεση ήταν η αντίδραση του στρατηγού του Λυσιμάχου Λύκου, ο οποίος κατόρθωσε σε σύντομο χρονικό διάστημα να ανακαταλάβει την Έφεσο. Βλ. Πολύαιν. 5.19.

8. Για έναν ορισμό της οικοδομικής τεχνικής του εμπλέκτου, βλ. Βιτρ., Περί Αρχιτεκτονικής 2.8.7.

9. Το μορφολογικό αυτό στοιχείο είναι ιδιαίτερα εμφανές στις πλαγιές του όρους Πρέον, όπου εξαιτίας του δύσβατου της περιοχής δόθηκε έμφαση στη χρηστικότητα εις βάρος της αισθητικής. Στην τοιχοποιία χρησιμοποιήθηκαν τραπεζοειδείς λαξευμένοι λίθοι με ελαφρώς κυρτή επιφάνεια. Βλ. σχετικά Adam, J.P., L’Architecture Militaire Grecque (Paris 1982), σελ. 231.

10. Το πλάτος του τείχους στα μεταπύργια κυμαίνεται μεταξύ 2,60 και 3 μ.

11. Τα ίχνη του περίπλοκου αυτού μηχανισμού είναι ορατά σε πέντε σημεία στο Πρέον, όπου διακρίνονται αψιδωτές εσοχές και κόγχες η μία δίπλα στην άλλη, που χωρίζονταν με πεσσούς πλάτους 1 μέτρου και πιθανόν στεγάζονταν με ξύλινη οροφή. Η άποψη ότι οι κόγχες αυτές –οι οποίες απαντούν και στη Μίλητο, την Ηράκλεια του Λάτμου και τη Σελεύκεια Πιερία– αποτελούσαν βάσεις καταπελτών δεν ευσταθεί. Βλ. McNicoll, A.W. – Milner, N.P., Hellenistic Fortifications from the Aegean to the Euphrates (Oxford Monographs on Classical Archaeology, Oxford 1997), σελ. 220. Τα ικριώματα στερεώνονταν στις κόγχες και μπορούσαν να απομακρυνθούν γρήγορα, προκειμένου να διατηθεί ο έλεγχος του τείχους σε περίπτωση που κάποια σημεία του περιδρόμου έπεφταν σε εχθρικά χέρια. Σχετικά με τα ικριώματα βλ. Ορλάνδος, Α.Κ. – Τραυλός, Ι.Ν., Λεξικόν Αρχαίων Αρχιτεκτονικών Όρων (Βιβλιοθήκη της εν Αθήναις Αρχαιολογικής Εταιρείας 94, Αθήνα 1986), σελ. 133. Για μια συζήτηση σχετικά με την εφαρμογή του συστήματος στην Έφεσο και τη σύνδεσή του με τις απόψεις του θεωρητικού της πολιορκητικής τέχνης Φίλωνος του Βυζαντίου, βλ. Marksteiner, T., “Bemerkungen zum hellenistischen Stadtmauerring von Ephesos”, στο Friesinger, H. Krinzinger, F., (επιμ.), 100 Jahre Österreichische Forschungen in Ephesos. Akten des Symposions Wien 1995 (Wien 1999), σελ. 418-419.

12. Δεν υπάρχει ομοφωνία μεταξύ των ερευνητών σχετικά με τον αριθμό των πύργων και των πυλίδων στο σωζόμενο τμήμα του τείχους. Σε μία πρόσφατη επιτόπια έρευνα καταμετρήθηκαν 42 πύργοι και 16 πυλίδες. Βλ. σχετικά McNicoll, A.W. – Milner, N.P., Hellenistic Fortifications from the Aegean to the Euphrates (Oxford Monographs on Classical Archaeology, Oxford 1997), σελ. 97. Κατ’ άλλους, οι πύργοι έφταναν τους 51 και οι πυλίδες τις 19. Marksteiner, T., “Bemerkungen zum hellenistischen Stadtmauerring von Ephesos”, στο Friesinger, H. Krinzinger, F. (επιμ.), 100 Jahre Österreichische Forschungen in Ephesos. Akten des Symposions Wien 1995 (Wien 1999), σελ. 416, σημ. 19.

13. Bλ. ενδεικτικά: πύργος 7: περ. 15 x 15μ., πύργος 9: 15 x 30μ., πύργος 29: 17 x 11μ., πύργος 33: 7 x 7 μ. Μέσος όρος θα μπορούσε να θεωρηθεί ο πύργος 2, με διαστάσεις 10,90 x 9,20 μ.

14. Οι πύργοι 21 και 22, για παράδειγμα, προστάτευαν ένα ύψωμα σε απόσταση περίπου 250 μ., το οποίο θα μπορούσε να αποτελέσει σημείο εγκατάστασης για τις πολιορκητικές μηχανές του εχθρού.

15. Για μια σύγκριση με τους ανάλογων διαστάσεων πύργους στην Ηράκλεια του Λάτμου και τη Δημητριάδα, βλ. Garlan, Y., Recherches de Poliorcétique Grėcque (Paris 1974), σελ. 262.

16. Για μια τυπολογική κατάταξη των πυλίδων της Εφέσου, βλ. McNicoll, A.W. – Milner, N.P., Hellenistic Fortifications from the Aegean to the Euphrates (Oxford Monographs on Classical Archaeology, Oxford 1997), σελ. 100.

17. Σχετικά με τις εξελίξεις στον τομέα της πολιορκητικής τέχνης κατά την περίοδο αυτή, βλ. Garlan, Y., Recherches de Poliorcétique Grėcque (Paris 1974) και “Cités, Armées et Strategie à l’époque hellénistique daprės loeuvre de Philon de Byzance”, Historia 22 (1973), σελ. 16-33.

18. Με τον τρόπο αυτό οι αμυνόμενοι βρίσκονταν σε θέση υπεροχής, καθώς είχαν τη δυνατότητα να αναπτυχθούν σε υψηλότερο επίπεδο, γεγονός που τους εξασφάλιζε την εποπτεία της περιοχής μπροστά από τα τείχη όπου παρατάσσονταν τα εχθρικά στρατεύματα και μεγαλύτερη αποτελεσματικότητα των καταπελτών και των εκηβόλων όπλων τους. Στον αντίποδα, οι επιτιθέμενοι εξαναγκάζονταν να παρατάξουν τις δυνάμεις τους πολύ χαμηλότερα και να χτίσουν εξαρχής πύργους ή να δημιουργήσουν τεχνητά υψώματα προκειμένου να εγκαταστήσουν τις πολιορκητικές μηχανές τους.

19. Ο τύπος του «εκτενούς αμυντικού περιβόλου» (“great circuits”) ανάγει τις ρίζες του σε παλαιότερες αμυντικές κατασκευές. Μια πρώιμη εκδοχή απαντά στο Boğazkoy το 14ο αι. π.Χ. Στην ίδια παράδοση εντάσσονται τα τείχη του Πολυκράτη στη Σάμο (6ος αι. π.Χ.), καθώς και ο περίφημος περίβολος των Συρακουσών (401 π.Χ.).

20. Σχετικά με τη χρήση του αρχιτεκτονικού τύπου στην Έφεσο και τη Μικρά Ασία γενικότερα, βλ. McNicoll, A.W. – Milner, N.P., Hellenistic Fortifications from the Aegean to the Euphrates (Oxford Monographs on Classical Archaeology, Oxford 1997), σελ. 4· Marksteiner, T., “Bemerkungen zum hellenistischen Stadtmauerring von Ephesos”, στο Friesinger, H. Krinzinger, F., (επιμ.), 100 Jahre Österreichische Forschungen in Ephesos. Akten des Symposions Wien 1995 (Wien 1999) , σελ. 415-416.

21. Για μια συγκριτική προσέγγιση των μεγάλων μικρασιατικών περιβόλων της εποχής, βλ. McNicoll, A.W. – Milner, N.P., Hellenistic Fortifications from the Aegean to the Euphrates (Oxford Monographs on Classical Archaeology, Oxford 1997), σελ. 103-105.

22. Ενδεικτική είναι η έκφραση ευγνωμοσύνης εκ μέρους των πολιτών της Εφέσου προς το πρόσωπο της Αθήνιδος, που είχε συνδράμει στην οικοδόμηση του τείχους. Παρ’ όλα αυτά, το κόστος ενός τέτοιου έργου ήταν αδύνατο να καλυφθεί μόνο από εθελούσιες εισφορές εκ μέρους των πολιτών. Ειδικά στην περίπτωση της Εφέσου, πρέπει να σημειωθεί και η ανάγκη συντήρησης πολυάριθμης φρουράς, μια υποχρέωση που πιθανώς βάρυνε την ίδια την πόλη.

23. Παρόμοια ήταν η τύχη του περιβόλου της Ηράκλειας, γεγονός που υποδηλώνει την αποχώρηση του μονάρχη και πιθανώς τη μετάβαση σε καθεστώς ελεύθερης πόλης. Οι οχυρώσεις της Ηράκλειας αποδίδονται επίσης στο Λυσίμαχο, όπως και τα τείχη της Σμύρνης και της Αλεξάνδρειας Τρωάδος.

24. Πολύαιν. 8.57. Η χήρα του πάλαι ποτέ κραταιού μονάρχη κατόρθωσε να διαφύγει χάρη σε ένα τέχνασμα την τελευταία στιγμή. Η Αρσινόη φυγαδεύτηκε από μια δευτερεύουσα δίοδο, μεταμφιεσμένη και χωρίς συνοδεία. Στη θέση της τοποθέτησαν στο βασιλικό φορείο μια θεραπαινίδα, η οποία φονεύτηκε από κάποιο Μενεκράτη.

 

 Πατσιάδου Λίλα , «Έφεσος (Αρχαιότητα), Οχυρώσεις», 2008,
Εγκυκλοπαίδεια Μείζονος Ελληνισμού, Μ. Ασία

ΠΑΝΟΡΑΜΙΟΝ

 

ΤΕΛΟΣ

 

 

Για να δείτε κάποιες σελίδες πρέπει να έχετε τον flash player που μπορείτε να βρείτε πατώντας στο εικονίδιο δίπλα.

Πνευματικά δικαιώματα © 2009

 Συντελεστές  και επικοινωνία μαζί μας

       SiteLock