πίσω

ΝΙΚΟΣ Α. ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΣ

ΟΜΗΡΙΚΟ

ΟΝΟΜΑΤΟΛΟΓΙΟ

V

 Λ Ε Ξ Ι Κ Ο 

ΟΛΩΝ ΤΩΝ ΚΥΡΙΩΝ ΟΝΟΜΑΤΩΝ 

ΤΗΣ ΙΛΙΑΔΑΣ  &  ΤΗΣ ΟΔΥΣΣΕΙΑΣ 

(Θεοί, θεότητες, άνθρωποι, χώρες, λαοί,

πόλεις, βουνά, ποτάμια, λίμνες, κ.ά.)

Με 19 γενεαλογικούς  πίνακες

 

                                                                                          Στη μνήμη της Στεφανίας μου

                                                                                  (27.05.1975-16.06.1997)

 

Του ιδίου:

Μελέτες πάνω σε θέματα μετάφρασης

Λεξικό Συντομογραφιών

Τα γερμανικά ανώμαλα ρήματα

© 2002: Νίκος Α. Παπαδόπουλος

Εκδόσεις Κυρομάνος

Κεντρική διάθεση:                ΕΚΔΟΣΕΙΣ Κυρομάνος

Θεσσαλονίκη, Προξ. Κορομηλά 42

Τηλ. 2310-282.427, 282.782

ISBN 960- ………… ΕΚΔΟΣΕΙΣ  ΚΥΡΟΜΑΝΟΣ

ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ 2003

 

Μερικά λόγια για τον  Όμηρο

       Για την ύπαρξη του Όμηρου σήμερα δεν υπάρχουν αμφιβολίες. Ο μεγαλύτερος ποιητής του κόσμου, που το πραγματικό του πρόσωπο σκεπάζεται από το πέπλο του θρύλου, θεωρείται πια πρόσωπο υπαρκτό. Για το χρόνο της γέννησής του υπάρχουν αμφιβολίες από την αρχαιότητα μέχρι σήμερα. Οι διάφορες αναφορές την τοποθετούν από εξήντα χρόνια μετά τον Τρωικό πόλεμο (Κράτης ο Μαλλώτης), που πιθανολογείται γύρω  στο 1200-1100 π.Χ., μέχρι εκατό χρόνια μετά από αυτόν (Ερατοσθένης) ή και πεντακόσια χρόνια μετά (Θεόπομπος). Υπάρχει και η αναφορά του Θουκυδίδη, ο οποίος παραδέχεται ότι ο Όμηρος έζησε πολλώ ύστερον των Τρωϊκών. Ο πατέρας της Ιστορίας, ο Ηρόδοτος,  που μας λέει ότι ο Όμηρος έζησε γύρω στο 800 π.Χ., θεωρεί τον Όμηρο και τον Ησίοδο σύγχρονους και ότι έζησαν τετρακόσια χρόνια πριν από αυτόν, άποψη που δέχονται σήμερα πολλοί επιστήμονες, θεωρώντας όμως ότι ο Ησίοδος έζησε πολύ μετά από τον Όμηρο.

     Σχετικά με τον τόπο της καταγωγής του, διάφορες πόλεις φιλονικούσαν ήδη από την αρχαιότητα. Αυτό το μάθαμε από το γνωστό επίγραμμα που αναφέρει:

                                                  Επτά πόλεις μάρνανται σοφήν δια ρίζαν Ομήρου

Σμύρνη, Χίος, Κολοφών, Ιθάκη, Πύλος, Αργος, Αθήναι

 

Η Σμύρνη και η Χίος είχαν τις μεγαλύτερες αξιώσεις για την καταγωγή του ποιητή. Από το Σιμωνίδη γνωρίζουμε ότι οι Ομηρίδες, μια συντεχνία ραψωδών του νησιού, που έργο τους είχαν την απαγγελία ποιημάτων των προγόνων τους, άκμασαν στο νησί της Χίου. Έτσι, θεωρούσαν ότι ο ποιητής ήταν Χίος και μάλιστα τυφλός. Αιτιολογημένες αξιώσεις είχε βέβαια και η Σμύρνη, ίσως επειδή τα παράλια της Μικράς Ασίας και μάλιστα το τμήμα που ζούσαν οι Αιολείς και οι Ίωνες, δηλαδή Φώκαια, Σμύρνη, Ερυθρές και Χίος, ήταν η κοιτίδα του ελληνικού έπους. Θεωρείται βέβαιο ότι πέθανε στο νησί του Αιγαίου Ίος, όπου το καράβι με το οποίο πήγαινε στην Αθήνα έκανε ενδιάμεσο σταθμό. Εκεί, λέγεται, ότι πέθανε από στενοχώρια, επειδή δεν μπόρεσε να λύσει ένα αίνιγμα που του έθεσαν οι ψαράδες του νησιού. Στην Ίο λοιπόν υπάρχει ένα επιτύμβιο επίγραμμα, που αποδίδεται στον τάφο του ποιητή:

Ενθάδε την ιεράν κεφαλήν κατά γαίαν καλύπτει

ανδρών ηρώων κοσμήτορα, θείον Όμηρον

     Για το όνομα του Όμηρου υπάρχουν διάφορες εκδοχές. Από τις κυριότερες που αναφέρονται είναι εκείνη του Έφορου του Κυμαίου, που παράγει το όνομα από το μη+ορών, συνδέοντάς το έτσι και με το θρύλο που ήθελε τον ποιητή τυφλό, πιθανότατα παρασυρμένος από το γεγονός ότι η λέξη όμηρος στην Αιολική και την Κυμαϊκή διάλεκτο σήμαινε τυφλός. Υπάρχουν και άλλες προσπάθειες ετυμολόγησης του ονόματος, όπως εκείνη που το παράγει από το ομού+είρω / ομείρω, που σημαίνει συνδέω και μια άλλη, που το παράγει από το ομού+αίρω. Κάποιοι υποστηρίζουν ότι ο ποιητής (ή ο πατέρας του) είχε δοθεί ως όμηρος στους Πέρσες. Μεγαλύτερη αποδοχή βρίσκει μια νεότερη ετυμολόγηση, που προέρχεται από το ομού+αραρίσκω, δηλαδή από το συνδέω, συνδυάζω, προσαρμόζω, εξηγώντας, ίσως, το γεγονός ότι οι ποιητές συνέθεταν τα μέρη των ποιημάτων που επρόκειτο να απαγγείλουν. Έγινε πάντως γενικά αποδεχτό, ότι το αρχικό όνομα του ποητή ήταν Μιλησιγένης ή Μιλησιγενής, που προέρχεται από τον ποταμό Μέλητα της Σμύρνης.

     Εκτός από την Ιλιάδα και την Οδύσσεια, οι αρχαίοι απέδιδαν στον Όμηρο και αρκετά άλλα έργα, όπως  Βατραχομυομαχία, Ομηρικοί Ύμνοι, Θηβαΐς, Κύπρια Έπη, Επίγονοι, Μαργίτης κ.ά. Ήδη όμως από την αρχαιότητα υπήρχαν επιφυλάξεις ως προς την πατρότητα κάποιων από τα παραπάνω έργα. Μετά από πολλές αμφιταλαντεύσεις, μελέτες και έρευνες σχετικά με το ύφος και την τεχνική της σύνθεσης των επών του, οι σημερινοί ερευνητές αποδίδουν στον Όμηρο μόνο την Ιλιάδα και την Οδύσσεια, αν και για την Οδύσσεια ορισμένοι, λίγοι,  έχουν ακόμη κάποιες επιφυλάξεις.

     Είναι πολύ πιθανό ότι τμήματα της Ιλιάδας και της Οδύσσειας κυκλοφορούσαν μεταξύ των αοιδών και ραψωδών της αρχαιότητας, μέχρι που ο Λυκούργος τα έφερε ολόκληρα από την Ιωνία Αργότερα, ο Πεισίστρατος φρόντισε για την αναπαραγωγή τους. Είναι βέβαιο ότι τα τα έργα του Όμηρου έχουν υποστεί πολλές επεξεργασίες, μέχρι που να πάρουν τη μορφή με την οποία τα γνωρίσαμε εμείς. Δυο σχολές της αρχαιότητας ασχολήθηκαν με το έργο αυτό: της Περγάμου και, ιδίως, της Αλεξάνδρειας με τον Αριστοφάνη, το Ζηνόδοτο και τον Αρίσταρχο.

Μερικά λόγια για τα λήμματα του λεξικού

      Από τους Γραμματικούς της Αλεξάνδρειας οι 15.692 στίχοι της Ιλιάδας και οι 12.110 της Οδύσσειας χωρίστηκαν σε 24 ραψωδίες αντίστοιχα. Κάθε ραψωδία της Ιλιάδας χαρακτηρίστηκε με ένα από τα 24 κεφαλαία γράμματα του ελληνικού αλφάβητου (Α, Β, Γ κ.ο.κ.) και κάθε ραψωδία της Οδύσσειας με ένα από τα αντίστοιχά τους πεζά (α, β, γ κ.ο.κ), ενώ το κείμενο κάθε ραψωδίας αριθμήθηκε σε κάθε πέμπτο στίχο του (1, 5, 10 κ.ο.κ.).

     Έτσι, η παρουσίαση κάθε λήμματος γίνεται με αναφορά στη ραψωδία και στο στίχο όπου πρωτοεμφανίζεται η λέξη στα ομηρικά έργα.

 

Νίκος Α. Παπαδόπουλος, Ιανουάριος 2003

 

 

Π Ε Ρ Ι Ε Χ Ο Μ Ε Ν Α

 

Σελ.

Μερικά λόγια για τον Όμηρο …………………………………………….       7

Μερικά λόγια για τα λήμματα ………..…………………………………..       9

Λήμματα ………………..…………………………………………………..     11-195

Γενεαλογικός πίνακας 1: Αγαμέμνονας (βλέπε Αγαμέμνων) …………         12

Γενεαλογικός πίνακας 2: Άδραστος (βλέπε Άδρηστος)……………….        15

Γενεαλογικός πίνακας 3: Γαία …………………………………………...       45

Γενεαλογικός πίνακας 4: Δάρδανος …………………………………….        50

Γενεαλογικός πίνακας 5: Ελένη ………………………………………….       58

Γενεαλογικός πίνακας 6: Δίας (βλέπε Ζεύς) ……………………………       69

Γενεαλογικός πίνακας 7: Ηρακλής (βλέπε Ηρακλέης) ...………………        73

Γενεαλογικός πίνακας 8: Θησέας (βλέπε Θησεύς) …………………….       80

Γενεαλογικός πίνακας 9: Ιάσονας (βλέπε Ιήσων) ……………………..        86

Γενεαλογικός πίνακας 10: Κάδμος ………………………………………       93

Γενεαλογικός πίνακας 11: Κρόνος ………………………………………       103

Γενεαλογικός πίνακας 12: Λήδα …………………………………………       111

Γενεαλογικός πίνακας 13: Μελέαγρος ………………………...………..       118

Γενεαλογικός πίνακας 14: Μίνωας (βλέπε Μίνως) .……………………       122

Γενεαλογικός πίνακας 15: Οδυσσέας (βλέπε Οδυσσεύς) ..…………..        131

Γενεαλογικός πίνακας 16: Οιδίποδας (βλέπε Οιδιπόδης) …..………..        133

Γενεαλογικός πίνακας 17: Περσέας (βλέπε Περσεύς) .………………..       147

Γενεαλογικός πίνακας 18: Πρίαμος ……………………………………..       156

Γενεαλογικός πίνακας 19: Σίσυφος ……………………...……………...       168

Ευρετήριο ονομάτων γενεαλογικών πινάκων ………………….………        199

Ποιοι Αχαιοί σκότωσαν ποιους Τρωαδίτες …………………………...        207

Ποιοι Τρωαδίτες σκότωσαν ποιους Αχαιούς …………………………..       210

Νηρηίδες ……………………………………………………………………    212

Μνηστήρες Πηνελόπης και Ωραίας Ελένης …………………………….       213

Διάταξη στρατευμάτων Αχαιών ………………………………………….       214

Διάταξη στρατευμάτων Τρωαδιτών ………………..…………………...        218

Βιβλιογραφία ………………………………………………………………      220

 

Α

 Aβαντες, οι (B 536): Οι αρχαιότεροι κάτοικοι της Εύβοιας, που ήρθαν από τις Άβες της Φωκίδας, γι΄ αυτό και η Εύβοια ονομαζόταν Αβαντίς ή Αβαντιάς. Εγκαταστάθηκαν και σε διάφορα νησιά του Αιγαίου. Πήραν μέρος στον Τρωικό πόλεμο με οχτώ πλοία. Στην επιστροφή τους περιπλανήθηκαν κι εγκαταστάθηκαν στη Θεσπρωτία, που από αυτούς ονομάστηκε Αβαντίδα.

Αβαρβαρέη, η (Z 22): Πηγαία Νύμφη (Ναϊάδα), συνοδός της θεάς Άρτεμης στα βουνά και μητέρα των διδύμων Τρώων ηρώων Αίσηπου και Πήδασου.

Αβας, ο (E 148): Ο δωδέκατος βασιλιάς του Άργους, γιος του Λυγκέα και της Υπερμήστρας, εγγονός του Δαναού, ιδρυτής των Αβών της Φωκίδας.

Αβιοι, οι (N 6): Σκυθικός νομαδικός λαός του Βορρά .

Αβληρος, ο(Z 32): Τρωαδίτης πολεμιστής, που σκοτώθηκε από το γιο του Νέστορα Αντίλοχο, κατά την αντεπίθεση των Αχαιών στην πεδιάδα.

Αβυδος, η (B 836): Πόλη της Τρωάδας, στο στενότερο σημείο του Ελλήσποντου.

Αγάθων, ο (Ω 249): Ένας από τους εννέα εναπομείναντες ζωντανούς γιους του Πρίαμου, μετά το θάνατο του Έκτορα.

Αγακλέης, ο (Π 571): Μυρμιδόνας πολεμιστής, συνοδός του Αχιλλέα στον Τρωικό πόλεμο. Ήταν πατέρας του Επειγέα, βασιλιά του Βούδειου, που και αυτός πήρε μέρος στην Τρωική εκστρατεία. Σκοτώθηκε από τον Έκτορα.

Αγαμεμνονίδης, ο (α 30): Ο γιος του Αγαμέμνονα, ο Ορέστης.

Αγαμέμνων, ο (Α 94): Βασιλιάς των Μυκηνών, αρχηγός όλων των ελληνικών στρατευμάτων της εκστρατείας κατά της Τροίας, που διέθεσε εκατό πλοία. Ήταν γιος του Ατρέα και της Αερόπης, αδερφός του Μενέλαου. Ανήλθε στο θρόνο γύρω στα 1200 π.Χ. Μαζί με τον αδελφό του Μενέλαο παρακίνησαν όλους του Έλληνες βασιλιάδες σε πόλεμο κατά της Τροίας. Αιτία ήταν η προσβολή από πλευράς του Πάρη, γιου του Τρώα βασιλιά Πρίαμου, που όντας φιλοξενούμενος του Μενέλαου, ξελόγιασε τη γυναίκα του, την Ωραία Ελένη και την πήρε μαζί του στην Τροία.

  

Τάνταλος+Διώνη

Ι

Πέλοπας+Ιπποδάμεια                      Μίνωας+Πασιφάη

(1)      Ι                                                      Ι

__________________________      Κατρέας

Ι                                                  Ι            Ι

Θυέστης  (+ 7 αδέρφια)      Ατρέας+Αερόπη

Ι

__________________________

Ι                                                  Ι

Κασσάνδρα + Αγαμέμνονας + Κλυταιμνήστρα   Μενέλαος

Ι                           Ι

__________                    ________________________________

Ι                  Ι                    Ι                           Ι                 Ι                 Ι

Πέλοπας        Τηλέδαμος   Χρυσόθεμη    Ηλέκτρα    Ιφιγένεια    Ορέστης

(2)

Γενεαλογικός πίνακας 1: Αγαμέμνονας

Ο Αγαμέμνονας όχι μόνον αναγνωρίζεται από όλους ως γενικός αρχηγός του εκστρατευτικού σώματος των Αχαιών, αλλά είναι και από τους πρωταγωνιστές του Τρωικού πολέμου, όπου δείχνει ανδρεία και έχει σκοτώσει πολλούς Τρωαδίτες. Η φιλονικία του με τον Αχιλλέα και η επιμονή του να πάρει ως γέρας (βραβείο) τη Βρισηίδα όταν, για να εξευμενίσει το θεό Απόλλωνα, αναγκάστηκε να επιστρέψει το δικό του βραβείο, τη Χρυσηίδα, στον πατέρα της, το Χρύση, τον ιερέα του ναού του Απόλλωνα, προκαλεί την οργή του Αχιλλέα, γνωστή ως "μήνις Αχιλλέως". Αυτή η οργή τον οδηγεί σε αποχή από τις μάχες και γίνεται αιτία πολλών κακών για τους Αχαιούς. Στια μάχες που ακολουθούν οι Αχαιοί κατατροπώνονται από τους Τρωαδίτες. Ο θάνατος του Πάτροκλου βάζει τον Αχιλλέα και πάλι στη μάχη και η Τροία πέφτει. Μετά το τέλος του πολέμου ο Αγαμέμνονας επιστρέφει στις Μυκήνες και σκοτώνεται μέσα στο λουτρό του από τον ξάδερφό του Αίγισθο, ο οποίος είχει δεσμό με τη γυναίκα του Κλυταιμνήστρα. Το φόνο του εκδικείται ο γιος του Ορέστης, σκοτώνοντας τη μητέρα του και τον εραστή της και θείο του. Εδώ κλείνει ο τραγικός κύκλος βασάνων του γένους των Ατρειδών. (Τάνταλος, Πέλοπας, Ατρέας, Αγαμέμνονας).

Αγαμήδη, η (Λ 740): Θυγατέρα του βασιλιά Αυγεία, γνωστή για τις μαντικές της ικανότητες, αλλά και για τις γνώσεις της στα θεραπευτικά βότανα. Αναφερεται και ως Περιμήδη, είχε δε γιους τον Δίκτυο, τον Άκτορα και τον Βήλο.

Αγαπήνωρ, ο (Β 609): Γιος του Αγκαίου και βασιλιάς της Τεγέας. Πήρε μέρος στην Τρωική εκστρατεία με εξήντα πλοία που του τα διέθεσε ο Αγαμέμνονας. Επιστρέφονας από την Τροία παρασύρθηκε από την τρικυμία και έφτασε στην Κύπρο, όπου ίδρυσε την πόλη Πάφο κι έχτισε το ναό της Αφροδίτης.

Αγασθένης, ο (Β 624): Γιος του βασιλιά της Ήλιδας Αυγεία, αδερφός της Αγαμήδης. Ένας από τους μνηστήρες της Ωραίας Ελένης. Πήρε μέρος στον Τρωικό πόλεμο.

Αγάστροφος, ο (Λ 338): Γιος του Παίονα. Τρωαδίτης πολεμιστής που σκοτώθηκε στη μάχη από το Διομήδη.

Αγαύη, ο (Σ 42): Νηρηίδα, μία από τις πενήντα θυγατέρες του Νηρέα, και της κόρης του Ωκεανού, της Ωκεανίδας Δωρίδας.

Αγέλαος, ο (Θ 257): Γιος του Φράδμονα. Τρώας μαχητής, ηνίοχος του Έκτορα, Σκοτώθηκε από το Διομήδη.

Αγέλεως, ο (χ 131): Γιος του Δαμάστορα, ένας από τους μνηστήρες της Πηνελόπης.

Αγήνωρ, ο (Δ 467): Γιος του Αντήνορα και της Θεανώς, από τους πιο ανδρείους ήρωες της Τροίας. Σκοτώθηκε από το Νεοπτόλεμο.

Αγκαίος, ο 1. (Β 609): Βασιλιάς των Λελέγων της Κεφαλληνίας, γιος του Ποσειδώνα και της Αστυπάλαιας. Πήρε μέρος στην Αργοναυτική εκστρατεία και θεωρείται ο αποικιστής της Σάμου, που τότε λεγόταν Μελάμφυλλος ή Παρθενία. Το όνομα δόθηκε προς τιμήν των αγωνιστών από τη Σάμο ή Σύμη της Κεφαλληνίας. 2. (Β 609): Βασιλιάς της Τεγέας, γιος του Λυκούργου και της Ευρυνόμης. Είναι ο πρώτος καλλιεργητής αμπελιού και ο πρώτος παραγωγός κρασιού, που όμως δεν πρόλαβε να πιεί επειδή κλήθηκε κατεπειγόντως για την καταδίωξη του Καλυδώνιου κάπρου, από τον οποίο και κατασπαράχτηκε. Από το γεγονός αυτό έμεινε παροιμιώδης η έκφραση μεταξύ χειλέων και κύλικος πολλά πέλει, δηλαδή πολλά μπορούν να συμβούν σε λίγο χρόνο. Στη σωματική δύναμη θεωρούνταν ο δυνατότερος μετά τον Ηρακλή. Πήρε μέρος στην Αργοναυτική εκστρατεία. 3. (Ψ 635): Ήρωας από την Πλευρώνα της Αιτωλίας.

Αγλαΐη, η (B 672): Σύζυγος του βασιλιά της Σύμης Χαρόπου και μητέρα του Νιρέα, που συμμετείχε και αυτός στην εκστρατεία κατά της Τροίας με τρία πλοία. Κατά τη μυθολογία, είναι Μοίρα.

Αγριος, ο (Ξ 117): Γιος του Πορθέα ή Πορθάονα και της Ευρύτης, αδερφός του βασιλιά της Καλυδώνας Οινέα. Επειδή ο Οινέας, σε θυσία που έκανε στους θεούς, ξέχασε ναμ νημονεύσει την Άρτεμη, αυτή έστειλε τον Καλυδώνιο κάπρο που υπήρξε μάστιγα του τόπου και συνένωσε πολλούς βασιλιάδες και ήρωες της εποχής στο κυνήγι εναντίον του. Ο Άγριος με τους γιους του φυλάκισε τον Οινέα και ανέλαβε τη βασιλεία. Διώχτηκε αργότερα από το Διομήδη, που εγκατέστησε βασιλιά τον Ανδραίμονα, σκοτώνοντας όλους τους γιους του Άγριου, εκτός από δύο. Μετά από αυτό ο Άγριος αυτοκτόνησε.

Αγχίαλος, ο 1. (Ε 609): Ήρωας των Αχαιών. Τον σκότωσε ο Έκτορας. 2. (θ 112): Αρχοντόπουλο των Φαιάκων, που έλαβε μέρος στους αγώνες που διοργάνωσε ο βασιλιάς των Φαιάκων Αλκίνοος, προς τιμήν του Οδυσσέα. 3. (α 180): Ο πατέρας του Μέντη, του βασιλιά των Ταφίων.

Αγχίσης, ο (Ε 247): Βασιλιάς της Δαρδανίας, ένας από τους πιο εξέχοντες Τρώες. Ήταν γιος του Κάπιου και πατέρας του Αινεία, τον οποίο απέκτησε με τη θεά Αφροδίτη. Επέζησε από την άλωση της Τροίας, μεταφερόμενος στις πλάτες του γιού του Αινεία. Πέθανε σε βαθιά γηρατιά στο Δρέπανο της Σικελίας ή στο Λάτιο.

Αγχισιάδης, ο 1. (Ρ 754): Ο γιος του Αγχίση, δηλαδή ο Αινείας. 2. (ψ 296): Ο γιος του Αγχίση, δηλαδή ο Εχέπωλος.

Αδάμας, ο (N 757): Από τους εξέχοντες Τρώες πολεμιστές, γιος του Άσιου. Φονεύθηκε από το Μηριόνη.

Αδμητος, ο (B 712): Μυθολογικός βασιλιάς των Φερών της Θεσσαλίας. Πήρε μέρος στην Αργοναυτική εκστρατεία και στο κυνήγι του Καλυδώνιου κάπρου. Παντρεύτηκε την Άλκιστη, κόρη του βασιλιά της Ιωλκού Πελία, που δέχτηκε να πεθάνει αντί εκείνου. Ο Ηρακλής την ξανάφερε στη ζωή από τον Άδη.

Αδρήστεια, η (B 828) Πόλη της Μ. Ασίας στην Προποντίδα, που πήρε το όνομά της από τον ιδρυτή της, τον Άδραστο.

Αδρήστη, η (δ 123): Μία από τις θεραπαινίδες, δηλαδή τις υπηρέτριες της Ωραίας Ελένης.

Αδρηστίνη, η (E 412): Σημαίνει την  κόρη του Άδραστου, δηλ. την Αιγιάλεια (βλέπε λέξη).

Άδρηστος, ο 1. (B 572): Ο  Άδραστος  ήταν  γιος του Ταλαού. Ως

 

Αμυθάονας+Ειδομένη

Ι

Βίας+Πηρώ

Ι

Ταλαός+Λυσιμάχη (ή Λυσιάνασσα)

Ι

__________________________________________________________

Ι                       Ι                    Ι                                Ι                     Ι               Ι

Μηκιστέας Παρθενοπαίος Άδραστος+Αμφιθέα Αριστόμαχος Πρώνακτας Εριφύλη

Ι

__________________________________________________

Ι                  Ι                     Ι                 Ι                   Ι                    Ι

Αργεία     Ιπποδάμεια     Δηιπύλη     Αιγιάλεια     Αιγιαλέας     Κυάνιππος

 

Γεναλογικός πίνακας 2: Άδραστος

βασιλιάς του Άργους πήρε μέρος στην εκστρατεία των Επτά επί Θήβας, από την οποία είναι ο μόνος που διασώθηκε. Μετά από δέκα χρόνια και αφού συγκέντρωσε τα παιδιά των φονευθέντων ηγεμόνων στη Θήβα, εκστράτευσε και πάλι κατά των Θηβών και μετά τη νίκη του ανακήρυξε βασιλιά των Θηβαίων το γιο του Πολυνείκη, τον Θέρσανδρο. Κατά την επιστροφή του στο Άργος, πέθανε στα Μέγαρα. 2. (B 830): Σύμμαχος των Τρώων, γιός του Μέροπα, μάντη της Περκώτης. 3. (Z 37): Τρώας πολεμιστής, που σκοτώθηκε από τον Αγαμέμνονα. 4. (Π 694): Άλλος Τρώας πολεμιστής. Τον σκότωσε ο Πάτροκλος.

Αζεΐδης, ο (B 513): Ο γιος του Αζέα, δηλ. ο Άκτορας.

Αθήναι, αι (Β 546): Αρχαία ελληνική πόλη. Σύμφωνα με τη μυθολογία πήρε το όνομά της από τη θεά Αθηνά, μετά από διαγωνισμό με τον Ποσειδώνα. Πρώτος οικιστής της ήταν ο Κέκροπας, γι΄ αυτό και αναφέρεται και ως Κεκροπία. Αυτός συνένωσε τις διάφορες πόλεις (βλέπε σχετικό ευρετήριο). Επόμενοι βασιλιάδες ήταν ο Κραναός, ο Ερεχθέας, ο Θησέας και ο Κόδρος. Ο τελευταίος, για να σώσει την πατρίδα του, αυτοθυσιάστηκε, εκπληρώνοντας έτσι και το χρησμό που έλεγε ότι κατά την πολιορκία της Αθήνας θα νικούσαν εκείνοι των οποίων ο βασιλιάς θα σκοτωνόταν. Από τότε καταργήθηκε και ο θεσμός του βασιλιά στην Αθήνα. Η Αθήνα πήρε μέρος στην εκστρατεία κατά της Τροίας με 50 πλοία.

Αθηναίη, η & Αθήνη, η (Δ 22.):Η θεά Αθηνά, μια από τις θεές του Δωδεκάθεου, θυγατέρα του Δία. Η παράδοση τη θέλει να έχει γεννηθεί μέσα από το κεφάλι του Δία (μετά από σχετικό χτύπημα με τσεκούρι κατά παραγγελία του Δία), μαζί με τον εξοπλισμό της. Στον Τρωικό πόλεμο είναι με το μέρος των Αχαιών (Ελλήνων), δείχνοντας ιδιαίτερη αγάπη στον Αχιλλέα, στον Οδυσσέα και στο Διομήδη. Είναι τόσο μεγάλη η αγάπη της για τους Έλλληνες, ώστε φτάνει στο σημείο να τραυματίσει τον Άρη και την Αφροδίτη που βοηθούν τους Τρώες. Η μόνη από τις θεότητες που παρέμεινε άτεκνη, άγαμη και παρθένα. Δεν ήταν μόνο Πρόμαχος και Νίκη. Πιο πολύ ίσχυε ως θεά της ειρήνης, της σοφίας, της φρόνησης και της σοφίας. Λατρευόταν ήδη από την εποχή του Κέκροπα. Πολυάριθμα μεμονωμένα ιερά υπήρχαν σε όλες σχεδόν τις περιοχές για τη λατρεία της, στην Αθήνα όμως ολόκληρη η Ακρόπολη είναι αφιερωμένη σ΄ αυτήν. Η σπουδαιότερη από τις λατρευτικές γιορτές προς τιμήν της ήταν τα Παναθήναια που γιορτάζοντας κάθε τέσσερα χρόνια.

Αθηναίοι, οι (Δ 328): Οι κάτοικοι της πόλης των Αθηνών

Άθως, ο (Ξ 229): Το όρος Άθως της Χαλκιδικής, βρισκόμενο πάνω στη στην ανατολική της χερσόνησο.

Αία, η  & Αιαίη, 1. (κ 135): Το νησί της Κίρκης, που το χώριζε από τον Άδη ο Ωκεανός. Παλιά την ήθελαν ανατολικά της Κολχίδας, μετά κοντά στην Τυρρηνία. 1. (ι 32): Αία αποκαλούσαν και την ίδια την Κίρκη. 3. (ι 275): Ο τόπος κατοικίας του Αιήτη.

Αιακίδης,  ο 1. (Π 15): Ο γιος του Αιακού, ο Πηλέας. 1. (λ 472): Ο απόγονος του Αιακού, ο Αχιλλέας.

Αιακός, ο (Φ 189): Γιος του Δία και της Αίγινας, της κόρης του ποτάμιου θεού Ασωπού, κλειδούχος του Άδη και δικαστής των νεκρών μαζί με το Ραδάμανθυ και το Μίνωα. Γεννήθηκε στο νησί Οινώνη ή Οινοπία, τη μετέπειτα Αίγινα. Παντρεύτηκε την Ενδηίδα, με την οποία απέκτησε τον Πηλέα, τον πατέρα του Αχιλλέα και τον Τελαμώνα, τον πατέρα του Αίαντα. Είχε και έναν τρίτο γιο, τον Φώκο, τον οποίο απέκτησε από τη Νύμφη Ψαμάθη.

Αίας, ο 1. (Α 145): Ο γιος του Σαλαμίνιου βασιλιά Τελαμώνα, ο αποκαλούμενος Τελαμώνιος ή Σαλαμίνιος ή Μέγας αλλά και απλά Αίας, για να ξεχωρίζει από τον Αίαντα το Λοκρό, και της Ερίβοιας. Μετά τον Αχιλλέα ο πιο έξοχος ήρωας του Τρωικού πολέμου. Πήρε μέρος στην εκστρατεία κατά της Τροίας με 12 πλοία. Μεγάλη η προσφορά του στην τειχομαχία, στην υπεράσπιση των πλοίων των Αχαιών και κυρίως στον αγώνα γύρω από το σώμα του νεκρού Αχιλλέα, που το κέρδισαν χάρη σ΄ αυτόν. Η Θέτιδα, η μητέρα του Αχιλλέα, όρισε τα όπλα του γιου της να τα πάρει ο καλύτερος των Αχαιών. Οι κριτές, Αγαμέμνονας και Μενέλαος τα έδωσαν στον Οδυσσέα. Ο Αίας θύμωσε τόσο που τρελάθηκε και ρίχτηκε να σκοτώσει τον Οδυσσέα και τους κριτές. Για να αποφευχθεί το κακό η θεά Αθηνά στρέφει τη μανία του σε ένα κοπάδι πρόβατα τα οποία και σφάζει με το σπαθί του. Όταν συνήλθε και είδε τι έκανε, αυτοκτόνησε από  λύπη και ντροπή. 2. (Β 527): Γιος του Οϊλέα, βασιλιά των Λοκρών, ο αποκαλούμενος και Λοκρός ή Μικρός. Πήρε μέρος στην εκστρατεία κατά της Τροίας με  σαράντα πλοία. Γενναίος και ριψικίνδυνος, διακρίθηκε στην τειχομαχία αλλά και στην υπεράσπιση των πλοίων των Αχαιών. Μετά την άλωση της Τροίας, ατίμασε την Κασσάνδρα, την κόρη του βασιλιά των Τρώων Πρίαμου, μέσα στο ναό της Αθηνάς. Το γεγονός αυτό εξόργισε τη θεά που κατά το γυρισμό προκάλεσε (με μεσολάβηση στο θεό της θάλασσας, τον Ποσειδώνα) την καταστροφή του μαζί με τους συντρόφους του

Αιγαί,  αι 1. (Θ 203): Πόλη της Αχαίας στον κορινθιακό κόλπο. 2. (N 21): Πόλη της Εύβοιας στα δυτικά παράλια ή νησί του Αιγαίου, κατοικία του Ποσειδώνα.

Αιγεΐδης, ο (Α 265): Ο γιος του Αιγέα, δηλ. ο Θησέας.

Αιγιάλεια, η (Ε 412): Η κόρη του Άδραστου και της Αμφιθέας και σύζυγος του ομηρικού ήρωα Διομήδη. Με τον εραστή της Κομήτη συνωμότησε να σκοτώσουν το Διομήδη, όταν θα γύριζε από την Τροία, κάτι που ανάγκασε τον υποψιασμένο Διομήδη να καταφύγει στην Ιταλία.

Αιγιαλός, ο 1. (Β575): Βόρεια ακτή της Πελοποννήσου. 2.  (Β 855): Πόλη στην Παφλαγονία.

Αιγίλιψ, ο (B 633): Μέρος στο Ιόνιο. Δεν είναι εξακριβωμένη η τοποθεσία.

Αίγινα, η (B 562): Νησί του Σαρωνικού, απέναντι από τον Πειραιά. Κατοικήθηκε σταδιακά από Πελασγούς, Αχαιούς και Δωριείς. Παλιότερα ονομαζόταν Οινώνη ή Οινοπία. Το κατοπινό της όνομά της που διατηρείται μέχρι και σήμερα, το πήρε από την Αίγινα, τη θυγατέρα του ποτάμιου θεού Ασωπού και της Μετώπης. Ο Δίας αποπλάνησε την Αίγινα και, μεταφέροντάς την στο νησί Οινώνη, έκανε μαζί της τον πρώτο και τελευταίο βασιλιά του νησιού, τον Αιακό.

Αίγιον, το (B 574):Πόλη της Πελοποννήσου, στον κορινθιακό κόλπο.

Αίγισθος, ο (α 35): Γιος του Θυέστη και της Πελόπιας. Ξάδερφος και δολοφόνος του Αγαμέμνονα. Πιο μππροστά σκότωσε το θείο του, τον Ατρέα, σφετεριστή του θρόνου των Μυκηνών, εγκαθιστώντας βασιλιά τον πατέρα του Θυέστη. Αργότερα ο Αγαμέμνονας σκότωσε το Θυέστη και κατέλαβε το θρόνο. ΄Όχι μόνο λυπήθηκε τον Αίγισθο αλλά του εμπιστεύτηκε και το θρόνο, όταν αναχώρησε για την Τροία. Κατά την απουσία του αυτή ο Αίγισθος είχε συνάψει ερωτικές σχέσεις με την Κλυταιμνήστρα, με την οποία συμφώνησαν να τον σκοτώσουν, πράγμα που έκαναν όταν εκείνος επέστρεψε από τον πόλεμο. Έτσι έγινε βασιλιάς των Μυκηνών, μέχρι που τον σκότωσε ο Ορέστης (μαζί με τη μητέρα του) εκδικούμενος έτσι το φόνο του πατέρα του.

Αιγύπτιος, ο (β 15): Άρχοντας από την Ιθάκη, που πήρε μέρος και μίλησε πρώτος στη συνέλευση που συγκάλεσε κατά την απουσία του Οδυσσέα, ο γιος του Τηλέμαχος.

Αίγυπτος, ο 1. (ρ 448): Αρχαία χώρα στο βορειοανατολικό μέρος της αφρικανικής χερσονήσου, όνομα που κράτησε μέχρι σήμερα. 2. (ξ 257): Ο ποταμός της ίδιας χώρας, ο σημερινός Νείλος. 3. (ξ 258): Γιος του Βήλου και της Αγχιρόης, δίδυμος αδερφός του Δαναού, από τον οποίο πήρε το όνομά της η χώρα.

Αΐδης, ο &  Αϊδός, ο 1. (E 845): Ο θεός Άδης, γιος του Κρόνου και της Ρέας, αδερφός του Δία και του Ποσειδώνα, κυρίαρχος του Κάτω Κόσμου με φύλακά του τον Κέρβερο, το σκύλο με τα τρία κεφάλια και την ουρά-φίδι, που άφηνε όλους να μπουν αλλά κανένα να βγεί από τον Κάτω Κόσμο. 2. (Ψ 244): Ο Άδης, ο Κάτω Κόσμος. Οι αρχαίοι πίστευαν πως οι ψυχές, όταν αποχωρίζονταν από το σώμα, κατέβαιναν στον Άδη. Την είσοδό του την είχε στην Αχερουσία λίμνη, από όπου περνούσε ο Αχέρωντας ποταμός, που είχε ως παραπόταμο τη Στύγα. Είχε ακόμη δυο ποταμούς, τον Πυριφλεγέθονα και τον Κωκυτό. Βασιλιάς του Άδη ήταν ο Πλούτωνας, αδερφός του Δία και σύζυγος της Περσεφόνης. Ψυχοπομπός ήταν ο Ερμής και πορθμέας ο Χάροντας. Κριτές των νεκρών ήταν ο Μίνωας, ο Ραδάμανθης και ο Αιακός.

Αϊδωνεύς, ο 1.  (E 190): Ο βασιλιάς του Κάτω Κόσμου, των καταχθόνιων νεκρών, ο Αΐδης, δηλαδή ο Πλούτωνας. 2. (Y 61): Μυθικός βασιλιάς των Μολοσσών στην Ήπειρο. Είχε ως σύζυγο την πανέμορφη Περσεφόνη, την  οποία επιχείρησε να κλέψει ο βασιλιάς των Λαπιθών Πειρίθοος,  με τη βοήθεια του Θησέα.

Αιήτης, ο (κ 137): Μυθικός βασιλιάς της Αίας (της Κολχίδας), γιος του Ήλιου και της Ωκεανίδας Περσηίδας, αφερφός του Αλωέα, της Κίρκης, της Πασιφάης και της Πέρσης, σύζυγος της Ωκεανίδας Ειδυΐας και πατέρας της Μήδειας και του Άμψυρτου. Από αυτόν έκλεψε ο Ιάσονας το Χρυσόμαλλο Δέρας.

Αίθη, η (Ψ 295): Η περίφημη φοράδα του Αγαμέμνονα, που του την πρόσφερε ως δώρο ο γιος του Σικυώνιου Αγχίση, ο Εχέπωλος. Είναι το άλογο που δάνεισε στον αδερφό του Μενέλαο και αποτέλεσε ζευγάρι μαζί με ένα άλλο περίφημο άλογο, τον Πόδαγρο, για να πάρει μέρος στις αρματοδρομίες που έγιναν προς τιμήν του Πάτροκλου.

Αίθικες, η (Β 744): Αρχαίος λαός που κατοικούσε στην Πίνδο, κάπου μεταξύ Θεσσαλίας και Ηπείρου, κοντά στις Πηγές του ποταμού Πηνειού.

Αιθίοπες, οι (Α 423): Οι κάτοικοι της Αιθιοπίας. Αιθιοπία ονόμαζαν οι αρχαίοι Έλληνες όλη την Αφρική νότια της Αιγύπτου, που, κατά τη μυθολογία, το όνομά της το πήρε από τον Αιθίοπα, το γιο του Ήφαιστου.

Αίθρη, η (G 144): Η Αίθρα, η κόρη του βασιλιά της Τροιζήνας Πιτθέα, σύζυγος του βασιλιά των Αθηνών Αιγέα, μητέρα του Θησέα και σκλάβα της Ωραίας Ελένης.

Αίθων, η 1. (τ 183): Αρχικά, επίθετο του ίδιου του Ήλιου, αργότερα δε του γιού του που ήταν και πατέρας της Μήστρας, η οποία παντρέυτηκε τον Αυτόλυκο από τον οποίο απέκτησε την Αντίκλεια, τη μητέρα του βασιλιά της Ιθάκης Οδυσσέα. 2. (Θ 185): Ένα από τα άλογα του Έκτορα. Στη μυθολογία, το όνομα Αίθων αναφέρεται στον πατέρα του Τάνταλου, στον αετό που έτρωγε το συκώτι του Προμηθέα και στο σκύλο του Ακταίονα.

Αιμονίδης, ο 1. (Δ 394): Ο γιος του Αίμονα, δηλαδή ο Μαίονας. 2. (Ρ 467): Ο γιος του Αίμονα, δηλαδή ο Λαέρκης.

Αίμων, ο (Δ 296): Γιος του Θόαντα, βασιλιά της Καλυδώνας, και της Πλευρώνας και πατέρας του Όξυλου. Ο γενναιότερος από όλους τους Αιτωλούς. Υπάρχει και ο γιος του Κρέοντα και αρραβωνιαστικός της Αντιγόνης. Όταν ο πατέρας του διέταξε να ταφεί ζωντανή η Αντιγόνη, αυτοκτόνησε.

Αινείας, ο (B 820): Γιος του Αγχίση και της θεάς Αφροδίτης. Στενός συγγενής του Πρίαμου. Αρχικά δεν είχε πάρει μέρος στον πόλεμο. Όταν όμως ο Αχιλλέας κυρίεψε τη Λυρνησσό και του άρπαξε το κοπάδι, μπήκε επικεφαλής των Δαρδανίων και διακρίθηκε ως ισάξιος των Αχιλλέα και Έκτορα. Μετά την άλωση της Τροίας φεύγει με τη γυναίκα του Κρέουσα και το γιο του Ασκάνιο, μεταφέροντας τον γέροντα πατέρα του στους ώμους του. Μετά από πολλές περιπλανήσεις φτάνει στην Καρχηδώνα, όπου τον ερωτεύεται η βασίλισσα Διδώ, η οποία, όταν αυτός έφυγε, αυτοκτόνησε. Συνεχίζοντας το ταξίδι του φτάνει στη Σικελία και από εκεί στο Λάτιο, όπου παντρεύεται τη Λαβίνια, κόρη του Λατίνου βασιλιά και γίνεται βασιλιάς των Λατίνων με τους οποίους συγχωνεύτηκαν οι Τρώες.

Αίνιος, ο (Φ 210): Ένας από τους αρχηγούς των Παιόνων στην Τροία. Φονεύτηκε από τον Αχιλλέα.

Αιολίδης, ο 1. (Ζ 154): Ο γιος του Αίολου, του βασιλιά της Θεσσαλίας, ο Σίσυφος. 2. (λ 237): Ο γιος του Αίολου, ο Κρηθέας, ιδρυτής της Ιωλκού.

Αιολίη, η & Αιολία, η (κ 155): Το πλωτό νησί στο οποίο είχε την έδρα του ο θεός των ανέμων Αίολος. Από ορισμένους τοποθετείται στα βόρεια της Εύβοιας, στο νησί Στρογγύλη, από άλλους στα βόρεια της Σικελίας, σε ένα από τα νησιά Λιπάρες.

Αίολος, ο 1. (κ 2): Ο θεός των ανέμων, που τους κατύθυνε από το πλωτό νησί του, την Αιολία. Γιος του Ιππότη και της Μελανίππης. Έκανε έξι αγόρια και έξι κορίτσια, τα οποία πάντρεψε μεταξύ τους). Ανταποκρίθηκε στην παράκληση του Οδυσσέα και έκλεισε τους ορμητικούς ανέμους σε έναν ασκό και του τον έδωσε. Οι σύντροφοι του Οδυσσέα νομίζοντας ότι έχει πολύτιμα δώρα τον άνοιξαν και ελευθερώθηκαν και πάλι οι άνεμοι. Στη δεύτερη παράκληση του Οδυσσέα δεν ανταποκρίθηκε, προκαλώντας νέες περιπλανήσεις του. 2.  (Ζ 154): Ο γιος του Ελληνα, γεννάρχης των Αιολών, βασιλιάς της Θεσσαλίας. Έχει εφτά αγόρια (Κρηθέα, Σίσυφο, Αθάμα, Σαλμονέα, Δείο, Μάγνη και Περιήρη) και πέντε κορίτσια (Κανάκη, Αλκυώνη, Πεισιδίκη, Καλύκη και  Περιμήδη, ίσως δε και την Άρνη και την Τανάγρα).

Αίπεια, η (Ι 152): Πόλη της Μεσηνίας. Αυτήν θα έδινε προίκα σε μια από τις θυγατέρες του ο Αγαμέμνονας, την οποία θα έδινε για σύζυγο στον Αχιλλέα, αν δεχόταν να επιστρέψει στη μάχη.

Αιπύ, η (Β 592): Πόλη στην επικράτεια του βασιλιά της Πύλου Νέστορα.

Αιπύτιος, ο (Β 684): Αυτός που ανήκει στον Αίπυτο, το γιο του Έλατου, βασιλιά της Φαισάνης στην Αρκαδία.

Αϊρος, ο (σ 73): Ο μη Ίρος, αυτός που δεν είναι ο Ίρος.

Αϊς, ο Άδης, (βλέπε λέξη Αΐδης).

Αίσηπος, ο 1. (Z 21): Γιος του Βουκολίωνα, εγγονού του Λαομέδοντα και της Αβαρβαρέας, δίδυμος αδερφός του Πήδασου. Τους σκότωσε και τους δυο ο υπαρχηγός του Διομήδη, ο Ευρύαλος. 2. (B 825): Ποταμός της Τροίας, που πηγάζει από την  Ίδη και χύνεται στον Ελλήσποντο.

Αισυήτης, ο (B 793): Πατέρας του Αλκάθοου. Ευγενής Τρώας που πέθανε πριν από τον Τρωικό πόλεμο. Αναφορά γίνεται στον τύμβο του, ο οποίος, βρισκόμενος σε ψηλό λόφο έξω από την πόλη και παρέχοντας ευρύ οπτικό πεδίο, χρησιμοποιήθηκε ως σκοπιά.

Αίσυμνος, ο (Λ 303):1. Αχαιός πολεμιστής, που σκοτώθηκε από τον Έκτορα. Υπάρχει και ένας ακόμη Αίσυμνος, ένας από τους αιρετούς άρχοντες των Μεγάρων, που ανέλαβαν τη διοίκηση μετά τη δολοφονία του βασιλιά Υπερίωνα από το Σανδίονα. Έτσι καταργήθηκε οριστικά η βασιλεία στα Μέγαρα.

Αίσων, ο (λ 259): Γιος του βασιλιά της Ιωλκού Κρηθέα, πατέρας του Ιάσωνα. Όταν ο αδερφός του, ο Πελίας, του πήρε το θρόνο, αυτός αυτοκτόνησε. Άλλη εκδοχή αναφέρει ότι η Μήδεια, που την έφερε μαζί του ο Ιάσονας από την Κολχίδα, του ξανάδωσε τη νεότητα.

Αιτωλοί, οι (B 638): Οι κάτοικοι της Αιτωλίας, περιοχής μεταξύ Ακαρνανίας, Λοκρίδας και Ηπείρου. Το όνομά τους το πήραν από τον Αιτωλό, το γιο του Ενδυμίωνα.

Ακάμας, ο 1. (Β 823): Τρώας, γιος του Αντήνορα και της Θεανώς, αδερφός του Αρχίλοχου και αρχηγός των Δαρδάνων. Τον σκότωσε ο Μηριόνης. 2. (B 844): Γιος του Εύσσωρου, αρχηγός των Θρακών που κατοικούσαν κοντά στα παράλια του Ελήσποντου. Αυτού τη μορφή πήρε ο θεός Άρης για να ενθαρρύνει του Τρώες, όταν αυτοί έντρομοι υποχωρούσαν μπρος στην ορμή του Διομήδη. Σκοτώθηκε από τον Αίαντα τον Τελαμώνιο. 3. (M 140): Γιος του Θησέα και της Φαίδρας. Ένας μύθος λέει ότι πριν γίνει ο Τρωικός πόλεμος, ο Ακάμας με το Διομήδη πήγαν να ζητήσουν την επιστροφή της Ελένης. Ο μύθος τον θέλει να είναι και αυτός μέσα στο Δούρειο ίππο.

Ακαστος, ο (ξ 366): Γιος του Πελία, βασιλιάς της Ιωλκού (ο τελευταίος πριν από την εισβολή των Θεσσαλών. Πήρε μέρος στην Αργοναυτική εκστρατεία. Μετά την επιστροφή του από την Κολχίδα φονεύτηκε από τον Πηλέα.

Ακεσσαμενός, ο (Φ 142): Θράκας βασιλιάς, πατέρας της Περίβοιας.

Ακρισιώνη, (Ξ 319): Η κόρη του βασιλιά του Άργους Ακρίσιου, δηλαδή η Δανάη.

Ακρόνεως, ο (θ 111): Ένα από τα αρχοντόπουλα των Φαιάκων που πήραν μέρος στους αγώνες που διοργάνωσε ο βασιλιάς των Φαιάκων Αλκίνοος προς τιμήν του Οδυσσέα.

Ακταίη, η (Σ 41): Η Ακταία, μια από τις Νηιρίδες, θυγατέρα του Νηρέα και της Ωκεανίδας Δωρίδας.

Ακτορίδης, ο (Π 189): Ο γιος του Άκτορα, δηλ. ο Εχεκλής.

Ακτορίς, η (ψ 228): Μια από τις θεραπαινίδες της Πηνελόπης.

Ακτορίων, ο (Ν 185): Ο απόγονος του Άκτορα (δηλ. ο Εύρυτος ή ο Κτέατος).

Ακτορίωνε, οι (Λ 750): Οι δίδυμοι γιοί του Άκτορα Εύρυτος και Κτέατος, οι λεγόμενοι και Μολίονε, από τη μητέρα τους Μολιόνη.

Άκτωρ, ο 1. (Β 513): Γιος του Αζέα και πατέρας  της Αστυόχης, η οποία έκανε δυο γιους με το θεό Άρη. 2. (Λ 785): Γιος του βασιλιά της Φωκίδας Δηιόνα και της Διομήδης. Με την Αίγινα, κόρη του Ασωπού, έκανε το Μενοίτιο, τον πατέρα του Πάτροκλου. 3. Ο πατέρας του Εύρυτου και του Κτέατου, γιος του Φόρβαντα, αδερφός του Αυγεία. 4. Πατέρας του Εχεκλή.

Αλαλκομενηίς, η (Δ 8): Η θεά Αθηνά (είτε ως αποκρούουσα, είτε ως γεννηθείσα στην Αλκαλομενώνα, πόλη της Βοιωτίας).

Αλαστορίδης,  ο: Ο γιος του Αλάστορα, Τρώας.

Αλάστωρ, ο 1. (Δ 295): Αχαιός ήρωας του Τρωικού πολέμου, υπαρχηγός του Νέστορα. 2. (E 677): Τρώας ήρωας, σύντροφος του Σαρπηδόνα. Τον σκότωσε ο Οδυσσέας. 3. (Υ 463): Ο πατέρας του Τρώα. Τον σκότωσε ο Αχιλλέας.

Αλεγηνορίδης, ο (Ξ 503): Ο γιος του Αλεγήνορα, δηλ. ο Πρόμαχος.

Αλείσιον, το (B 617): Πόλη της Ήλιδας, κοντά στην Ολυμπία.

Αλεκτρυών, ο (Ρ 602): Ο πατέρας του Αργοναύτη Λήτιου. Τον τραυμάτισε ο Έκτορας.

Αλέκτωρ, ο (δ 10): Γιος του Πέλοπα και της Ηγησάνδρας, ευγενής Σπαρτάτης, πατέρας της Ιφιλόχης, με την οποία ο Μενέλαος πάντρεψε το γιο που είχε κάνει με μια σκλάβα.

Αλέξανδρος, ο (Γ 16): Το δεύτερο όνομα του Πάρη, του γιου του βασιλιά της Τροίας Πρίαμου και της Εκάβης. Είναι αυτός που απήγαγε την Ωραία Ελένη, σύζυγο του Μενέλαου και προκάλεσε τον Τρωικό πόλεμο. Για την ετυμολογία του ονόματος Αλέξανδρος, βλέπε λέξη Πάρης.

Αλήιον (πεδίον), το (Ζ 201): Πεδιάδα στη Λυκία, όπου ο Δίας γκρέμισε το Βελλερεφόντη που πετούσε καβάλα στο φτερωτό Πήγασο.

Αλθαία, η (Ι 155): Η μητέρα του Μελέαγρου, σύζυγος του βασιλιά της Καλυδώνας Οινέα, αδελφή της Λήδας που γέννησε την Ωραία Ελένη από το Δία και την Κλυταιμνήστρα από τον Τυνδάρεω.

Αλίαρτος, ο (Β 503): Πόλη της Βοιωτίας, κοντά στη Κωπαΐδα λίμνη.

Αλιζώνες, οι (Β 856): Λαός που κατοικούσε στη Βιθυνία, κοντά στον Πόντο. Μάλλον οι μετέπειτα Χαλδαίοι.

Αλίη, η (Σ 40): Μια από τις πενήντας Νηιρίδες, θυγατέρα του Νηρέα και της Ωκεανίδας Δωρίδας.

Αλιθέρσης, ο (β 157): Ιθάκιος, γιος του Μήστωρα, μάντης και φίλος του Οδυσσέα. Προστάτης (μαζί με το Μέντορα) του Τηλέμαχου στον αγώνα κατά των μνηστήρων. Ο καλύτερος σύμβουλος του Τηλέμαχου κατά την απουσία του Οδυσσέα. Παρουσιάζεται και σαν συνήγορος του Οδυσσέα απέναντι στους γονείς των σκοτωμένων μνηστήρων. Τους έπεισε σχεδόν όλους, εκτός από ελάχιστους, τους οποίους παρέσυρε ο Ευπείδης.

Άλιος, ο 1. (E 678): Λύκιος πολεμιστής, σύμμαχος των Τρώων, που σκοτώθηκε από τον Οδυσσέα. 2. (θ 119): Ο γιος του βασιλιά των Φαιάκων  Αλκίνοου.

Αλκάθοος, ο (Μ 93): Τρώας, γιος του Αισυήτη και της Ιπποδάμειας, της αδερφής του Αινεία, γενναίος πολεμιστής. Τον σκότωσε ο Ιδομενέας.

Αλκάνδρη, η (δ 126): Η σύζυγος του Πόλυβου, ενός πολύ πλούσιου από τη Θήβα της Αιγύπτου, όπου φιλιξενήθηκαν κατά την επιστροφή ο Μενέλαος και η Ωραία Ελένη, από τους οποίους, φεύγοντας, πήραν πολύτιμα δώρα.

Άλκανδρος, ο (Ε 678): Λύκιος πολεμιστής, σύμμαχος των Τρώων. Τον σκότωσε ο Οδυσσέας έξω από τα τείχη της Τροίας.

Άλκηστις, η (Β 715): Κόρη του Πελία και της Αναξίβιας, σύζυγος του Άδμητου, του βασιλιά των Φερών της Θεσσαλίας, μητέρα του Εύμηλου. Ήταν η ομορφότερη από τα κορίτσια του Πελία (Πεισιδίκη, Πελοπία, Ιπποθόη) και τη ζήτησαν πολλοί σε γάμο. Ο πατέρας της την υποσχέθηκε σε όποιον κατάφερνε να ζέψει στο άρμα του δυο διαφορετικά θηρία. Αυτό το κατάφερε ο Άδμητος, ζεύοντας έναν κάπρο και ένα λιοντάρι. Η Άλκηστη ήταν πολύ αφοσιωμένη στον άντρα της. Η θεά Άρτεμη τον καταδίκασε σε θάνατο, επειδή στις θυσίες του Υμέναιου τη λησμόνησε, του έκανε όμως τη χάρη να τον αφήσει να ζήσει αν θα πέθαινε κάποιος άλλος στη θέση του. Η Άλκηστη προσφέρθηκε. Λέγεται ότι την ξανάφερε στη ζωή ο Ηρακλής, παίρνοντάς την από τον Άδη.

Αλκιμέδων, ο (Π 197): Γιος του Λαέρκη, αρχηγός των Μυρμιδόνων, κάτω από τον Αχιλλέα. Στη μάχη που έγινε μεταξύ των Τρωαδιτών και των Αχαιών για το νεκρό σώμα του Πάτροκλου, αντικατέστησε τον Αυτομέδοντα, λειτουργώντας σαν ηνίοχος του άρματος.

Αλκιμίδης, ο (χ 235): Ο γιος του Άλκιμου, ο Μέντορας.

Άλκιμος, ο 1. (Τ 392):: Ο πατέρας του Μέντορα. 2. (Ω 472): Μυρμιδόνας φίλος και πιστός ακόλουθος του Αχιλλέα.

Αλκίνοος, ο (ζ 12): Βασιλιάς των Φαικάκων, γιος του Ναυσίθοου, εγγονός του Ποσειδόνα. Βοήθησε του Φαίακες να ξεφύγουν από του Κύκλωπες και από την Υπέρεια να εγκατασταθούν στο νησί Σχερία. Μετά το θάνατο του αδελφού του Ρηξήνορα, γίνεται βασιλιάς και παντρεύεται την Αρήτη (σημαίνει: αυτή που δεν λέγεται), κόρη του Ρηξήνορα και ανεψιά του  και κάνει μαζί της πέντε γιους και μια κόρη, τη Ναυσικά, στην οποία εμφανίζεται ως ναυαγός ο Οδυσσέας.

Αλκίππη, η (δ 24): Μια από τις θεραπαινίδες της Ωραίας Ελένης.

Αλκμαίων, ο (ο 248): Γιος του μάντη Αμφιάραου και της Εριφύλης, αδερφός του Αμφίλοχου, αρχηγός των Επιγόνων κατά την πολιορκία των Θηβών.

Αλκμάων, ο (Μ 394): Αχαιός πολεμιστής που πληγώθηκε από το Σαρπηδόνα.

Αλκμήνη, η (Ξ 323): Κόρη του βασιλιά των Μυκηνών Ηλεκτρύωνα, σύζυγος του Αμφιτρύωνα και μητέρα του Ηρακλή από το Δία.

Αλκυόνη, η (Ι 562): Το δεύτερο όνομα της Κλεοπάτρας, της γυναίκας του Μελέαγρου.

Αλόπη, η (Β 682): Πόλη στην επικράτεια του Αχιλλέα.

Αλος, η (Β 682): Πόλη στη Φθία. Υπήρχε και Άλος στη Λοκρίδα,

Αλτης, ο (Φ 85): Γέροντας, βασιλιάς της Πήδασου και των φιλοπόλεμων Λελέγων. Η κόρη του Λαοθόη απέκτησε από τον Πρίαμο, το βασιλιά της Τροίας, τον Λυκάονα και τον Πολύδωρο.

Αλύβας, ο (ω 304): Πρόκειται μάλλον για το Μεταπόντιο της Κάτω Ιταλίας. Ο Οδυσσέας, παρουσιαζόμενος στον πατέρα του το Λαέρτη και προσπαθώντας να μην αναγνωριστεί, του διηγείται μιαν ιστορία ότι κατάγεται από την πόλη αυτή. Κατ΄ άλλους πρόκειται για μια πόλη του Πόντου.

Αλύβη, (Β 857): Αργυροπαραγωγός πόλη  της Θράκης στον Εύξεινο Πόντο. Ίσως πρόκειται για τη πόλη των Χαλύβων του Στράβωνα, από την οποία οι αρχαίοι Έλληνες έπαιρναν μετάλλευμα.

Αλφειός, (Β 592): Ο Αλφειός ποταμός της Ήλιδας. (γ 489): Ο ποτάμιος θεός Αλφειός, γιος του Ωκεανού και της Τηθύος.

Αλωεύς, (Ε 386): Βασιλιάς της Ασωπίας, γιος του θεού Ποσειδώνα και της κόρης του Αιόλου Κανάκης, σύζυγος της Ιφιδέμειας και πατέρας από αυτήν του Ώτου και του Εφιάλτη. Αυτοί οι γιοι του είναι εκείνοι που έδεσαν και φυλάκισαν το θεό Άρη για δεκατρείς μήνες.

Αμαζόνες, (Γ 189): Γυναικείο έφιππο πολεμικό έθνος στην περιοχή του ποταμού Θερμώδοντα, κοντά στον Εύξεινο Πόντο. Για 2 μήνες του χρόνου συνευρίσκονταν με του Γραγαρείς μόνο για τεκνοποίηση, από την οποία κρατούσαν μόνον τα κορίτσια. Διοικούνταν από βασίλισσα. Στο Τρωικό πόλεμο ήταν με το μέρος των Τρώων. Ο μύθος λέει πως νικήθηκαν μόνον από το Θησέα. Ο Αχιλλέας σκότωσε τη βασίλισσά τους Πενθεσίλεια.

Αμάθεια, (Σ 48): Μία από τις Νηρηίδες, κόρη του Νηρέα και της Ωκεανίδας Δωρίδας.

Αμαρυγκεΐδης, (Β 622): Ο γιος του Αμαρυγκέα, ο Διώρης, αρχηγός των Ηλείων Επειών.

Αμαρυγκεύς, (Ψ 630): Ο αρχηγός των Επειών, γιος του Θεσσαλού Πυττίου. Εγκαταστάθηκε στην Ήλιδα όπου βασίλευε ο Αυγείας, δίνοντάς του ένα μέρος του βασιλείου του για να τον έχει σύμμαχο κατά του Ηρακλή. Έκανε δυο γιους: το Διώρη, που ήταν αρχηγός των Επειών στον Τρωικό πόλεμο και τον Ιππόστρατο, τον πατέρα του Τυδέα (από την Περίβοια).

Αμισώδαρος, (Π 328):Βασιλιάς της Καρίας, πατέρας των Τρωαδιτών πολεμιστών Ατύμνιου και Μάρη. Κατά τη μυθολογία είναι αυτός που ανέθρεψε τη Χίμαιρα.

Αμνισός, (τ 188): Ένα από τα επίνεια της κρητικής Κνωσού.

Αμοπάων, (Θ 276): Ένας από τους Τρωαδίτες πολεμιστές που σκοτώθηκε από τον Τεύκρο.

Αμυδών, (Β 849): Πόλη της Παιονίας, κοντά στον ποταμό Αξιό.

Αμυθάων, (λ 59): Ο γιος του Κρηθέα, οικιστή της Ιωλκού, εγγονός του Αίολου, αδερφός του Αίσονα και του Φέρητα. Εγκαταστάθηκε στην Πύλο όπου και έγινε βασιλιάς.  Παντρεύτηκε την ανεψιά του Αιολία, κόρη του Φέρητα, και έκανε δυο γιους: το Μελάμποδα και το Βίαντα, οι οποίοι βασίλεψαν στο Άργος.

Αμύκλαι, (Β 584): Η έδρα του Τυνδάρεω στη Λακωνία, σε απόσταση 20 σταδίων από τον Ευρώτα.

Αμύντωρ, (Ι 448): Ο γιος του Όρμενου, από την Ελεώνα της Βοιωτίας, πατέρας του Φοίνικα. Ερωτεύτηκε μια γυναίκα και παραμελούσε τη γυναίκα του. Τότε η γυναίκα του έπεισε το γιο της να κατακτήσει την αντίζηλό της. Ο Φοίνικας, από σεβαστό και στοργή προς τη μητέρα του το έκανε. Τότε ο πατέρας του, ο Αμύντορας, τον καταράστηκε να μείνη άτεκνος.  Είχε μια δερμάτινη ασπίδα  στολισμένη με δόντια κάπρου, τόσο όμορφη που ο Αυτόλυκος μπήκε στον πειρασμό και την έκλεψε.

Αμφίαλος, (θ 114): Γιος του Πολύνεου, ένας από τους Φαίακες που πήραν μέρος στους αγώνες που διοργάνωσε ο Αλκίνοος προς τιμήν του Οδυσσέα.

Αμφιάραος, (ο 244): Γιος του Οϊκλέα και της Υπερμήστρας (ή Υπερμνήστρας) και εγγονός του Μελάμποδα, από τον οποίο έμαθε τη μαντική τέχνη και τις θεραπευτικές γνώσεις. Πήρε για γυναίκα του την Εριφύλη, την αφερφή του Άδραστου. Πήρε μέρος στο κυνήγι του Καλυδώνιου κάπρου, στην Αργοναυτική εκστρατεία και στην εκστρατεία των "Επτά επί Θήβας", μολονότι είχε προβλέψει το τέλος της. Μετά την ήττα του καταποντίστηκε σε ένα χάσμα που άνοιξε ο Δίας με κεραυνό.

Αμφιγένεια, (Β 593):  Αρχαία πόλη της Πελοποννήσου, στο βασίλειο του Νέστορα.

 Άμφιδάμας, 1. (Κ 268): Έλληνας ήρωας από τα Κύθηρα, στον οποίο ο Αυτόλυκος δώρησε την ασπίδα που έκλεψε από τον Αμύντορα. 2. (Ψ 87): Οπούντιος Λοκρός. Ο Πάτροκλος, παίζοντας με το γιο του κότσια, θύμωσε και τον σκότωσε.

Αμφιθέη, (τ 416): Γυναίκα του Αυτόλυκου, γιαγιά του Οδυσσέα από τη μητέρα του Αντίκλεια.

Αμφιθόη, (Σ 42): Μια από τις Νηρηίδες, θυγατέρα του Νηρέα και της κόρης του Ωκεανού Δωρίδας.

Άμφικλος, (Π 313): Ένας από τους Τρώες πολεμιστές. Τον σκότωσε ο Φυλείδης Μέγης.

Αμφίλοχος, (ο 248): Γιος του Αμφιάραου και της Εριφύλης, μάντης από το Άργος. Πήρε μέρος στην εκστρατεία των Επιγόνων κατά των Θηβών και μετά εκστράτευσε και κατά της Τροίας. Κατά την επιστροφή του, σταμάτησαν στην Κιλικία, όπου μαζί με τον μάντη Μόψο, ίδρυσαν την πόλη Μαλλόν. Ύστερα μονομάχησε με τον Μόψο και σκοτώθηκε από εκείνον.

Αμφίμαχος, 1. (Β 620): Γιος του Κτέατου, απόγονος του Άκτορα, ένας από του μνηστήρες της Ωαίας Ελένης, ηγεμόνας των Επειών από την Ήλιδα. 2. (Β 870): Γιος του Νομίονα, αρχηγός των Καρών. Σκοτώθηκε από τον Αχιλλέα.

Αμφιμέδων, (χ 242): Γιος του Μελανέα, ένας από του μνηστήρες της Πηνελόπης. Τον σκότωσε ο Τηλέμαχος.

Αμφινόμη, (Σ 44): Νηρηίδα, θυγατέρα του Νηρέα και της Ωκεανίδας Δωρίδας.

Αμφίνομος, (σ 395): Ένας από τους μνηστήρες της Πηνελόπης, γιος του Νίσου, καταγόμενος από το Δουλίχιο. Τον σκότωσε ο Τηλέμαχος.

Άμφιος, 1. (Β 830): Γιος του Μέροπα, αδερφός του Άδραστου, αρχηγός των Τρώων. 2. (Ε 612): Γιος του Σέλαγου, από την Παισό της Μυσιας. Τον σκότωσε ο Αίας ο Τελαμώνιος.

Αμφιτρίτη, (Ε 422): Νηρηίδα, θυγατέρα του Νηρέα και της κόρης του Ωκεανού, της Δωρίδας, σύζυγος του θεού της θάλασσας Ποσειδώνα. Αμφιτρύων, (Ε 392): Γιος του Αλκαίου (βασιλιά  της Τίρυνθας) και της Ιππονόης, εγγονός του Περσέα. Ήταν άντρας της Αλκμήνης) της μητέρας του Ηρακλή, που τον έκανε με το Δία).

Αμφίων, 1. (Ν 692): Ένας από τους αρχηγούς των Επειών. 2. (λ 262): Σπουδαίος κιθαρωδός, γιος του Δία από την Αντιόπη, θυγατέρα του Ασψπού. Βοήθησε τον Κάδμο στο χτίσιμο των τειχών της Θήβας. Παίζοντας τη λύρα του οι πέτρες τοποθετούνταν από μόνες τους. Παντρεύτηκε τη Νιόβη με την οποία έκανε πολλά αγόρια και κορίτσια. Όταν ο Απόλλωνας και η Άρτεμη σκότωσαν τα αγόρια και τα κορίτσια τους αντίστοιχα, αυτοκτόνησε. 3. (λ 283): Γιος του Ιάσιου και της Χλώρης, βασιλιάς του Ορχομενού.

Αναβησίνεως, (θ 113): Ένας από τους Φαίακες που πήραν μέρος στις γιορτές που διοργάνωσε ο Αλκίνοος, ο βασιλιάς των Φαιάκων, προς τιμήν του Οδυσσέα.

Ανδραιμονίδης, (Η 168): Ο γιος του Ανδραίμονα, δηλαδή ο Θόας.

Ανδραίμων, (Β 638): Ο μυθικός ιδρυτής της πόλης Άμφισσας, στη Λοκρίδα. Ήταν πατέρας του Θόαντα, αρχηγού των Αιτωλών στην εκστρατεία κατά των Τρώων.

Ανδρομάχη, (Ζ 371): Κόρη του Ηετίωνα, βασιλιά της Κιλικίας, ο τύπος της πιστής και αφοσιωμένης συζύγου, σύζυγος του ήρωα της Τροίας Έκτορα. Κατά την πολιορκία έχασε όλους του δικούς της και επικέντρωσε όλη την αφοσίωσή της στον άντρα της Έκτορα και το γιο της Αστυάνακτα. Μετά την άλωση της Τροίας σκοτώνουν το παιδί της και η ίδια αιχμαλωτίζεται. Την παίρνει ως γέρας ο Νεοπτόλεμος, ο γιος του Αχιλλέα, που την παίρνει μαζί του στην Ελλάδα και κάνει μαζί της τρία παιδιά. Μετά το θάνατο του Νεοπτόλεμου παντρεύεται τον Έλενο, τον αδελφό του Έκτορα, με τον οποίο χτίζουν στην Ήπειρο τη Νέα Τροία.

Άνθεια, (Ι 151): Αρχαία πόλη της Μεσσηνίας, μια από τις εφτά πόλεις που θα έδινε ο Αγαμέμνονας στον Αχιλλέα αν γινόταν γαμπρός του.

Ανθεμίδης, (Δ 488): Ο γιος του Ανθεμίων, ο Σιμοείσιος.

Ανθεμίων, (Δ 473): Ο πατέρας του Σιμοείσιος, γενναίος Τρώας πολεμιστής. Τον σκότωσε ο Αίας ο Τελαμώνιος.

Ανθηδών, (Β 508): Αρχαία πόλη της Βοιωτίας, στον Ευβοϊκό κόλπο.

Άντεια, (Ζ 160): Κόρη του Ιοβάτη, του βασιλιά της Λυκίας, σύζυγος του Προίτου, βασιλιά της Τίρυνθας. Είχε ερωτευτεί σφοδρά το Βελλερεφόντη, ο οποίος δεν ανταποκρίθηκε. Τότε αυτή τον διέβαλε στον άντρα της. Ο Προίτος οργίστηκε πολύ, αλλά δε θέλησε να τον σκοτώσει ο ίδιος. Τον έστειλε στον πεθερό του, στη Λυκία, στέλνοντας ταυτόχρονα και λυγρά σήματα, δηλαδή σχετικό μήνυμα, που σήμαινε το θάνατό του.

Αντηνορίδης, (Γ 123): Ο γιος του Αντήνορα.

Αντήνωρ, 1. (Γ 262): Το αντιστοιχο του Νέστωρα των Αχαιών. Σοφός σύμαχος των Τρώων και συνετός σύμβουλός τους. Αδερφός της Εκάβης, της δεύτερης γυναίκας του Πρίαμου. Είναι αυτός που φιλοξένησε στο σπίτι του το Μενέλαο και τον Οδυσσέα όταν πήγαν να ζητήσουν την απόδοση της Ωραίας Ελένης και τους προφύλαξε από τους εξαγριωμένους Τρώες. Γι΄ αυτό, μετά την άλωση της Τροίας, οι Έλληνες σεβάστηκαν το σπίτι και την οικογένειά του. 2.  Ένας από τους μνηστήρες της Πηνελόπης.

Αντίκλεια, (λ 85): Κόρη του Αυτόλυκου, σύζυγος του Λαέρτη και μητέρα του Οδυσσέα. Πέθανε από τη λύπη της εξαιτίας της μακρόχρονης απουσίας του γιου της.

Άντικλος, (δ 286): Ένας από τους Έλληνες που μπήκαν στο Δούρειο Ίππο. Θέλησε να απαντήσει στην Ελένη, όταν αυτή κάτω από το Δούρειο Ίππο, μιμούμενη τη φωνή των γυναικών των ηρώων που ήταν μέσα, τους καλούσε να απαντήσουν, ο Οδυσσέας όμως του έφραξε το στόμα.

Αντίλοχος, (ψ 556): Ο γιος του βασιλιά της Πύλου Νέστορα και της Ευρυδίκης (ή της Αναξίβιας). Πήρε μέρος στον Τρωικό πόλεμο, κατ΄ άλλους από την αρχή, κατ΄ άλλους μετά από τον πέμπτο χρόνο. Υπήρξε και αυτός ένας από τους μνηστήρες της Ωραίας Ελένης. Νέος, πολύ ωραίος, γοργοπόδαρος και τολμηρός, αγαπητός σε ανθρώπους και θεούς. Μετά τον Πάτροκλο, ο πιο αγαπητός φίλος του Αχιλλέα. Είναι αυτός που έφερε την είδηση του του θανάτου του Πάτροκλου. Σκοτώθηκε από το Μέμνονα, προσπαθώντας να σώσει τον πατέρα του.

Αντίμαχος, (Λ 123): Τρωαδίτης. Είχε προτείνει να σκοτώσουν το Μενέλαο, όταν πήγε με τον Οδυσσέα να ζητήσουν την απόδοση της Ωραίας Ελένης. Γι΄ αυτό και ο Μενέλαος, μετά την άλωση της Τροίας, σκότωσε και τα δυο του παιδιά.

Αντίνοος, (α 383): Γιος του Ευπείθη, άρχοντα της Ιθάκης. Είναι ο αρχηγός των μνηστήρων της Πηνελόπης. Ήθελε να σκοτώσει τον Τηλέμαχο, επειδή δεν άφηνε τη μητέρα του να ξαναπαντρευτεί.

Αντιόπη, (λ 260): Καλλονή της αρχαίας Ελλάδας, κόρη του του ποταμού Ασωπού (ή του βασιλιά της Υρίας Νυκτέα, ή του Λυκούργου ή του Λύκου) και της Πολυξώς. Με το Δία (που της παρουσιάστηκε με τη μορφή σατύρου) έκανε τον Αμφίονα και το Ζήθο. Μετά παντρεύτηκε τον Εποπέα, βασιλιά της Σικυώνας, τον οποίο σκότωσε κατ΄ εντολήν του πατέρα της, ο οποίος την παρέδωσε στην αδελφή του Δίρκη, για να τη βασανίσει. Την έσωσαν τα παιδιά της που θανάτωσαν τη Δίρκη, δένοντάς την στα κέρατα ενός ταύρου.

Αντιφάτης, 1. (Π 191.: Γιος του Μελάμποδα και της Ιφιάνειρας, σύζυγος της Ζευξίππης, με την οποία έκανε τον Οϊκλέα. 2. (κ 106): Βασιλιάς της μυθικής φυλής των αγρίων και ανθρωποφάγων γιγάντων, των Λαιστρυγόνων. Αυτοί κατέστρεψαν 11 από τα 12 καράβια του Οδυσσέα και έφαγαν τους συντρόφους του.

Αντίφονος, (Ω 250): Ένας από τους γιους του Πρίαμου.

Άντιφος, 1. (B 678): Γιος του βασιλιά Θεσσαλού, γιου του Ηρακλή. Ηγεμόνας των νησιών των Αχαιών Νίσυρου, Κάρπαθου, Κω και Καλύδνων. Μαζί με τον αδερφό του Φείδιππο πήρε μέρος στην εκστρατεία κατά της Τροίας. 2. Β 864): Ένας από τους αρχηγούς των Μαιόνων, συμμάχων των Τρώων, γιος του Ταλαιμένιου. 3. (Δ 489): Ένας από τους γιους του Πρίαμου. Σκότωσε το σύντροφο του Οδυσσέα Λεύκο αλλά σκοτώθηκε από τον Αγαμέμνονα. 4. (β 19): Ένας από τους συντρόφους του Οδυσσέα που τον έφαγε στη σπηλιά ο Κύκλωπας Πολύφημος. 5. (ρ 68): Ιθακήσιος,  φίλος του Τηλέμαχου.

Αντρών, (Β 697): Αρχαία πόλη της Θεσσαλίας, στους πρόποδες της Οίτης.

Αξιός, (Β 849): Αρχαίο ποτάμι της Παιονίας. Ο σημερινός Αξιός ποταμός στη Μακεδονία.

Άξυλος, (Ζ 12): Θράκας, γιος του Τεύθραντα, από την Αρίσβη. Είναι παροιμιώδης η αγάπη και η φιλοξενία του για τους ξένους, η λεγόμενη "Αξύλου φιλοξενία". Έχτισε σπίτι κοντά στο δρόμο για να φαίνεται από τους περαστικούς και να είναι προσπελάσιμο σ΄ αυτούς. Σκοτώθηκε από το Διομήδη.

Απαισός, (Β 828): Πανάρχαια πόλη της Προποντίδας που ανήκε στην Τρωάδα. Βλέπε και Παισός.

Απειραί-η και -ος, (η 8): Αυτή ή αυτός που κατάγεται από πό την Απείρη, πιθανόν πόλη  στην  Ήπειρο.

Απισάων, ο 1. (Λ 582): Τρωαδίτης πολεμιστής. Τον σκότωσε ο Λυκομήδης. 2. (Ρ 348): Ένας Παίονας, γιος του Ίππασου.

Απόλλων, (Α 36): Πανελλήνιος θεός του ήλιου, του φωτός, της μαντικής και της μουσικής, ένας από τους δώδεκα θεούς του Ολύμπου. γιος του Δία και της Λητώς και αδερφός της Άρτεμης. Ονομαζόταν και Φοίβος, όταν συμβόλιζε τον ήλιο και Λοξίας, όταν συμβόλιζε τη μαντική. Γεννήθηκε στη Δήλο, όπου και ο περίφημος ναός του και λατρευόταν από όλους τους Έλληνες. Ονομαζόταν και Πύθιος επειδή, μικρός ακόμα, σκότωσε τον Πύθωνα, ο οποίος καταδίωκε τη Λητώ και τρομοκρατούσε τους κατοίκους των Δελφών. Από ευγνωμοσύνη οι κάτοικοι των Δελφών του έχτισαν εκεί έναν υπέροχο ναό, όπου υπήρχε και το μαντείο του. Σ΄ αυτό, η ιέρεια Πυθία έδινε τους περίφημους χρησμούς της.

Αραιθυρέη, (Β 571): Aρχαία πόλη της Αργολίδας, η Φλιασία.

Αργεάδης, (Π 417): Ο γιος του Αργέα Πολύμηλος, που τον σκότωσε ο Πάτροκλος. Υπάρχει και ο Αργεάδης, γιος του Αργέα, βασιλιά της Μακεδονίας.

Αργείη, Η καταγόμενη από το Άργος. Έτσι αποκαλούσαν την Ωραία Ελένη.

Αργείοι, Οι καταγόμενοι από το Άργος και οι ανήκοντες σ΄ αυτό αλλά και οι Έλληνες, οι Αχαιοί, οι Δαναοί.

Αργεϊφόντης, (Β 103): Αυτός που σκοτώνει με τη λάμψη του. Ένα από τα επίθετα του Ερμή.

Αργισσα, η (Β 738): Αρχαία πόλη της Θεσσαλίας.

Αργος, ο (ρ 292): Ο πιστός σκύλος του Οδυσσέα.

Αργος, το 1. (Β 559): Η πόλη του Ίναχου στην Αργολίδα, έδρα του Διομήδη. 2. (Β 287): Η αργολική πεδιάδα. 3. (Α 30): Ολόκληρη η Πελοπόννησος. 4. (Β 681): Η κεντρική θεσσαλική πεδιάδα, επικράτεια του Αχιλλέα. 5. (Ζ 456): Γενικά ο ελλαδικός χώρος.

Αργώ, (μ 70): Το πλοίο του Ιάσονα και των Αργοναυτών. Ναυπηγήθηκε από τον Άργο, το γιο του Φρίξου, από ξυλεία του Πηλίου και με τη βοήθεια της θεάς Αθηνάς. Με αυτό το πλοίο ταξίδεψαν από την Ιωλκό μέχρι την Κολχίδα και έφεραν το Χρυσόμαλλο Δέρας.

Αρέθουσα, (ν 408): Το όνομα μιας κρήνης στην Ιθάκη.

Αρείων & Αρίων, (Ψ 436): Το άλογο του Άδραστου, καταγόμενο από θεϊκή γενιά. Ο Άδραστος σώθηκε χάρη στη ταχύτητά του.

Αρετάων, (Ζ 31): Ένας από τους Τρώες πολεμιστές. Τον σκότωσε ο Τεύκρος.

Αρηίθοος, 1. (Η 10): Ο πατέρας του Μενέσθιου. 2. (Π 308): Θεράποντας του Ρίγμου.

Αρηίλυκος, 1. (Ξ 451): Ο πατέρας του Προθοήνορα. 1. ( Π 308): Ένας Τρωαδίτης πολεμιστής.

Αρήνη, (Β 591): Πόλη στο βασίλειο του Νέστορα στην Ήλιδα, πρωτεύουσα του οποίου ήταν η Πύλος.

Αρης, (Β 767): Ένας από τους δώδεκα θεούς του Ολύμπου. Θεός του πολέμου, γιος του Δία και της Ήρας. Λατρευόταν από όλους τους Έλληνες, αλλά και από φιλοπόλεμους λαούς, όπως οι Θράκες και οι Σκύθες. Ήταν γιγαντόσωμος, ρωμαλέος και πολύ πιο γρήγορος από τους άλλους θεούς.

Αρήτη, (η 54): Κόρη του Ρηξόνορα, αδερφού του Αλκίνοου, βασιλιά των Φαιάκων. Ο Ρηξήνορας πέθανε νιόπαντρος με την Αρήτη μικρή. Όταν μεγάλωσε η Αρήτη, παντρεύτηκε τον αδερφό του πατέρα της Αλκίνοο κι έκανε μαζί του τη Ναυσικά.

Αρητιάδης, (π 395): Ο γιος του Άρητου.

Αρητος, 1. (Ρ 535): Ένας από τους γιους του Πρίαμου. 2. (γ 414): Ένας πό τους γιους του Νέστορα.

Αριάδνη, (Σ 592): Κόρη του Μίνωα και της Πασιφάης. Αγάπησε το Θησέα και του έδωσε το μίτο (κουβάρι) για να βγεί από το λαβύρινθο, αφού σκοτώσει το Μινώταυρο. Έφυγε με το Θησέα, όμως εκείνος την παράτησε στη Νάξο, όπου τη βρήκε ο Διόνυσος. Με το Διόνυσο έκανε τέσσερις γιους: το Θόα, το Στάφυλο, τον Οινοποίονα και τον Πεπάρηθο.

Αριμα ή Άριμοι, (Β 783): Στον Όμηρο το βρίσκουμε μόνο στη Δοτική πληθυντικού. Ηφαιστειογενής περιοχή (ή βουνό) της Κιλικίας, κατοικία του γίγαντα Τυφωέα.

Αρίσβας, (Ρ 347): Ένας από τους Αχαιούς, πατέρας του Λειώκριτου.

Αρίσβη, (Β 836): Αρχαία πόλη της Τροίας, κοντά στην Άβυδο και στον ποταμό Σελλήεντα.

Αρίων, και Αρείων, (Ψ 436): Το άλογο του Άδραστου, καταγόμενο από θεϊκή γενιά. Ο Άδραστος σώθηκε χάρη στην ταχύτητά του.

Αρκάς, (Β 611): Ο κάτοικος της Αρκαδίας.

Αρκαδίη, (Β 603): Η Αρκαδία.

Αρκεισιάδης,  (δ 755): Ο γιος του Αρκείσιου ή Αρκέσσιου, δηλ. ο Λαέρτης, ο πατέρας του Οδυσσέα.

ΑρκείσιοςΆρκέσσιος,) (π 118): Γιος του Δία και πατέρας του Λαέρτη, δηλ. ο παππούς του Οδυσσέα.

Αρκεσίλαος, (Β 495): Αρχηγός των Βοιωτών στον Τρωικό πόλεμο. Τον σκότωσε ο Έκτορας. Τα οστά του μεταφέρθηκαν στη Λιβαδειά, όπου και ανήγειραν μνημείο.

Αρμα, (Β 499): Πόλη της αρχαίας Βοιωτίας.

Αρμονίδης, (Ε 60): Ο γιος του Άρμονα, δηλαδή ο Φέρεκλος.

Αρναίος, (σ 5): Ζητιάνος από την Ιθάκη, γνωστός ως Ίρος. Ο Οδυσσέας, ντυμένος και αυτός ως ζητιάνος, διαπληκτίστηκε μαζί του και τον χτύπησε.

Αρνη, (Β 507): Αρχαία πόλη της Βοιωτίας, κοντά στη λίμνη Κωπαΐδα.

Αρπαλίων, (Ν 644): Γιος του Πυλαιμένη βασιλιά των Παφλαγόνων, συμμάχων των Τρωαδιτών. Κατά τη διάρκεια μιας μάχης προσπάθησε να σκοτώσει τον Ατρείδη Αγαμέμνονα, αλλά τον σκότωσε ο  Μηριόνης.

Αρπυιαι, αι (Π 150): Θηλυκά τέρατα, αρπακτικά, που ήταν και προάγγελοι θανάτου. Είχαν φτερά για να πετούν και ήταν γρήγορες σαν τον άνεμο. Στον Όμηρο αναφέρεται μόνον η Ποδάργη. Ο Ησίοδος αναφέρει την Αελώ και την Ωκυπέτη.

Αρσίνοος, (Λ 626): Τενέδιος, πατέρας της πανέμορφης Εκαμήδης, που την πήρε ως γέρας ο Νέστορας.

Αρτακίη, (κ 108): Πηγή κοντά στην Κύζικο, στη χώρα των Λαιστρυγόνων.

Αρτεμις, (Ε 51): Μία από τους δώδεκα θεούς του Ολύμπου, θεά του κυνηγιού, κόρη του Δία και της Λητώς, δίδυμη αδερφή του Απόλλωνα. Βασίλευε στα βουνά, τα λαγγάδια, στα φαράγγια και στα δάση. Αγαπά το κυνήγι των ελαφιών και παρουσιάζεται πάντα με τη φαρέτρα και το τόξο. Είναι παρθένα, σεμνή και ανέραστη και προστάτευε τα κορίτσια μέχρι την ημέρα των γάμων τους. Όποιος την έβλεπε γυμνή είχε μεγάλη τιμωρία. Παράδειγμα ο κυνηγός Ακταίωνας τον οποίο μεταμόρφωσε σε ελάφι που το κατασπάραξαν τα σκυλιά του.

Αρύβας, (Ο 426): Πλούσιος άρχοντας από τη Σιδώνα.

Αρχέλοχος, (Β  823): Γιος του Αντήνορα, αρχηγού των Δαρδανίων.

Αρχεπτόλεμος, (Θ 128): Γιος του Ίφιτου. Ήταν ο ηνίοχος του Έκτορα.

Ασαίος, (Λ 301): Αρχηγός των Δαναών. Τον σκότωσε ο Έκτορας.

Ασιάδης, (Μ 140): Ο γιος του Άσιου

Ασίνη, (Β 560): Αρχαία πόλη της Αργολίδας.

Ασιος, 1. (Β 837): Γιος του Ύρτακου, από την Αρίσβη. 2. (Π 717): Αρχηγός μαχητών, γιος του Δύμαντα, αδερφός της Εκάβης, δεύτερης γυναίκας του Πρίαμου.

Ασίος, (Β 461): Αυτός που ανήκει στον Ασία, το βασιλιά των Λυδών.

Ασκάλαφος, (Β 512.: Γιος του Άρη και της Αστυχόης, βασιλιάς στον Ορχομενό Βοιωτίας. Πήρε μέρος και στην Αργοναυτική εκστρατεία και στον Τρωικό πόλεμο, στον οποίο όμως σκοτώθηκε.

Ασκανίη, 1. (Β 863): Χώρα της Φρυγίας. 1. (Ν 793): Χώρα της Μυσίας ή της Βιθυνίας.

Ασκάνιος, 1. (Β 862.: Ηγεμόνας των Φρυγών. 2. (Ν 792): Ο γιος του Ιπποτίωνα.

Ασκληπιάδης, (Δ 204): Ο γιος του Ασκληπιού, ο Μαχάων (ο άλλος ήταν ο Ποδαλείριος).

Ασκληπιός, (Β 731): Γιος του Απόλλωνα και της Κορωνίδας, ο θεός της ιατρικής.  Η Κορωνίδα, επειδή απάτησε τον Απόλλωνα, ούσα έγκυος, σκοτώθηκε από την αδερφή του Απόλλωνα Άρτεμη. Λίγο πριν αυτή ξεψυχήσει, ο Απόλλωνας πήρε το παιδί από τα σπλάχνα της και το παρέδωσε για ανατροφή και εκπαίδευση στον Κένταυρο Χείρωνα. Ο Ασκληπιός έγινε μεγάλος γιατρός και έβαλε τα θεμέλια της ιατρικής επιστήμης. Μέχρι και νεκρούς ανάσταινε, γεγονός που εξόργσε το Δία και τον κεραυνοβόλησε. Πιθανολογείται ότι έζησε κατά τον 13ο αιώνα π.Χ. και ότι πήρε μέρος στην Αργοναυτική εκστρατεία. Λατρευόταν σε πολλές πόλεις ως θεός της υγείας, σε ναούς που αποκαλούνταν Ασκληπεία. Ο γνωστότερος από τους ναούς αυτούς είναι το Ασκληπείο της Επιδαύρου.

Ασπληδών, (Β 511): Αρχαία πόλη στη Βοιωτία.

Ασσάρακος, (Υ 232): Γιος του Τρώα, του μυθικού βασιλιά της Τροίας, αδερφός του Ίλου, του Γανυμήδη και της Κλεοπάτρας.

Αστέριον, (Β 735): Αρχαία πόλη της Θεσσαλίας.

Αστερίς, (δ 846): Μικρό νησί ανάμεσα στην Ιθάκη και την Κεφαλλονιά.

Αστεροπαίος, (Μ 102): Παίονας πολεμιστής, γιος του Πελάγονα, συνοδός του Σαρπηδόνα. Τον σκότωσε ο Αχιλλέας.

Αστύαλος, (Ζ 29): Τρωαδίτης πολεμιστής. Τον σκότωσε ο Πολυποίτης.

Αστυάναξ, (Ζ 403): Ο γιος του Έκτορα και της Ανδρομάχης Σκαμάνδριος.

Αστύνοος, 1. (Ε 144): Τρωαδίτης αρχηγός. Τον σκότωσε ο Διομήδης.  2. (Ο 455): Τρώας πολεμιστής, γιος του Προτιάονα.

Αστυόχεια, (Β 658): Η μητέρα του Τληπτόλεμου, με πατέρα τον Ηρακλή.

Αστυόχη, (Β 513): Η μητέρα του Ασκάλαφου και του Ιάλμενου, με πατέρα τον Άρη.

Αστύπυλος, (Φ 209): Παίονας πολεμιστής, σύμμαχος των Τρώων. Τον σκότωσε ο Αχιλλέας.

Ασφαλίων, (δ 216): Υπηρέτης στο παλάτι του Μενελάου.

Ασωπός, 1. (Δ 383): Ποτάμι στη Βοιωτία. 2. (λ 260): Πρωσοποποίηση ποτάμιου θεού.

Ατλας, (α 52): Θαλάσσιος δαίμονας, πατέρας της Καλυψώς.

Ατρεΐδης, (Γ 347): Στον ενικό, ο γιος του Ατρέα Αγαμέμνονας ή Μενέλαος. Στον πληθυντικό, οι γιοι του Ατρέα ή οι εγγονοί του Ορέστης και Τισαμενός.

Ατρεΐων, ( (Α 387): Ο γιος του Ατρέα (εννοεί τον Αγαμέμνονα).

Ατρεύς, (Β 106): Ο γιος του Πέλοπα και της Ιπποδάμειας, πατέρας του Αγαμέμνονα και του Μενέλαου και αρχηγός του οίκου των Ατρειδών. Μαζί με τον αδερφό του, το Θυέστη, σκότωσαν τον αδερφό τους Χρύσιππο. Όταν ο Πέλοπας ανακάλυψε την αδελφοκτονία, καταράστηκε αυτούς και τους απογόνους τους να αλληλοσκοτώνονται. Έτσι λοιπόν ο Ατρέας έσφαξε τα παιδιά του Θυέστη και το αίμα τους (ανακατεμένο με κρασί) το πρόσφερε στον πατέρα τους που το ήπιε χωρίς να γνωρίζει κάτι (Θυέστειο δείπνο). Λένε πως ακόμα και ο ήλιος φρικίασε και άλλαξε πορεία. Ο Αγαμέμνονας σκοτώθηκε από τον Αίγισθο, γιο του Θυέστη, και την Κλυταιμνήστρα. Ο Ορέστης σκότωσε τον Αίγισθο και την Κλυταιμνήστρα, κλείνοντας τον κύκλο της τραγωδίας των Ατρειδών.

Ατυμνιάδης, (Ε 581): Ο γιος του Ατύμνιου, ένας Μύδωνας.

Ατύμνιος, (Π 317): Τρωαδίτης πολεμιστής. Τον σκότωσε ο γιος του Νέστορα Αντίλοχος.

Αυγειαί, 1. (Β 532): Αρχαία πόλη στη Λοκρίδα. 2. (Β 583): Αρχαία πόλη στη Λακωνία.

Αυγείας, (Λ 701): Μυθικός βασιλιάς της Ήλιδας, γιος του Ήλιου, πατέρας της Αγαμήδης, του Φυλέα και του Αγασθένη. Ήταν ονομαστός για τα πολλά κοπάδια με βόδια και αγελάδες. Η κοπριά τους είχε γίνει πρόβλημα που το έλυσε ο Ηρακλής. Επειδή όμως ο Αυγείας δεν του έδωσεε την αμοιβή που είχε υποσχεθεί, ο Ηρακλής τον σκότωσε.

Αυγηιάδης, (Β 624): Ο γιος του Αυγεία.

Αυλίς, (Β 303): Αρχαία πόλη της Βοιωτίας, στο λιμάνι της οποίας είχε συγκεντρωθεί ο στόλος των Αχαιών για να ξεκινήσει την εκστρατεία κατά της Τροίας, με γενικό αρχηγό τον Αγαμέμνονα. Εκεί οδηγήθηκε η Ιφιγένεια για θυσία.

Αυτόλυκος, (Κ 267): Γιος του Ερμή και της Χιόνης (ή της Φιλωνίδας), πατέρας της Αντίκλειας, της μητέρας του Οδυσσέα. Ζούσε στον Παρνασσό, όπου διδάχτηκε από τον Ερμή την κλοπή και την απάτη. Γοητευμένος από την πανέμορφη ασπίδα του Αμύντορα, του την έκλεψε. Άλλες κλοπές του είναι τα κοπάδια του Εύρυτου και του Σίσυφου. Στον Ηρακλή δίδαξε την πάλη. Ο Αυτόλυκος πήρε μέρος στην Αργοναυτική εκστρατεία.

Αυτομέδων, (Π 145): Δυνατός Αχαιός, γιος του Διώρη, ηνίοχος του Αχιλλέα.

Αυτονόη, (ο 189): Θεραπαινίδα της Πηνελόπης.

Αυτόνοος, 1. (Λ 301): Αρχηγός ομάδας Αχαιών. Τον σκότωσε ο Έκτορας. 2. (Π 694): Τρώας πολεμιστής. Τον σκότωσε ο Πάτροκλος.

Αυτόφονος, (Δ 395): Ο πατέρας του Πολυφόντη, αρχηγού των Καδμείων.

Αφαρεύς, (Ι 83): Αχαιός πολεμιστής, γιος του Καλήτορα. Τον σκότωσε ο Αινείας.

Αφείδας, (ω 305): Γιος του Πολυπημονίδη, άρχοντας από τη Σικανία. Πρόκειται για όνομα που επινόησε ο Οδυσσέας, για να μην αναγνωριστεί.

Αφροδίτη, (Γ 374): Θεά του έρωτα και της ομορφιάς, της γονιμότητας, της άνθησης και της βλάστησης, η δε δύναμή της εκτεινόταν σε στεριά, ουρανό και θάλασσα. Ήταν κόρη του Δία και της Διώνης. Λατρευόταν ιδιαίτερα στα Κύθηρα και στην Κύπρο, γι΄ αυτό και αναφέρεται ως Κύπρις και Κυθήρεια. Αυτά κατά τον Όμηρο. Κατά τον Ησίοδο, γεννήθηκε από τους αφρούς των κυμάτων, στα οποία έπεσαν τα γεννητικά όργανα του Ουρανού, που είχει ακρωτηριαστεί από τον Κρόνο.

Αχαιάδες, (Ε 422): Οι Αχαιές, οι γυναίκες των Αχαιών.

Αχαιαί, (β 119): Οι Αχαιές, οι γυναίκες των Αχαιών.

Αχαιικός, (Ι 141): Αχαϊκός

Αχαιίς, 1. (Α 254): Η γη και η χώρα των Αχαιών και ολόκληρη η Ελλάδα. 2. (Β 325): Η γυναίκα από την Αχαΐα.

Αχαιοί, 1. (Α 2): Γενικό όνομα για όλους τους Έλληνες. 2. (Β 684): Η κυριότερη φυλή των Ελλήνων, κάτοικοι της Θεσσαλίας, του Άργους, της Ήλιδας και της βόρειας Πελοποννήσου.

Αχελώιος, 1. (Φ 194): Ο πρώτος γιος του Ωκεανού και της Γης και προσωποποίηση του ομώνυμου ποταμού. Πίστευαν πως ο θεός αυτός είχε κεφαλή ταύρου. Νικήθηκε από τον Ηρακλή, που ως βραβείο πήρε για γυναίκα του τη μνηστή του Αχελώου, τη Δηιάνειρα. 2. (Ω 616): Ποταμός στη Φρυγία.

Αχέρων, (Κ 513): Ο ποταμός του Άδη, στον οποίο χύνονταν ο Πυριφλεγέθονας και ο Κωκυτός. Οι αρχαίοι πίστευαν πως στον Αχέροντα βρίσκονταν οι πύλες του Άδη.

Αχιλλεύς, (Α 1): Ο γιος του Πηλέα και της Θέτιδας, βασιλιάς των Μυρμιδόνων. Από τη γενιά του πατέρα του καταγόταν απ΄  ευθείας από το Δία, ενώ η μητέρα του Θέτιδα, ήταν κόρη του Ωκεανού, του θεού των θαλασσών. Ένας από τους μύθους λέει πως η μητέρα του τον βούτηξε στο νερό της Στύγας, του ποταμού του Άδη, που είχε την ιδιότητα να κάνει άτρωτο κάθε όν που λουζόταν σ΄ αυτό. Το μόνο σημείο που δε βράχηκε ήταν η φτέρνα, από την οποία τον κρατούσε. Ο Αχιλλέας ανατράφηκε στο Πήλιο από τον Κένταυρο Χείρωνα, τη μητέρα αυτού  Φιλύρα και τη γυναίκα του, τη Νύμφη Χαρικλώ. Ασκήθηκε στο κυνήγι, στο δάμασμα των αλόγων και στην ιατρική. Του έμαθε τις αρχαίες αρετές, να τραγουδά και να παίζει λύρα. Τρεφόταν με εντόσθια λιονταριού και αγριογούρουνου για να πάρει τη δύναμη των ζώων αυτών, με μέλι για να αποκτήσει γλυκύτητα και με μεδούλι αρκούδας. Αυτός του έδωσε και το όνομα Αχιλλέας. Πρωτύτερα λεγόταν Λιγύρονας. Πήρε μέρος στον Τρωικό πόλεμο με 50 πλοία. Την πρόσκληση τη πήρε από το Νέστορα, τον Οδυσσέα και τον Πάτροκλο. Ήταν πολύ όμορφος και ο πιο γενναίος ήρωας του Τρωικού πολέμου. Η Θέτιδα τον προειδοποιεί ότι αν πάει στην Τροία η ζωή του θα είναι ένδοξη μεν αλλά σύντομη. Αυτός αποφασίζει για το δεύτερο. Αυτή άλλωστε είναι η ομηρική παράδοση.Ο θυμός του Αχιλλέα (μήνις Αχιλλέως) κατά του Αγαμέμνονα αποτελεί την υπόθεση της Ιλιάδας. Επειδή ο Αγαμέμνονας έπρεπε να επιστρέψει τη Χρυσηίδα, τον κόρη του ιερέα του Απόλλωνα Χρύση, ζήτησε το βραβείο του Αχιλλέα, τη Βρυσηίδα. Αυτό ήταν η αρχή πολλών κακών για το στρατόπεδο των Αχαιών. Σκότωσε τον Έκτορα, εκδικούμενος έτσι το θάνατο του καλύτερου φίλου του, του Πάτροκλου. Σε μια έφοδο στα τείχη της Τροίας, το βέλος του Πάρη, οδηγούμενο από τη θεά Αφροδίτη, βρήκε στόχο τη φτέρνα του Αχιλλέα, το μοναδικό τρωτό σημείο του σώματός του. Γύρω από το πτώμα του έγινε μεγάλη μάχη. Στο τέλος ο Οδυσσέας και ο Αίας κατάφεραν να μεταφέρουν το νεκρό στο στρατόπεδό τους. Τον έθαψαν στο Σίγειο. Η τελετουργία έγινε από τη Θέτιδα, τις Μούσες και τις Νύμφες. Σε πολλά μέρη της Ελάδας λατρεύτηκε ως θεός.

Αψευδής, (Σ 46): Νηρηίδα, μια από τις πενήντα θυγατέρες του Νηρεα και της Ωκεανίδας Δωρίδας, σονοδός της Θέτιδας.

  

Β

 

Βαθυκλής, (Π 594): Ένας Μυρμιδόνας, γιος του Χάλκωνα. Τον σκότωσε ο Γλαύκος.

Βαλίος, (Π 149): Το ένα από τα αθάνατα άλογα του Αχιλλέα. Το γέννησε η Άρπυια Ποδάργη. Ήταν δώρο του Ποσειδώνα προς τον Πηλέα για τους γάμους του με τη Θέτιδα. Το άλλο του άλογο ήταν ο Ξάνθος.

Βατίεια, (Β 813): Ένας λόφος πριν από τις Σκαιές πύλες της Τροίας.

Βελλεροφόντης, (Ζ 155): Μυθικός Ήρωας, γιος του Γλαύκου και απόγονος του Σίσυφου. Το πρώτο του όνομα ήταν Ιππόνοος. Βελλεροφόντης (φονιάς του Βέλλερου) ονομάστηκε από τότε που σκότωσε κατά λάθος τον Βέλλερο. Μετά το φόνο πήγε στο βασιλιά Προίτο για εξαγνισμό. Η γυναίκα του Προίτου Άντεια (από άλλους ονομάζεται Σθενέβοια) ερωτεύτηκε τρελά το Βελεροφόντη ο οποίος δεν ανταποκρίθηκε. Τότε αυτή τον διαβάλει στον άντρα της, ο οποίος μη θέλοντας να τον σκοτώσει ο ίδιος τον στέλνει στον πεθερό του Ιοβάτη, βασιλιά της Λυκίας, μεταφέροντας τα λυγρά σήματα, που βέβαια σήμαιναν την καταστροφή του. Διαβάζοντας ο Ιοβάτης το γράμμα του Προίτου του αναθέτει να σκοτώσει τη Χίμαιρα, που ως δράκος από πίσω, και από μπροστά με κεφάλι κατσίκας που έβγαζε φωτιά από το στόμα, λεηλατούσε τη χώρα και άρπαζε τα κοπάδια. Ο Βελλεροφόντης καβάλα στον Πήγασο, το φτερωτό άλογο, κατάφερε να σκοτώσει τη Χίμαιρα. Μετά του ανέθεσε να κυνηγήσει του Σόλυμους, έναν ιδιαίτερα πολεμοχαρή λαό, εχθρό των Λυκίων, τους οποίους και νίκησε. Στη συνέχεια τον έστειλε εναντίον των Αμαζόνων τις οποίες επίσης κατανίκησε. Νίκησε ακόμα και την ομάδα που είχε βάλει να του στήσουν καρτέρι για να τον σκοτώσουν. Μετά από αυτά ο Ιοβάτης διέγνωσε τη θεϊκή καταγωγή του Βελλεροφόντη, του είπε να μείνει κοντά του και του έδωσε για γυναίκα του την κόρη του Φιλονόη (κατ΄ άλλους την Αντίκλεια). Έκανε δυο γιους, τον Ίσανδρο και και τον Ιππόλοχο και μια θυγατέρα τη Λαοδάμεια, η οποία γέννησε (από το Δία) τον ήρωα Σαρπηδόνα. Κάποια μέρα καβαλώντας τον Πήγασο θέλησε να ανέβει στην κατοικία του Δία. Ο Δίας θύμωσε και τον γκρέμισε.

Βήσσα, (Β 532): Πόλη της Λοκρίδας.

Βίας, 1. (Δ 296): Ένας από τους Αχαιούς ηγεμόνες των Πυλίων, που ακολούθησε το Νέστορα. 2. (Ν 691): Ένας από τους Αχαιούς (μάλλον Αθηναίος). 3. (Υ 460):  Τραωδίτης πολεμιστής, πατέρας του Λαογόνου και του Δάρδανου. Ο Βίας ο Πριηνεύς, ένας από τους εφτά αρχαίους σοφούς, είναι πολύ μεταγενέστερος του Όμηρου.

Βιήνωρ, (Λ 92): Ένας Τρωαδίτης αρχηγός. Τον σκότωσε σε μάχη ο Αγαμέμνονας.

Βοάγριος, (5 33): Μικρός ποταμός στη Λοκρίδα.

Βοηθοΐδης, (δ 31.: Ο γιος του ακόλουθου του Μενέλαου Βοήθοου.

Βοίβη, (Β 712): Αρχαία πόλη της Θεσσαλίας. Μαζί με την Ιωλκό, τις Φερές και τις Γλαφύρες, πήρε μέρος στην εκστρατεία κατά της Τροίας με έντεκα καράβια και αρχηγό τον Εύμηλο.

Βοιβηίς, (Β 711.: Λίμνη κοντά στην πόλη Βοίβη της Θεσσαλίας, από την οποία πήρε το όνομά της.

Βοιώτιος, (Ξ 476): Ο Βοιωτός.

Βοιωτός, (Β 494): Ο κάτοικος της Βοιωτίας.

Βούδειον, (Π 572): Όνομα αρχαίας πόλης στη Φθία.

Βουκολίδης, (Ο 338): Ο γιος του Βούκολου και αδερφός του Σφήλου του Αθηναίου.

Βουκολίων, (Ζ 22): Ο μεγαλύτερος γιος του Ένδοξου Λαομέδοντα και πατέρας του Αίσηπου και του Πήδαρου.

Βουπράσιον, (Λ 756): Αρχαία πόλη της Ηπείρου.

Βοώτης, (ε 272): Ο αστερισμός του Αρκτούρου.

Βριάρεως, (Α 403): Ένας από τους εκατόγχειρες, γίγαντας με εκατό χέρια και πενήντα κεφάλια. Λεγόταν και Αιγαίωνας. Οι άλλοι δύο ήταν ο Κόττος και ο Γύγης ή Γύης. Ήταν γιοί του Ουρανού και της Γαίας και ανήκαν στην ίδια γενιά με τους Κύκλωπες. Ήταν βοηθοί των θεών στη μάχη με τους Τιτάνες.

Βρισεύς, (Α 392): Πατέρας της Βρισηίδας, ιερέας στη Λυρνησσό.

Βρισηίς, (Α 184): Η φημισμένη για την ομορφιά της κόρη του Βρισέα. Δόθηκε στον Αχιλλέα από τους Αχαιούς ως γέρας (δώρο) μετά την άλωση της Λυρνησσού. Επειδή ο Αγαμέμνονας υποχρεώθηκε να επιστρέψει τη Χρυσηίδα, το δικό του γέρας, που ήταν κόρη του ιερέα του Απόλλωνα, πήρε από τον Αχιλλέα τη Βρισηίδα. Αυτό προκάλεσε τη γνωστή μήνιν Αχιλλέως και την απόφασή του να μη συμμετάσχει πιά στον πόλεμο. Αυτή η μήνις αποτελεί την υπόθεση της Ιλιάδας.

Βρυσειαί, (B 583): Αρχαία πόλη στη Λακωνία.

Βώρος 1. (Ε 44): Μαίονας πολεμιστής, σύμμαχος των Τρώων, πατέρας του Φαίστου. Τον σκότωσε ο Ιδομενέας. 2. (Π 177): Γιος του Περιήρη, συζύγου της όμορφης κόρης του Πηλέα Πολυδώρας.

 

  

 

Γ

 

Γαία, (I 568): Η Γη ως προσωποποιημένη θεότητα.

 

           

Γαία (Χωρίς αρσενικό στοιχείο)

Ι

___________________________________________

Ι                       Ι                                                             Ι

Γαία+Ουρανό             Όρη                                            Γαία+ Πόντος

Ι                                                                                      Ι

Ι                                            _________________________

Ι                                            Ι             Ι            Ι           Ι          Ι

Ι                                       Νηρέας Θαύμας Φόρκης Κητώ Ευρύβια

__________________________________________________

Ι                                      Ι                             Ι                              Ι

Τιτάνες               (με Τάρταρο)       (με Ποσειδώνα)         (με Ωκεανό)

Τιτανίδες                         Ι                             Ι                              Ι

Κύκλωπες               Τυφώνας                               Ανταίος               Τριπτόλεμος

Εκατόγχειρες

Ερινύες

Γίγαντες

Μελιάδες

Γενεαλογικός πίνακας 3: Γαία

 

 

Γαιήιος, (η 324): Αυτός που ανήκει στη Γαία.

Γαλάτεια, (Σ 45): Μια από τις Νηρηίδες, κόρη του Νηρέα και της Ωκεανίδας Δωρίδας.

Γανυμήδης, (Ε 266): Ισόθεος,  γιος του Τρώα, ο πιο όμορφος από τους ανθρώπους. Τον έκλεψε ο Δίας και τον έκανε οινοχόο του (κεραστή) στην κατοικία του στον Όλυμπο.

Γάργαρον, (Θ 48): Η ψηλότερη κορυφή της Τρωικής  Ίδης.

Γεραιστός, (γ 177): Μικρή αρχαία πόλη και λιμάνι στην Εύβοια.

Γερήνιος, (Β 336): Μαχητής πάνω σε άρμα, καταγόμενος από την Ήλιδα. Ήταν στη συνοδεία του Νέστορα.

Γη, (Τ 259): Η γη ως θεότητα.

Γίγαντες, (η 59): Οι μυθικοί γίγαντες, μια γιγαντόσωμη φυλή κοντά στο νησί Θρηνακία. Κατά τη μυθολογία, ήταν τερατόμορφα και ατίθασα όντα, παιδιά της Γης και του Ουρανού, που γεννήθηκαν από το αίμα του που έσταζε μετά τον ακρωτηριασμό του από τον Κρόνο. Ήθελαν να εξοντώσουν τους θεούς. Κατοικούσαν στην Υπέρεια, κοντά στους Κύκλωπες. Προκάλεσαν τη γιγαντομαχία, κατά την οποία εξοντώθηκαν από το Δία και την Αθηνά.

Γλαύκη, (Σ 39): Μια από τις Νηρηίδες, θυγατέρα του Νηρέα και της κόρης του Ωκεανού Δωρίδας.

Γλαύκος, 1. (Ζ 119): Γιος του Ιππόλοχου, Λύκιος. Με το Διομήδη διαπίστωσαν τη φιλία των πατέρων τους και αντάλλαξαν δώρα. 1. (Ζ 154): Γιος του Σίσυφου, πατέρας του Βελεροφόντη.

Γλαφύραι, (Β 712): Αρχαία πόλη της Θεσσαλίας, στα βόρεια του Παγασητικού κόλπου.

Γλίσας, (Β 504): Αρχαία πόλη της Βοιωτίας.

Γονόεσσα, (Β 573): Αρχαία πόλη της Αχαΐας κοντά στην Πελλήνη.

Γοργείη, (Ε 741): Αυτή που ανήκει στη Γοργώ.

Γοργυθίων, (Θ 302): Γιος του Πρίαμου και της όμορφης Καστιάνειρας, από την Αισύμη της Θράκης. Τον σκότωσε ο Τεύκρος.

Γοργώ, (Λ 36): Η Γοργόνα. Φοβερό θαλασσινό τέρας, κόρη της Γης. Πολέμησε με τους Γίγαντες κατά των θεών και σκοτώθηκε από την Αθηνά. Σύμφωνα με τη μυθολογία υπήρχαν τρεις Γοργόνες: Η Σθεινώ (Σθενώ ή Σθένουσα), η Ευρυάλη και η Μέδουσα την οποία αποκεφάλισε ο Περσέας και έδωσε το κεφάλι της, το Γοργόνειο, στην Αθηνά, η οποία το έβαλε στο κέντρο της ασπίδας της. Η Μέδουσα, που θεωρείται η κατ΄ εξοχήν Γοργόνα, έκανε με τον Ποσειδώνα δυο παιδιά, τον Πήγασο, το φτερωτό άλογο του Βελλεροφόντη, και τον Χρυσάορα, τον άνθρωπο με το χρυσό σπαθί, που με τη Καλλιρόη, την κόρη του Ωκεανού, απέκτησε το Γηρυόνη και την Έχιδνα.

Γόρτυν, (Β 646): Αρχαία πόλη της Κρήτης, στους πρόποδες της Ίδης.

Γουνεύς, (Β 748): Ηγεμόνας των Αινιανών και Περαιβών. Πήρε μέρος στην εκστρατεία κατά της Τροίας με εικοσιδύο καράβια.

Γραία, (Β 498): Αρχαιότατη πόλη της Βοιωτίας.

Γρήνικος, (Μ 21): Ο Γρανικός (και Γράνικος) ποταμός, που πηγάζει από την Ίδη της Τροίας και χύνεται στον Εύξεινο Πόντο.

Γυγαίη, (Β 865): Λίμνη της Μαιονίας στη Λυκία και Νύμφη της λίμνης αυτής.

Γυραί (πέτραι), (δ 500): Σκόπελοι κοντά στη Νάξο.

Γυραίη πέτρη, (δ 507): Ό,τι και το παραπάνω.

Γυρτιάδης, (Ξ 512): Ο γιος του Τύρτιου, ο Ύρτιος. Τον σκότωσε ο Αίας ο Τελαμώνιος.

Γυρτώνη, (Β 738): Πόλη της Πελασγιώτιδας, κοντά στον Πηνειό ποταμό.

 

  

Δ

 Δαίδαλος, (Σ 592): Αρχιτέκτονας, γλύπτης, μηχανικός και εφευρέτης εργαλείων. Καταγόταν από την Αθήνα και ήταν γιος του Ευπάλαμου και της Αλκίπης, από το γένος του Ερεχθέα. Φοβούμενος πως ο ανεψιός και βοηθός του Τάλως θα τον περνούσε στην τέχνη, τον γκρέμισε από το βράχο της Ακρόπολης, σκοτώνοντάς τον. Καταδικασμένος από τον Άρειο Πάγο σε εξορία, κετέφυγε στο Μίνωα, το βασιλιά της Κρήτης, ο οποίος του ανέθεσε την κατασκευή πολών τεχνικών έργων, μεταξύ των οποίων και το Λαβύρινθο. Ο Μίνως ζήτησε από τον Ποσειδώνα ένα σημάδι για την κυριαρχία του, υποσχόμενος να το θυσιάσει. Όταν όμως είδε τον πανέμορφο άσπρο ταύρο που του έστειλε, λυπήθηκε να τον θυσιάσει. Τότε ο Ποσειδώνας έκανε τη γυναίκα του Μίνωα, την Πασιφάη, να ερωτευτεί παράφορα τον Ταύρο. Αυτή ζήτησε μάλιστα τη βοήθεια του Δαίδαλου, ο οποίος κατασκεύασε μια αγελάδα μέσα στην οποία μπήκε η Πασιφάη, ξεγέλασε τον ταύρο και συνευρέθηκε μαζί του. Από αυτήν την παρά φύση συνεύρεση γεννήθηκε ο Μινώταυρος, ένα σαρκοβόρο τέρας με κεφαλή ταύρου και σώμα ανθρώπου. Για τιμωρία ο Δαίδαλος απαγορεύτηκε να φύγει. Τότε ο Δαίδαλος κατασκεύασε δυο ζευγάρια φτερά και πέταξε με το γιο του Ίκαρο, που αψηφώντας τις συμβουλές του πατέρα του πέταξε πολύ ψηλά, με αποτέλεσμα να λιώσει το κερί και να πέσει στη θάλασσα. Το μέρος που έπεσε ονομάστηκε Ικάριο πέλαγος. Ο Δαίδαλος συνέχισε την πτήση του κι έφτασε στη Σικελία. Αναζητώντας τον ο Μίνωας έφτασε και αυτός στη Σικελία, όπου τον σκότωσαν οι κόρες του βασιλιά της χώρας.

Δαίτωρ, (Θ 275): Τρωαδίτης πολεμιστής. Τον σκότωσε ο Τεύκρος.

Δάμασος, (Μ 183): Τρώας πολεμιστής. Τον σκότωσε ο Πολυποίτης, ο γιος του Πειρίθου, του βασιλιά της Θεσσαλίας.

Δαμαστορίδης, 1. (Π 416): Ο γιος του Δαμάστορα Τληπόλεμος, Τρώας πολεμιστής. Τον σκότωσε ο Πάτροκλος. 2. (υ 321): Ο γιος του Δαμάστορα Αγέλαος, ένας από τους μνηστήρες της Πηνελόπης, που τον σκότωσε ο Οδυσσέας.

Δανάη, (Ξ 319): Κόρη του βασιλιά του Άργους Ακρίσιου και της Ευρυδίκης, κόρης του Λακεδαίμονα και της Σπάρτης. Όταν ο πατέρας της πήρε το χρησμό ότι θα σκοτωνόταν από τον εγγονό που θα γεννούσε η κόρη του, την έκλεισε σε ένα υπόγειο που το έντυσε με χάλυβα. Στη φυλακή της αυτήν την επισκέφτηκε ο Δίας με μορφή χρυσής βροχής και ενώθηκε μαζί της. Από την ένωση αυτή γεννήθηκε ο Περσέας. Μαθαίνοντάς το αυτό ο Ακρίσιος έκλεισε μάνα και παιδί σε ένα μπαούλο και το πέταξε στη θάλασσα. Το μπαούλο αυτό το ψάρεψε ο αδερφός του Πολυδέκτη, βασιλιά της Σερίφου, ο Δίκτης, που τους προστάτεψε. Όταν ο Πολυδέκτης θέλησε να βιάσει τη Δανάη, ο Περσέας με τη βοήθεια της κεφαλής της Μέδουσας, τους απολίθωσε.

Δαναοί, (Α 42): Το όνομα των Αργείων. Δαναοί όμως καλούνται και όλα τα ελληνικά φύλα που πήραν μέρος στην εκστρατεία κατά της Τροίας.

Δαρδανίδης, (Γ 303): Απόγονος του Δάρδανου. Οι κυριότεροι από αυτούς ήταν: ο Εριχθόνιος, ο Τρώας, ο Ίλος, ο Ασσάρακος, ο Γανυμήδης, ο Αγχίσης, ο Πρίαμος, ο Έκτορας, ο Πάρης κ.ά.

Δαρδανίη, (Υ 216): Η πόλη που έχτισε ο Δάρδανος στους πρόποδες του βουνού της Τροίας Ίδη.

Δαρδάνιαι (πύλαι), (Ε 789): Οι Δαρδάνιες πύλες, εννοεί τις Σκαιές πύλες, τις δυτικές πύλες των τειχών της Τροίας. Κοντά σ΄ αυτές μονομάχησε ο Αχιλλέας με τον Έκτορα.

Δαρδάνιοι, (Β 819): Οι κάτοικοι της Δαρδανίας, συγγενείς με τους κατοίκους του Ίλιου, που αναφέρονται ως Τρώες.

Δαρδανίδες, (Σ 122): Οι γυναίκες της Δαρδανίας.

Δαρδανίωνες, (Η 414): Οι Δαρδάνιοι, οι κάτοικοι της Δαρδανίας.

Δάρδανος, 1. (Υ 215): Γιος του Δία και της Ηλέκτρας, της κόρης του βασιλιά της Αρκαδίας Άτλαντα . Μετά τον κατακλυσμό, που σκέπασε όλην την Αρκαδία, μαζί με τον αδερφό του Ιασίωνα πέρασαν στη Σαμοθράκη όπου κι εγκαταστάθηκαν. Αργότερα ο Δάρδανος εγκαταστάθηκε στη απένταντι, Μικρασιατική ακτή και παντρεύτηκε την κόρη του βασιλιά Τεύκρου Βάτεια ή Αρίσβη κι έχτισε πόλη που ονομάστηκε Δάρδανος.

  

Άτλας+Πλειόνη     Κρόνος+Ρέα

Ι                               Ι

Ηλέκτρα     +          Δίας

Ι

____________________

Ι                  Ι                    Ι

Ιασίονας    Αρμονία      Δάρδανος+Βατίεια (ή Αρίσβη)

Ι

__________________________________________________

Ι                           Ι                                                Ι                      Ι

Ίλος (1)           Εριχθόνιος+Αστυόχη (1)           Ζάκυνθος            Ιδαία+Φινέας

Ι

Τρώας+Καλλιρόη

Ι

_____________________________________________

Ι               Ι                                    Ι                                    Ι

Κλεοπάτρα   Ίλος (2)+Ευρυδίκη  Ασσάρακος+Ιερομνήμη  Γανυμήδης

Ι

_________________________________

Ι                                                                 Ι

Καλύβη+Λαομέδοντας+Στρυμώ                                  Θεμίστη+Κάπης

Ι                      Ι

Βουκολίονας  __________________________________________________

Ι              Ι             Ι            Ι                 Ι               Ι             Ι         Ι

Τιθωνός Λάμπρος Κλυτίος Ικετάονας Ποδάρκης Ησιόνη Κίλλα Αστυόχη

(Πρίαμος)                             (2)

 

Γενεαλογικός Πίνακας 4: Δάρδανος

 

  Από τη Βάτεια απέκτησε τον Ίλο, ο οποίος πέθανε άτεκνος (έδωσε όμως το όνομά του στην πόλη) και τον Εριχθόνιο, πατέρα του βασιλιά των Τρώων Τρώα. 2. (Υ 460): Γιος του Βίαντα, Τρώας πολεμιστής. Τον σκότωσε ο Αχιλλέας.

Δάρης, (Ε 9): Τρωαδίτης άρχοντας, ιερέας του Ήφαιστου, πατέρας του Φηγέα, μαχητή που σκότωσε ο Διομήδης, και του Ιδαίου, ηνίοχου και κήρυκα του Πρίαμου.

Δαυλίς, (Β 520): Αρχαία πόλη της Φωκίδας.

Δείμος, (Δ 440): Είναι γιος του Άρη και της Αφροδίτης, αδερφός του Φόβου και υπηρέτης και ηνίοχος του θεού Άρη. Μαζί με τον αδερφό του το Φόβο είναι μόνιμοι σύντροφοι του θεού Άρη και ουσιαστικά είναι η προσωποποίηση του φόβου και του τρόμου κατά τη μάχη.

Δεισήνωρ, (Ρ 217): Ένας από τους Λύκιους πολεμιστές που αγωνίστηκαν για να πάρουν  το πτώμα του Πάτροκλου από τους Αχαιούς και να το μεταφέρουν στην Τροία.

Δεξαμένη, (Σ 44): Μια από τις πενήντα Νηρηίδες, κόρη του Νηρέα και της Ωκεανίδας Δωρίδας.

Δεξιάδης, (Η 15): Γιος του Δέξιου Ιφίνοας. Σκοτώθηκε από τον Λύκιο Γλαύκο.

Δευκαλίδης, (Μ 117): Ο γιος του Δευκαλίωνα, ο Ιδομενέας.

Δευκαλίων, 1. (Ν 451): Ο γιος του βασιλιά της Κρήτης Μίνωα, βασιλιάς της Κρήτης και αυτός. 2. (Υ 478): Τρώας πολεμιστής. Τον σκότωσε ο Αχιλλέας.

Δηικόων, (Ε 534): Τρώας πολεμιστής, γιος του Πέργασου. Τον σκότωσε ο Αγαμέμνονας.

Δηιοπίτης, (Λ 420): Γιος του Πρίαμου. Τον σκότωσε ο Οδυσσέας.

Δηίοχος, (Ο 341): Ένας από τους Αχαιούς πολεμιστές. Τον σκότωσε ο Πάρης.

Δηίπυλος, (Ε 325): Γενναίος Αχαιός μαχητής, σύντροφος του Σθένελου.

Δηίπυρος, (Ι 83): Αχαιός πολεμιστής του Νέστορα. Τον σκότωσε ο γιος του Πρίαμου Έλενος.

Δηίφοβος, ο (Μ 94): Γιος του Πρίαμου από την Εκάβη, ο πιο γενναίος μετά τον Έκτορα. Με τη μορφή του Δηίφοβου παρουσιάστηκε η Αθηνά στον Έκτορα. Μετά το θάνατο του Πάρη παντρεύτηκε την Ωραία Ελένη,  με την οποία ήταν ερωτευμένος κι όταν ζούσε ο αδερφός του. Ήταν από εκείνους που δεν ήθελαν να αποδώσουν την Ελένη στους Αχαιούς. Γι΄ αυτό, μετά την άλωση της Τροίας, ο Οδυσσέας και ο Μενέλαος αναζήτησαν το σπίτι του και το έκαψαν. Αυτόν τον ίδιο τον πρόδωσε η Ελένη στο Μενέλαο, ο οποίος αφού τον βασάνισε, τον ακρωτηρίασε.

Δήλος, (ζ 162): Το νησί του Αιγαίου, τόπος γέννησης του θεού Απόλλωνα, όπου υπήρχε το περίφημο ιερό του.

Δημήτηρ, (Β 696): Η Δήμητρα, η μητρική θεά της γης, που ανήκει στη δεύτερη θεϊκή γεννιά. Είναι η θεά της γεωργίας και θυγατέρα του Κρόνου και της Ρέας, αδερφή του Δία με τον οποίο έκανε την Περσεφόνη. Όταν ο  Πλούτωνας άρπαξε την Περσεφόνη στον Άδη, η Δήμητρα απελπισμένη την αναζητούσε. Έτσι, μεταμορφωμένη σε γριά, έφτασε στην Ελευσίνα, όπου ανέλαβε την ανατροφή του βασιλόπουλου Δημοφώντα. Αφού αποκάλυψε την ταυτότητά της τους είπε να χτίσουν ένα ναό. Στον ναό αυτόν μάζεψε όλους τους σπόρους τους οποίους και εμπόδισε να βλαστήσουν. Μπρος στον κίνδυνο να αφανιστεί το ανθρώπινο γένος, ο Δίας έπεισε τον Πλούτωνα να αφήσει την Περσεφόνη να περνά τα 2/3 του χρόνου με τη μητέρα της και τον υπόλοιπο χρόνο στον Άδη. Η Δήμητρα δίδαξε στους ανθρώπους την καλλιέργεια του σιταριού και στους βασιλιάδες της Ελευσίνας Κελεό, Τριπτόλεμο, Διολή και Εύμολπο, τα Ελευσίνια Μυστήρια.

Δημόδοκος, (θ 44): Τυφλός, μα ξακουστός αοιδός στο παλάτι του βασιλιά των Φαιάκων Αλκίνοου.

Δημοκόων, (Δ 499): Νόθος γιος του Πρίαμου.

Δημολέων, (Υ 395): Τρώας πολεμιστής, γιος του Αντήνορα. Τον σκότωσε ο Αχιλλέας.

Δημοπτόλεμος, (χ 266): Ένας από τους μνηστήρες της Πηνελόπης. Τον σκότωσε ο Οδυσσέας.

Δημούχος, (Υ 457): Γιος του Φιλήτορα, Τρώας πολεμιστής. Τον σκότωσε ο Αχιλλέας.

Δίας, βλέπε Ζεύς.

Δίη, (λ 325): Το νησί Νάξος.

Διοκλής, (Ε 547): Ήρωας των Μεγαρέων, γιος του Ορτίλοχου, βασιλιάς στις Φηρές της Μεσσήνης. Ήταν πατέρας δυο γενναίων πολεμιστών των Αχαιών στην Τροία, του Κρήθωνα και του Ορσίλοχου.

Διομήδη, (Ι 665): Σκλάβα του Αχιλλέα, από τη Λέσβο, κόρη του Φόρβαντα.

Διομήδης, (Β 567): Γιος του Τυδέα (γιου του βασιλιά των Αιτωλών Οινέα) και της Δηιπύλης, κόρης του Άδραστου. Διαδέχτηκε τον παππού του στο θρόνο του Άργους. Είναι πολύ ανδρείος και ικανός. Πήρε μέρος στην εκστρατεία κατά της Τροίας με ογδόντα καράβια.

Δίον, (Β 538): Αρχαία πόλη στη Βόρεια Εύβοια. Για το Μακεδονικό Δίον δεν γίνεται λόγος από τον Όμηρο.

Διόνυσος, (Ζ 132): Ο θεός της γονιμότητας της φύσης  και ειδικά του αμπελιού και του κρασιού. Είναι γιος του Δία και της Σεμέλης, της κόρης του Κάδμου και της Αρμονίας. Η Σεμέλη, ως αγαπημένη του Δία, του ζήτησε να φανερωθεί μπροστά της με όλη του τη δύναμη. Δεν μπόρεσε όμως να αντέξει τις αστραπές και έπεσε κεραυνοβολημένη. Τότε ο Δίας της πήρε το μωρό από την κοιλιά και το έρραψε μέσα στο πόδι του, περιμένοντας να συμπληρωθεί ο χρόνος της κύησης. Τότε το έβγαλε καλοσχηματισμένο και το έδωσε στον Ερμή, ο οποίος το πήγε στον Αθάμαντα και την Ινώ να το αναθρέψουν. Με την Αριάδνη, που τη βρήκε στη Νάξο εγκαταλειμένη από το Θησέα έκανε το Θόα, το Στάφυλο, τον Οινοποίωνα και τον Πεπάρηθο.

Δίος, (Ω 251): Ένας από τους γιους του Πρίαμου, που πήραν εντολή από τον πατέρα τους να φορτώσουν τα λύτρα που ζητήθηκαν από τον Αχιλλέα για το πτώμα του Έκτορα.

Διώνη, (Ε 370): Η μητέρα της Αφροδίτης και σύζυγος του Δία.

Διώνυσος, (ω 74): Ο Διόνυσος (βλέπε λέξη).

Διώρης, 1. (Δ 517): Αχαιός, γιος του Αμαρυγκέα, του ηγεμόνα των Επειών. Τον σκότωσε ο Θράκας Πείροος. 2. (Ρ 429): Ο πατέρας του Αυτομέδοντα, του ηνίοχου του Αχιλλέα.

Δμήτωρ, (ρ 443): Γιος του Ίασου, βασιλιά της Κύπρου. Πρόκειται μάλλον για φανταστικό όνομα που σοφίστηκε ο Οδυσσέας. Όταν ο Οδυσσέας έφτασε στο παλάτι του μεταμορφωμένος σε ζητιάνο, διηγήθηκε στους μνηστήρες μια φανταστική περιπέτεια που είχε στην Αίγυπτο, όπου τον συνέλαβαν αιχμάλωτο και τον έστειλαν στο βασιλιά της Κύπρου Δμήτορα.

Δολίος, (δ 735): Πιστός υπηρέτης της Πηνελόπης, που με τα παιδιά του βοήθησε τον Οδυσσέα να σκοτώσει τους μνηστήρες.

Δολοπίων, (Ε 77): Πατέρας του Υψήνορα, ιερέας του Σκάμανδρου. Τον σκότωσε ο γιος του Ευαίμονα, ο Ευρύπυλος.

Δόλοπες, (I 484): Θεσσαλική φυλή κοντά στον ποταμό Ενιπέα.

Δόλοψ, (Ο 526): Τρωαδίτης πολεμιστής, γιος του Λάμπου και εγγονός του Λαομέδοντα. Τον σκότωσε ο Μενέλαος.

Δόλων, (Κ 314): Γιος του Ευμήδεου, Τρωαδίτης πολεμιστής, που πιάστηκε από το Διομήδη και τον Οδυσσέα σαν κατάσκοπος. Σκοτώθηκε από αυτούς, αφού τους έδωσε πολύτιμες πληροφορίες για το στρατόπεδο των Τρώων και των συμμάχων τους.

Δόρυκλος, (Λ 489): Νόθος γιος του Πρίαμου. Τον σκότωσε ο Αίας ο Τελαμόνιος.

Δουλιχιεύς, (σ 127): Ο κάτοικος του Δουλίχιου. Αναφέρεται στο Νίσο, τον πατέρα του μνηστήρα της Πηνελόπης Αμφίνομου.

Δουλίχιον, (Β 625): Νησί στα νοτιοανατολικά της Ιθάκης, στις Εχινάδες νήσους, όπου κατοικούσαν οι Επειοί. Από το νησί αυτό καταγόταν και ο Νίσος, ο πατέρας του μνηστήρα της Πηνελόπης Αμφίνομου.

Δρακίος, (Ν 692): Αρχηγός των Επειών, που υπεράσπιζε τα κράβια των Αχαιών, τα οποία προσπαθούσε να κάψει ο Έκτορας, πιστεύοντας ότι αυτό θα τους έδινε την τελική νίκη.

Δρήσος, (Ζ 20): Τρώας πολεμιστής. Τον σκότωσε ο Ευρύαλος.

Δρύαψ, 1. (Α 263): Μυθικός ήρωας, βασιλιάς των Λαπιθών που πολέμησε κατά των Κενταύρων. 2. (Ζ 130): Γιος του Λυκούργου.

Δρύοψ, (Υ 455): Ένας από τους γιους του Πρίαμου. Τον σκότωσε ο Αχιλλέας.

Δύμας, 1. (Π 718): Βασιλιάς των Φρυγών, πατέρας του Άσιου και της Εκάβης, της γυναίκας του Πρίαμου. 2. (ζ 22): Φαίακας ναυτικός.

Δυναμένη, (Σ 43): Μια από τις Νηρηίδες, θυγατέρα του Νηρέα και της Ωκεανίδας Δωρίδας.

Δύσπαρις, (Γ 39): Μόνον στην Κλητική:  κακέ Πάρη.

Δωδωναίος, (Π 333): Αυτός που λατρευόταν στη Δωδώνη, δηλαδή ο Δίας.

Δωδώνη, (Β 750): Αρχαία πόλη της Ηπείρου, ονομαστή για το μαντείο του Δωδωναίου Δία, όπου λατρευόταν και η Διώνη και ο Απόλλωνας. Στο μαντείο αυτό, κτίσμα των Πελασγών και των Σελλών (ή Ελλών), τους χρησμούς τους έδιναν αρχικά άντρες, αργότερα δε τρεις γριές γυναίκες. Επρόκειτο για ερμηνεία του θροΐσματος των φύλλων της Ιεράς Δρυός, του ήχου του Δωδωναίου Χαλκείου, ενός χάλκινου οργάνου και των ονείρων.

Δωριέες, (τ 177): Οι Δωριείς, ένα από τα τέσσερα ελληνικά φύλα, απόγονοι του Δώρου, γιου του Έλληνα. Αρχικά κατοικούσαν γύρω από τον 'Ολυμπο, όπου κατέλαβαν τη χώρα των Δρυόπων, μεταξύ Οίτης και Παρνασσού, την οποία ονόμασαν Δωρίδα. Κατόπιν κατέβηκαν στην Πελοπόννησο και υποδούλωσαν τους Αχαιούς. Από τη Λακωνική πέρασαν στην Κρήτη και από εκεί στην Ασία.

Δώριον, το (Β 594): Αρχαία πόλη στην επικράτεια του Νέστορα.

Δωρίς, η (Σ 45): Μια από τις Νηρηίδες, κόρη του Νηρέα και της κόρης του Ωκεανού Δωρίδας. Έχει το ίδιο όνομα με τη μητέρα της.

Δωτώ, η (Σ 43): Μια από τις Νηρηίδες, τις πενήντα κόρες του Νηρέα και της Ωκεανίδας Δωρίδας.

  

Ε

 Ειλείθυια, η (Π 187): Θυγατέρα του Δία και της Ήρας, θεά του τοκετού και προστάτιδα των επίτοκων γυναικών. Προκαλούσε τις ωδίνες του τοκετού αλλά συμπαραστεκόταν στη γυναίκα που γεννούσε μέχρι το αίσιο τέλος του τοκετού. Διέμενε στην Αμνισό της Κρήτης σε ένα σπήλαιο. Στον πληθυντικό, ως Ειλείθυιαι, είναι η προσωποποίηση των πόνων του τοκετού.

Ειλέσιον, το (Β 499): Αρχαία πόλη της Βοιωτίας, που μαζί με τις άλλες Βοιωτικές πόλεις πήρε μέρος στην εκστρατεία κατά της Τροίας με πενήντα καράβια.

Ειρέτρια, η (Β 531): Η πόλη Ερέτρεια της Εύβοιας.

Εκάβη, η (Ζ 293): Η δεύτερη γυναίκα του βασιλιά των Τρώων Πρίαμου, κόρη του βασιλιά των Φρύγων Δύμαντα. Ήταν μητέρα του Έκτορα και άλλων δεκαοχτώ παιδιών.

Εκαμήδη, η (Λ 624): Η κόρη του Αρσίνοου. Όταν ο Αχιλλέας κυρίεψε την Τένεδο, οι Έλληνες την έδωσαν ως γέρας (δώρο) στο Νέστορα.

Εκτόρεος, ο (Β 416): Αυτός που ανήκει στον Έκτορα.

Εκτορίδης, ο (Ζ 401): Ο γιος του Έκτορα και της Ανδρομάχης Αστυάνακτας, τον οποίο ο Έκτορας αποκαλούσε Σκαμάνδριο. Με τον Εκτορίδη, νήπιο ακόμα, στα χέρια της η Ανδρομάχη παρακαλεί τον Έκτορα να τον λυπηθεί και να αποφύγει τον πόλεμο. Ο μικρός Αστυάνακτας είχε τραγικό τέλος. Μετά την άλωση της Τροίας, ο Οδυσσέας ή ο Μενέλαος ή ο Νεοπτόλεμος (ο γιος του Αχιλλέα), τον έρριξε από τα τείχη.

Εκτωρ, ο (Ζ 390): Γιος του Πρίαμου και της Εκάβης, σύζυγος της Ανδρομάχης, πατέρας του Αστυάνακτα και αρχηγός όλων των Τρώων, ο άριστος των Τρώων σε ανδρεία, φρόνηση και ευγενές ήθος, εφάμιλλος του Αχιλλέα των Αχαιών. Ο αγαπημένος γιος του Πρίαμου. Είναι αυτός που ασκεί ουσιαστική εξουσία και ο λαός του τον υπεραγαπά, αποδίδοντάς του σχεδόν θεϊκές τιμές.  Αντιμετώπισε τους πιο γενναίους και άξιους Αχαιούς, έφτασε μέχρι τα πλοία τους που ήθελε να τα κάψει. Έκαψε μάλιστα το πλοίο του Πρωτεσίλαου, ενώ τραυμάτισε το Διομήδη, τον Οδυσσέα και τον Αγαμέμνονα. Δεν έχει σχεδόν καμιά ανθρώπινη αδυναμία, είναι ευγενής στους αδύνατους, υπερήφανος στους δυνατούς, ευλαβής στους θεούς, τρυφερός σύζυγος, φιλόστοργος πατέρας, αγαπητός στους θεούς Απόλλωνα και Άρη, σκληρός πολεμιστής και φοβερός μονομάχος. Σκότωσε τον Πάτροκλο. Αυτό έκανε τον Αχιλλέα να πάρει και πάλι μέρος στις μάχες. Μπροστά στα τείχη της Τροίας γίνεται άγρια μονομαχία και ο Αχιλλέας τραυματίζει τον Έκτορα θανάσιμα. Πριν ξεψυχήσει ο Έκτορας τον παρακαλεί να δώσει το πτώμα του στους δικούς του για να τον θάψουν και να τον κλάψουν όπως συνήθιζαν. Μάταια  όμως. Ο Αχιλλέας τον δένει στο άρμα του και κάνει με αυτό τρεις φορές το γύρο των τειχών της Τροίας και τελικά το αφήνει στο στρατόπεδό του άταφο, βορά σε σκυλιά και όρνεα. Η Αφροδίτη και ο Απόλλωνας διατηρούν το σώμα του ανέπαφο. Φορτωμένος με πολύτιμα δώρα φτάνει ο Πρίαμος και ζητά το πτώμα του γιού του το οποίο και παίρνει.

Ελασος, ο (Π 696): Τρώας πολεμιστής. Τον σκότωσε ο Πάτροκλος.

Ελατος, ο 1. (Ζ 33): Τρώας πολεμιστής από την Πήδασο. Τον σκότωσε ο Αγαμέμνονας. 2. (Χ 267): Ένας από τους μνηστήρες της Πηνελόπης, που τον σκότωσε ο χοιροβοσκός Εύμαιος.

Ελατρεύς, ο (Θ 111): Αρχοντόπουλο των Φαιάκων, που πήρε μέρος στους αγώνες που διοργάνωσε ο βασιλιάς των Φαιάκων Αλκίνοος προς τιμήν του Οδυσσέα.

Ελένη, η (Β 161): Η Ωραία Ελένη, η περίφημης ομορφιάς γυναίκα του βασιλιά της Σπάρτης Μενέλαου, γιου του Ατρέα και αδερφού του βασιλιά των Μυκηνών Αγαμέμνονα. Είναι η αιτία του Τρωικού πολέμου που κράτησε δέκα ολόκληρα χρόνια. Ο μύθος της είναι αρκετά περίπλοκος, στα ομηρικά έπη όμως είναι σχετικά σαφής. Είναι κόρη του Δία και της Λήδας, αλλά έχει ανθρώπινο πατέρα της τον Τυνδάρεο, βασιλιά της Σπάρτης, αδερφούς τους Διόσκουρους Κάστορα και Πολυδεύκη και αδερφή την Κλυταιμνήστρα, τη γυναίκα του Αγαμέμνονα.

 

 

Αγήνορας+Επικάστη

Ι

____________________

Ι                                       Ι

Πoρθάονας                        Δημονίκη+Άρης

Ι

Θέστιος+Ευρύθεμις

Ι

____________________________________________________________

Ι                          Ι                              Ι               Ι             Ι                Ι              Ι

Αλθαία         Τυνδάρεος +Λήδα+ Δίας Υπερμήστρα   Ίφικλος    Εύπιππος   Πλήξιππος   Ευρύπυλος

Ι                           Ι

______________               Ι

Ι                   Ι       Ι              _____________________

Κλυταιμνήστρα Τιμάνδρα Φιλονόη             Ι                                    Ι                            Ι

Ελένη(1)           Κάστορας    Πολυδεύκης

Ι

+ΜενέλαοςÕΕρμιόνη, Νικόστρατος

+ΠάρηςÕΕλένη(2), Βούνικος, Κόρυθος, Αγανός, Ιδαίος

+ΘησέαςÕΙφιγένεια (δεν αναφέρεται από τον Όμηρο)

+ΑχιλλέαςÕΕυφορίωνας (δεν αναφέρεται από τον Όμηρο)

+Δηίφοβος (δεν αναφέρονται παιδιά)

 

Γενεαλογικός πίνακας 5: Ελένη

 

 

Όταν ο Τυνδάρεος αποφάσισε να την παντρέψει, οι μνηστήρες ήταν πάρα πολλοί˙ σχεδόν όλοι οι πρίγκηπες της Ελλάδας. Ο Τυνδάρεος βρέθηκε σε δύσκολη θέση. Έτσι άκουσε τη συμβουλή που του έδωσε ο Οδυσσέας. Η συμβουλή ήταν να βάλει όλους τους υποψήφιους να δώσουν όρκο ότι θα σεβαστούν την επιλογή της Ελένης και πως σε περίπτωση ανάγκης, θα βοηθούσαν όλοι εκείνον που θα διάλεγε. Για τη συμβουλή του αυτή ο Τυνδάρεος του έδωσε για γυναίκα του την ανεψιά του Πηνελόπη, κόρη του αδερφού του Ικάριου, που βασίλευε στην Αιτωλία. Αυτόν τον όρκο επικαλέστηκε χρόνια αργότερα ο Μενέλαος και ανάγκασε τους αρχηγούς των Ελλήνων να κινήσουν κατά της Τροίας. Ο Πάρης, ο γιος του Πρίαμου, επισκέφτηκε κάποτε τη Σπάρτη, εποχή που ο Μενέλαος απουσίαζε στην Κρήτη. Σαγήνεψε την Ελένη και την πήρε μαζί του στην Τροία. Με τον Μενέλαο έκανε την Ερμιόνη και το Νικόστρατο και με τον Πάρη έκανε την Ελένη, το Βούνικο, τον Κόρυθο, τον Αγανό και τον Ιδαίο. Μετά το θάνατο του Πάρη παντρεύτηκε τον αδερφό του Δηίφοβο, τον οποίο, μετά την άλωση της Τροίας παρέδωσε στο Μενέλαο, ο οποίος τον σκότωσε. Η Ελένη ακολούθησε το σύζυγό της Μενέλαο στην επιστροφή για τη Σπάρτη.

Έλενος, ο 1. (Ζ 76): Γιος του Πρίαμου και της Εκάβης, ονομαστός μάντης. Μετά την άλωση της Τροίας εγκαταστάθηκε στην Ήπειρο. Μετά το θάνατο του Νεοπτόλεμου, παντρεύτηκε τη γυναίκα του Ανδρομάχη, πρώην γυναίκα του αδερφού του Έκτορα. 2. (Ε 707):  Αχαιός πολεμιστής. Τον σκότωσε ο Έκτορας.

Ελεφήνωρ, ο (Β 450): Γιος του Χαλκώδοντα, αρχηγός των Αβάντων, των αρχαιότερων κατοίκων της Εύβοιας. Πήρε μέρος στην εκστρατεία κατά της Τροίας με σαράντα πλοία.

Ελεών, ο (Β 500): Αρχαία πόλη της Βοιωτίας. Ο Ελεώνας πήρε μέρος μαζί με τις άλλες Βοιωτικές πόλεις στην εκστρατεία κατά της Τροίας, με συνολικά πενήντα καράβια και έξι χιλιάδες άντρες.

Ελικάων, ο (Γ 123): Τρωαδίτης, γιος του Αντήνορα.

Ελίκη, η (Β 575): Πόλη της Αχαΐας. Πήρε μέρος στην Τρωική εκστρατεία μαζί με τις Μυκήνες και άλλες πόλεις της Πελοποννήσου με εκατό καράβια.

Ελικώνιος,ο (Υ 404): Αυτός που ανήκει στον Ελικώνα, αλλά και ο Ποσειδώνας.

Ελλάς, η 1. (Β 683): Το τμήμα της Θεσσαλίας που ορίζεται από τους κόλπους Παγασητικό και Μαλιακό. 2. (Ι 395): Πόλη της Θεσσαλικής Φθίας, μεταξύ των ποταμών Ενιπέα και Ασωπού, έδρα της επικράτειας του Αχιλλέα. Ο Όμηρος την αναφέρει για να δηλώσει τα μέρη από όπου προέρχονταν τα στρατεύματα που πήραν μέρος στην εκστρατεία. Αργότερα κατά τους Ολυμπιακούς αγώνες η έννοια Ελλάδα περιλαμβάνει περιοχές από τις Θερμοπύλες προς το Νότο, ενώ στους Μηδικούς πολέμους περιλαμβάνει Πελοπόννησο, νησιά και Στερεά Ελλάδα. Ο Θουκυδίδης περιλαμβάνει και τη Θεσσαλία, Μακεδονία, Θράκη, Μ. Ασία και Κρήτη.

Ελληνες, οι (Β 684): Οι κάτοικοι της Ελλάδας, δηλαδή  της επικράτειας του Αχιλλέα, που αναφέρονται τοπωνυμιακά και ως Μυρμιδόνες, αλλά και γενικά ως Αχαιοί.

Ελλήσποντος, ο (Β 845): Ο πορθμός που ενώνει το Αιγαίο πέλαγος με τον Εύξεινο, χωρίζοντας την Ασία από την Ευρώπη.

Ελος, το 1. (Β 584):  Παραλιακή πόλη στη Λακωνική, που ανήκε στην επικράτεια του Μενέλαου. 2. (B 594): Αρχαία πόλη της Ήλιδας, που ανήκε στο βασίλειο του Νέστορα.

Ελπήνωρ, ο (κ 552): Ένας από τους συντρόφους του Οδυσσέα, που η Κίρκη μεταμόρφωσε σε γουρούνι. Όταν ο Ελπήνορας ξαναπήρε την ανθρώπινη μορφή, μέθυσε και αποκοιμήθηκε. Ξύπνησε από το θόρυβο των συντρόφων του που έφευγαν και από σύγχυση, αντί να κατέβη από τη σκάλα έπεσε από τη σκεπή και σκοτώθηκε.

Ενετοί, οι (Β 852.: Αρχαίος λαός της Παφλαγονίας, σύμμαχοι των Τρώων κατά των Αχαιών. Μετά την άλωση της Τροίας εγκαταστάθηκαν στην Αδριατική.

Ενιήνες, οι (Β 749): Οι Αινιάνες, λαός που κατοικούσε στην Ήπειρο, κοντά στη Δωδώνη.

Ενιπεύς, ο (λ 238): Ποταμός της Θεσσαλίας, παραπόταμος του Πηνειού και ποτάμιος θεός. Με αυτόν ενώθηκε η κόρη του Σαλμωνέα Τυρώ και γέννησε τους δίδυμους Νηλέα και Πελία.

Ενίσπη, η (Β 606): Πόλη της Αρκαδίας. Μαζί με άλλες αρκαδικές πόλεις πήρε μέρος στην εκστρατεία κατά της Τροίας με αρχηγό τον Αγαπήνορα και εξήντα καράβια.

Εννομος, ο (Β 858): Αρχηγός των Μυσών και μάντης. Τον σκότωσε ο Αχιλλέας.

Ενόπη, η (Ι 150): Μια από τις εφτά πόλεις που θα έδινε ο Αγαμέμνονας τον Αχιλλέα, αν δεχόταν να γυρίσει στη μάχη και μετά την άλωση της Τροίας δεχόταν να γίνει γαμπρός του σε μιαν από τις τρεις κόρες του.

Ενυάλιος, ο (Β 651): Πανάρχαιος θεός του πολέμου, τη βοήθεια του οποίου επικαλούνταν οι πολεμιστές πριν από τη μάχη. Αργότερα ταυτίστηκε με τον Άρη και το Ενυάλιος έγινε επίθετο του Άρη.

Ενυεύς, ο (Ι 668): Γιος του Διόνυσου και της Αριάδνης, βασιλιάς της Σκύρου. Τον σκότωσε ο Αχιλλέας.

Ενυώ, η (Ε 333): Αρχαία θεά του πολέμου, σύντροφος του Άρη. Η προσωποποίηση της μάχης.

Εξάδιος, ο (Α 264): Ένας από τους Λαπίθες.

Επάλτης, ο (Π 415): Τρωαδίτης πολεμιστής. Τον σκότωσε στη μάχη ο Πάτροκλος.

Επειγεύς, ο (Π 571): Γιος του Αγακλέα, ένας Μυρμιδόνας, ηγεμόνας του Βούδειου. Πήγε ως ικέτης στον πατέρα του Αχιλλέα, επειδή σκότωσε έναν εξάδερφό του. Ο Πηλέας τον έστειλε συνοδό του Αχιλλέα στον Τρωικό πόλεμο. Σκοτώθηκε από τον Έκτορα.

Επειοί, οι (Δ 537): Πελασγικός λαός, στά βορειοδυτικά της Πελοποννήσου, στις Εχινάδες νήσους, γενάρχης του οποίου θεωρείται ο Επειός, γιος του Ενδυμίωνα. Αργότερα ονομάστηκαν έτσι οι κάτοικοι της Ήλιδας, οι Ηλείοι.

Επειός, ο (Ψ 665): Γιος του Πανοπέα, από τη Φωκίδα. Με τη βοήθεια της Αθηνάς κατασκεύασε το Δούρειο Ίππο.

Επήριτος, ο (ω 306): Γιος του Αφείδαντα, άρχοντα της Σικανίας. ΄Όταν ο Οδυσσέας παρουσιάστηκε στον πατέρα του Λαέρτη, του είπε πως τάχα ήταν ο Επήριτος.

Επίδαυρος, ο (Β 561): Αρχαία πόλη της Αργολίδας.

Επικάστη, η (λ 271): Η κόρη του Μενοικέα, γυναίκα του Λάϊου και μητέρα του Οιδίποδα, η Ιοκάστη. Χωρίς να το γνωρίζει παντρεύτηκε το γιο της (ο οποίος χωρίς να το γνωρίζει, σκότωσε τον άντρα της και πατέρα του), με τον οποίο έκανε τους Ετεοκλή και  Πολυνείκη και τις Ισμήνη και Αντιγόνη. Όταν το έμαθε η Επικάστη, κρεμάστηκε, ο δε Οιδίποδας τυφλώθηκε και αυτοεξορίστηκε στην Αθήνα.

Επικλής, η (Μ 379): Ανδρείος Τρωαδίτης πολεμιστής, συνοδός του Σαρπηδόνα. Τον σκότωσε ο Αίας ο Τελαμώνιος.

Επίστροφος, ο 1. (Β 517): Ένας από τους γιους του Ίφιτου, που μαζί με τον αδερφό του Σχεδίο, ήταν αρχηγοί των Φωκέων. 2. (Β 692): Γιος του Εύνηνου, βασιλιά της Λυρνησσού. Τον σκότωσε ο Αχιλλέας. 3. (Β 856): Αρχηγός των Αλιζώνων, συμμάχων των Τρώων.

Επίστωρ, ο (Π 695): Τρώας πολεμιστής. Τον σκότωσε ο Πάτροκλος.

Επτάπορος, ο (Μ 20): Ποταμός της Μυσίας, που χύνεται στον Αδραμυτηνό κόλπο.

Ερεμβοί, οι (δ 84): Μυθικός λαός της Ασίας στην Αραβία, τρωγλοδύτες.

Ερετμεύς, ο (θ 112): Ένας νέος που πήρε μέρος στους αγώνες που διοργάνωσε ο βασιλιάς Αλκίνοος προς τιμήν του Οδυσσέα.

Ερευθαλίων, ο (Δ 319): Αρκάδας ήρωας, τον οποίο σκότωσε ο Νέστορας, όταν οι Αρκάδες επιτέθηκαν κατά της Πύλου.

Ερεχθεύς, ο (Β 547): Μυθικός ήρωας και βασιλιάς των Αθηνών, γιος του Ήφαιστου, ταυτιζόμενος με τον Εριχθόνιο. Κατά την επίθεση των Θρακών και Ελευσινίων, θυσίασε την κόρη του Πρωτογένεια για να σώσει την Αθήνα, όπως έλεγε ο χρησμός του μαντείου των Δελφών. Καθιέρωσε τις γιορτές των Αθηναίων Παναθήναια και Ελευσίνια. Προς τιμήν του οι Αθηναίο έχτισαν το Ερέχθειον στην Ακρόπολη.

Ερινύς, ο (Ι 454): Τη λέξη τη συναντάμε στον πληθυντικό. Είναι οι Ερινύες, οι θεές της εκδίκησης, που καταδιώκουν και τιμωρούν τους ένοχους, ιδιαίτερα τους φονιάδες και τους επίορκους. Είναι η Αληκτώ, η Μέγαιρα και η Τισιφόνη. Ονομάζονται και Ποιναί, Αραί και Μανίαι, αλλά και, κατΈυφημισμόν, Ευμενίδαι.

Εριφύλη, η (λ 326):Κόρη του Ταλαού, βασιλιά του Άργους, αδερφή του Άδραστου και μητέρα των Αλκμαίωνα και Αμφίλοχου. Κατά την εκστρατεία των Επτά επί Θήβας για επαναφορά του Πολυνείκη στη Θήβα, η Εριφύλη, δωροδοκημένη από τον Πολυνείκη με το Περιδέραιο της Αρμονίας, ανάγκασε τον άντρα της Αμφιάραο να πάρει μέρος στην εκστρατεία, αν και εκείνος, ως μάντης που ήταν, ήξερε ότι θα σκοτωθεί. Ο γιος της Αλκμαίωνας, εκδικούμενος το θάνατο του πατέρα του, τη σκότωσε.

Εριχθόνιος, ο (Υ 219): Γιος του Δάρδανου και πατέρας του Τρώα. Για τον  Εριχθόνιο, θεό και βασιλιά της Αθήνας, βλέπε λέξη Ερεχθεύς.

Εριώπις, η (Ν 697): Η γυναίκα του Οϊλέα, βασιλιά των Οπουντίων Λοκρών, και μητέρα του Αίαντα του Λοκρού.

Ερμαίος, ο (π 471): Ως επίθετο, αυτός που ανήκει στον Ερμή. Πρόκειται για τον Ερμαίο λόφο, ιερό λόφο κάτω από το Νήιο.

Ερμείας, ο: Βλέπε λέξη Ερμής.

Ερμής, ο (Ε 390): Ο θεός Ερμής, ο γιος του Δία με τη Μαία. Είναι ο αγγελιοφόρος των θεών,  εκτελεστής των παραγγελιών του Δία. Ακόμα, είναι και ψυχοπομπός, δηλαδή οδηγεί τις ψυχές των θνητών στον Άδη.

Ερμιόνη, η 1. (Β 560): Αρχαία πόλη της Αργολίδας, που έλαβε μέρος στην εκαστρατεία κατά της Τροίας. 2. (δ 14): Η κόρη του Μενέλαου και της Ωραίας Ελένης, επίσης πολύ φημισμένη για την ομορφιά της. Ο Όμηρος μάλιστα την συγκρίνει με την Αφροδίτη. Λίγο πριν την άλωση της Τροίας, ο Μενέλαος την αρραβώνιασε με τον γιο του Αχιλλέα Νεοπτόλεμο. Όταν οι Αχαιοί επέστρεψαν στην πατρίδα, οι γάμοι έγιναν στη Σπάρτη. Στους γάμους αυτούς παραβρέθηκε και ο Τηλέμαχος, ο οποίος, ως γνωστόν, είχε πάει στη Σπάρτη για να μάθει νέα για τον πατέρα του. Η μυθολογία αναφέρει ότι πιο μπροστά παντρεύτηκε τον εξάδερφό της Ορέστη, ο οποίος φέρεται να έχει σκοτώσει τον Νεοπτόλεμο στους Δελφούς.

Ερμος, ο (Υ 392): Ποτάμι της Μυσίας που χύνεται στο Αιγαίο.

Ερυθίνοι, οι (Β 855): Τοποθεσία στην Παφλαγονία.

Ερύθραι, αι (Β 499): Πόλη της Βοιωτίας, κοντά στον Ασωπό ποταμό.

Ερύλαος, ο (Π 441): Τρώας πολεμιστής. Τον σκότωσε ο Πάτροκλος.

Ερύμανθος, ο (ζ 103): Βουνό της Αρκαδίας όπου ζούσε ο Ερυμάνθιος κάπρος,  που  τον έπιασε ζωντανό ο Ηρακλής.

Ερύμας, ο 1. (Π 345): Τρωαδίτης πολεμιστής. Τον σκότωσε ο Ιδομενέας. 2. (Π 415): Άλλος Τρωαδίτης πολεμιστής. Τον σκότωσε ο Πάτροκλος.

Ετεοκλείης, ο (Δ 386): Αυτός που ανήκει στον Ετεοκλή, το γιο του Οιδίποδα.

Ετεόκρητες, οι (τ 176): Ιθαγενείς ή αυτόχθονες κάτοικοι της Κρήτης.

Ετεωνεύς, ο (δ 22): Γιος του Βόηθου, υπηρέτης του Μενέλαου. Ανήγγειλε την άφιξη του Τηλέμαχου στο παλάτι του.

Ετεωνός, ο (Β 497): Πόλη της Βοιωτίας, που πήρε μέρος στον Τρωικό πόλεμο.

Ευαιμονίδης, ο (Ε 76): Ο γιος του Ευαίμονα και εγγονός του Ορμένου Ευρύπυλος.

Ευαίμων, ο (Β 736): Ο πατέρας του Ευρύπυλου, βασιλιά του Ορμένιου της Θεσσαλίας. Πήρε μέρος στην εκστρατεία κατά της Τροίας με σαράντα πλοία.

Ευάνθης, ο (ι 197): Γιος του Μάρωνα. Ένας από τους συντρόφους του Οδυσσέα, από εκείνους με τους οποίους επισκέφτηκε τη χώρα των Κυκλώπων.

Εύβοια, η (Β 536): Το νησί των Αβάντων, η σημερινή Εύβοια.

Εύδωρος, ο (Π 179): Ένας από τους αρχηγούς των Μυρμιδόνων. Ήταν γιος του Ερμή και της όμορφης Πολυμήλης, της κόρης του Φύλαντα.

Ευηνίνη, η (Ι 557): Η Μάρπησσα, κόρη του Εύνηνου, μυθικού βασιλιά των Αιτωλών,.

Ευηνορίδης, ο (β 242): Ο γιος του Ευήνορα Λειώκριτος, ένας από τους μνηστήρες της Πηνελόπης.

Ευηνός, ο 1. (Β 693): Γιος του Σελήπιου, βασιλιά της Λυρνησσού και πατέρας του Μύνητα και του Επίστροφου, που τους σκότωσε ο Αχιλλέας. 2. Ο πατέρας της Μάρπησσας, βασιλιάς των Αιτωλών.

Εύιππος, ο (Π 417): Τρωαδίτης πολεμιστής. Τον σκότωσε ο Πάτροκλος.

Εύμαιος, ο (ξ 440): Γιος του Κτησία Ορμενίδη, πιστός υπηρέτης του Οδυσσέα, που ήταν και χοιροβοσκός του.  Από αυτόν πληροφορήθηκε ο Οδυσσέας το τι γινόταν στο παλάτι του και με αυτόν συνεννοήθηκε για το φόνο των μνηστήρων.

Ευμήδεος, ο (Κ 314): Ο Ευμήδης. Τρωαδίτης, πατέρας του Δόλωνα, κατάσκοπου στο στρατόπεδο των Αχαιών.

Εύμηλος, ο (Β 714): Γιος του βασιλιά των Φερών της Θεσσαλίας Άδμητου και της Άλκηστης, ανδρείος αρματοδρόμος στο στρατό του Αχιλλέα.

Εύνηος, ο (Η 468): Γιος του Ιάσονα με την Υψιπύλη, κόρη του Θόαντα, βασιλιά της Λήμνου. Είναι αυτός που προμήθευε με Λημνιό κρασί στους Αχαιούς πολεμιστές.

Ευπείθης, ο (α 383): Ιθακήσιος, πατέρας του Αντίνοου, μνηστήρα της Πηνελόπης. Προσπαθώντας να σκοτώσει τον Οδυσσέα, εκδικούμενος  το φόνο του γιου του, σκοτώθηκε από το Λαέρτη.

Εύρος, ο (Β 145): Νοτιοανατολικός δυνατός άνεμος.

Ευρυάδης, ο (χ 267): Ένας από τους μνηστήρες της Πηνελόπης. Τον σκότωσε ο Τηλέμαχος.

Ευρύαλος, ο 1. (Β 565): Γιος του Μηκιστέα, ένας από τους αρχηγούς των Αργείων. Πήρε μέρος στην εκστρατεία κατά της Τροίας. 2. (θ 115): Ένας από τους ευγενείς Φαίακες. Πήρε μέρος στους αγώνες που διοργάνωσε ο βασιλιάς των Φαιάκων Αλκίνοος προς τιμήν του Οδυσσέα.

Ευρυβάτης, ο 1. (Α 320): Αχαιός πολεμιστής και κήρυκας, στην υπηρεσία του Αγαμέμνονα. 2. (Β 184): Κήρυκας, στην υπηρεσία του Οδυσσέα.

Ευρυδάμας, ο 1. (Ε 149): Τρωαδίτης, πατέρας του Άβαντα και του Πολυΐδη, που τους σκότωσε ο Διομήδης, ερμηνευτής ονείρων. 2. (σ 297): Ένας από τους μνηστήρες της Πηνελόπης. Τον σκότωσε ο Οδυσσέας.

Ευριδίκη, η (γ 452): Κόρη του Κλυμένου, σύζυγος του βασιλιά της Πύλου Νέστορα.

Ευρύκλεια, η (α 429): Κόρη του Ώπα, γιου του Πεισίνορα. Η πιστή τροφός του Οδυσσέα και μετά του Τηλέμαχου. Αυτή αναγνώρισε τον Οδυσσέα από ένα σημάδι που είχε στο πόδι του. Ήταν η ουλή από το δάγκωμα ενός κάπρου.

Ευρύλοχος, ο (κ 232): Σύντροφος και γαμπρός του Οδυσσέα, από την αδερφή του Κτιμένη. Είναι αυτός που από φόβο δεν μπήκε στο ανάκτορο της Κίρκης κι έτσι δεν μεταφορφώθηκε σε χοίρο και ειδοποίησε για τα σχετικά τον Οδυσσέα. Είναι πάλι αυτός που, παρά τη συμβουλή του Τειρεσία, προέτρεψε τους συντρόφους του και έσφαξαν τις ιερές αγελάδες του Ήλιου, γεγονός που εξόργισε το Δία και τους κατακεράυνωσε, με αποτέλεσμα να σωθεί μόνον ο Οδυσσέας που κατέληξε ναυαγός στο νησί της Καλυψώς.

Ευρύμαχος, ο (α 399): Γιος του Πόλυβου, ένας από τους μνηστήρες της Πηνελόπης, από τους πιο επιφανείς άρχοντες.

Ευρυμέδουσα, η (η 8): Ηπειρώτισα, υπηρέτρια της Ναυσικάς στο παλάτι του Αλκίνοου.

Ευρυμέδων, ο 1. (Δ 228): Γιος του Πτολεμαίου, ηνίοχος του Αγαμέμνονα. 2. (Θ 114): Ιπποκόμος του Νέστορα. 3. (η 58): Βασιλιάς των Γιγάντων, πατέρας της όμορφης Περίβοιας.

Ευρυμίδης, ο (ι 509): Γιος του Εύρυμου, μάντης στη χώρα των Κυκλώπων. Προφήτεψε την τύφλωση του Κύκλωπα Πολύφημου από τον Οδυσσέα.

Ευρυνόμη, η 1. Σ 398): Θαλάσσια θεότητα, κόρη του Ωκεανού. 2. (ρ 425): Οικονόμος στην υπηρεσία της Πηνελόπης.

Ευρύνομος, ο (β 22): Γιος του Αιγύπτιου, Ιθάκιος, ένας από τους μνηστήρες της Πηνελόπης και αδερφός του Άντιφου, σύντροφου του Οδυσσέα.

Ευρύπυλος, ο 1. (Β 677): Κώος, γιος του Ποσειδώνα και της Αστυπάλαιας. 2. (Β 736): Γιος του Ευαίμονα και εγγονός του Ορμένου, βασιλιά της Θεσσαλικής πόλης Ορμένιο. Αχαιός πολεμιστής. 3. (λ 520): Γιος του Τήλεφου, αρχηγός των Κητείων της Μυσίας, συμμάχων των Τρώων. Τον σκότωσε ο Αχιλλέας. Ευρυσθεύς, ο (Θ 363): Γιος του Σθένελου και εγγονός του Περσέα, του γιου του Δία. Ήταν βασιλιάς των Μυκηνών και αυτός που επέβαλε στον Ηρακλή τους δώδεκα άθλους, που ήταν ο όρος να επιτρέψει τον Ηρακλή να επιστρέψει στο Άργος. Μετά το θάνατο του Ηρακλή κυνήγησε τους Ηρακλείδες, αλλά σκοτώθηκε στην εκστρατεία αυτή.

Ευρυτίδης, ο (φ 14): Ο γιος του Εύρυτου, ο Ίφιτος, φίλος του Οδυσσέα.

Ευρυτίων, ο (φ 295): Ένας Κένταυρος που τον τύφλωσαν οι Λαπίθες.

Εύρυτος, ο 1. (Β 621): Γιος του Άκτορα Επειός, ένας από τους αρχηγούς των Ηλείων. 2. (Β 596): Βασιλιάς της Οιχαλίας. Τον σκότωσε ο Απόλλωνας, επειδή θέλησε να παραβγεί μαζί του στο τόξο. Το τόξο το άφησε στο γιο του Ίφιτο και αυτός το χάρισε στον Οδυσσέα. Με το τόξο αυτό ο Οδυσσέας σκότωσε τους μνηστήρες.

Εύσσωρος, ο (Ζ 8): Θράκας, πατέρας του Ακάμαντα, σύμμαχος των Τρώων. Ο Αίας ο Τελαμώνιος σκότωσε το γιο του.

Φοίνικος κούρη, η (Ξ 321): Η κόρη του Φοίνικα Ευρώπη, μητέρα του Μίνωα, του Ραδάμανθη και του Σαρπηδόνα.

Εύτρησις, η (Β 502): Αρχαία πόλη της Βοιωτίας.

Εύφημος, ο Β 846): Γιος του Κεάδη, αρχηγός των κονταρομάχων Κικόνων.

Ευφήτης, ο (Ο 532): Βασιλιάς της Εφύρας (βλέπε λέξη) στην Ήλιδα.

Εύφορβος, ο (Π 806): Γιος του Πάνθου, Τρώας πολεμιστής. Τον σκότωσε ο Μενέλαος.

Ευχήνωρ, ο (Ν 663): Γιος του μάντη Πολύϊδου, βασιλιάς από την Κόρινθο. Σκοτώθηκε από τον Πάρη.

Εφιάλτης, ο (Ε 385): Ένας από τους Γίγαντες, γιος του Αλωέα, που με τον αδερφό του Ώτο έδεσαν για δεκατρείς μήνες το Άρη. Έφηβοι ακόμα, με πλάτος ώμων εννέα οργιές, ήθελαν να βάλουν την Όσσα πάνω στον Όλυμπο και μετά το Πήλιο πάνω στην Όσσα για να φτάσουν στον Ουρανό. Τους κατακεράυνωσε ο Δίας.

Εφύρη, η 1. (Β 659): Η αρχαία Κόρινθος. 2. (Ζ 152): Πελασγική πόλη στο Σελλήεντα ποταμό, η έδρα του Αυγεία. 3. (α 259): Θεσπρωτική πόλη. 4. (Ν 301): Η Θεσσαλική πόλη Κραννών.

Εφυροι, οι (Ν 301): Οι κάτοικοι της Εφύρας.

Εχεκλής, ο (Π 189): Ο γιος του Άκτορα, που παντρεύτηκε την πανέμορφη Πολυμήλη.

Εχεκλος, ο 1. (Π 694): Τρωαδίτης πολεμιστής. Τον σκότωσε ο Πάτροκλος. 2. (Υ 474): Άλλος Τρώας. Τον σκότωσε ο Αχιλλέας.

Εχέμμων, ο (Ε 160): Ένας από τους γιους του Τρώα βασιλιά Πρίαμου. Τον σκότωσε ο Διομήδης.

Εχένηος, ο (η 155): Ένας από τους γέροντες Φαίακες που συμβούλεψε τον Αλκίνοο να περιποιηθεί τον Οδυσσέα.

Εχέπωλος, ο 1. (Δ 458): Τρωαδίτης πολεμιστής, γιος του Θαλύσιου. Τον σκότωσε ο Αντίλοχος. 2. (Ψ 296): Ο γιος του Αγχίση.

Εχετος, ο (σ 85): Μυθικός βασιλιάς της Ηπείρου, γιος του Ευχήνορα και της Φλογέας, γνωστός για τη σκληρότητά του.

Εχέφρων, ο (γ 413): Ένας από τους γιους του βασιλιά της Πύλου Νέστορα.

Εχίναι, αι (Β 625): Τα νησιά κοντά στο Δουλίχιο, απέναντι από την Ακαρνανία.

Εχίος, ο 1. (Ν 422): Πατέρας του Μηκιστέα, Αχαιού πολεμιστή. 2. (Π 416): Τρώας πολεμιστής. Τον σκότωσε ο Πάτροκλος. 3. (Ο 339): Λύκιος πολεμιστής. Τον σκότωσε ο Πολίτης.

Εωσφόρος, ο (Ψ 226): Το άστρο Αφροδίτη. Όταν φαίνεται την αυγή λέγεται Αυγερινός και όταν φαίνεται μετά τη δύση του ήλιου λέγεται Εσπερινός.

  

Ζ

   

Ζάκυνθος, η (Β 634): Νησί στο βασίλειο του Οδυσσέα.

Ζέλεια, η (Β 824): Πόλη της Τροίας, βασίλειο του Πάνδαρου, γιου του Λυκάονα.

Ζευς, ο (Α 570): Ο Δίας,  πατέρας των θεών και των ανθρώπων.

  

Ουρανός+Γαία

Ι

___________________________________________________________

Ι           Ι              Ι            Ι       Ι             Ι            Ι              Ι          Ι         Ι

Ωκεανός Κοίος Υπερίονας Θεία Κρείος Ευρύβια Ιαπετός Κλυμένη Ρέα+Κρόνος

Ι

____________________________________________

Ι               Ι            Ι                 Ι                Ι                       Ι

Εστία        Δήμητρα     Ήρα              Άδης        Ποσειδώνας             Δίας (μόνος του)

Ι

Αθηνά

Δίας με θεές:          ΉραÕΉφαιστος, Άρης, Ήβη, Ειλείθυια

ΔήμητραÕΠερσεφόνη

ΕυρυνόμηÕΧάριτες

ΘέμιδαÕΏρες, Μοίρες

ΛητώÕΑπόλλωνας, Άρτεμη

ΜνημοσύνηÕΜούσες

Δίας με θνητές: ΑίγιναÕΑιακός, ΑλκμήνηÕΗρακλής, ΑντιόπηÕΑμφίονας, ΔανάηÕΠερσέας, ΕυρώπηÕΜίνωας, Σαρπηδόνας(1), Ραδάμανθης, ΗλέκτραÕΔάρδανος, Ιασίονας, Αρμονία,  ΙώÕΈπαφος, ΚαλλιστώÕΑρκάδας, ΛαοδάμειαÕΣαρπηδόνας(2), ΛήδαÕΕλένη, Κάστορας, Πολυδεύκης, ΜαίαÕΕρμής, ΝιόβηÕΆργος, Πελασγός, ΠλουτώÕΤάνταλος, ΣεμέληÕΔιόνυσος, ΤαϋγέτηÕΛακεδαίμονας.

Γενεαλογικός πίνακας 6: Ζεύς (Δίας)

Ήταν κύριος του ουρανού, της γης και της φύσης. Ανήκει στη δεύτερη θεϊκή γενιά. Είναι γιος του Κρόνου και της Ρέας. Η Γη, που μπορούσε να μαντεύει, είπε στον Κρόνο ότι ένας από τους γιους του θα του πάρει το θρόνο. Έτσι ο Κρόνος έτρωγε κάθε αρσενικό παιδί που γεννούσε η γυναίκα του Ρέα. Κατάπιε λοιπόν την Εστία, την Ήρα και τη Δήμητρα, όπως και τον Πλούτωνα και τον Ποσειδώνα. Όταν ήταν να γεννήσει το Δία, η Ρέα έφυγε και πήγε στην Κρήτη, όπου σε ένα σπήλαιο της Δίκτης γέννησε το Δία. Όταν το έμαθε ο Κρόνος πετάχτηκε μέχρι τη Δίκτη και έφαγε ό,τι βρήκε μέσα στην κούνια. Μέσα στην κούνια όμως η Ρέα είχε τυλιγμένη στα φασκιά μια πέτρα. Το Δία  τον είχε δώσει στις Νύμφες Αδράστεια και Ίδη και στους Κουρήτες, τους ιερείς της και παράγγειλε να τον μεγαλώσουν κρυφά, στο Ιδαίο άντρο, μια σπηλιά στην κορυφή του βουνού Ίδη. Όταν το μωρό έκλαιγε οι Κουρήτες χτυπούσαν τις μεταλλκές ασπίδες τους για να σκεπάσουν με τους ήχους τους το κλάμα του μωρού. Μια κατσίκα, η Αμάλθεια ερχόταν και θήλαζε το μωρό με το άφθονο γάλα της. Με την προβιά αυτής της κατσίκας έκανε την ασπίδα του, την αιγίδα.Το κέρας αυτό αργότερα έγινε σύμβολο της αφθονίας. Μάλιστα, τα περιστέρια και οι αετοί του έφερναν από τον Όλυμπο αμβροσία και νέκταρ, την τροφή των θεών. Επίσης, τράφηκε με μέλι, που το έκαναν αποκλειστικά γι΄ αυτόν οι μέλισσες. Όταν μεγάλωσε ο Δίας αποφάσισε να βάλει τάξη αρχίζοντας από τον πατέρα του, τον οποίο ανάγκασε να εξεμέσει τα παιδιά που κατάπιε. Σ΄ αυτό συνέβαλε η Μήτιδα, που του έδωσε το σχετικό φάρμακο. Υποστηριζόμενος από τους αδερφούς και τις αδερφές του επιτέθηκε στον Κρόνο και στους Τιτάνες. Ο πόλεμος κράτησε δέκα χρόνια. Στο τέλος νίκησαν οι Ολύμπιοι. Οι Τιτάνες διώχτηκαν από τον Ουρανό και ο Δίας, με τη συμβουλή της Γαίας, ελευθέρωσε τους Κύκλωπες και τους Εκατόγχειρες από τον Τάρταρο. Για το σκοπό αυτό σκότωσε την Κάμπη, τη γυναίκα που τους φύλαγε. Οι Κύκλωπες έδωσαν στο Δία τη βροντή και τον κεραυνό, στον Πλούτωνα το μαγικό κράνος που καθιστούσε αόρατο όποιον το φορούσε και στον Ποσειδώνα την τρίαινα. Ο Πλούτωνας πήρε το βασίλειο των νεκρών στον Άδη, ο Ποσειδώνας το βασίλειο του υγρού στοιχείου και η Δήμητρα τη βλάστηση της φύσης. Η Εστία χρήστηκε σε προστάτιδα του σπιτιού και η Ήρα έγινε η επίσημη γυναίκα του. Το παλάτι του το έστησε στην ψηλότερη κορυφή του Ολύμπου, όπου ήταν και οι υπόλοιποι θεοί. Πολύ συχνά, μεταμορφωμένος, κατέβαινε στη γή, ανάμεσα στους ανθρώπους, παρακολουθώντας τους και δοκιμάζοντάς τους. Άλλοτε τους τιμωρούσε και άλλοτε τους αντάμειβε για τα έργα τους. Παρ΄ όλα αυτά η νίκη του Δία και των Ολύμπιων αμφισβητήθηκε. Οι Γίγαντες, με προτροπή της Γης, για το ρίξιμο των γιων της, των Τιτάνων, είχαν εξεγερθεί εναντίον του. Ο Δίας στέλνει τους κεραυνούς, το ίδιο κάνει μαζί του και η Αθηνά. Για συμπαράσταση έρχεται και ο γιος του Ηρακλής, επειδή οι Μοίρες έθεσαν τον όρο ότι οι Γίγαντες ήταν μεν αθάνατοι αλλά ότι θα μπορούσαν να σκοτωθούν από θεούς με τη βοήθεια ενός θνητού, όπως και έγινε. Στη συνέχεια σκότωσε και τον Τυφώνα. Η πρώτη γυναίκα του Δία, χρονολογικά, ήταν η Μήτιδα, η κόρη του Ουρανού. Με 8 θεές (Δήμητρα, Διώνη, Ευρυνόμη, Ήρα, Θέμιδα, Λητώ, Μήτιδα και Μνημοσύνη) έκανε εικοσιεφτά παιδιά (Αφροδίτη, Άρη, Ήβη, Απόλλωνα, Άρτεμη, Αθηνά, Μούσες, Ώρες, Μοίρες, Χάριτες κ.λπ.), ενώ με 16 θνητές έκανε πολύ μεγάλο αριθμό παιδιών. Λατρευόταν από όλους τους κατοίκους της Νότιας και Ανατολικής Μεσογείου. Πολύ γνωστός τόπος λατρείας του ήταν η Δωδώνη της Ηπείρου,  το Γάργαρο στη Ίδη της Τροίας και η Ακρόπολη του Ιλίου. Το χρυσελεφάντινο άγαλμά του, στο ιερό του Δία στην Ολυμπία, έργο του καλλιτέχνη Φειδία, είναι ένα από τα εφτά θαύματα του αρχαίου κόσμου.

Ζήθος, ο (λ 262): Γιος του Δία και της πεντάμορφης Αντιόπης, ο οποίος, μαζί με τον αδερφό του Αμφίονα, θεμελίωσε τη Θήβα.

Ζήν,  ο (βλέπε λέξη Δίας).

 

Η

  Ηβη, η (Ε 722): Η θεά της νεότητας, προστάτιδα των ώριμων για γάμο παρθένων.

Ηερίβοια, η (Ε 389): Θυγατέρα του Ευρύμαχου και εγγονή του Ερμή, σύζυγος του Αλωέα και μητριά των Ώτου και Εφιάλτη που κράτησαν δεμένο για δεκατρείς μήνες τον Άρη. Αυτή ειδοποίησε τον Ερμή ο οποίος και τον απελευθέρωσε.

Ηετίων, ο 1. (Α 366): Βασιλιάς της Υποπλακίας Θήβας στην Κιλικία και πατέρας της Ανδρομάχης, της συζύγου του Έκτορα. 2. (Φ 43): Ίμβριος άρχοντας, γιος του βασιλιά Ιάσονα. Εξαγόρασε με πολλά λύτρα το γιο του Πρίαμου Λυκάονα, τον οποίο οι Αχαιοί είχαν πουλήσει ως δούλο στη Λήμνο. 3. (Ρ 575): Ο πατέρας του Τρώα πολεμιστή Ποδή. Τον σκότωσε ο Μενέλαος.

Ηιόνες, αι (Β 561):  Επίνειο των Μυκηνών στην Αργολίδα.

Ηιονεύς, ο 1. (Η 11): Αχαιός πολεμιστής. Τον σκότωσε ο Έκτορας. 2. (Κ 435): Ο πατέρας του βασιλιά των Θρακών Ρήσου.

Ηλείοι, οι (Λ 671): Οι κάτοικοι της Ήλιδας, περιοχής της βορειοδυτικής Πελοποννήσου.

Ηλις, η (Β 615): Η Ήλιδα, το κομμάτι που εκτείνεται στο βόρειο και δυτικό τμήμα της Πελοποννήσου. Στο βόρειο μέρος της κατοικούσαν οι Επειοί, οι απόγοινοι του Ενδυμίωνα, στο δε νότιο οι Αχαιοί.

Ηλύσιον (πεδίον), το (δ 563): Ο τόπος διαμονής των μακάρων. Είναι φανταστικός τόπος στα δυτικά της γης, στο άκρο του Ωκεανού. Εκεί βασίλευαν ο Κρόνος με τη Ρέα, με δικαστή το Ραδάμανθη. Πίστευαν πως οι ψυχές των διαπρεπών ηρώων κατέληγαν εκεί και περνούσαν καλά.

Ηλώνη,  η (Β 739): Πόλη της Θεσσαλίας στην Περαιβία. Την ίδρυσε ο Ηρακλής.

Ημαθίη, η (Ξ 226): Αρχαίο όνομα της Μακεδονίας.

Ηνιοπεύς, ο (Θ 120): Τρωαδίτης πολεμιστής, ηνίοχος του Έκτορα. Τον σκότωσε ο Διομήδης.

Ηνοπίδης, ο (Ξ 444): Ο γιος του Ήνοπα, ο Σέτνιος.

Ηνοψ, ο 1. (Ξ 445): Τρώας πολεμιστής, πατέρας του Σάτνιου. 2. (Π 401): Τρώας πολεμιστής, γιος του Θέστορα. Τον σκότωσε ο Πάτροκλος. 3. (Ψ 634): Ο πατέρας του Αιτωλού αθλητή Κλυτομήδη, που τον νίκησε ο Νέστορας στους επικήδειους αγώνες για  τον Αμαρυγκέα, στο Βουπράσιο.

Ηπυτίδης, ο (Ρ 324): Ο γιος του Ηπύτη Περήφαντας. Ένας Τρωαδίτης.

Ηρακλέης, ο (Ξ 266): Ο Ηρακλής, γιος του Δία και της Αλκμήνης, ο μεγαλύτερος από τους ήρωες της ελληνικής μυθολογίας.

 

 

Περσέας+Ανδρομέδα          Κρόνος+Ρέα

Ι                                          Ι

Ηλεκτρίωνας+Αναξώ               Δίας

Ι

Αμφιτρύονας+Αλκμήνη+Δίας

Ι               Ι

Ιφικλής    Ηρακλής+Δηιάνειρα

Ι

_______________________________________

Ι              Ι                Ι              Ι                              Ι

Ύλλος  Κτήσιππος  Γληνός   Ονείτης (ή Οδίτης)  Μακαρία

(1)

Ηρακλής με: ΜεγάραÕΘηρίμαχος, Δηικόοντας, Κρεοντιάδης, ΑστυόχηÕΤληπόλεμος, Θετταλός, ΠαρθενόπηÕΕυήρης, ΕπικάστηÕΘέσταλος, ΧαλκιόπηÕΘεσσαλός, ΑύγηÕΤήλεφος, ΜήδαÕΑντίοχος , ΟμφάληÕΑχέλαος, Τυρσηνός, ΑστυδάμειαÕΚτήσιππος(2), ¨ΗβηÕΑνίκητος, Αλεξιάρης, ΑυτονόηÕΠαλαίμονας, ΜήδαÕΦύλαντας και 52 παιδιά από τις 50 κόρες του Θέσπιου.

 

Γενεαλογικός πίνακας 7: Ηρακλής

 

Λεγόταν και Αμφιτρύωνας, επειδή ο Αμφιτρύονας, που ήταν ο σύζυγος της Αλκμήνης, τον ανέθρεψε σαν παιδί του. Λεγόταν και Αλκίδης ή και Αλκαίος, επειδή ήταν εγγονός του Αλκαίου. Βρέφος ακόμη, σκότωσε δυο φίδια που τα έστειλε η Ήρα για να τον πνίξουν, μαζί με τον δίδυμο αδερφό του Ίφικλο. Όταν μεγάλωσε και επειδή έπρεπε κατά διαταγή των θεών να υπηρετήσει τον ξεξάδερφό του Ευρυσθέα, έκανε τους λεγόμενος άθλους, που ήταν: 1) να σκοτώσει το λιοντάρι της Νεμέας, 2) τη Λερναία ύδρα, 3) να πιάσει τον Ερυμάνθιο κάπρο, 4) να πιάσει την Κερυνίτιδα έλαφο, 5) να σκοτώσει τις Στυμφαλίδες όρνιθες, 6) να καθαρίσει τους σταύλους του Αυγεία, 7) να συλλάβει τον ταύρο της Κρήτης (από το σπέρμα του οποίου γεννήθηκε ο Μινώταυρος), 8) να πάρει τους ανθρωποφάγους ίππους του Διομήδη, 9) να πάρει τη ζώνη της Ιππολύτης, της βασίλισσας των Αμαζόνων, 10) να πάρει τα βόδια του Γηρυόνη, 11) να πάρει τον Κέρβερο από τον Άδη και 12) να φέρει τα μήλα των Εσπερίδων. Υπάρχει και μια μεγάλη σειρά από άλλα κατορθώματα κατά τη διάρκεια της εκτέλεσης των δώδεκα άθλων (Άλκηστη, Κύκνος, Βούσιρης, Ανταίος, Ημαθίωνας, Προμηθέας, Λυκάονας, Κέρκοπες, Συλέας κ.ά.) αλλά και άλλα όπως ο αγώνας κατά των Κενταύρων, οι εκστρατείες εναντίον της Πύλου, της Ήλιδας, της Σπάρτης και της Τροίας. Για να καθαρθεί από το φόνο του Ίφιτου, δέχτηκε να πάει στην υπηρεσία της βασίλισσας της Λυδίας Ομφάλης. Πριν από το γάμο του με την Ομφάλη, όταν κατέλαβε την Οιχαλία, έκανε ερωμένη του την Ιόλη. Η Δηιάνειρα, η γυναίκα του, φοβήθηκε ότι η Ιόλη θα τον έκανε να την ξεχάσει. Έτσι, του έστειλε το φίλτρο του έρωτα που της είχε υποδείξει ο Κένταυρος Νέσσος την ώρα που πέθαινε. Αυτό ήταν ένα ένδυμα που είχε βουτηχτεί στο αίμα του Νέσσου. Όταν ο Ηρακλής φόρεσε το χιτώνα, το ξεραμένο αίμα τον δηλητηρίασε και πέθανε. Ο Ηρακλής έκανε πάρα πολλά παιδιά. Με τις πενήντα κόρες του Θέσπιου έκανε 52 παιδιά αλλά και με πολλές άλλες (Μεγάρα, Παρθενόπη, Επικάστη, Αύγη, Δηιάνειρα, Αστυόχη, Ομφάλη, Αστυδάμεια, Ήβη, Μήδα κ.ά.). H γενναιότητά του, η ανδρεία του, η δύναμή του, η εξυπνάδα του και η προθυμία του ξεπερνούσε τις των κοινών ανθρώπων, με αποτέλεσμα να θεωρηθεί ως πρότυπο για τη μόρφωση των κατοπινών γενναιών. Τιμήθηκε σαν ήρωας όλων των Ελλήνων και λατρεύτηκε σαν θεός σε Αθήνα, Μαραθώνα, Σικυνώνα, Θήβα και αλλού.

Ηρακλείδης, ο 1. (Β 653): Ο γιος του Ηρακλή με την Αστυόχη, ο Τληπόλεμος. 2. (Β 679): Ο γιος του Ηρακλή με τη Χαλκιόπη, ο Θεσσαλός.

Ηρη, η (Α 400): Η θεά Ήρα, η σύζυγος του Δία, κόρη του κρόνου και της Ρέας, η υπέρτατη των θηλυκών θεοτήτων. Προστάτευε το γάμο και τις γεννήσεις. Ήταν ζηλότυπη και εκδικητική και γι΄ αυτό καταδίωξε όλα τα παιδιά του Δία που είχε αποκτήσει με άλλες γυναίκες. Λατρευόταν σε πολλά μέρη, οι δε ναοί της ονομαζόταν Ηραία.

Ηφαιστος, ο 1. (Α 571): Θεός, γιος του Δία και της Ήρας. Ήταν ο θεός της φωτιάς και των τεχνών που βασίζονται στη φωτιά. Εμφανίζεται κουτσός, επειδή η Ήρα οργίστηκε και τον πέταξε από τον Όλυμπο. Πέφτοντας πάνω στη Λήμνο κουτσάθηκε στο πόδι. Στη Λήμνο τον περιμάζεψαν οι Νηρηίδες Θέτη και Ευρυνόμη. Γι΄ αυτό και το κέντρο λατρείας του ήταν η Λήμνος. Έκανε τα ανάκτορα του Ολύμπου αλλά και τους θρόνους των θεών, τις αλυσίδες που έδεσαν τον Προμηθέα, τον όρμο, το περιδέραιο που οι θεοί χάρισαν στην Αρμονία κατά τους γάμους της, την αιγίδα του  Δία αλλά και το αόρατο δίχτυ, με το οποίο έπιασε τη γυναίκα του Αφροδίτη να κοιμάται με τον Άρη. Είναι αυτός που με μια τσεκουριά στο κεφάλι του Δία βοήθησε να γεννηθεί η Αθηνά. 2. (Β 426): Μεταφορικά, η φωτιά.

Ηώς, η (Β 48): Θεά, προσωποποίηση του πρώτου φωτός της ημέρας, κόρη του Υπερίονα και της Θείας, αδερφή του Ήλιου και της Σελήνης και σύζυγος του Τιθωνού, τον οποίο εγκαταλείπει για να αναγγείλει τον ερχομό του αδερφού της Ήλιου. Η μυθολογία τη θέλει να έχει πολλούς έρωτες. Έτσι με τον Αστραίο γέννησε του ανέμους Βορέα, Ζέφυρο και Νότο. Γέννησε ακόμη τον Εωσφόρο, το άστρο της αυγής, καθώς και διάφορα άστρα. Έσμιξε ακόμη και με τον Άρη, προκαλώντας έτσι το θυμό της Αφροδίτης, που την τιμώρησε κάνοντάς την να είναι συνεχώς ερωτευμένη. Έρωτες είχε και με τον Ωρίωνα, με τον Κέφαλο, τον οποίο απήγαγε και έκανε μαζί του το Φαέθωνα. Τέλος απήγαγε το σύζυγό της, τον Τιθωνό, με τον οποιο πήγε στην Αιθιοπία, που άλλωστε ήταν η χώρα του Ήλιου. Έκανε δυο γιούς μαζί του: τον Ημαθίωνα και τον Μέμνονα, το σύμμαχο των Τρώων που πολέμησε ενάντια στον Αχιλλέα. Η Ηώς πέτυχε από το Δία την αθανασία του Τιθωνού, ξέχασε όμως να ζητήσει και την αιώνια νεότητα, με αποτέλεσμα ο Τιθωνός να γερνά συνεχώς, ώσπου η Ηώς τον λυπήθηκε και το μεταμόρφωσε σε τζιτζίκι.

 

 

Θ 

 

 

Θάλεια, η (Σ 39): Στον Όμηρο η Θάλεια είναι μια από τις πενήντα Νηρηίδες, θυγατέρα του Νηρέα και της κόρης του Ωκεανού Δωρίδας. Στη μυθολογία υπάρχει η Θάλεια, μια από τις Χάριτες και η Θάλεια, μια από τις Μούσες, προστάτιδα της κωμωδίας και της ελαφράς ποίησης.

Θάλπιος, ο (Β 620): Γιος του Εύρυτου, ένας από τους αρχηγούς των Επειών. Πήρε μέρος στην εκστρατεία κατά της Τροίας με δέκα πλοία.

Θαλυσιάδης, ο (Δ 458): Ο γιος του Θαλύσιου, ο Εχέπωλος.

Θάμυρις, ο (Β 595): Θράκας αοιδός. Σε μουσικό αγώνα που διοργάνωσε και νικήθηκε, πρόσβαλε τις Μούσες, οι οποίες τον τύφλωσαν.

Θαυμακίη, η (Β 716): Αρχαία πόλη στη Μαγνησία.

Θεανώ, η (Ε 70): Κόρη του Κισσέα, βασιλιά της Θράκης και σύζυγος του Αντήνορα. Ήταν ιέρεια της Αθηνάς στο Ίλιο.

Θέμις, η (Ο 87): Η θεότητα της δικαιοσύνης, της νομιμότητας και της τάξης, καθώς και εκπρόσωπος των καταπιεσμένων. Ήταν κόρη του Ουρανού και της Γαίας, αδελφή των Τιτανίδων και σύζυγος του Δία, η δεύτερη μετά τη Μήτιδα. Με το Δία γέννησε τις Ώρες (Ευνομία, Δίκη και Ειρήνη), τις Μοίρες (Κλωθώ, Λάχεση και Άτροπο), την Παρθένα Αστραία που ήταν προσωποποίησητης δικαιοσύνης, τις Νύμφες του ποταμού Ηριδανού, από τις οποίες ο Ηρακλής έμαθε το δρόμο για τα Μήλα των Εσπερίδων. Στη μυθολογία, η Θέμις είναι η προσωποποίηση της δικαιοσύνης και σύμβουλος του Δία. Αυτή τον συμβούλεψε να ντυθεί με την αιγίδα, την προβιά της κατσίκας Αμάλθειας, για να αντιμετωπίσει τους Γίγαντες. Ακόμη της αποδίδουν και την ιδέα του Τρωικού πολέμου, λόγω υπερπληθυσμού της ευρύτερης περιοχής, καθώς και τη διδαχή της μαντείας στον Απόλλωνα. Άλλωστε αυτή κατείχε το Πυθικό μαντείο στους Δελφούς, πριν από τον Απόλλωνα.

Θεοκλύμενος, ο (ο 256): Γιος του Πολυφείδη, από το γένος του Μελάμποδα, περίφημος μάντης μετά το θάνατο του Αμφιάραου. Καταδιωκόμενος για φόνο κατέφυγε στην Πύλο, όπου συνάντησε τον Τηλέμαχο, που είχε πάει εκεί για να μάθει νέα για τον πατέρα του. Ο Τηλέμαχος τον πήρε μαζί του στην Ιθάκη, όπου και μάντεψε την επιστροφή του Οδυσσέα και το θάνατο των μνηστήρων.

Θερσίλοχος, ο (P 216): Παίονας πολεμιστής, σύμμαχος των Τρώων.

Θερσίτης, ο (Β 212): Καλυδώνιος Αιτωλός που πήρε μέρος στην εκστρατεία κατά της Τροίας. Είναι εγγονός του Πορθάονα και της Ευρύτης και ένας από τους γιους του Άγριου, έχοντας αδερφούς τους Ογχηστό, Πρόθοο, Κελεύτορα, Λυκωπέα και Μελάνιππο. Μαζί με τους παραπάνω έδιωξε το θείο του Οινέα από το θρόνο της Καλυδώνας. Περιγράφεται ως τέρας ασχήμιας (κουτσός και με στραβά πόδια, αλλήθωρος, καμπούρης, με λιγοστά μαλλιά, αθυρόστομος και φλύαρος). Όταν ο Αγαμέμνονας για να δοκιμάσει το στράτευμά του πρότεινε να λύσουν την πολιορκία, ο Θερσίτης πρώτος αποδέχεται την πρόταση. Για τη στάση του αυτή δέχτηκε ένα δυνατό χτύπημα με μαγκούρα από τον Οδυσσέα, ενώ οι στρατιώτες τον περιγελούσαν. Έκανε συνεχώς κριτική για ο,τιδήποτε και για όλους. Έτσι, όταν ειρωνεύτηκε τον Αχιλλέα ότι πόθησε τη βασίλισσα των Αμαζόνων Πενθεσίλεια, που κείτονταν νεκρή μπροστά του από το δικό του σπαθί, δέχτηκε από εκείνον μια γροθιά που ήταν και θανάσιμη. Στη μυθολογία αναφέρεται ότι πήρε μέρος και στο κυνήγι του Καλυδώνιου Κάπρου, στην εμφάνιση όμως του αγριογούρουνου το έβαλε στα πόδια από φόβο.

Θέσπεια, η (Β 498): Αρχαία Βοιωτική πόλη.

Θεσπρωτοί, οι (Ξ 315): Λαός της Ηπείρου, που κατοικούσε γύρω από τη Δωδώνη. Βασιλιά τους είχαν τον Φείδονα.

Θεσσαλός, ο (Β 679): Ηρακλείδης ήρωας της Θεσσαλίας, γιος του Ηρακλή και της Επικάστης ή Αστυόχης ή Χαλκιόπης, πατέρας του Άντιφου και του Φείδιππου.

Θεστορίδης, ο 1. (Α 69): Ο γιος του Θέστορα, ο περίφημος μάντης Κάλχας, αυτός που έπεισε τον Αγαμέμνονα να επιστρέψει τη Χρυσηίδα στον πατέρα της Χρύση, ιερέα του Απόλλωνα, ώστε να γλυτώσουν οι Αχαιοί από το λοιμό. 2. (Μ 394): Ο Αλκμάονας, που τον σκότωσε ο Σαρπηδόνας.

Θέστωρ, ο (Π 401): Τρωαδίτης πολεμιστής, γιος του Ήνοπα. Τον σκότωσε ο Πάτροκλος.

Θέτις, η (Α 538): Θεά της θάλασσας, Νηρηίδα, δηλαδή κόρη του κόρη Νηρέα και της Δωρίδας, σύζυγος του Πηλέα και μητέρα του Αχιλλέα. Ήταν η πιο όμορφη και πιο έξυπνη ανάμεσα στις πενήντα αδερφές. Μαζί με τον πατέρα της και τις άλλες αδερφές της κατοικούσε στο βυθό της θάλασσας, κοντά στις ακτές της Τροίας. Σ΄ αυτήν λέει ο Αχιλλέας το παράπονό του για την προσβολή που του έκανε ο Αγαμέμνονας, παίρνοντάς του την όμορφη Βρισηίδα και φυσικά αυτή μεσολαβεί στο Δία για την προστασία του γιου της.

Θήβαι, αι  & Θήβη, η 1. (Α 366): Πόλη της Τροίας, κοντά στα σύνορα με τη Μυσία, στις υπώρειες του όρους Πλάκου, γι΄ αυτό και λεγόταν και Υποπλακία. Ήταν έδρα του βασιλιά Ηετίωνα, πατέρα της Ανδρομάχης. Η πόλη αυτή είχε κυριευτεί από τον Αχιλλέα. 2. (Ξ 323): Αρχαία πόλη της Βοιωτίας. 3. (Ι 381): Πόλη της Άνω Αιγύπτου, στο Νείλο ποταμό.

Θηβαίος, ο (κ 472): Ο κάτοικος των Θηβών της Βοιωτίας.

Θησεύς, ο (Α 265): Ο Θησέας, ο πιο σημαντικός ήρωας της Αττικής, συμμετρικός του δωρικού ήρωα Ηρακλή. Ήταν γιος του βασιλιά των Αθηνών Αιγέα και της Αίθρας, της κόρης του βασιλιά της Τροιζήνας Πιτθέα. Θεωρείται ότι έζησε μια γενιά πριν από τον Τρωικό πόλεμο, στον οποίο πήραν μέρος τα δυο του παιδιά Δημοφώντας και Ακάμαντας και ότι ήταν νεότερος κατά τουλάχιστον μια γενιά από τον Ηρακλή. Ο Θησέας, για το φόβο των Παλλαντίδων που ήθελαν να πάρουν της εξουσία από τον Αιγέα, ανατράφηκε κοντά στον παππού του. Στα δεκαέξι του, είχε φτάσει σε τέτοιο σημείο ακμής, που η Αίθρα έκρινε ότι ήρθε η στιγμή να του αποκαλύψει το μυστικό της καταγωγής του. Τον οδήγησε λοιπόν κοντά στο βράχο που ο πατέρας του είχε κρύψει το ξίφος και τα σαντάλια του. Μετακίνησε το βράχο και τα πήρε και αναχώρησε για την Αθήνα. Κατά τη διαδρομή του καθάρισε την περιοχή από του ληστές Περιφήτη, Σίνη, Σκίρωνα, Κερκύονα και Προκρούστη και από τον Μαραθώνιο κάπρο.  

 

Ερεχθέας+Πραξιθέα

Ι

Κέκροπας+Μητιάδουσα

Ι

Πανδίωνας+Πυλία

Ι

________________________________

Ι                            Ι                  Ι               Ι

Αιγέας+Αίθρη    Πάλλαντας      Νίσος      Λύκος

Ι

Φαίδρα+Θησέας+Ιππολύτη

Ι               Ι

_______________     Ιππόλυτος

Ι                             Ι

Ακάμαντας            Δημοφώντας

 

Γενεαλογικός πίνακας 8: Θησέας

 

       

Στη συνέχεια πήγε στην Κρήτη όπου με τη βοήθεια της Αριάδνης σκότωσε τον Μινώταυρο και απάλλαξε τους Αθηναίους από το φόρο και την υποτέλεια στο Μίνωα. Μετά το θάνατο του Αιγέα ανέλαβε την εξουσία των Αθηνών. Στα κατορθώματά του περιλαμβάνεται και η νίκη του κατά των Αμαζόνων και ο νικηφόρος πόλεμος, μαζί με τους Λαπίθες, κατά των Κενταύρων. Ο μύθος τον θέλει να έχει πεθάνει στη Σκύρο.

Θίσβη, η (Β 502): Πόλη της Βοιωτίας.

Θόας, ο 1. (Β 638): Γιος του Ανδραίμονα και της Γόργης, αρχηγός των Αιτωλών. Πήρε μέρος στην εκστρατεία κατά της Τροίας, με σαράντα καράβια. 2. (Ξ 230): Γιος του Διόνυσου και της Αριάδνης, σύζυγος της μύρινας, πατέρας της Υψιπύλης, βασιλιάς της Λήμνου. 3. (Π 311): Τρώας πολεμιστής. Τον σκότωσε ο Μενέλαος.

Θόων, ο 1. (Ε 152): Γιος του Φαίνοπα, Τρωαδίτης πολεμιστής. Τον σκότωσε ο Διομήδης. 2. (Λ 422): Άλλος Τρωαδίτης πολεμιστής. Τον σκότωσε ο Οδυσσέας. 3. (Μ 140): Αχαιός πολεμιστής, υπερασπιστής του τείχους των Αχαιών. 4. (θ 113): Ένα από τα αρχοντόπουλα των Φαιάκων που πήραν μέρος στους αγώνες που διοργάνωσε ο βασιλιάς των Φαιάκων Αλκίνοος προς τιμήν του Οδυσσέα.

Θόωσα, η (α 71): Μια από τις Νύμφες, κόρη του Φόρκυνα και μητέρα του Κύκλωπα Πολύφημου, που τον έκανε με τον Ποσειδώνα.

Θοώτης, ο (Μ 342): Αχαιός. Ήταν αγγελιοφόρος στην υπηρεσία του αρχηγού του Αθηναϊκού στόλου Μενεσθέα, εγγονού του Θησέα.

Θρασίος, (Φ 210): Παίονας πολεμιστής, σύμμαχος των Τρωαδιτών. Τον σκότωσε ο Αχιλλέας.

Θρασύδημος, ο: (βλέπε λέξη Θρασύμηλος).

Θρασυμήδης, ο (Ι 81): Ένας από τους αρχηγούς του στρατού των Αχαιών, γιος του βασιλιά της Πύλου Νέστορα και της Ευρυδίκης.

Θρασύμηλος, ο (Π 463): Γράφεται και ως Θρασύδημος. Ήταν ο ηνίοχος του βασιλιά Σαρπηδόνα. Τον σκότωσε ο Πάτροκλος.

Θρήιξ & Θρηξ, ο: (Β 595): Ο Θράκας, ενικός της λέξης Θράκες.

Θρήκες, οι: Ο πληθυντικός της λέξης Θρήιξ.

Θρήκη, η (Λ 222): Η Θράκη. Κατά τον Όμηρο, Θράκη ήταν και το κομμάτι που διαρρέει ο Αξιός ποταμός.

Θρινακίη, η (λ 107): Μυθικό νησί, όπου έβοσκαν οι ιερές αγελάδες και τα παχιά πρόβατα του Ήλιου, με βοσκοπούλες τις νεράιδες Λαμπετώ και Φαέθουσα. Μπορεί να πρόκειται για το νησί Τρινακία, που οι αρχαίοι το ταύτιζαν με τη Σικελία, η οποία έχει τρεις γωνίες (ακρωτήρια).

Θρόνιον, το (Β 533): Πόλη της Λοκρίδας.

Θρυόεσσα, η (Λ 711): Πόλη στην επικράτεια του Νέστορα, το Θρύον.

Θρύον, το (Β 592): Πόλη στη επικράτεια του Νέστορα, η Θρυόεσσα.

Θυέστα, ο (Β 107): Βλέπε λέξη Θυέστης.

Θυέστης, ο (δ 517): Ο γιος του Πέλοπα και της Ιπποδάμειας, δίδυμος (νεότερος) αδερφός του Ατρέα και πατέρας (από τη μείξη με την ίδια του την κόρη, την Πελοπία) του Αίγισθου, αυτού που αργότερα σκότωσε το βασιλιά των Μυκηνών Αγαμέμνονα

Θυεστιάδης, ο (δ 518): Ο γιος του Θυέστη, ο Αίγισθος.

Θυμβραίος, ο (Λ 320): Τρωαδίτης πολεμιστής. Τον σκότωσε ο Διομήδης.

Θύμβρη, η (Κ 430): Πόλη της Τρωάδας κοντά στον Σκάμανδρο ποταμό.

Θυμοίτης, ο (Γ 146): Γιος του Λαομέδοντα, αδερφός του Πρίαμου, που ήταν και ένας από τους συμβούλους του.

Θων, ο (δ 228): Βασιλιάς στην πόλη Θώνιδα της Αιγύπτου. Με τη γυναίκα του Πολυδάμνα, φιλοξένησαν το Μενέλαο και την Ωραία Ελένη κατά το ταξίδι της επιστροφής τους από την Τροία, όπου περιπλανήθηκαν για εφτά χρόνια, προσφέροντάς τους και πλούσια δώρα, μεταξύ των οποίων και φάρμακα και μαγικά βότανα.  

 

Ι

  

Ιαιρα, η (Σ 42): Μια από τις Μηρηίδες, κόρη του Νηρέα και της θυγατέρας του Ωκεανού Δωρίδας.

Ιάλμενος, ο (Β 512): Γιος του θεού Άρη και της Αστυόχης, αρχηγός του Ορχομενού, που μαζί με τον αδερφό του Ασκάλαφο, πήραν μέρος στην εκστρατεία κατά της Τροίας με τριάντα καράβια.

Ιαμενός, ο (Μ 139): Αρχηγός τμήματος Τρωικού στρατού κατά την επίθεση στα πλοία των Αχαιών.

Ιάνασσα, η (Σ 47): Μια από τις Νηρηίδες, κόρη του Νηρέα και της θυγατέρας του Ωκεανού Δωρίδας.

Ιάνειρα, η (Σ 47): Μια από τις Νηρηίδες, κόρη του Νηρέα και της θυγατέρας του Ωκεανού Δωρίδας.

Ιάονες, οι (Ν 685): Οι Ίωνες, δηλαδή οι κάτοικοι της Ιωνίας. Εδώ νοούνται οι κάτοικοι των Αθηνών, οι Αθηναίοι.

Ιαπετός, ο (Θ 479): Ένας από τους Τιτάνες, ο ισχυρότερος όλων. Ήταν γιος του Ουρανού και της Γαίας και σύζυγος της Κλυμαίνης (ή της Ασίας ή της Θέμιδας) και πατέρας του Προμηθέα, του Επιμηθέα και του Άτλαντα. Πολέμησε και αυτός μαζί με τον Κρόνο ενάντια στο Δία, τον οποίο μισούσε, ακόμα και μετά την επικράτηση του τελευταίου. Ως σύζυγος της Ασίας θεωρείται ο γενάρχης όλων των λαών της Βορειοδυτικής Ασίας και της Ευρώπης.

Ιάρδανος, ο & Ιαρδάνης, ο 1. (Η 135): Μικρό ποτάμι στην Ήλιδα. 2. (γ 292): Ποτάμι στην Κρήτη.

Ιασίδης, ο 1. (Λ 283): Ο γιος του Ίασου, ο Αμφίωνας. 2. Ο γιος του Ίασου, ο Δμήτωρας, βασιλιάς της Κύπρου.

Ιασίων, ο (Σ 125): Ωραίος και εργατικός γεωργός, γιος του Δία και της Ατλαντίδας Ηλέκτρας. Τον ερωτεύτηκε η θεά Δήμητρα και έκανε μαζί του τον Πλούτο. Θυμώνοντας ο Δίας που ο Ιασίωνας, ενώ ήταν θνητός, τόλμησε να κάνει έρωτα με τη θεά, τον κατακεραύνωσε.

Ιασον Αργος, το (σ 246): Ολόκληρη η Πελοπόννησος.

Ιασος, ο 1. (Ο 337): Ήρωας του Τρωικού πολέμου, αρχηγός των Αθηναίων, γιος του Σφήλου. Τον σκότωσε ο Αινείας. 2. (λ 283): Ο πατέρας του Αμφίωνα, του περίφημου κιθαρωδού, που ήταν γιος του Δία από την Αντιόπη. 3. (ρ 443): Μυθικός βασιλιάς του Άργους. 4. (σ 246): Ο πατέρας της Ιώς, της πρώτης ιέρειας της Αργείας Ήρας. Από αυτόν ονομάστηκε το Άργος Ίασον και από τον Πελασγό, τον αδερφό του, Πελασγικόν.

Ιαωλκός, η (Β 712): Η Ιωλκός, πόλη και λιμάνι της Θεσσαλίας στον Παγασητικό κόλπο. Από το λιμάνι αυτό ξεκίνησε η Αργοναυτική εκστρατεία.

Ιδαίος, ο 1. Γ 248): Ηνίοχος του Πρίαμου, που τον χρησιμοποιούσαν  οι Τρωαδίτες και ως αγγελιοφόρο. Είναι αυτός που οδήγησε τον Πρίαμο στη σκηνή του Αχιλλέα, όταν πήγε να εξαγοράσει με λύτρα το πτώμα του γιου του Έκτορα. 2. (Ε 11): Ο γιος του Δάρητα, του ιερέα του Ήφαιστου και αδερφός του Φηγέα. Επιφανής Τρώας, που θα τον σκότωνε ο Διομήδης, αν δεν τον έσωζε ο Ήφαιστος.

Ιδαίος, ο 1. (Θ 170): Επίθετο, μόνον αρσενικό. Αυτός που ανήκει στην Ίδη. 2. (Π 605): Ο Δίας.

Ιδη, η (Β 821): Οροσειρά στη Βορειοδυτική Μικρά Ασία, που αρχίζει από τη Φρυγία και μέσω της Μυσίας καταλήγει στον Ελλήσποντο, με ψηλότερες κορυφές τον Κότυλο και τον Γάργαρο. Από την Ίδη πηγάζουν οι ποταμοί Σκάμανδρος, Σιμόεις και Κάικος.

Ιδης, ο (Ι 558): Ο Ίδας, ήρωας των Αιτωλικών μύθων και παραδόσεων. Ήταν γιος του Αφαρέα και της Αρήνης, κόρης του Οίβαλου, αδερφός του Λυγκέα και του Πείσου. Σύμφωνα με τον Όμηρο, από τον πατέρα του, τον Αφερέα, ανήκει στην οικογένεια του Περιήρη. Είναι επίσης ξάδερφος των Διόσκουρων Κάστορα και Πολυδεύκη, των Λευκιππιδών Ιλάειρας και Φοίβης και ξάδερφος της Πηνελόπης, της συζύγου του Οδυσσέα. Αναφέρεται ότι πήρε μέρος και στο κυνήγι του Καλυδώνιου κάπρου. Άρπαξε από το ναό του Απόλλωνα τη Μάρπησσα, τη θυγατέρα του  Εύηνου, πάνω σ΄ ένα φτερωτό άρμα, δώρο του Ποσειδώνα. Ο Εύνηνος τους καταδίωξε, αλλά, μη μπορώντας να τους φτάσει, αυτοκτόνησε. Καταδιώχτηκε όμως από τον Απόλλωνα, ο οποίος ήταν επίσης ερωτευμένος με τη Μάρπησσα. Ο Ίδας αμύνθηκε και απείλησε το θεό Απόλλωνα με τον οποίο τελικά μονομάχησε. Τότε ο Δίας επενέβη και τους χώρισε με έναν κεραυνό και διέταξε να αφήσουν τη Μάρπησσα ελεύθερη να αποφασίσει. Εκείνη διάλεξε τον Ίδα, με τον οποίο έκανε την Κλεοπάτρα, τη γυναίκα του Μελέαγρου, γιου του βασιλιά της Καλυδώνας Οινέα.

Ιδομενεύς, ο (Α 145): Βασιλιάς της Κρήτης, γιος του Δευκαλίωνα, γιου του Μίνωα, άρα εγγονός του Μίνωα. Πήρε μέρος στην εκστρατεία κατά της Τροίας, μαζί με το Μηριόνη, με ογδόντα καράβια.

Ιηλυσός, η (Β 656): Ιαλυσός, αρχαιότατη πόλη της Ρόδου. Πήρε μέρος στην εκστρατεία κατά της Τροίας, με αρχηγό των Ροδίων το γιο του Ηρακλή και της Αστυόχης Τληπόλεπο, με εννέα καράβια.

Ιησονίδης, ο (Η 468): Ο γιος του Ιάσονα, ο Εύνηος.

Ιήσων, ο 1. (Η 469): O Ιάσονας, ο αρχηγός της Αργοναυτικής εκστρατείας, γιος του Αίσωνα και ετεροθαλής αδερφός του Πελία. Ανήκει στη γενιά του Αίολου. Για τη μητέρα του οι παραδόσεις ποικίλλουν. Κάποιοι την ονομάζουν Αλκιμήδη, κόρη του Φύλακου, κάποιοι Πολυμήδη, κόρη του Αυτόλυκου, επομένως θεία του Οδυσσέα. Δικαιωματικά, ο θρόνος ανήκε στον Αίσονα, που όμως καταδιώχτηκε από τον ετεροθαλή αδερφό του Πελία, γιο της Τυρώς από τον Ποσειδώνα. Ο Ιάσονας ανατράφηκε από τον Κένταυρο Χείρονα, που του δίδαξε και την ιατρική. Όταν ενηλικιώθηκε, επέστρεψε στην Ιωλκό, έχοντας χάσει το ένα σαντάλι του. Βλέποντάς τον έτσι ο θείος του ταράχτηκε, επειδή ο χρησμός έλεγε ότι ένας μονοσάνταλος θα του φέρει συμφορές. Του ανέθεσε λοιπόν την αποστολή να φέρει το Χρυσόμαλλο Δέρας, δηλαδή την προβιά από το κριάρι που μετέφερε το Φρίξο και την Έλλη.                                                                

 

Κρηθέας+Τυρώ

Ι

__________________________________________

Ι                                  Ι                Ι                               Ι

Αίσονας+Πολυμήδη   Φέρητας    Μύρινα+Θόαντας  Αμυθάονας

Ι                                                 Ι

____________________     Υψιπύλη

Ι                                       Ι

Μήδεια+Ιάσονας+Υψιπύλη         Πρόμαχος

Ι               Ι

_____________________         _________

Ι              Ι                Ι         Ι        Ι                 Ι

Μήδειος Πολύξενος  Μέρμερος Φέρης  Εύνεος  Νεφρόνιος

 

Γενεαλογικός πίνακας 9: Ιάσονας

 

Έτσι ο Ιάσονας ζήτησε τη βοήθεια του Άργου, του γιου του Φρίξου. Με τη συμβουλή της Αθηνάς ο Άργος  κατασκεύασε την Αργώ, το καράβι με το οποίο πήγε στην Κολχίδα. Σταθμεύοντας προηγουμένως στη Λήμνο, ενώθηκε με την Υψιπύλη, την κόρη του βασιλιά Θόαντα κι έκανε ένα γιο, τον Εύνεο.Έχοντας πάρει το Χρυσόμαλλο Δέρας με τη βοήθεια της Μήδειας, την πήρε και αυτή μαζί του και την παντρεύτηκε. Από το σημείο αυτό οι παραδόσεις είναι πάρα πολλές. Πάντως,  όταν πεθαίνει ο Πελίας, είτε σκοτωμένος από τις κόρες του, που τις ξεγέλασε η Μήδεια, είτε κάπως αλλιώς, ο Ιάσονας και η Μήδεια εκδιώκονται από την Ιωλκό και πηγαίνουν στην Κόρινθο. Μετά από δέκα χρόνια την παράτησε για χάρη της Γλαύκης, της  όμορφης κόρης του βασιλιά της Κορίνθου Κρέοντα.

Ιθαιμένης, ο (Π 586): Τρώας ηγεμόνας, πατέρας του σκοτωμένου από τον Πάτροκλο Σθενέλαου.

Ιθάκη, η ((Β 631): Το βασίλειο του Οδυσσέα. Σύμφωνα με τα Ομηρικά Έπη, το βασίλειο αυτό περιλάμβανε την Ιθάκη, τη Σάμη, την Κροκύλεια, την Αιγίλιπα και ένα μέρος της παραθαλάσσιας Ηπείρου. Οι κάτοικοι του βασιλείου του ονομάζονταν Κεφαλλήνες.

Ιθακήσιος, (Β 184): Επίθετο, που εννοεί τον καταγόμενο από την Ιθάκη.

Ιθακος, ο (ρ 207): Ιθακήσιος ευγενής, ήρωας που ισχύει ως οικιστής της Ιθάκης. Λέγεται ότι μαζί με τον Πολύκτορα και το Νήριτο έχτισαν τη μαρμαρένια κρήνη από την οποία έπαιρναν νερό οι πολίτες της Ιθάκης.

Ιθώμη, η (Β 729): Πόλη στη Θεσσαλία.

Ικάριος, ο (Β 145): Επίθετο, που εννοεί αυτόν που ανήκει στο μικρό νησί κοντά στη Σάμο, την Ίκαρο, τη σημερινή Ικαρία.

Ικάριος, ο (α 329): Ο πατέρας της Πηνελόπης, της γυναίκας του Οδυσσέα και αδερφός του Τυνδάρεου, του πατέρα της Ωραίας Ελένης. Διώχτηκαν από τη Λακεδαίμονα και, με τον ετεροθαλή αδερφό τους Ιπποκόωντα, κατέφυγαν στην Πλευρώνα, κοντά στο Θέστιο. Ενώ Τυνδάρεος επέστρεψε στη Σπάρτη και πήρε το βασίλειο, ο Ικάριος έμεινε στην Ακαρνανία, παντρεύτηκε την κόρη του Λυγκαίου και έκανε  τον Αλυζέα, τον Λευκάδα και την Πηνελόπη. Λέγεται ότι τον γαμπρό του για την Πηνελόπη τον διάλεξε από τον νικητή των αγώνων δρόμου που διοργάνωσε και στους οποίους νίκησε ο Οδυσσέας, όπως λέγεται ότι ο αδερφός του Τυνδάρεος διάλεξε τον Οδυσσέα, για τη συμβουλή που του έδωσε, να αφήσει την Ελένη να διαλέξει το σύζυγό της, να ορκήσει όμως όλους τους μνηστήρες της, ότι στον μέλλον θα βοηθήσουν τον άντρα που θα διαλέξει, αν εκείνος τους το ζητήσει. Αυτόν τον όρκο επκαλέστηκε ο Μενέλαος, όταν ο Πάρης έκλεψε την Ωραία Ελένη και θέλησε να εκστρατεύσει κατά της Τροίας.

Ικεταονίδης, ο (Ο 546): Ο γιος του Ικετάονα, ο Μελάνιππος, που ήταν και ξάδερφος του Έκτορα.

Ικετάων, ο 1. (Γ 147): Τρώας ηγεμόνας, ακόλουθος του Άρη και σύμβουλος του Πρίαμου. 2. (Ο 576): Ο πατέρας του Τρώα πολεμιστή Μελάνιππου.

Ικμάλιος, ο (τα 57): Ιθάκιος τεχνίτης. Αυτός φιλοτέχνησε την πολυθρόνα της Πηνελόπης.

Ιλήιον, το (Φ 558): Επίθετο γι΄ αυτό που ανήκει στο Ίλιο ή στον Ίλο.

Ιλιονεύς, ο (Ξ 489): Τρωαδίτης πολεμιστής, γιος του Φόρβαντα και ευνοούμενος του Ερμή. Μολαταύτα, τον σκότωσε ο αρχηγός των Αργείων Αχαιών Πηνέλεος.

Ιλιος, α, ον: Ως επίθετο, αυτός, ή, ό, που ανήκει στο Ίλιο και στον Ίλο.

Ιλιον, το 1. (Α 71): Η Τρωική επικράτεια, ολόκληρη η χώρα του Ιλίου. 2. (Ο 71): Το Ίλιο, η πόλη και πρωτεύουσα των Τρωαδιτών και του βασιλείου του Πρίαμου.

Ιλος, ο 1. (Υ 232): Ο γιος του Τρώα και εγγονός του Εριχθόνιου. Είναι ο ιδρυτής του Ιλίου. 2. (α 259): Ο γιος του Μέρμερου, που αποκαλείται και Μερμερίδης, εγγονός του Φέρητα, του άρχοντα της Εφύρας.

Ιμβρασίδης, ο (Δ 520): Ο γιος του Ίμβρασου, ο Πείροος, αρχηγός στο στρατό των Θρακών.

Ιμβριος, ο (Φ 43): Επίθετο για τον κάτοικο της Ίμβρου.

Ιμβριος, ο (Ν 171): Τρωαδίτης πολεμιστής, γιος του Μέντορα και γαμπρός του Πρίαμου. Τον σκότωσε ο Τεύκρος, ο γιος του Τελαμώνα.

Ιμβρος, η  (Ν 33): Το νησί Ίμβρος, απέναντι από τον Ελλήσποντο και τη χερσόνησο της Θράκης.

Ινώ, η (ε 333): Η κόρη του Κάδμου και της Αρμονίας και δεύτερη σύζυγος του Αθάμαντα. Όταν η Νεφέλη, η πρώτη σύζυγος του Αθάμαντα έσωσε τα παιδιά της Φρίξο και Έλλη από το μίσος της Ινώς, εκείνη παραφρόνησε και έπεσε, μαζί με το γιο της Μελικέρτη, στη θάλασσα, μέσα στην οποία και μεταμορφώθηκαν στις θαλάσσιες θεότητες Λευκοθέα και Παλαίμονα αντίστοιχα. Προς τιμήν αυτών αργότερα καθιερώθηκαν τα Ίσθμια.

Ιξιονίη, η (Ξ 317): Επίθετο, για τη Δία, τη σύζυγο του βασιλιά των Λαπιθών Ιξίονα, που καταδικάστηκε από το Δία να περιστρέφεται αιώνια στον Άδη, δεμένος πάνω σε ένα φλεγόμενο τροχό. Η Ιξιονία (Δία),  με το Δία, έκανε τον Πειρίθοο, που πολέμησε ενάντια στους Κένταυρους.

Ιππασίδης, ο (Λ 426): Ο γιος του Ίππασου.

Ιππασος, ο 1. (Λ 450): Ο πατέρας του Τρωαδίτη πολεμιστή Χάρονα και του Σώκου, τον οποίο σκότωσε ο Οδυσσέας. 2. (Ν 441): Ένας από τους αρχηγούς του στρατού των Τρώων και πατέρας του φονευθέντα από τον Ιδομενέα Υψήνορα. 3. (Ρ 348): Τρωαδίτης ευγενής, πατέρας του αρχηγού του στρατού Απισάονα, τον οποίο σκότωσε ο Λυκομήδης.

Ιππημολγοί, οι (Ν 5): Σκυθικές νομαδικές φυλές που κατοικούσαν βόρεια του Ίστρου και τρέφονταν κυρίως με αλογίσιο γάλα. Άλλωστε και το όνομά τους σημαίνει: Αυτοί που αρμέγουν τους ίππους.

Ιπποδάμας, ο (Υ 401): Τρωαδίτης πολεμιστής, γιος του Πρίαμου. Τον σκότωσε ο Αχιλλέας.

Ιπποδάμεια, η 1. (Β 742): Η σύζυγος του Πειρίθοου, του βασιλιά των Λαπιθών, από τον οποίο γέννησε τον τρομερό Πολυποίτη. Υπήρξε η αιτία της κενταυρομαχίας, όταν στο γάμο της με τον Πειρίθοο προσκλήθηκαν από τους Λαπίθες και οι Κένταυροι. Ένας από τους Κένταυρους, ο Ευρυτίωνας, ενόχλησε τη νύφη, οπότε οι Λαπίθες του έκοψαν μύτη και αυτιά. Μετά από αυτό οι Κένταυροι επιχείρησαν να αρπάξουν τις γυναίκες των Λαπιθών και προκλήθηκε πόλεμος που κράτησε ένα χρόνο. Ο πόλεμος έληξε με τη βοήθεια του Θησέα, την ημέρα που γεννήθηκε ο Πολυποίτης. 2. Η κόρη του Αγχίση, σύζυγος του Τρώα πολεμιστή Αλκάθοου, που τον σκότωσε ο Ιδομενέας. 3. (σ 181): Μια από τις θεραπαινίδες της Πηνελόπης.

Ιππόδαμος, ο (Λ 335): Γιος του μάντη Μέροπα, επιφανής Τρωαδίτης πολεμιστής. Τον σκότωσε ο Οδυσσέας.

Ιππόθοος, ο 1. (Β 840): Γιος του Λήθου, αρχηγός των Πελασγών. Βοήθησε τους Τρώες και σκοτώθηκε από τον Αίαντα. 2. (Ω 251): Ένας από τους γιους του Πριάμου.

Ιπποκόων, ο (Κ 518): Ηγεμόνας των Θρακών, ανεψιός του Ρήσου.

Ιππόλοχος, ο 1. (Λ 145): Επιφανής Τρώας, γιος του Αντίμαχου. Τον σκότωσε ο Αγαμέμνονας. 2. (Ζ 119): Γιος του Βελλεροφόντη και πατέρας του Γλαύκου, ηγεμόνας των Λυκίων.

Ιππόμαχος, ο (Μ 189): Γιος του Αντίμαχου, Τρώας μαχητής. Τον σκότωσε ο Λαπίθης Λεοντέας.

Ιππόνοος, ο (Λ 303): Δαναός, ανδρείος πολεμιστής. Τον σκότωσε ο Έκτορας.

Ιπποτάδης, ο (κ 2): Ο γιος του Ιππότη, ο Αίολος.

Ιπποτίων, ο (Ν792): Τρωαδίτης πολεμιστής. Τον σκότωσε ο Μηριόνης.

Ιρή, η (Ι 150): Πόλη της Μεσσηνίας, μια από τις εφτά πόλεις που υποσχέθηκε ο Αγαμέμνονας στον Αχιλλέα ως προίκα, αν επέστρεφε στη μάχη και αν δεχόταν να γίνει γαμπρός του σε οποιαδήποτε από τις κόρες του.

Ιρις, η (Γ 121): Θεά, από τις δευτερεύουσες θεότητες του Ολύμπου. Ήταν κόρη του Θαύμαντα και της Ωκεανίδας Ηλέκτρας. Ήταν η αγγελιοφόρος των θεών, κυρίως όμως του Δία και της  Ήρας.

Ιρος, ο (σ 5): Ιθακήσιος ζητιάνος, που στην πραγματικότητα λεγόταν Αρναίος. Εκτελούσε και χρέη αγγελιοφόρου μεταξύ των πολιτών. Με αυτόν διαπληκτίστηκε ο Οδυσσέας, ντυμένος και αυτός ως ζητιάνος όταν επέστρεψε στην Ιθάκη, και τον χτύπησε, καθιστώντας τον ανάπηρο.

Ισανδρος, ο (Ζ 197): Γιος του Βελλεροφόντη. Τον σκότωσε ο Άρης, όταν πολεμούσε τους Σολύμους.

Ισμαρος, ο (ι 40): Πόλη των Κικόνων στη Θράκη. Την κατέστρεψε ο Οδυσσέας. Το όνομά της το πήρε από τον πρώτο της βασιλιά Κίκονα, γιο του Απόλλωνα και της Ροδόπης. Πολύ φημισμένο ήταν το μελιστάλαχτο κρασί τους, που το παρομοίαζαν με το θεϊκό νέκταρ.

Ισος, ο (Λ 101): Γιος του Πρίαμου, από ανεπίσημη σύζυγο. Είχε συλληφθεί από τον Αχιλλέα και εξαγοράστηκε με λύτρα από τον Πρίαμο. Τον σκότωσε ο Αγαμέμνονας.

Ιστιαία, η (Β 537): Αρχαία πόλη της Εύβοιας, ονομαστή για τα πολλά αμπέλια της.

Ιτυλος, ο (τ 522): Γιος του Ζήθου και της Αηδόνας, η οποία τον σκότωσε.  Γεμάτη ζήλεια προς την Ιπποδάμεια, θέλησε να σκοτώσει το γιο εκείνης και έκανε το μοιραίο λάθος.  Έτσι, το κελάιδημα της Αηδόνας, ήταν ουσιαστικά το κλάμα της για το δικό της γιο.

Ιτυμονεύς, ο (Λ 672): Γιος του Υπείροχου, από την Ήλιδα. Τον σκότωσε ο βασιλιάς της Πύλου Νέστορας σε διαμάχη μεταξύ των Πυλίων και Ηλείων σχετικά με το κλέψιμο  βοδιών.

Ιτων, η (Β 696): Πόλη της Θεσσαλικής Φθίας, με το φημισμένο ναό της θεάς Αθηνάς. Και η πόλη αυτή πήρε μέρος στον Τρωικό πόλεμο με αρχηγό τον Πρωτεσίλαο.

Ιφεύς, ο (Π 417): Τρωαδίτης πολεμιστής. Τον σκότωσε ο Πάτροκλος.

Ιφθίμη, η (δ 797): Κόρη του Ικάριου και της Περίβοιας και αδερφή της Πηνελόπης, της γυναίκας του Οδυσσέα. Τη μορφή της Ιφθίμης παίρνει η θεά Αθηνά και παρουσιάζεται στην Πηνελόπη για να την παρηγορεί.

Ιφιάνασσα, η (Ι 145): Μια από τις τρεις κόρες του Αγαμέμνονα. Αυτήν είχε τάξει ο Αγαμέμνονας στον Αχιλλέα (καθώς και εφτά πόλεις της Πελοποννήσου) αν επέστρεφε πάλι στη μάχη και αν δεχόταν να γίνει γαμπρός του σε οποιαδήποτε από τις κόρες του.

Ιφιδάμας, ο (Λ 221): Γιος του Θράκα Αντήνορα, σύμμαχος των Τρώων.

Ιφικλήειος: Επίθετο, γι΄ αυτόν που ανήκει στον Ίφικλο.

Ιφικλος, ο ( Γιος του Φυλάκου και αδερφός του Πρωτεσίλαου.

Ιφιμέδεια, η (λ 305): Η κόρη του Τρίοπα και σύζυγος του Αλωέα. Την αγάπησε όμως ο Ποσειδώνας και έκανε μαζί της τους Γίγαντες Ώτο και Εφιάλτη.

Ιφίνοος, ο (Η 14): Αχαιός πολεμιστής, γιος του Δέξιου. Τον σκότωσε ο Λύκιος Γλαύκος.

Ιφις, η (Ι 667): Το όνομα μιας αιχμάλωτης του Αχιλλέα, από το νησί Σκύρος. Την Ιφη την πρόσφερε ο Αχιλλέας ως δώρο στον Πάτροκλο.

Ιφιτίδης, ο (Θ 128): Ο γιος του Ίφιτου, ο Αρχεπτόλεμος.

Ιφιτίων, ο (Υ 382): Γιος του Οτρυντέα, από τη Λυκία. Τον σκότωσε ο Αχιλλέας.

Ιφιτος, ο 1. (Β 518): Ο βασιλιάς των Φωκέων, γιος του Ναυβόλου και της Περενίκης. Πήρε μέρος στην Αργοναυτική εκστρατεία, αφήνοντας διάδοχο στο θρόνο του το γιο του Σχέδιο. 2. (Θ 128): Ο πατέρας του Αρχεπτόλεμου, του ηνίοχου του Έκτορα. 3. (φ 14): Ο γιος του βασιλιά της Οιχαλίας Ευρύτη και της Ιόλης. Τον σκότωσε ο Ηρακλής σε μια στιγμή μανίας, ρίχνοντάς τον από τα τείχη της Τίρυνθας. Πριν πολλά χρόνια, όταν ο Οδυσσέας τον επισκέφτηκε ως νέος, του πρόσφερε ως δώρο το τόξο του. Με αυτό το τόξο ο Οδυσσέας σκότωσε τους μνηστήρες της γυναίκας του Πηνελόπης.  

  

Κ

 

Καδμείοι, οι (Δ 388): Οι Θηβαίοι, επειδή ο Κάδμος θεωρείται ο γενάρχης τους και οικιστής των Θηβών.

Καδμείονες, οι (Δ 385): Οι Καδμείοι.

Κάδμος, ο (ε 333): Εθνικός ήρωας των αρχαίων Θηβών, που από αυτόν ονομαζόταν Καδμείοι. Ήταν γιος του βασιλιά της Φοινίκης Αγήνορα (γιου του Ποσειδώνα και της Λιβύης) και της Τηλεφάσας και σύζυγος της Αρμονίας, με την οποία έκανε τέσσερα παιδιά: την Ινώ, τη Σεμέλη, την Αγαύη, την Αυτονόη και τον Πολύδωρα.  

 

Λιβύη+Ποσειδώνας

Ι

__________________

Ι                                   Ι

Άρης+Αφροδίτη              Αγήνορας+Τηλεφάσα      Βήλος

Ι                                              Ι

Ι              __________________________________

Ι              Ι                   Ι               Ι              Ι                Ι

Αρμονία+Κάδμος    Φοίνικας    Κίλικας    Θάσος    Ευρώπη+Δίας(+Αστέριος)

Ι                                                                                Ι

____________________________                          _________________

Ι         Ι       Ι         Ι            Ι              Ι                          Ι             Ι                  Ι

Αυτονόη  Ινώ  Αγαύη  Σεμέλη  Πολύδωρος   Ιλλυριός                  Μίνωας  Σαρπηδόνας   Ραδάμανθης

 

Γενεαλογικός πίνακας 10: Κάδμος 

 

Αδέρφια είχε τον Φοίνικα, τον Κίλικα, το Θάσο και την Ευρώπη, που ως γνωστόν την έκλεψε ο Δίας. Ψάχνοντας την αδερφή του, ερχόμενος από τη Φοινίκη, περιπλανήθηκε, ώσπου έφτασε στη Βοιωτία, όπου σκότωσε ένα δράκοντα που τον είχε στείλει ο Άρης. Με διαταγή της Αθηνάς σκέπασε τα δόντια με χώμα και από αυτά φύτρωσαν οι Καδμείοι. Έχτισε λοιπόν την Καδμεία και τη Θήβα. Η Ακρόπολη των Θηβών είχε εφτά πύλες, γι΄ αυτό και λεγόταν Εφτάπυλη Θήβα. Λέγεται ότι τα τείχη χτίστηκαν σε μια ημέρα με τη βοήθεια του Απόλλωνα, ο οποίος, παίζοντας μουσική έκανε να τοποθετούνται οι πέτρες από μόνες τους. Έφερε δε και τα γράμματα, (τα οποία λέγεται ότι οι Φοίνικες είχαν πάρει από τους Κρήτες), που από αυτόν ονομάστηκαν Καδμήια και Φοινίκια. Σε γεροντική ηλικία εγκαταστάθηκε βόρεια, όπου απέκτησε και τον τελευταίο του γιο, τον Ιλλυριό, από τον οποίο οι κάτοικοι της περιοχής ονομάστηκαν Ιλλυριοί.

Καινεΐδης, ο (Β 746): Ο γιος του Καινέα, ο Κορώνος, που πήρε μέρος στην Αργοναυτική εκστρατεία.

Καινεύς, ο (Α 264): Βασιλιάς των Λαπιθών, γιος του Έλατου και πατέρας του Κορώνου.

Καλήσιος, ο (Ζ 18): Τρωαδίτης μαχητής και ηνίοχος του Άξυλου. Τον σκότωσε ο Διομήδης.

Καλητορίδης ο (Ν 541): Ο γιος του Καλήτορα, ο Αφαρίας.

Καλήτωρ, ο 1. (Ν 541): Ο πατέρας του Αφαρία. 2. (Ο 419): Ο γιος του Κλυτία. Τρωαδίτης πολεμιστής, που σκοτώθηκε από τον Αίαντα τον Τελαμώνιο.

Καλλιάνασσα, η (Σ 46): Μια από τις πενήντα Νηρηίδες, κόρη του Νηρέα και της θυγατέρας του Ωκεανού Δωρίδας.

Καλλιάνειρα, η (Σ 46): Μια από τις πενήντα Νηρηίδες, κόρη του Νηρέα και της θυγατέρας του Ωκεανού Δωρίδας.

Καλλίαρος, η (Β 531): Πόλη των Λοκρών.

Καλλικολώνη, η (Υ 53): Όνομα ενός λόφου σε τοποθεσία κοντά στην πεδιάδα του Ιλίου. Στο μέρος αυτό φιλονίκησαν η Ήρα, η Αθηνά και η Αφροδίτη, επειδή ο Πάρης είχε δώσει το έπαθλο της ομορφιάς στην Αφροδίτη.

Καλύδναι, αι (Β 677): Δυο μικρά νησάκια κοντά στην Κω.

Καλυδών, η (Β 640): Πόλη στον Εύηνο. Στα προομηρικά χρόνια ήταν μια από τις σημαντικότερες πόλεις της Αιτωλίας,

Καλυψώ, η (α 14): Η Καλυψώ είναι Νύμφη, θυγατέρα του Ωκεανού και της Τηθύος. Κατοικούσε σ΄ ένα νησί που λεγόταν Ωγυγία και βρισκόταν δυτικά της Ελλάδας. Είναι αυτή που φιλοξένησε τον Οδυσσέα ως ναυαγό και, γοητεύοντάς τον, τον κράτησε κοντά της για εφτά ολόκληρα χρόνια. Δεν αποδέχτηκε την πρότασή της να τον κάνει αθάνατο, γιατί ήθελε να γυρίσει στην Ιθάκη. Στις αρχές του όγδοου χρόνου ο Δίας αποφάσισε να βοηθήσει τον Οδυσσέα στην επιστροφή του και, στέλνοντας τον αγγελιοφόρο του, τον Ερμή, έδωσε οδηγίες στην Καλυψώ να τον αφήσει να φύγει. Έτσι, τον βοήθησε να κατασκευάσει μια σχεδία και του έδωσε και τις απαραίτητες προμήθειες για το ταξίδι.

Κάλχας, ο (Α 69): Περίφημος μάντης της αρχαιότητας, από το γένος των Αμυθαονιδών. Καταγόταν από τα Μέγαρα και ήταν γιος του Θέστορα, γιου του Απόλλωνα και της Λαοθόης, ιερέα του Απόλλωνα. Πήρε μέρος στην εκστρατεία κατά της Τροίας, έχοντας προηγομένως προφητεύσει στην Αυλίδα τη δεκαετή διάρκεια του πολέμου αλλά και ότι χωρίς τον Αχιλλέα δεν θα μπορούσαν να κυριεύσουν την Τροία. Κατάφερε να πείσει τον Αγαμέμνονα να θυσιάασει την κόρη του Ιφιγένεια στην Αυλίδα, ενώ είναι αυτός και πάλι που κατακρίνει τον Αγαμέμνονα και τον πείθει να επιστρέψει τη αιχμάλωτη Χρυσηίδα, την κόρη του ιερέα του ναού του Απόλλωνα. Μετά την άλωση της Τροίας εγκαταστάθηκε στον Κολοφώνα, όπου λέγεται ότι σε μονομαχία σκοτώθηκε από τον μάντη Μόψο.

Κάμειρος, η (Β 656): Αρχαία πόλη στο βόρειο μέρος της Ρόδου.

Καπανεύς, ο (Β 564): Από τους πιο ανδρείους ήρωες των Επτά επί Θήβας. Ήταν αυτός που σκαρφάλωσε στις επάλξεις των τειχών της Θήβας και με δαυλό θέλησε να κάψει την πόλη, χωρίς τη θέληση των θεών. Έτσι, κατακεραυνώθηκε από το Δία.

Καπανηιάδης, ο (Ε 109): Ο γιος του Καπανέα, ο Σθένελος.

Καπανήιος, ο (Δ 367): Αυτός που ανήκει στον Καπανέα.

Κάπυς, ο (Υ 239): Ο γιος του Ασσάρακου και πατέρας του Αγχίση.

Καρδαμύλη, η (Ι 150): Αρχαία πόλη της Λακωνικής. Είναι μια από τις εφτά πόλεις που ο Αγαμέμνονας έταξε ως προίκα στον Αχιλλέα εάν δεχόταν να ξαναπάρει μέρος στη μάχη και, μετά το τέλος του πολέμου, επιθυμούσε να γίνει γαμπρός του με όποιαν ήθελε από τις κόρες του.

Κάρες, οι ((Β 867): Οι κάτοικοι της Καρίας, περιοχής της Νοτιοδυτικής Μικράς Ασίας.

Κάρησος, ο (Μ 20): Ποτάμι της Μυσίας, που πηγάζει από την Ίδη. Παραπόταμος του Αίσηπου.

Κάρπαθος, η (Β 676): Το νησί Κάρπαθος, στο Ν.Α. Αιγαίο.

Κάρυστος, η (Β 539): Πόλη στη Νότια Εύβοια, που ανήκε στους Άβαντες. Οι κάτοικοί της πήραν μέρος στην εκστρατεία κατά της Τροίας.

Κάσος, η (Β 676): Το νησί Κάσος. Πήρε μέρος στην εκστρατεία κατά της Τροίας με τριάντα πλοία και αρχηγούς τον Φείδιππο και τον Άντιφο.

Κασσάνδρη, η (Ν 366): Η Κασσάνδρα, η θυγατέρα του Πρίαμου από την Εκάβη, η πιο όμορφη από τα τέσσερα κορίτσια του. Σύμφωνα με τη μυθολογία, την είχε ερωτευτεί ο Απόλλωνας. Του υποσχέθηκε ότι θα ανταποκριθεί στον έρωτά του αν της μάθαινε τη μαντική τέχνη. Ο Απόλλωνας της χάρισε αυτό το δώρο, εκείνη όμως δεν κράτησε την υπόσχεσή της. Τότε ο θεός, αντί να της αφαιρέσει αυτήν την ικανότητα, της έδωσε την αδυναμία της πειθούς. Οι μαντείες της δε θα γίνονταν πιστευτές από κανέναν. Έτσι, δεν την πίστεψαν όταν προμήνυσε τα κακά από την αρπαγή της Ωραίας Ελένης, ούτε όταν προειδοποίησε για το Δούρειο Ίππο, ούτε όταν προανάγγειλε στον Αγαμέμνονα τη μοίρα που τον περίμενε αν επέστρεφε στις Μυκήνες. Κατά την άλωση της Τροίας ο Αίας ο Λοκρός τη βρήκε στο ναό της Αθηνάς της οποίας ήταν ιέρεια και τη βίασε, πράγμα για το οποίο τιμωρήθηκε. Κατά τη διανομή των λαφύρων την πήρε ο Αγαμέμνονας ως παλλακίδα και απέκτησε μαζί της δυο παιδιά: τον Πέλοπα και τον Τηλέδαμο. Τόσο αυτή όσο και τα παιδιά της, επιστρέφοντας στις Μυκήνες, είχαν την ίδια τύχη με τον Αγαμέμνονα, δηλαδή σκοτώθηκαν από τον Αίγισθο και την Κλυταιμήστρα.

Καστιάνειρα, η (Θ 305): Η μητέρα του Γοργυθίωνα, γιου του Πρίαμου.

Κάστωρ, ο (Γ 237): Ένας από τους δύο Διόσκουρους· ο άλλος ήταν ο Πολυδεύκης. Γιος του Δία (όπως και ο Πολυδεύκης και η Ωραία Ελένη) από τη Λήδα, τη σύζυγο του βασιλιά της Σπάρτης Τυνδάρεου. Μαζί με τον αδερφό του ήταν οι προστάτες των ναυτιλομένων. Προς τιμήν τους τελούσαν γιορτές και αγώνες, τα Διοσκούρια (Διός κούροι). Ο Δίας τους μεταμόρφωσε στα πιο λαμπρά αστέρια του αστερισμού των Διδύμων.

Καύκωνες, οι 1. (Κ 429): Αρχαίο έθνος της Μ. Ασίας στην Παφλαγονία, σύμμαχοι των Τρώων. 2. (γ 366): Ελληνικό φύλο, που κατοικούσε στην  Ήλιδα, κοντά στην Πύλο.

Καΰστριος, ο (Β 461): Ποταμός της Μ. Ασίας στην Ιωνία.

Κεάδης, ο (Β 847): Ο πατέρας του αρχηγού των Κικόνων Εύφημου.

Κεβριόνης, ο (Θ 318): Αδερφός του Έκτορα. Μετά το θάνατο του Αρχεπτόλεμου, ηνίοχου του Έκτορα, έγινε αυτός ηνίοχός του.

Κελάδων, ο (Η 133): Ποταμός της Ήλιδας, που χύνεται στον Ιάρδανο.

Κένταυροι, οι (Α 268): Άγριο θεσσαλικό έθνος που κατοικούσε στο Πήλιο και στην Όσσα. Κένταυροι ήταν ο Ευρυτίωνας και ο Χείρωνας. Κατά τη μυθολογία, οι Κένταυροι ήταν τέρατα, με κεφάλι χέρια και στήθος ανθρώπου και σώμα αλόγου, με τέσσερα πόδια. Ήταν πολύ άγριοι, κατοικούσαν σε δάση και έτρωγαν ωμό κρέας. Πίστευαν πως οι Κένταυροι γεννήθηκαν από τους έρωτες του Ιξίωνα με ένα σύννεφο, στο οποίο ο Δίας είχε δώσει τη μορφή της Ήρας, για να δει αν ο Ιξίωνας θα ικανοποιούσε τον πόθο του για την Ήρα. Διαφορετικοί στο χαρακτήρα είναι οι Κένταυροι Χείρωνας, που ήταν ο παιδαγωγός του Αχιλλέα και ο Ευρυτίωνας, μάλλον επειδή είχαν άλλη προέλευση. Ο Χείρωνας είχε γεννηθεί από τον έρωτα της Φιλύρας και του Κρόνου, ενώ ο Φόλος ήταν γιος του Σειληνού και μιας Νύμφης, της Μελιάδας. Η μυθολογία αναφέρει ότι ο Ηρακλής σκότωσε τους Κένταυρους Άγριο και Άγχιο, καθώς και τον Έλατο και, κατά λάθος και το Χείρωνα, ο οποίος, επειδή πονούσε πολύ, δέχτηκε να πεθάνει παρά να παραμείνη αθάνατος, δίνοντας την αθανασία του στον Προμηθέα. Οι Κένταυροι αγωνίστηκαν εναντίον των Λαπιθών. Ο Πειρίθοος, βασιλιάς των Λαπιθών, ως γιος του Ιξίωνα είναι ετεροθαλής αδερφός των Κενταύρων, γεγονός που πιθανόν να δικαιολογεί την παρουσία τους στους γάμους του Πειρίθοου με την Ιπποδάμεια. Εκεί, ένας Κένταυρος προσπάθησε να βιάσει την Ιπποδάμεια. Η συμπλοκή γενικεύτηκε και οι Κένταυροι κυνηγήθηκαν από τους Λαπίθες, νικήθηκαν και αναγκάστηκαν να εγκαταλείψουν τη Θεσσαλία. Παρόμοιο περιστατικό έχει η μυθολογία και με έναν άλλο Κένταυρο, το Νέσσο, που προσπάθησε να βιάσει τη Δηινάνειρα, τη μνηστή του Ηρακλή, από τον οποίο και σκοτώνεται. Άλλο περιστατικό υπάρχει με τους Κένταυρους Υλαίο και Ροίκο, που προσπάθησαν να βιάσουν την παρθένα Αταλάντη και σκοτώθηκαν από αυτήν.

Κεφαλλήνες, οι 1. (Δ 330): Έτσι ονομάζονταν οι υπήκοοι του Οδυσσέα που κατοικούσαν στην ηπειρωτική Ελλάδα, δηλαδή στις ακτές τις Ακαρνανίας, αλλά και στο νησί Λευκάδα. 2. (Β 631): Οι υπήκοοι όλου του βασιλείου του Οδυσσέα. Επί Ομήρου η Κεφαλληνία ονομαζόταν Σάμη. Μετέπειτα ονομάστηκαν και οι κάτοικοι της Σάμης Κεφαλλήνες. Ορισμένοι πιστεύουν ότι αυτό που από τον Όμηρο ονομάζεται Δουλίχιο είναι το νησί Κεφαλληνία.

Κήρινθος, η (Β 538): Παραλιακή πόλη της Εύβοιας.

Κήτειοι, οι (λ 521): Μικρασιατικό έθνος από τη Μυσία, κοντά στην Πέργαμο, στρατιώτες υπό τον Ευρύπυλο, γιο του Τήλεφου.

Κηφισίς, η (Ε 709): H λίμνη Κηφησίς, η μετέπειτα Κωπαΐδα.

Κηφισός, ο (Β 522): Ποταμός της Φωκίδας.

Κίκονες, οι (Β 846): Θρακικό έθνος που κατοικούσε ανάμεσα στον Έβρο και στη Βιστωνίδα λίμνη. Το όνομά τους το πήραν από το γενάρχη τους Κίκονα, που ήταν γιος του Απόλλωνα και της Ροδόπης.

Κίλικες, οι (Ζ 397): Μικρασιατικό έθνος μοιρασμένο σε δυο βασίλεια. Το ένα, με πρωτεύουσα τη Λυρνησσό και το άλλο, με πρωτεύουσα την Υποπλακία Θήβα.

Κίλλα, η (Α 38): Ιερή πόλη της Τρωάδας, με λαμπρό ναό του Απόλλωνα.

Κιμμέριοι, οι (λ 14): Μυθικός λαός. Κατοικούσε στα πέρατα της Γης  και του Ουρανού, κοντά στη βόρεια είσοδο του Άδη.

Κινύρης, ο (Λ 20): Ο Κινύρας, ο πρώτος βασιλιάς της Κύπρου, πρώτος ιερέας της Αφροδίτης, γενάρχης των Κινυραδών και οικιστής της Πάφου. Αυτός δώρισε στον Αγαμέμνονα τον θαυμάσιο θώρακά του για να τον θυμάται ως φίλο, όταν έμαθε για την εκστρατεία κατά της Τροίας. Στη μυθολογία υπάρχουν πολλές παραλλαγές για την καταγωγή του. Άλλοι τον θέλουν γιο του Απόλλωνα και της Πάφου και άλλοι του Ευρυμέδοντα και μιας Νύμφης. Πάντως δεν κατάγεται από την Κύπρο αλλά από τη Βύβλο, μέρος στα βόρεια της Συρίας.

Κίρκη, η (ι 31): Η Κίρκη είναι μια Νύμφη και μάγισσα, κόρη του Ήλιου και της κόρης του Ωκεανού Πέρσης. Ακόμη, είναι αδερφή του Αιήτη, του βασιλιά της Κολχίδας, που φύλαγε το Χρυσόμαλλο Δέρας, και της Πασιφάης, της γυναίκας του Μίνωα. Κατοικούσε στην Αία, που στην Ιλιάδα τοποθετείται κάπου στην Ιταλία, σε λαμπρό παλάτι που βρισκόταν μέσα σ΄ ένα όμορφο δάσος. Όταν ο Οδυσσέας, μετά τη χώρα των Λαιστρυγόνων πλησιάζει το νησί της Αίας, στέλνει τους μισούς συντρόφους του με τον Ευρύλοχο, να ερευνήσουν την περιοχή. Αυτοί, μπαίνοντας στην κοιλάδα προχωρούν μέσα στο δάσος, όπου βλέπουν το παλάτι. Μπαίνουν μέσα όλοι εκτός από τον Ευρύλοχο, που ήθελε να δεί τι γίνεται. Η Κίρκη τους υποδέχεται φιλόξενα και ετοιμάζει ένα συμπόσιο. Εκεί, την ώρα το φαγητού, ο Ευρύλοχος βλέπει την Κίρκη να αγγίζει τους συντρόφους του με ένα ραβδί και να τους μεταμορφώνει σε γουρούνια. Τρέχει αμέσως και ειδοποιεί τον Οδυσσέα. Ο Οδυσσέας πέφτει σε περισυλλογή, για το πώς θα ελευθερώσει τους συντρόφους του. Τότε εμφανίζεται ο Ερμής και του εξηγεί πως θα το κατορθώσει, δίνοντάς του μάλιστα και το μαγικό φυτό μώλυ. Πηγαίνει λοιπόν και αυτός στο παλάτι και δέχεται τη φιλοξενία της Κίρκης, αλά ρίχνει το μώλυ στο πιοτό του. Αγγίζοντάς τον με το ραβδί της η Κίρκη δεν μπορεί να τον μεταμορφώσει. Τότε την απειλεί ότι θα τη σκοτώσει αν δεν επαναφέρει τους συντρόφους του. Πράγματι τους ξαναδίνει την ανθρώπινή τους μορφή και παραμένουν στο νησί για ένα χρόνο. Με τον Οδυσσέα η Κίρκη έκανε ένα γιο, τον Τηλέγονο και, κατ΄ άλλους, και μια κόρη, την Κασσιφόνη.

Κισσηίς, η (Ζ 299): Η κόρη του Κισσέα, η Θανώ.

Κισσής, ο (Λ 223): Ο Κισσέας, ο βασιλιάς της Θράκης και πεθερός του Ιφιδάμα, του γιου του Αντήνορα.

Κλείτος, ο 1. (Ο 445): Τρωαδίτης πολεμιστής, γιος του Πεισίνορα και σύντροφος του Πολυδάμαντα. Τον σκότωσε ο Τεύκρος. 2. (ο 249): Ο γιος του Μάντιου, του πατέρα του Κοίρανου. Τον έκλεψε η Ηώ, σαγηνευμένη από την ομορφιά του, κι έτσι έγινε αθάνατος.

Κλεόβουλος, ο (Π 330): Τρωαδίτης μαχητής. Τον σκότωσε ο Αίαντας, ο γιος του Οϊλέα.

Κλεοπάτρη, η (Ι 556): H πανέμορφη σύζυγος του Μελέαγρου, θυγατέρα του Ίδα, βασιλιά της Καλυδώνας, και της Μάρπησσας. Την αποκαλούσαν και Αλκυώνη, επειδή η μητέρα της, όταν την άρπαξε ο Απόλλωνας, έκλαιγε όπως η Αλκυώνα.

Κλεωναί, αι (Β 570): Πόλη της αρχαίας Αργολίδας, ανάμεσα στο Άργος και στην Κόρινθο.

Κλονίος, ο (Β 495): Ο γιος του Αλεγήνορα, ένας από τους αρχηγούς των Βοιωτών που πήραν μέρος στην εκστρατεία κατά της Τροίας. Τον σκότωσε ο Αγήνορας.

Κλυμένη, η 1. (Γ 144): Σπαρτιάτισσα, θεραπαινίδα της Ωραίας Ελένης, που πήγε μαζί της στην Τροία. 2. (Σ 47): Μια από τις πενήντα Νηρηίδες, κόρη του Νηρέα και της Ωκεανίδας Δωρίδας. 3. (λ 236): Εγγονή του βασιλιά της Κρήτης Μίνωα και σύζυγος του Ναύπλιου.

Κλύμενος, ο (γ 452): Ο γιος του Πρέσβωνα και πατέρας της Ευρυδίκης, της συζύγου του βασιλιά της Πύλου Νέστορα.

Κλυταιμήστρη, η & Κλυταιμνήστρη, η (Α 113): Η Κλυταιμ(ν)ήστρα είναι η σύζυγος του Ατρείδη βασιλιά των Μυκηνών, του Αγαμέμνονα. Είναι κόρη του Τυνδάρεου, του βασιλιά της Σπάρτης, και της Λήδας. Είναι αδερφή της Τιμάνδρας και της Φιλονόης, των "θνητών" κοριτσιών της Λήδας και της Ωραίας Ελένης και των Διόσκουρων Κάστορα και Πολυδεύκη, των "θεϊκών" παιδιών που απέκτησε η Λήδα με το Δία. Είναι μεν δίδυμη αδερφή της Ωραίας Ελένης, αλλά η Ελένη είναι κόρη του Δία, που ενώθηκε με τη Λήδα με τη μορφή κύκνου, ενώ η Κλυταιμήστρα είναι από το σπέρμα του Τυνδάρεου. Η Κλυταιμήστρα αρχικά παντρεύτηκε τον Τάνταλο, γιο του Θυέστη, τον οποίο σκότωσε ο Αγαμέμνονας. Όταν ο μάντης Κάλχας δηλώνει πως είναι απαραίτητη η θυσία της Ιφιγένειας, ο Αγαμέμνονας παραγγέλνει στην Κλυταιμήστρα να πάει στην Αυλίδα με την Ιφιγένεια, με το πρόσχημα ότι θα την αρραβωνιάσει με τον Αχιλλέα. Μετά τη θυσία της Ιφιγένειας, τη στέλνει στο Άργος. Η μυθολογία αναφέρει ότι από τη θυσία της Ιφιγένειας είχε αποφασίσει να εκδικηθεί τον Αγαμέμνονα. Κατά τη διάρκεια της απουσίας του Αγαμέμνονα, είχε ερωτικές σχέσεις με τον ξάδερφο του άντρα της, τον Αίγισθο. Την ίδια την ημέρα της επιστροφής του Αγαμέμνονα από τον πόλεμο, σε συνεργασία με τον εραστή της, τον σκότωσε στο μπάνιο του, όπως σκότωσε και την Κασσάνδρα και τα παιδιά που είχε αποκτήσει από τον Αγαμέμνονα. Μετά από εφτά χρόνια, ο γιος της, ο Ορέστης, εκδικούμενος το θάνατο του πατέρα του, τη σκοτώνει.

Κλυτίδης, ο 1. (Λ 302): Ο γιος του Κλυτία, ο Δόλοπας. Τον Σκότωσε ο Έκτορας. 2. (ο 540): Ο πατέρας του Πείραιου, πιστού φίλου του Τηλέμαχου.

Κλυτίος, ο 1. (Γ 147): Γιος του Λαομέδοντα, αδερφός και σύμβουλος του Πρίαμου και πατέρας του Καλήτορα. 2. (Λ 302): Ο πατέρας του Δόλοπα. 3. (π 327): Ιθακήσιος άρχοντας, πιστός φίλος του Οδυσσέα.

Κλυτομήδης, ο (ψ 634): Ο γιος του Ήνοπα. Στους αγώνες που είχαν διοργανωθεί  από τους Επειούς στο Βουπράσιο κατά την κηδεία του βασιλιά Αμαρυγκέα, ο Νέστορας τον νίκησε σε αγώνα πυγμαχίας.

Κλυτόνηος, ο (θ 119): Ένας από τους τρεις γιους του βασιλιά των Φαιάκων Αλκίνοου.

Κλώθες, αι (η 197): Οι κλώστριες. Εννοεί τις Μοίρες, που ως έργο τους έχουν να κλώθουν το νήμα της ζωής.

Κνωσός, η (Β 646): Αρχαία πόλη της Κρήτης, μεγάλο κέντρο πολιτισμού και έδρα του βασιλείου του Μίνωα.

Κοίρανος, ο 1. (Ε 677): Τρώας μαχητής. Τον σκότωσε ο Οδυσσέας. 2. (Ρ 611): Ηνίοχος του Μηριόνη από τη Λύκτο. Τον σκότωσε ο Έκτορας.

Κοπρεύς, ο (Ο639): Γιος του Πέλοπα και πατέρας του Περιφήτη. Ήταν κήρυκας του Ευρυσθέα, που μεταβίβασε τις εντολές στον Ηρακλή για τους άθλους που όφειλε να πραγματοποιήσει.

Κόρακος πέτρη, (ν 408): Τοποθεσία στην Ιθάκη.

Κόρινθος, η (Β 570): Μια από τις σημαντικότερες πόλεις της αρχαίας Ελλάδας. Το παλιότερο όνομά της ήταν Εφύρα.

Κορώνεια, η (Β 503): Αρχαία πόλη της Βοιωτίας.

Κόρωνος, ο (Β 746): Ένας από τους Αργοναύτες, γιος του βασιλιά των Λαπιθών Καινέα. Μαζί με τον Πειρίθοο έδιωξε τους Κένταυρους από το Πήλιο.

Κουρήτες, οι (Ι 529): Αρχαίο έθνος της Αιτωλίας, συγγενικό προς τους Καλυδώνιους. Εκδιώχτηκαν και εγκαταστάθηκαν στην Ακαρνανία.

Κόων, ο (Λ 248): Τρώας πολεμιστής, γιος του Αντήνορα και αδερφός του Ιφιδάμαντα. Τον σκότωσε ο Αγαμέμνονας.

Κρανάη, η (Γ 445): Το νησί στο οποίο έκαναν τον πρώτο τους σταθμό ο Πάρης με την Ωραία Ελένη.

Κράταιις, η (μ 124): Η μητέρα της Σκύλλας, του φοβερού θαλάσσιου τέρατος.

Κρειοντιάδης, ο (Τ 240): Ο γιος του Κρέοντα.

Κρείων, ο 1. (Ι 84): Ο Κρέοντας, ο πατέρας του Λυκομήδη, αρχηγού της φρουράς στο στρατόπεδο των Αχαιών. 2. (λ 269): Ο πατέρας της Μεγάρας, της συζύγου του Ηρακλή, γιος του Μενοικέα και διάδοχός του στο θρόνο της Θήβας.

Κρηθέας, ο (λ 237): Γιος του Αιόλου και της Εναρέτης (ή της Λαοδίκης), σύζυγος της όμορφης Τυρώς, που ήταν κόρη του αδερφού του Σαλμωνέα. Με την Τυρώ απέκτησε τον Φέρητα, τον Αίσονα και τον Αμυθάονα. Η Τυρώ του έκανε και δυο γιους με τον Ποσειδώνα, τον Νηλέα και τον Πελία, το σφετεριστή του θρόνου της Ιωλκού, σε βάρος του Αίσονα. Θεωρείται ο θεμελιωτής της Ιωλκού. Η μυθολογία του αποδίδει και άλλα παιδιά, όπως τον Ταλαό, την Ιππολύτη και τη Μύρινα.

Κρήθων, ο (Ε 542): Ο γιος του Διοκλή και αδερφός του Ορσίλοχου, καταγόμενος από τις Φηρές.

Κρήτες, οι (Β 645): Οι κάτοικοι της Κρήτης.

Κρήτη, η (Ν 450): Το νησί Κρήτη.

Κρίσα, η (Β 520): Πόλη της Φωκίδας. Ο Όμηρος τη χαρακτηρίζει ζάθεη, δηλαδή ιερή, επειδή ήταν κοντά στους Δελφούς. Στο Κρισαίο Πεδίο τελούνταν τα Πύθια (αγώνες).

Κροίσμος, ο (Ο 523): Τρώας πολεμιστής. Τον σκότωσε ο Μέγης.

Κροκύλεια, τα (Β 633): Τοποθεσία στην Ιθάκη,  ίσως νησίσες.

Κρονίδης, ο (Δ 5): Ο γιος του Κρόνου, ο Δίας (μόνον αυτός).

Κρονίων, ο (Α 528): Ο γιος του Κρόνου, ο Δίας (μόνον ο Δίας).

Κρόνος, ο (Δ 59): Ο πιο νέος γιος του Ουρανού και της Γαίας.  

 

Ουρανός+Γαία

Ι

_______________________________________________

Ι                     ι                             ι                                         ι

Εκατόγχειρες   Κύκλωπες              Τιτάνες                             Τιτανίδες

Ι                             Ι                                    Ι                                                   Ι

Βριάρεος                Άργης,                         Ωκεανός, Κοίος, Υπερίονας,     Τηθύς, Θέμις,Φοίβη, Ρέα

Κόττος                  Στερόπης,                    Κρείος, Ιαπετός, Κρόνος+Ρέα  Μνημοσύνη, , Θεία, Διώνη

Γύγης                   Βρόντης                                                               Ι                                                                                                                                        Δίας

Γενεαλογικός πίνακας 11: Κρόνος 

 

Θεός της πρώτης γενιάς, υπέρτατος θεός των Προελλήνων, προστάτης της γονιμότητας της γης. Ήταν ένας από τους Τιτάνες και παντρεύτηκε την αδερφή του Ρέα. Είναι ο μόνος που βοήθησε τη μητέρα του να ευνουχήσει τον πατέρα του, κόβοντάς του τα γεννητικά όργανα με ένα δρεπάνι. Με τη Ρέα έκανε τον Ποσειδώνα, την Ήρα, τον Άδη, τη Δήμητρα και την Εστία, παιδιά οποία κατάπιε, φοβούμενος τη ρήση του πατέρα του ότι θα έχανε και αυτός την εξουσία από ένα παιδί του. Βλέποντας η Ρέα να χάνονται τα παιδιά της, όταν ήταν έγκυος στο Δία έφυγε και πήγε στην Κρήτη να γεννήσει. Ο Κρόνος το κατάλαβε, όμως η Ρέα του έδωσε να καταπιεί μια πέτρα τυλιγμένη με τα φασκιά, ότι τάχα είναι ο Δίας. Όταν ο Δίας μεγάλωσε, έδωσε στον Κρόνο να καταπιεί ένα φάρμακο ώστε να εξεμέσει όλα τα παιδιά που είχε καταπιεί. Μετά του κήρυξε τον πόλεμο έχοντας συμμάχους του τους Τιτάνες και τους εκατόγχειρες. Ο πόλεμος κράτησε δέκα χρόνια και ο Δίας νίκησε, γκρεμίζοντας τον Κρόνο στα Τάρταρα.

Κρουνοί, οι (ο 295): Τοποθεσία στην Ήλιδα.

Κρώμνα, η (Β 855): Πόλη στα παράλια της Παφλαγονίας.

Κτέατος, ο (Β 621): Πατέρας του Αμφίμαχου, αρχηγού των Επειών και γιος του Άκτορα, αδερφού του Αυγεία, και της Μολιόνης. Μαζί με τον δίδυμο αδερφό του, τον Εύρυτο, λεγόταν και Μολίονε, δηλαδή Μολίονες, ως παιδιά της Μολιόνης και Ακτορίονε, δηλαδή Ακτορίονες, ως παιδιά του Άκτορα.

Κτήσιος, ο (ο 414): Γιος του Όρμενου και πατέρας του Εύμαιου.

Κτήσιππος, ο (υ 288): Ο γιος του Πολύθερσου, από τη Σάμη του βασιλείου της Ιθάκης, ένας από τους μνηστήρες της Πηνελόπης. Είναι αυτός που αντί για ένα κομμάτι κρέας, πέταξε ένα κόκκαλο στον Οδυσσέα, όταν εμφανίστηκε ως ζητιάνος.

Κτιμένη, η (ο 363): Θυγατέρα του Λαέρτη και της Αντίκλειας, η νεότερη αδερφή του Οδυσσέα.

Κυδοιμός, ο (Σ 535): Η προσωποποίηση του θορύβου της μάχης. Μαζί με την Έριδα και την Κήρα, εμφανίζονταν σε μια παράσταση πάνω στην ασπίδα του Αχιλλέα.

Κύδωνες, οι (γ 292): Κρητική φυλή  στα βορειοδυτικά του νησιού, θεωρούμενοι απόγονοι του Αρκάδα ήρωα Κύδωνα.

Κυθέρεια, η (θ 288): Άλλη μια ονομασία της θεάς Αφροδίτης (όπως και το Κύπρις, λόγω της γέννησής της στην Κύπρο), επειδή μια εκδοχή τη θέλει να γεννήθηκε στα Κύθηρα, όπου άλλωστε λατρευόταν ιδιαίτερα.

Κύθηρα, τα (Ο 432): Το νησί στα νότια του ακρωτηρίου Μαλέας.

Κυθήριος, ο (Κ 268): Ο κάτοικος των Κυθήρων.

Κύκλωψ, ο (α 71): Στην Οδύσσεια, πρόκειται για λαό άγριο. Είναι μονόφθαλμοι, υπερμεγέθεις και πολύ δυνατοί, ζουν στην περιοχή που ονομάζεται Φλεγραία Πεδία κοντά στη Νάπολη της Ιταλίας μέσα σε σπηλιές και ασχολούνται με την εκτροφή προβάτων. Μερικά από τα χαρακτηριστικά είναι ότι δεν ζουν σε κοινωνίες, είναι ανθρωποφάγοι και δεν γνωρίζουν την καλλιέργεια του αμπελιού και  του κρασιού. Η μυθολογία γνωρίζει τρεις κατηγορίες Κυκλώπων: α) τους Ουράνιους Κύκλωπες, παιδιά του Ουρανού και της Γαίας, που ονομάζονται Βρόντης, Στερόπης και Άργης, β) τους Σικελικούς Κύκλωπες, τους σύντροφους του Κύκλωπα Πολύφημου, που συνάντησε ο Οδυσσέας, και τους Κτίστες Κύκλωπες, που ασχολούνται με οικοδομικά έργα.

Κυλλήνη, η (Β 603): Ο Όμηρος εδώ αναφέρεται στο όρος Κυλλήνη της Β.Δ. Πελοποννήσου και όχι στην πόλη Κυλλήνη.

Κυλλήνιος, ο 1. (Ο 518): Ο κάτοικος της πόλης της Ήλιδας Κυλλήνη. 2. (ω 1): Η αναφορά γίνεται στο θεό Ερμή, ο οποίος φέρεται να γεννήθηκε πάνω στο Αρκαδικό όρος Κυλλήνη, μέρος όπου άλλωστε λατρευόταν ιδιαίτερα.

Κυμοδόκη, η (Σ 39): Νηρηίδα, μια από τις πενήντα θυγατέρες του Νηρέα και της Δωρίδας, της κόρης του Ωκεανού.

Κυμοθόη, η (Σ 41): Νηρηίδα, μια από τις πενήντα θυγατέρες του Νηρέα και της κόρης του Ωκεανού Δωρίδας.

Κύνος, ο (Β 531): Λιμάνι, επίνειο των Οπουντίων Λοκρών.

Κυπαρισσήεις, ο (Β 593): Πόλη στην Τριφυλία.

ΚυΠάρηςσος, η (Β 519): Πόλη της Φωκίδας επί του Παρνασσού.

Κύπρις, η (Ε 330): Η Αφροδίτη. Πρόκειται για μια ακόμη ονομασία (μαζί με το Κυθέρεια) που της δόθηκε επειδή πίστευαν ότι γεννήθηκε στον αφρό της θάλασσας της Κύπρου, όπου και λατρευόταν ιδιαίτερα.

Κύπρος, η (δ 83): Το νησί Κύπρος, στα νοτιοανατολικά της λεκάνης της Μεσογείου.

Κύφος, η (Β 748): Βουνό της Θεσσαλίας, όπου και η ομώνυμη αρχαία πόλη των Περαιβών. Η Κύφος, όπως και άλλες Θεσσαλικές πόλεις, πήρε μέρος στην εκστρατεία κατά της Τροίας, με εικοσιδύο καράβια και αρχηγό το Γουνέα.

Κύτωρος, η (Β 853): Πόλη της Παφλαγονίας στα παράλια του Εύξεινου Πόντου, σύμμαχος της Τροίας.

Κωκυτός, ο (κ 514): Ένα από τα ποτάμια του Άδη, μαζί με τον Αχέροντα, τον Πυριφλεγέθονα και τη Στύγα. Πηγάζει από τη Στύγα και χύνεται στον Αχέροντα.

Κώπαι, αι (Β 502): Αχαία πόλη της Βοιωτίας.

Κως, η (Β 677): Η Κως, το νησί του Αιγαίου. Μαζί με τη Νίσυρο, την Κάρπαθο και την Κάσο, πήραν μέρος στην εκστρατεία κατά της Τροίας με τριάντα πλοία και αρχηγούς τον Φείδιππο και Άντιφο, εγγονούς του Ηρακλή.

  

Λ 

 

Λάας, ο (Β 585): Πόλη της Λακωνικής. Μαζί με άλλες πόλεις της Λακωνικής πήρε μέρος στην εκστρατεία κατά της Τροίας με εξήντα πλοία, υπό το βασιλιά της Σπάρτης Μενέλαο.

Λαέρκης, ο 1. (Π 197): Ο πατέρας του Αλκιμέδοντα, αρχηγού τμήματος στον Τρωικό στρατό. 2. (γ 425): Ιθακήσιος  χρυσοχόος. Σ΄ αυτόν ανέθεσε ο βασιλιάς της Πύλου Νέστορας να χρυσώσει τα κέρατα του βοδιού που θα θυσίαζε στην Αθηνά, για να τιμήσει έτσι το γιο του Οδυσσέα Τηλέμαχο, όταν τον επισκέφτηκε για να ρωτήσει περί της τύχης του πατέρα του.

Λαέρτης, ο (α 189): Ο βασιλιάς της Ιθάκης, γιος του Αρκείσιου και της Χαλκομέδουσας. Παντρεύτηκε τη κόρη του Αυτόλυκου Αντίκλεια, με την οποία έκανε πολλές θυγατέρες και ένα γιο, τον Οδυσσέα. Είχε φήμη συνετού ανθρώπου. Μετά από τον πολύχρονο πόλεμο και την επίσης πολύχρονη περιπέτειας του Οδυσσέα, γέρος πια, αποσύρθηκε στο κτήμα του, το οποίο καλλιεργούσε ο ίδιος. Στο κτήμα αυτό έγινε η αναγνώριση του Οδυσσέα, όταν εκείνος επέστρεψε στην Ιθάκη. Βοήθησε και αυτός τον Οδυσσέα κατά των μνηστήρων, σκοτώνοντας μάλιστα τον Ευπείθη, πατέρα του Αντίνοου.

Λαερτιάδης, ο (Γ 200): Ο γιος του Λαέρτη, ο Οδυσσέας.

Λαιστρυγόνες, οι (Κ 106): Φυλή αγρίων γιγάντων, που ζούσαν στην  Τηλέπυλο της Λαιστρυγόνας, κάπου στη Σικελία ή στα νότια της Αίτνας. Ήταν ανθρωποφάγοι. Ο Οδυσσέας, πολεμώντας εναντίον τους, έχασε πολλούς συντρόφους του.

Λαιστρυγονίη, η  (κ 82): Επίθετο, που συνταντιέται μόνον στο θηλυκό. Είναι αυτή που ανήκει στη Λαιστρυγόνα.

Λακεδαίμων, η (Β 581): Το αρχαίο όνομα της Λακωνικής, που εκτεινόταν γύρω από τη Σπάρτη.

Λάμος, ο (κ 81): Ο βασιλιάς των Λαιστρυγόνων και θεμελιωτής της Τηλεπύλου.

Λαμπετίδης, ο (Ο 526): Ο γιος του Λάμπου, ο Δόλοπας.

Λαμπετίη, η (μ 132): Νύμφη, κόρη του Ήλιου και της Νέαιρας. Ήταν η βοσκός των προβάτων του Ήλιου στη Θρινακία.

Λάμπος, ο 1. (Γ 147): Ο γιος του Λαομέδοντα και πατέρας του Δόλοπα, Τρωαδίτης, αδερφός και σύμβουλος του Πρίαμου. 2. (Θ 185): Ένα από τα άλογα του Έκτορα. 3. (ψ 246): Ένα από τα άλογα της Ηώς.

Λαόγονος, ο 1. (Π 604): Ο γιος του Ονήτορα, του ιερέα του ναού του Ιδαίου Δία. Τον σκότωσε ο Μηριόνης. 2. (Υ 460): Ένας από τους γιους του Βίαντα. Τον σκότωσε ο Αχιλλέας.

Λαοδάμας, ο 1. (Ο 516): Γιος του Αντήνορα, Τρωαδίτης πολεμιστής και ήρωας. Τον σκότωσε ο Αίας ο Τελαμώνιος. 2. (η 170): Ένας από τους τρεις γιους (ο πιο αγαπητός) του βασιλιά των Φαιάκων Αλκίνοου. Νίκησε στους αγώνες που διοργάνωσε ο πατέρας του προς τιμήν του Οδυσσέα, στο αγώνισμα της πυγμαχίας.

Λαοδάμεια, η (Ζ 198): Η μητέρα του Σαρπηδόνα, κόρη του ήρωα και βασιλιά Βελλεροφόντη. Τη σκότωσε η Άρτεμη.

Λαοδίκη, η 1. (Γ 124): Μία από τις κόρες του Πρίαμου με την Εκάβη, η πιο όμορφη. Ήταν σύζυγος του Ελικάονα, του γιου του Αντήνορα. Για να αποφύγει την τύχη των άλλων γυναικών ζήτησε από τους θεούς να την καταπιεί η γή, πράγμα που έγινε. 2. (Γ 145): Μια από τις κόρες του Αγαμέμνονα.

Λαόδοκος, ο 1. (Δ 87): Τρώας πολεμιστής, γιος του Αντήνορα. 2. (Ρ 699): Αχαιός πολεμιστής, σύντροφος του Αντίλοχου. Σ΄ αυτόν έδωσε τα όπλα του ο Αντίλοχος, όταν άφησε τη μάχη για να τρέξει να αναγγείλει στον Αχιλλέα την είδηση του θανάτου του Πάτροκλου.

Λαοθόη, η (Φ 85): Κόρη του βασιλιά των Λελέγων Άλτη και μητέρα του Λυκάονα και του Πολύδωρου, που τους έκανε με τον Πρίαμο.

Λαομεδοντιάδης, ο (Γ 250): Ο γιος του Λαομέδοντα, άλλοτε ο Λάμπος και άλλοτε ο Πρίαμος.

Λαομέδων, ο (Υ 236):  Γιος του Ίλου, του ιδρυτή του Ιλίου, και της Ευρυδίκης, σύζυγος της Στρυμώς και πατέρας του Πρίαμου, του Τιθωνού, του Λάμπου, του Κλυτίου, του Ικετάονα, του Βουκωλίονα και της Ησιόνης, καθώς και πολλών άλλων αγοριών και κοριτσιών. Ο Λαομέδονας διαδέχτηκε τον πατέρα του στο θρόνο της Τροίας κι έχτισε τα τείχη της με τη βοήθεια των θεών Ποσειδώνα και Απόλλωνα, τους οποίους έστειλε με τιμωρία αναγκαστικής εργασίας ο Δίας. Στο χτίσιμο των τειχών βοήθησε κι ένας θνητός, ο Αιακός. Η μυθολογία αναφέρει το Λαομέδοντα για τις επιορκίες του. Η πρώτη είναι που  δεν πλήρωσε τους θεούς για τη συμφωνημένη εργασία του χτισήματος των τειχών, γεγονός που εξόργισε τους θεούς κι έστειλαν μεγάλες συμφορές. Πέραν των άλλων, ο Ποσειδώνας έστειλε κι έναν δράκο ο οποίος έβγαινε από τον Ελλήσποντο και έτρωγε τους γεωργούς που δούλευαν στα χωράφια. Στη συνέχεια, όταν ο Ηρακλής ελευθέρωσε την Ησιόνη και σκότωσε το δράκο, τον έδιωξε και  δεν  του έδωσε την αμοιβή που είχε υποσχεθεί. Έτσι ο Ηρακλής γύρισε πίσω επικεφαλής ενός στρατού, κυρίεψε την πόλη, κατέστρεψε τα τείχη της και σκότωσε  το Λαομέδοντα και όλους τους γιους του εκτός από τον Πρίαμο, τον οποίο εγκατέστησε στο θρόνο.

Λαπίθαι, οι (Μ 128): Γενναίος και φιλόξενος πολεμικός λαός, που κατοικούσε στο βόρειο μέρος της Θεσσαλίας, στο Πήλιο και γύρω από τον Όλυμπο. Αργότερα επεκτάθηκαν νοτιότερα και μέχρι την Πελοπόννησο. Κατά τη μυθολογία ο αρχαιότερος Λαπίθης είναι ο Ιξίωνας, που τιμωρήθηκε από το Δία επειδή πόθησε την Ήρα. Οι Λαπίθες είναι γνωστοί για τον αγώνα τους κατά των Κενταύρων. Νικήθηκαν τελικά από τους Δωριείς.

Λάρισα, η (Β 841): Πόλη στην Πελασγική Αιολίδα, κοντά στην Κύμη.

Λειώδης, ο (φ 144): Ιθακήσιος, γιος του Οίνοπα, ένας από τους μνηστήρες της Πηνελόπης. Τον σκότωσε ο Οδυσσέας.

Λειώκριτος, ο 1. (Ρ 344): Γιος του Αρίσβαντα και σύντροφος του Λυκομήδη. Τον σκότωσε ο Αινείας. 2. (χ 294): Ένας από τους μνηστήρες της Πηνελόπης, γιος του Ευήνορα. Τον σκότωσε ο Τηλέμαχος.

Λεκτόν, το (Ξ 284): Ακρωτήριο της Τρωάδας, απέναντι από τη Λέσβο.

Λέλεγες, οι (Κ 429): Αρχαίο και μεγάλο πολεμικό έθνος που κατοικούσε στα μεσημβρινά και δυτικά παράλια της Μικράς Ασίας. Η μυθολογία αναφέρει ως γενάρχη των Λελέγων το Λέλεγα, που άλλοτε είναι ο πρώτος βασιλιάς της Λακωνίας, γέννημα της γής και άλλοτε γιος του Ποσειδώνα και της Λιβύης, που ήρθε από την Αίγυπτο για να βασιλέψει στα Μέγαρα.

Λεοντεύς, ο (Β 745): Γιος του Κορώνου, Λαπίθης. Ήταν ένας από τους μνηστήρες της Ωραίας Ελένης και πήρε μέρος στην εκστρατεία κατά της Τροίας.

Λεσβίς, η (Ι 129): Η κάτοικος της Λέσβου.

Λέσβος, η (Ι 129): Το νησί Λέσβος στο Β.Α. Αιγαίο.

Λευκάς πέτρη, η (ω 11): Άσπρος βράχος. Πρόκειται για μυθικό βράχο που τοποθετείται κοντά στην άκρη του Ωκεανού, στην είσοδο του Άδη.

Λευκοθέη, η (ε 334): Η Λευκοθέα, θεότητα της θάλασσας. Κατά τη μυθολογία η Λευκοθέα ήταν η κόρη του Κάδμου Ινώ, η οποία έγινε η θαλάσσια θεότητα  Λευκοθέα, μετά το πέσιμό της στα θάλασσα για να πνιγεί.

Λεύκος, ο (Δ 491): Σύντροφος του Οδυσσέα. Τον σκότωσε ο γιος του Πρίαμου Άντιφος.

Λήδη, η (λ 298): Η Λήδα, η όμορφη θυγατέρα του Θέστιου, βασιλιά στην Πλευρώνα της Αιτωλίας,  και της Ευρίθεμης. Από την πλευρά του πατέρα της κατάγεται από τον Αιτωλό, ενώ από την πλευρά της μητέρας της είναι αδερφή της Αλθαίας, της Υπερμήστρας, του Ίφικλου, του Εύιππου, του Πλήξιππου και του Ευρύπυλου, και σύζυγος του βασιλιά της Σπάρτης Τυνδάρεου, με τον οποίο γνωρίστηκε, όταν αυτός και ο αδερφός του Ικάριος, ο πατέρας της Πηνελόπης, εκδιώχτηκαν από τους Ηρακλείδες και κατέφυγαν στην Πλευρώνα, στον πατέρα της Θέστιο. Ο Θέστιος την πάντρεψε με τον Τυνδάρεο. Η Λήδα έγινε μητέρα των Διόσκουρων Κάστορα και Πολυδεύκη και της Ελένης από το Δία, 

 

Αγήνορας+Επκάστη

Ι

Δημονίκη+Άρης

Ι

____________________________

Ι                   Ι                Ι                  Ι

Εύνηος          Μόλος      Πύλος       Θέστιος+Ευρύθεμις

Ι

____________________________________________________________

Ι                       Ι                                 Ι              Ι            Ι                             Ι

Αλθαία      Δίας + Λήδα + Τυνδάρεος       Υπερμήστρα Ίφικλος   Εύιππος  Πλήξιππος  Ευρύπυλος

Ι               Ι

Ελένη              Κλυταιμήστρα

Κάστορας       Τιμάνδρα

Πολυδεύκης    Φιλονόη

 

Γενεαλογικός πίνακας 12: Λήδα

 

 

που ενώθηκε μαζί της με τη μορφή ενός κύκνου, ενώ η δίδυμη με την κόρη της Ελένη, η Κλυταιμνήστρα,  όπως και οι άλλες δυο, η Τιμάνδρα και η Φιλονόη, ήταν από τον Τυνδάρεο.

Λήθος, ο (Β 843): Ο γιος του Τεύταμου, αρχηγός των Πελασγών, που βοήθησε τους Τρωαδίτες.

Λήιτος, ο (Β 494): Ένας από τους αρχηγούς των Βοιωτών, γιος του Αλεκτρύονα, που πήρε μέρος στην εκστρατεία κατά της Τροίας με πενήντα καράβια.

Λήμνος, η (Α 593): Το νησί Λήμνος, στο Β.Α. Αιγαίο.

Λητώ, η (Α 9): Θεά της πρώτης γενιάς, κόρη του Τιτάνα Κοίου και της Τιτανίδας Φοίβης, αδερφή της Αστερίας και της Ορτυγίας και μητέρα του Απόλλωνα και της Άρτεμης. Τα γέννησε στη Δήλο, όπου κατέφυγε καταδιωκόμενη από το δράκο Πύθωνα, που εξαπέλυσε εναντίον της η Ήρα, επειδή πατέρας των παιδιών ήταν ο άνδρας της, ο Δίας. Η Δήλος τότε ήταν ένα άγονο νησί που επέπλε και λεγόταν Ορτυγία. Μετά τη γέννηση των παιδιών, ιδιαίτερα του θεού του φωτός, το νησί σταθεροποιήθηκε στη θέση που βρίσκεται σήμερα και ονομάστηκε Δήλος, δηλαδή φωτεινή ή φανερή. Πάντως η Λητώ στάθηκε μια μάνα που τα παιδιά της την αγαπούσαν πολύ. Για χάρη της ο Απόλλωνας και η Άρτεμη σκότωσαν όλα τα αγόρια και τα κορίτσια της Νιόβης, το Γίγαντα  Τιτυό, που επιχείρησε να τη βιάσει, καθώς και τον Πύθωνα, που την απείλησε. Αυτόν τον σκότωσε ο Απόλλωνας κοντά στους Δελφούς.

Λικύμνιος, ο (Β 663): Θείος του Τληπόλεμου, από τη Ρόδο.

Λίλαια, η (Β 523): Πόλη της Φωκίδας, κοντά στις Πηγές του Κηφισού ποταμού.

Λιμνώρεια, η (Σ 41): Νηρηίδα, μια από τις πενήντα θυγατέρες του Νηρέα και της κόρης του Ωκεανού Δωρίδας.

Λίνδος, η (Β 656): Πόλη της Ρόδου, στα βόρεια παράλια του νησιού.

Λιταί, αι (Ι 502): Η προσωποποίηση της παράκλησης και της μετάνοιας των αμαρτωλών θνητών προς τους θεούς. Ήταν κόρες του Δία και παρακολουθούσαν την Άτη, την προσωποποίηση των παθών και της σύγχυσης του λογικού, κάτω από την επίδραση της οποίας οι άνθρωποι εγκληματούν. Η λιτή, ως ουσιαστικό, είναι η παράκληση, η ικεσία.

Λοκροί, οι (Β 527): Ελληνικό φύλο στην περιοχή κοντά στο  στενό του Ευρίπου. Κατοικούσαν γύρω από το όρος Κνημίδα. Αυτοί που έμεναν στα ψηλά ονομάζονταν Επικνημίδιοι Λοκροί, ενώ εκείνοι που κατοικούσαν στις υπώρειες ονομάζονταν Υποκνημίδιοι Λοκροί.

Λύκαστος, η (Β 647): Πόλη στη νότια παραλία της Κρήτης.

Λυκάων, ο 1. (Β 826): Τρωαδίτης αρχηγός, πατέρας του Πάνδαρου, κάτοικος της Ζέλειας. 2. (Γ 333): Ένας από τους γιους του Πρίαμου με τη Λαοθόη, αδερφός του Πολύδωρου. Τον αιχμαλώτισε και τον σκότωσε ο Αχιλλέας.

Λυκίη, η 1. (Β 877): Χώρα στα νότια της Μικράς Ασίας, που τη διαρρέει ο Ξάνθος ποταμός. Πήρε μέρος στον πόλεμο ως σύμμαχος της Τροίας, με αρχηγούς το Γλαύκο και το Σαρπηδόνα. 2. (Ε 173): Περιοχή κοντά στον ποταμό Αίσηπο, στα βόρεια της Ίδης του Ιλίου, με πρωτεύουσα την πόλη Ζέλεια.

Λύκιοι, οι (Β 876): Οι κάτοικοι της Λυκίας.

Λυκομήδης, ο (Ι 84): Γιος του Κρέοντα, Κρητικός ήρωας του Τρωικού πολέμου.

Λυκόοργος, ο 1. (Ζ 130): Ο γιος του Δρύαντα, βασιλιάς της Θράκης. Καταδίωξε το Διόνυσο και τις τροφούς του και γι΄ αυτό οι θεοί τον τύφλωσαν. 2. (Η 142): Αρκάδας βασιλιάς, που διακρίθηκε στον αγώνα κατά των Πυλίων.

Λυκοφόντης, ο (Θ 275): Τρώας μαχητής. Τον σκότωσε ο Τεύκρος.

Λυκόφρων, ο (Ο 430): Κυθηριανός, γιος του Νέστορα. Τον σκότωσε ο Έκτορας.

Λύκτος, η (Β 647): Πόλη της Κρήτης.

Λύκων, ο (Π 335): Αχαιός πολεμιστής. Τον σκότωσε ο Πηνέλεος.

Λυρνησσός, η (Β 690): Πόλη της Μυσίας στην περιοχή της Υποπλακίας Θήβας.

Λύσανδρος, ο (Λ 491): Τρώας πολεμιστής. Τον σκότωσε ο Αίας ο Τελαμώνιος.

Λωτοφάγοι, οι (ι 84): Φιλόξενος λαός που κατοικούσε στα βόρεια παράλια της Αφρικής, στη Λιβύη. Τρέφονταν με καρπούς λωτού, από τους οποίους έκαναν και κρασί. Δέχτηκαν καλά τον περιπλανόμενο Οδυσσέα με τους συντρόφους του.

 

Μ 

 

Μάγνητες, οι (Β 756): Θεσσαλικό φύλο, που θεωρούνται οι αρχαιότεροι κάτοικοι της θεσσαλικής Μαγνησίας. Γενάρχης τους θεωρείται ο Μάνητας, γιος του Αίολου. Είναι ένα από τα δώδεκα φύλα του Αμφικτυονικού συνεδρίου. Ίσχυαν και ως τολμηροί θαλασσοπόροι. Πρώτοι αυτοί ταξίδεψαν στις απέναντι ακτές της Μικράς Ασίας και ίδρυσαν εκεί την πόλη Μαγνησία.

Μαίανδρος, ο (Β 869): Ποταμός της Μικράς Ασίας στην Καρία. Από τη χαρακτηριστική ελικοειδή πορεία του, έγινε έννοια.

Μαιάς, η (ξ 435): Η κόρη του Άτλαντα και μητέρα του θεού Ερμή.

Μαιμαλίδης, ο (Π 194): Ο γιος του Μαίμαλου.

Μαίρα, η 1. (Σ 48): Νηρηίδα, μια από τις πενήντα κόρες του Νηρέα και της Ωκεανίδας Δωρίδας. 2. (λ 326): Η κόρη του Αργείου βασιλιά Προίτου και της Άντειας, ακόλουθος της θεάς Άρτεμης. Από το Δία, που της ερωτεύτηκε, έκανε το Λοκρό, το Ζήθο και τον Αμφίονα, που οικοδόμησαν τα τείχη της Εφτάπυλης Θήβας. Επειδή όμως έπαψε να είναι αγνή, η Άρτεμη τη σκότωσε.

Μαίων, ο (Δ 394): Γιος του Αίμονα, Θηβαίος.  Ήταν ο επικεφαλής των πενήντα Θηβαίων που έστησαν, μαζί με τον Πολυφόντα, ενέδρα στον Τυδέα, ο οποίος σκότωσε όλους εκτός από τον Μαίονα. Αργότερα, όταν ο Τυδέας σκοτώθηκε μπροστά στις Θήβες, ο Μαίονας, από ευγνωμοσύνη, τον κήδεψε με τιμές.

Μάκαρ, ο (Ω 544): Βασιλιάς της Λέσβου, που θεωρείται και ο ιδρυτής του νησιού. Ο Όμηρος την ονομάζει Μακαρία. Ο Μάκαρος είναι γιος του Ήλιου και της Ρόδου και αδερφός του Τενάγη και του Φαέθονα.

Μάλεια, η (γ 287): Το ακρωτήριο Μαλέας στα νοτιοανατολικά της Πελοποννήσου.

Μάλειαι, αι, (δδ 514): Το ακρωτήριο Μαλέας στην Πελοπόννησο.

Μαντινέη, η (Β 607): Πόλη της Αρκαδίας.

Μάντιος, ο (ο 242): Γιος του Μελάμποδα και αδερφός του Αντιφάτη. Ακολούθησε τον Τηλέμαχο στην Ιθάκη, όταν εκείνος έφυγε από την Πύλο, όπου είχε πάει να ρωτήσει για την τύχη του πατέρα του.

Μαραθών, ο (η 80): Ο Μαραθώνας, πόλη της Αττικής.

Μάρις, ο (Π 319): Τρωαδίτης πολεμιστής, γιος του Αμισώδαρου και αδερφός του Ατύμνιου. Τον σκότωσε ο Θρασυμήδης.

Μάρπησσα, η (Ι 557): Η πανέμορφη θυγατέρα του Εύνηνου, βασιλιά των Αιτωλών. Βλέποντάς την ο Ίδας να τρέχει πάνω σε ένα άρμα που το έσερναν τα άλογα του Ποσειδώνα πάνω στα νερά, την ερωτεύτηκε και την άρπαξε. Ο Εύνηνος τον καταδίωκε, αλλά όταν διαπίστωσε ότι δεν θα τον προλάβαινε, έπεσε στα νερά του ποταμού και πνίγηκε. Από τότε το ποτάμι πήρε το όνομά του. Από την ομορφιά της όμως μαγεύτηκε και ο Απόλλωνας, ο οποίος την άρπαξε από τον Ίδα. Τότε ο Ίδας ετοιμάστηκε να τον τοξεύσει. Πρόλαβε ο Δίας και τους χώρισε με μιαν αστραπή, λέγοντας ότι θα πρέπει να σεβαστούν την απόφαση της Μάρπησσας. Η Μάρπησσα διάλεξε τον Ίδα. Με τον Ίδα έκανε την πανέμορφη Κλεοπάτρα, τη μετέπειτα σύζυγο του Μελέαγρου.

Μάρων, ο (ι 197): Θράκας, γιος του Ευάνθη και ιερέας του ναού του Απόλλωνα στον Ίσμαρο της Θράκης. Ήταν πολύ πλούσιος και κάτοχος μεγάλων αμπελώνων. Αυτός έδωσε στον Οδυσσέα το κρασί με το οποίο μέθυσε τον Κύκλωπα Πολύφημο.

Μάσης, ο (Β 562): Πόλη και λιμάνι στην Αργολίδα.

Μαστορίδης, ο 1. (Ο 438): Ο γιος του Μάστορα, ο Λυκόφρονας, από τα Κύθηρα. 2. (β 158): Ο γιος του Μάστορα, ο Αλιθέρσης, από την Ιθάκη.

Μαχάων, ο (Β 732): Γιος του Ασκληπιού και της Ηπιόνης, βασιλιάς της Τρίκκης και της Ιθώμης στη Θεσσαλία, γιατρός. Θεωρείται προστάτης της Χειρουργικής, σε αντίθεση με τον αδερφό του Ποδαλείριο, που ήταν προστάτης των εσωτερικών νοσημάτων. Τα δυο αδέρφια πήραν μέρος στην εκστρατεία κατά της Τροίας με τριάντα καράβια. Ήταν αυτοί που φρόντιζαν τους ασθενείς και τραυματίες του πολέμου. Ο Μαχάονας φρόντισε το τραύμα του Μενέλαου, όπως και την πληγή του Φιλοκτήτη. Πληγωμένο από τον Πάρη, τον μετέφερε ο Νέστορας στο στρατόπεδο, όπου και ανέρρωσε. Αργότερα τον σκότωσε ο Ευρύπυλος, ο γιος του Τήλεφου.

Μεγάδης, ο (Π 695): Ο γιος του Μέγα.

Μεγαπένθης, ο (δ 11): Γιος του Μενέλαου, από μια δούλα από την Αιτωλία. Γεννήθηκε κατά την απουσία της Ωραίας Ελένης στην Τροία. Ως νόθος, δεν αναγνωρίστηκε για διάδοχος και το θρόνο κατέλαβε ο ανεψιός και γαμπρός του Μενέλαου Ορέστης.

Μεγάρη, η (λ 269): Η κόρη του βασιλιά της Θήβας Κρέοντα και γυναίκα του Ηρακλή.

Μέγης, ο (Β 626): Είναι γιος του Φυλέα και της Κτιμένης, της κόρης του Λαέρτη, άρα από αδερφή ανεψιός του Οδυσσέα. Από τους άριστους αγωνιστές στον πόλεμο της Τροίας, όπου πήρε μέρος με σαράντα καράβια, εκπροσωπώντας το Δουλίχιο και τα νησιά Εχινάδες. Αναφέρεται ότι ήταν ένας από εκείνους που μπήκαν μέσα στο Δούρειο Ίππο.

Μεδεών, ο (Β 501): Πόλη της Βοιωτίας.

Μέδων, ο 1. (Β 727): Γιος του Οϊλέα (νόθος). Είναι αυτός που αντικατέστησε τον αρχηγό του στρατού Φιλοκτήτη, που τον άφησαν στη Λήμνο, επειδή τον βασάνιζε η πληγή που του έκανε ένα φίδι. Τον σκότωσε ο Αινείας. 2. (Ρ 216): Ένας από τους αρχηγούς στον Τρωικό στρατό. 3. (δ 677): Ιθακήσιος, κήρυκας των μνηστήρων της Πηνελόπης. Είναι αυτός που ειδοποίησε την Πηνελόπη για το σχέδιο δολοφονίας του Τηλέμαχου. Σε ένδειξη ευγνωμοσύνης για την πράξη του αυτή, ο Τηλέμαχος μεσολάβησε ώστε ο Οδυσσέας να του χαρίσει τη ζωή.

Μελάμπους, ο (λ 287): Πύλιος άρχοντας, γιος του Αμυθάονα και της Ειδομένης. Ο πρώτος θνητός, στον οποίο οι θεοί έδωσαν το χάρισμα να γιατρεύει αρρώστιες και προβλέππει τα μέλλοντα. Θεωρείται ο γενάρχης του μαντικού γένους των Μελαμποδιδών, γενιά από την οποία κατάγονται οι μεγαλύτεροι μάντεις της αρχαιότητας. Θέλησε να να πάρει ως νύφη για τον αδερφό του Βίαντα, την Πηρώ, την όμορφη κόρη του Νηλέα, που όλοι ζητούσαν σε γάμο. Ο Νηλέας όμως θα την έδινε μόνον σ΄ εκείνον που θα έκλεβε από τη Φυλάκη τις τετράπαχες αγελάδες του Ίφικλου, τις οποίες εκείνος με τη σειρά του είχε κλέψει από την Τυρώ. Ο Μελάμποδας υποσχέθηκε να τις κλέψει.  και το έκανε. Τον έπιασαν όμως και φυλακίστηκε για ένα χρόνο. Όντας κρατούμενος στη Φυλάκη, μάντεψε καλά νέα για τον Ίφικλο, ο οποίος του έδωσε τις αγελάδες ως δώρο και τον ελευθέρωσε. Επιστρέφοντας  στην Πύλο παρέδωσε τις αγελάδες στο Νηλέα και πήρε ως γέρας την πανέμορφη κόρη του, την οποία έδωσε για γυναίκα στον αδερφό του Βίαντα. Στη συνέχεια μετανάστεψε στο Άργος.

Μελανεύς, ο (ω 103): Ο πατέρας του μνηστήρα της Πηνελόπης Αμφιμέδοντα.

Μελανθεύς, ο (ρ 212): Γιος του Δόλιου, γοδιβοσκός του Οδυσσέα. Εξυπηρετούσε του μνηστήρες της Πηνελόπης. Όταν τον συνέλαβαν, ο Οδυσσέας διέταξε να του κόψουν τη μύτη και τα αυτιά και να τον κρεμάσουν σ΄ ένα δοκάρι, ώστε πεθαίνοντας να βλέπει το τέλος των μνηστήρων. Λεγόταν και Μελάνθιος.

Μελάνθιος, ο 1.  (Ζ 36): Τρώας πολεμιστής, γιος του Ευαίμονα. Τον σκότωσε ο Ευρύπυλος. 2. (ρ 369): Ο Μελανθέας, γιος του Δόλιου, γιδοβοσκός του Οδυσσέα. Βλέπε Μελανθεύς.

Μελανθώ, η (σ 321): Θυγατέρα του Δόλιου και αδερφή του Μελανθέα (ή Μελάνθιου). Είναι υπηρέτρια της Πηνελόπης και ερωμένη του μνηστήρα της Πηνελόπης Ευρύμαχου. Ο Όμηρος την παρουσιάζει όμορφη και κάπως αδιάντροπη.

 Μελάνιππος, ο 1. (Θ 276): Τρωαδίτης πολεμιστής. Τον σκότωσε ο Τεύκρος. 2. (Ο 547): Τρωαδίτης πολεμιστής, γιος του Ικετάονα. Τον σκότωσε ο Αντίλοχος. 3. (Π 695): Βουκόλος του Πρίαμου. Τον σκότωσε ο Πάτροκλος. 4. (Τα 240): Αχαιός πολεμιστής, ακόλουθος του Αγαμέμνονα.

Μέλας, ο (Ξ 117): Ένας από τους τρεις γιους του Πορθέα, του παππού του Διομήδη.

Μελέαγρος, ο (Β 642): Γιος του Οινέα, βασιλιά της Αιτωλικής πόλης Καλυδώνας, της σημαντικότερης προομηρικής πόλης της Αιτωλίας, και της Αλθαίας και αδερφός της Δηιάνειρας, της γυναίκας του Ηρακλή. Πήρε μέρος στο κυνήγι του Καλυδώνιου κάπρου, το οποίο είχε διοργανώσει ο πατέρας του, και είναι αυτός, που, μετά το πλήγωμα του κάπρου από το βέλος της Αταλάντης, σκότωσε τον Καλυδώνιο κάπρο. Το δέρμα του κάπρου το χάρισε στην Αταλάντη, θεωρώντας, ότι πρώτη αυτή κατέβαλε το αγρίμι. Πέθανε κατά τη διάρκεια του πολέμου μεταξύ Καλυδωνίων και Πλευρωνίων. Η μυθολογία βέβαια έχει και μια άλλη εκδοχή για το θάνατό του. Η μητέρα του είχε ακούσει το χρησμό που έλεγε ότι ο Μελέαγρος θα πέθαινε όταν θα τελείωνε το κούτσουρο που εκείνη τη στιγμή καιγόταν στη φωτιά. Πήρε λοιπόν το ξύλο, το έβρεξε για να σβύσει η φωτιά και το φύλαγε κρυμμένο.  

 

Πορθάονας+ Ευρύτη

Ι

__________________________________________________________

Ι                Ι                Ι                           Ι                                 Ι                   Ι

Άγριος   Αλκάθοος    Μέλας   Λευκωπέας     Αλθαία+Οινέας+Περίβοια      Στερόπη

Ι                                     Ι

___________________________________                                 ______

Ι            Ι              Ι                  Ι                      Ι                                Ι           Ι

Τοξέας  Θυρέας  Κλύμενος  Δηιάνειρα  Μελέαγρος+Κλεοπάτρα  Τυδέας  Ωλενίας

 

Γενεαλογικός πίνακας 13: Μελέαγρος

 

Όταν ο τελείωσε το κυνήγι του Καλυδώνιου κάπρου, ο Μελέαγρος χάρισε το δέρμα του κάπρου στην Αταλάντη, επειδή πρώτη αυτή είχε τραυματίσει το ζώο. Τα αδέρφια του όμως της το άρπαξαν. Τότε ο Μελέαγρος θύμωσε τόσο πολύ, ώστε σκότωσε τα αδέρφια του. Τότε η μητέρα του, οργισμένη, έβγαλε το ξύλο και το έβαλε στη φωτιά να καεί, προκαλώντας έτσι το θάνατό του.

Μελίβοια, η (717): Πόλη της θεσσαλικής Μαγνησίας.

Μελίτη, η (Σ 42): Νηρηίδα, μια από τις πενήντα θυγατέρες του Νηρέα και της Ωκεανίδας Δωρίδας.

Μέμνων, ο (λ 522): Γιος του Τιθωνού και της Ηώς, βασιλιάς των Αιθιόπων. Είναι εγγονός του Λαομέδοντα και ανεψιός του Πρίαμου, του βασιλιά της Τροίας.

Μενέλαος, ο (Α 159): Γιος του Ατρέα και της Αερόπης, αδερφός του βασιλιά των Μυκηνών Αγαμέμνονα και βασιλιάς της Σπάρτης. Είναι αυτός τον οποίο επέλεξε η Ωραία Ελένη από το σύνολο των υποψηφίων από όλα τα βασίλεια της Ελλάδας. Μετά το φόνο του Ατρέα από το Θυέστη, τα δυο αδέρφια καταφεύγουν στη Σπάρτη, όπου παντρεύονται τις κόρες του βασιλιά Τυνδάρεου. Ο Αγαμέμνονας την Κλυταιμήστρα και ο Μενέλαος την Ελένη. Ο Μενέλαος κληρονόμησε το βασίλειο της Σπάρτης. Θεωρώντας μεγάλη προσβολή της αρπαγή της Ωραίας Ελένης από τον Πάρη, επικαλείται τον όρκο που είχαν δώσει όλοι οι υποψήφιοι μνηστήρες της Ελένης (πριν από την έκφραση της επιλογής της) για συμπαράσταση σ΄ εκείνον που θα επέλεγε και ξεκίνησε την εκστρατεία κατά της Τροίας με γενικό αρχηγό τον αδερφό του Αγαμέμνονα. Ο ίδιος διέθεσε στόλο από εξήντα πλοία. Ήταν καλός αρχηγός και έδειξε μεγάλη γενναιότητα. Συγκαταλέγεται στην ομάδα εκείνων που μπήκαν μέσα στο Δούρειο Ίππο. Πολέμησε κατά του Αινεία και μονομάχησε με τον Πάρη, τον οποίο θα σκότωνε, αν δεν τον έσωζε η Αφροδίτη. Πληγώθηκε από τον Πάνδαρο και το τραύμα του το γιάτρεψε ο γιος του Ασκληπιού Μαχάονας. Είναι αυτός, που, πολεμώντας γενναία, πήρε το σώμα του νεκρού Πάτροκλου από τα χέρια των Τρώων. Μετά την άλωση της Τροίας, βρήκε την Ελένη και θέλησε να τη σκοτώσει. Λέγεται, ότι εκείνη του έδειξε τα στήθη της και ο Μενέλαος, μπρος στην ομορφιά τους, ξέχασε το θυμό του. Μαζί με την Ελένη επέστρεψε στη Σπάρτη, έχοντας όμως προηγουμένως περιπλανηθεί για οχτώ χρόνια σε διάφορα μέρη της Μεσογείου.

Μενεσθεύς, ο (Β 552): Γιος του Πετεού, εγγονός του Θησέα. Πήρε μέρος στην εκστρατεία κατά της Τροίας με πενήντα καράβια, ως αρχηγός του Αθηναϊκού στρατού.

Μενέσθης, ο (Ε 609): Αχαιός πολεμιστής. Τον σκότωσε ο Έκτορας.

Μενέσθιος, ο 1. (Η 9): Αχαιός πολεμιστής, γιος του Αρήιθου και της Φυλομέδουσας. Τον σκότωσε ο Πάρης. 2. (Π 173): Ένας από τους αρχηγούς στο στρατό του Αχιλλέα.

Μενοιτιάδης, ο (Α 307): Ο γιος του Μενοίτιου, ο Πάτροκλος.

Μενοίτιος, ο (Λ 765): Είναι γιος του Άκτορα και της Αίγινας (η οποία προηγουμενως, με πατέρα το Δία, γέννησε τον Αιακό, τον πατέρα του Αχιλλέα) και ένας από τους συντρόφους του Ιάσονα κατά την Αργοναυτική εκστρατεία. Με την Πολυμήλη, την κόρη του Πηλέα, έκαναν τον ομηρικό ήρωα Πάτροκλο, το φίλο του Αχιλλέα. Έτσι, είτε από τον Αιακό είτε από την Πολυμήλα, ο Αχιλλέας και ο Πάτροκλος, πέρα από τη φιλία, έχουν και συγγένεια.

Μέντης, ο 1. (Ρ 73): Αρχηγός των Κικόνων, συμμάχων των Τρωαδιτών. Με τη μορφή του Μέντη παρουσιάστηκε ο Απόλλωνας στον Έκτορα και τον ενθάρρυνε στη μάχη καά των Αχαιών. 2. (α 105): Γιος του Αγχίαλου και αρχηγός των Ταφίων, ενός νησιού του βασιλείου του Οδυσσέα, που τοποθετείται ανάμεσα στη Λευκάδα και στην Αιτωλία. Με τη μορφή του Μέντη παρουσιάστηκε η Αθηνά στον Τηλέμαχο και τον συμβούλεψε να πάει στην Πύλο, στο βασιλιά Νέστορα, να τον ρωτήσει για την τύχη του πατέρα του.

Μέντωρ, ο 1. (Ν 171): Ο πατέρας του πολεμιστή Ίμβριου, εκείνου που σκότωσε ο Έκτορας. 2. (β 225): Γιος του Ιθακήσιου Άλκιμου. Ήταν πιστός φίλος και σύμβουλος του Οδυσσέα. Σ΄ αυτόν εμπιστεύτηκε ο Οδυσσέας το παλάτι του και τη διαπαιδαγώγηση του Τηλέμαχου. Το όνομά του έγινε έννοια. Η Αθηνά πήρε τη μορφή του Μέντορα τρεις φορές. Μια, όταν συνόδεψε τον Τηλέμαχο στο ταξίδι του στην Πύλο, μιαν άλλη, κατά τη μνηστηροκτονία και μια τρίτη, κατά την εξέγερση των οπαδών του Ευπείθη.

Μένων, ο (Μ 193): Τρώας πολεμιστής. Τον σκότωσε ο Πολυποίτης, ο γιος του βασιλιά των Λαπιθών Πειρίθοου.

Μερμερίδης, ο (α 259): Ο γιος του Μέρμερου.

Μέρμερος, ο 1. (Ξ 513): Τρωαδίτης πολεμιστής. Τον σκότωσε σε μάχη ο Αντίλοχος. 2. (α 529): Ο πατέρας του Ίλου, βασιλιάς της Εφύρας Θεσπρωτίας.

Μέροψ, ο (Β 831): Ο πατέρας των Περκώτιων Άδραστου και Άμφιου, συμμάχων των Τρωαδιτών.

Μεσαύλιος, ο (ξ 449): Χοιροβοσκός του Οδυσσέα από την Τάφο, βοηθός του Εύμαιου.

Μέσθλης, ο (Β 864): Γιος του Ταλαμαίνη, αρχηγός των Μαιόνων, συμμάχων των Τρωαδιτών.

Μέσση, η (Β 582): Πόλη και λιμάνι της Λακωνικής στο Ταίναρο.

Μεσσηίς, η (Ζ 457): Το όνομα μιας πηγής στη θεσσαλική Ελλάδα.

Μεσσήνη, η (φ 15): Το όνομα περιοχής στις Φηρές της Πελοποννήσου.

Μεσσήνιος, ο (φ 18): Ο κάτοικος της Μεσσήνης.

Μηδεσικάστη, η (Ν 173): Μια νόθη κόρη του Πρίαμου, γυναίκα του πολεμιστή Ίμβριου.

Μηθώνη, η (Β 716): Πόλη της Μαγνησίας στη Θεσσαλία, η πόλη του Φιλοκτήτη.

Μηκιστεύς, ο 1. (Β 66): Βασιλιάς Πελοποννησίων Αχαιών, γιος του Ταλαού και πατέρας του Ευρύαλου. 2. (Θ 333): Ο γιος του Έχιου, σύντροφος του Αίαντα του Τελαμώνιου.

Μηκιστηιάδης, ο (Ζ 28): Ο γιος του Μηκιστέα, ο Ευρύαλος.

Μήονες, οι (Β 864): Οι Μαίονες, οι κάτοικοι της Μαιονίας, δηλαδή οι Λυδοί.

Μηονίη, η (Γ 401): Η χώρα Μαιονία, δηλαδή η Λυδία.

Μηονίς, η (Δ 412): Η κάτοικος της Μαιονίας, δηλαδή η Λυδή.

Μηριόνης, ο (Η 166): Κρητικός ομηρικός ήρωας, δισέγγονος του Μίνωα, εγγονός του Δευκαλίωνα, γιος του Μόλου, ανεψιός και σύντροφος του Ιδομενέα, του αρχηγού των Κρητών του Τρωικού πολέμου. Γενναίος, έμπειρος στον πόλεμο, δεινός σκοπευτής με το τόξο και συνετός στο νού. Έχει σκοτώσει πολλούς και μεταξύ αυτών και σημαίνοντες Τρώες, επαινούμενος συχνά από τον Αγαμέμνονα. Πολέμησε και αυτός για το νεκρό σώμα του Πάτροκλου και πήρε μέρος στους αγώνες που διοργανώθηκαν προς τιμήν του νεκρού Πάτροκλου. Είναι αυτός που δέχτηκε να μονομαχήσει με τον Έκτορα. Ήταν τόσο ευκίνητος και απέφευγε τόσο επιδέξια τα χτυπήματα των αντιπάλων, που ο Αινείας, σκωπτικά, τον αποκαλούσε "ορχηστή", δηλαδή χορευτή.

Μήστωρ, ο (Ω 257): Ένας από τους γιους του Πρίαμου. Σκοτώθηκε σε μάχη.

Μήων, ο (Β 864): Ο κάτοικος της Μαιονίας, ο Μαίονας.

Μίδεια, η (Β 507): Πόλη της Βοιωτίας, κοντά στην Κωπαΐδα.

Μίλητος, η 1. (Β 647): Πόλη της Κρήτης, θεωρούμενη μητρόπολη της Μικρασιατικής Μιλήτου. 2. (Β 868): Πόλη της Μικράς Ασίας, στις εκβολές του ποταμού Μαίανδρου.

Μίμας, ο (γ 172): Ακρωτήριο της Μικράς Ασίας, απέναντι από τη Χίο.

Μινύειος, ο (Β 511): Είναι επίθετο για τη Βοιωτική πόλη Ορχομενός, από το αρχαίο Βοιωτικό έθνος των Μινύων.

Μινυήιος, ο (Λ 722): Ποταμός της  Ήλιδας.

Μίνως, ο (Ν 450): Ο Μίνωας, ο βασιλιάς της Κρήτης. Είναι γιος 

 

Κρόνος+Ρέα

Ι

Δίας+Ευρώπη

Ι

_________________________     Ήλιος+Περσηίδα

Ι                  Ι                   Ι            Ι

Ραδάμανθης    Σαρπηδώνας     Μίνωας + Πασιφάη

Ι

________________________________________________________

Ι             Ι            Ι            Ι             Ι                            Ι          Ι                 Ι

Κατρέας  Δευκαλίωνας  Γλαύκος  Ανδρόγεος  Ακακαλλίδα+Απόλλωνας  Ξενοδίκη  Αριάδνη+Διόνυσος   Φαίδρα+Θησέας

Ι                Ι                                          Ι                                   Ι                    Ι

Αερόπη        Ιδομενέας                      Μίλητος                   Θόαντα        Ακάμαντας

Κλυμένη       Κρήτη                                                            Στάφυλος    Δημοφώντας

Αλθαιμένης  Μόλος                                                            Οινοπίωνας

Απημοσύνη      Ι                                                                 Πεπάρηθος

Μηριόνης

 

Γενεαλογικός πίνακας 14: Μίνωας

 

γιος του Δία με την Ευρώπη, αδερφός του Σαρπηδόνα και του Ραδάμανθη, πατέρας του Κατρέα, του Δευκαλίωνα, της Αριάδνης και της Φαίδρας, βασιλιάς της Κρήτης, που έζησε τρεις γενιές πριν από τον Τρωικό πόλεμο. Επειδή αμφισβητήθηκε η βασιλεία του, ζήτησε ένα σημάδι της εξουσίας από τον Ποσειδώνα. Ο Ποσειδώνας του έστειλε έναν πανέμορφο ταύρο για να τον θυσιάσει. Ο Μίνωας όμως κράτησε τον ταύρο για αναπαραωγή των κοπαδιών του και έσφαξε έναν άλλον. Τότε ο Ποσειδώνας έκανε τη γυναίκα του Μίνωα Πασιφάη να ερωτευτεί αφύσικα τον  ταύρο και με τη σύμπραξη του Δαίδαλου, ο οποίος κατασκεύασε μια ξύλινη αγεάδα, μέσα στη  οποία είχε πάρει θέση η Πασιφάη, κατάφερε να ξεγελάσει τον ταύρο και να τη βατέψει. Από τη συνεύρεσή της αυτή με τον ταύρο γέννησε τον Μινώταυρο, ένα ανθρωποφάγο τέρας με κεφάλι ταύρου και σώμα ανθρώπου. Ο Μινώταυρος κλείστηκε στο Λαβύρινθο που κατασκεύασε ο Δαίδαλος. Το τέρας αυτό σκοτώθηκε από το Θησέα. Όταν ο Δαίδαλος δραπέτευσε με το γιο του Ίκαρο, κατέφυγε στη Σικελία, όπου ζήτησε άσυλο. Ο Μίνωας που έφτασε εκεί ζητώντας την παράδοση του Δαίδαλου, σκοτώθηκε από τις γυναίκες του παλατιού. Ήταν τόσο  συνετός και δίκαιος βασιλιάς, ώστε μετά το θάνατό του έγινε Κριτής των νεκρών στον Άδη, μαζί με τον αδερφό του Ραδάμανθη και τον Αιακό.

Μνήσος, ο (Φ 210): Παίονας πολεμιστής, σύμμαχος των Τρωαδιτών. Τον σκότωσε ο Αχιλλέας.

Μολίονε, οι (Λ 709): Οι Εύρυτος και Κτέατος, ως γιοι της Μολιόνης. Αποκαλούνταν και Ακτορίονε, ως γιοι του Άκτορα.

Μολίων, ο (Λ 322): Τρώας πολεμιστής. Τον σκότωσε ο Οδυσσέας.

Μόλος, ο (Κ 269): Ο πατέρας του Μηριόνη, γιος του Δευκαλίονα, εγγονός του Μίνωα.

Μόρυς, ο (Ν 792): Γιος του Ιπποτίωνα, πολεμιστής από την Ασκανία, σύμμαχος των Τρώων.

Μούλιος, ο 1. (Λ 739): Αρχηγός των Επειών, γαμπρός του Αυγεία από την Αγαμήδη. 2. (Π 696): Τρώας πολεμιστής. Τον σκότωσε ο Πάτροκλος. 3. (Υ 472): Επίσης Τρώας πολεμιστής. Τον σκότωσε ο Αχιλλέας. 4. (σ 423): Ιθακήσιος, κήρυκας του μνηστήρα της Πηνελόπης Αμφίνομου. Τον σκότωσε ο Τηλέμαχος.

Μούσα η (Β 484): Οι Μούσες είναι κόρες του Δία και της Μνημοσύνης, θεότητες για την προστασία της πνευματικής και καλλιτεχνικής δημιουργίας των ανθρώπων. Γεννήθηκαν στα Πιέρια όρη, γι΄ αυτό και ονομάζονταν και Πιερίδες. Λεγόταν και Ολυμπιάδες, επειδή τα Πιέρια ανήκουν στον Όλυμπο. Στον Όμηρο δεν αναφέρονται με τα ονόματά τους. Ο Ησίοδος τις απαριθμεί σε εννέα και τις αναφέρει με τα ονόματα και την ιδιότητά τους: Ερατώ, της ερωτικής ποίησης, Ευτέρπη, της λυρικής ποίησης, Θάλεια, της κωμωδίας, Καλλιόπη, της επικής ποίησης  (από αυτή ζητά ο Όμηρος να του πει για τον Οδυσσέα) και της ρητορικής, Κλειώ, της ιστορίας, Μελπομένη, της μουσικής και της τραγωδίας, Ουρανία, της αστρονομίας, Πολύμνια, της παντομίμας και Τερψιχόρη, του χορού.

Μύγδων, ο (Γ 186): Ηγεμόνας των Φρυγών, που τον συμπαραστάθηκε ο Πρίαμος σε πόλεμό τους κατά των Αμαζόνων.

Μύδων, ο (Ε 580): Γιος του Ατύμνιου και σύντροφος του αρχηγού των Παφλαγόνων Πολυμαίνη. Σκοτώθηκε από τον Αντίλοχο.

Μυκάλη, η (Β 869): Βουνό της Μικράς Ασίας, αντίκρυ στη Σάμο.

Μυκαλησσός, η (Β 498): Πόλη της Βοιωτίας.

Μυκηναίος, οι 1. (Ο 638): Ο Μυκηναϊκός. 2. (Ο 643): Ο κάτοικος των Μυκηνών.

Μυκήνη, η 1. (β 120): Κόρη του Ίναχου, μυθικού βασιλιά του Άργους και ηρωίδα των Μυκηνών. 2. (Β 569): Πόλη της Αργολίδας, η πρωτεύουσα του βασιλιά Αγαμέμνονα. Ονομαζόταν πολύχρυση, επειδή ήταν φημισμένη για τον πλούτο της. Πήρε μέρος στην εκστρατεία κατά της Τροίας, όπου ο βασιλιάς της, είχε την αρχηγία όλου του στρατού και το γενικό πρόσταγμα.

Μύνης, ο (Β 692): Γιος του Εύηνου, του βασιλιά της Λυρνησσού. Τον σκότωσε ο Αχιλλέας, όταν κατέλαβε τη Λυρνησσό.

Μυρίνη, η (Β 814): Μια από τις Αμαζόνες που πολέμησεαν στο πλευρό των Τρώων κατά των Αχαιών.

Μυρμιδόνες, οι (Α 328): Ελληνικό έθνος, που καταγόταν από τη Θράκη. Κατοικούσαν στη Θεσσαλική Φθιώτιδα. Είναι το κράτος του Αχιλλέα, με σπουδαιότερες πόλεις την Ελλάδα και τη Φθία.

Μύρσινος, ο (Β 616): Πόλη στην Ήλιδα.

Μυσοί, οι 1. (Β 858): Λαός της Μικράς Ασίας, στο βορειοανατολικό της Τμήμα, στην περιοχή της Προποντίδας. 2. (Ν 5): Λαός της Ευρώπης, που από την περιοχή του Ίστρου (Δούναβη) απλώθηκε στη Θράκη.

  

Ν

  

Νάστης, ο (Β 867): Γιος του Νομίονα, αρχηγός, μαζί με τον αδερφό του,  των συμμάχων των Τρώων Καρών, που κατοικούσαν κοντά στη Μίλητο, στο βουνό των Φθειρών. Τον σκότωσε ο Αχιλλέας.

Ναυβολίδης, ο 1. (Β 518): Ο γιος του Ναύβολου, ο Ίφιτος, που ήταν πατέρας του Σχεδίου και του Επίστροφου, των αρχηγών των Φωκέων, που πήραν μέρος στην εκστρατεία κατά της Τροίας με σαράντα πλοία. 2. (θ 116): Μετά το Λαοδάμαντα, το γιο του βασιλιά των Φαιάκων Αλκίνοου, ήταν το πιο όμορφο από τα αρχοντόπουλα των Φαιάκων που πήραν μέρος στους αγώνες που διοργάνωσε ο Αλκίνοος προς τιμήν του Οδυσσέα. Πήρε μέρος στο τρέξιμο και στην πάλη.

Ναυσίθοος, ο (ζ 7):  Ο πρώτος βασιλιάς των Φαιάκων, γιος του Ποσειδώνα και της Περίβοιας και πατέρας του Ρηξίνορα και του Αλκίνοου,   του βασιλιά των Φαιάκων.

Ναυσικάα, η (ζ 17): Η θυγατέρα του βασιλιά των Φαιάκων Αλκίνοου και της Αρήτης. Σ΄ αυτήν πρωτοπαρουσιάστηκε ο Οδυσσέας ως ναυαγός και του έδωσε ρούχα να σκεπάσει τη γύμνια του και τον οδήγησε στον πατέρα της.

Ναυτεύς, ο (θ 112): Ένα από τα αρχοντόπουλα των Φαιάκων που πήραν μέρος στους αγώνες που διοργάνωσε ο βασιλιάς Αλκίνοος προς τιμήν του Οδυσσέα.

Νέαιρα, η (μ 133): Νύμφη στο νησί της Θρινακίας και μητέρα, από τον Ήλιο, της Λαμπετίας και της Φαέθουσας, που ήταν οι βοσκοπούλες στα κοπάδια αγελάδων και προβάτων του Ήλιου.

Νεοπτόλεμος, ο (Τ 327): Γιος του Αχιλλέα και της Δηιδάμειας. Όταν πέθανε ο Αχιλλέας το κάλεσαν στην Τροία να πολεμήσει. Πράγματι πολέμησε  γενναία, προκαλώντας θαυμασμό. Λέγεται ότι πρώτος αυτός μπήκε στο Δούρειο Ίππο. Μετά την άλωση της Τροίας, πήρε ως σκλάβα του τη γυναίκα του Έκτορα Ανδρομάχη. Παντρεύτηκε την Ερμιόνη, την κόρη του Μενέλαου και της Ωραίας Ελένης, τον αρραβώνα της οποίας με τον ξάδερφό της Ορέστη είχε διαλύσει ο Μενέλαος. Μια άλλη εκδοχή λέει ότι τον σκότωσε ο Ορέστης και έκλεψε την Ερμιόνη, μια άλλη ότι έζησε στη Φθία μέχρι το θάνατό του, ενώ μια τρίτη ότι χάνοντας το βασίλειό του στη Φθία μετεγκαταστάθηκε στην Ήπειρο, όπου έγινε γενάρχης των Αιακιδών.

Νεστόρεος, η, ον (Β 54): Επίθετο γι΄ αυτόν που ανήκει στο Νέστορα.

Νεστορίδης, ο (Ζ 33): Ο γιος του Νέστορα Αντίλοχος. 2. (γ 366): Ο γιος του Νέστορα Πεισίστρατος. 3. (Π 317): Οι δυο γιοι του Νέστορα Αντίλοχος και Πεισίστρατος. 4. (Ι 81): Τρίτος γιος του βασιλιά της Πύλου Νέστορα και της Ευρυδίκης, ο Θρασυμίδης.

Νέστωρ, ο (Β 57): Ο πιο νέος γιος του Νηλέα, του βασιλιά της Πύλου, και της Χλωρίδας. Το μόνο αγόρι που επέζησε από τα δώδεκα αγόρια που είχε ο Νηλέας. Ο Νέστορας πήρε μέρος στην εκστρατεία κατά της Τροίας μαζί με τους γιους του Αντίλοχο και Πεισίστρατο με ενενήντα καράβια. Παροιμιώδης για τη σύνεση και την ευγλωττία του. Μεγάλωσε στη Γερήνια, πήρε μέρος στον αγώνα κατά των Κενταύρων, στην Αργοναυτική εκστρατεία, στο κυνήγι του Καλυδώνιου κάπρου και τέλος στον Τρωικό πόλεμο. Λέγεται ότι ενώ οι θεοί του χάρισαν ηλικία τριών γεννεών, οι σωματικές και πνευματικές δυνάμεις του ήταν ακμαίες. Είχε το χάρισμα να συμβουλεύει, να παροτρύνει, να ψέγει, να ενθαρρύνει και να αποτρέπει. Μαζί με όλα αυτά ήταν και γενναίος πολεμιστής και σεβαστός αρχηγός. Μετά την άλωση της Τροίας επέστρεψε στην Πύλο και έζησε αρκετά χρόνια ακόμη. Εκεί φιλοξένησε και ενθάρρυνε τον Τηλέμαχο, το γιο του Οδυσσέα, ο οποίος τον επισκέφτηκε να μάθει για την τύχη του πατέρα του.

Νηιάδες, αι (ν 104): Νύμφες και υδάτινες θεότητες. Είναι θηλυκές και διακρίνονται ανάλογα με το στοιχείο που προστατεύουν. Έτσι, οι Ναϊάδες είναι για τα τρεχούμενα νερά (ποτάμια, πηγές), οι Νηρηίδες για τα λοιπά υγρά στοιχεία (θάλασσες, πελάγη και ωκεανούς), οι Δρυάδες και Αμαδρυάδες για τα δέντρα (ιδιαίτερα για τις βελανιδιές), οι Αντριάδες των άντρων και σπηλαίων και οι Αγρονόμοι Νύμφες για τους αγρούς.

Νήιον, το (α 186): Βουνό στην Ιθάκη, στους πρόποδες του οποίου ήταν το λιμάνι Ρείθρο.

Νηλεΐδης, ο (Ψ 652): Ο γιος του Νηλέα, ο Νέστορας.

Νηλεύς, ο (Λ 683): Γιος του Ποσειδώνα και της Τυρώς, σύζυγος της Χλωρίδας, δίδυμος αδερφός του Πελία και πατέρας του Νέστορα, ιδρυτής και βασιλιάς της Πύλου Μεσσηνίας. Πήρε μέρος στην Αργοναυτική εκστρατεία. Σκοτώθηκε , όπως και οι έντεκα από τους δώδεκα γιούς του (μόνον ο Νέστορας σώθηκε) από τον Ηρακλή. Κατά μια άλλη εκδοχή της μυθολογίας, πέθανε στην Κόρινθο.

Νηληιάδης, ο (Θ 100): Ο γιος του Νηλέα, ο Νέστορας.

Νηλήιος, η, ον (Β 20): Επίθετο. Αυτός που ανήκει στο Νηλέα.

Νημερτής, η (Σ 46): Νηρηίδα, μια από τις πενήντα θυγατέρες του Νηρέα και της κόρης του Ωκεανού Δωρίδας.

Νηρεύς, ο (Α 538): Ο πατέρας των Νηρηίδων. Στον Όμηρο δεν αναφέρεται με το όνομά του, αλλά ως άλιος γέρων.

Νηρηίδες, αι (Σ 38): Οι Νεράϊδες, οι πενήντα θυγατέρες του Νηρέα και της κόρης του Ωκεανού, της Ωκεανίδας Δωρίδας. Πρόκειται για καλλονές, νύμφες των μη τρεχούμενων υδάτων, δηλαδή των θαλασσών και των Ωκεανών. Μπορούσαν να ταράζουν και να γαληνεύουν τη θάλασσα. Από τις πιο γνωστές Νηρηίδες είναι η Αμφιτρίτη, σύζυγος του Ποσειδώνα, η Γαλάτεια, την οποία ερωτεύτηκε ο Κύκλωπας Πολύφημος και η Θέτιδα, η μητέρα του Αχιλλέα.

Νήρικον, το (ω 377): Πόλη στην παραλία της Ακαρνανίας.

Νήριτον, το (Β 632): Βουνό της Ιθάκης.

Νήριτος, ο (ρ 207): Ιθακήσιος άρχοντας. Ο Νήριτος, μαζί με τον Ίθακο και τον Πολύκτορα, έχτισαν μια κρήνη στην Ιθάκη.

Νησαίη, η (Σ 40): Νηρηίδα, μια από τις πενήντα κόρες του Νηρέα και της θυγατέρας του Ωκεανού, της Δωρίδας.

Νιόβη, η (Ω 602): Θυγατέρα του βασιλιά της Φρυγίας Τάνταλου και της Διώνης και σύζυγος του βασιλιά των Θηβών Αμφίονα. Με τον Αμφίονα έκανε πολλά παιδιά, αγόρια και κορίτσια (η μυθολογία δεν μας δίνει σταθερό αριθμό· κυμαίνονται από εφτά μέχρι δώδεκα ζευγάρια). Πάντως πρόκειται για πανέμορφα ζευγάρια, που σε συνδυασμό και με το μεγάλο τους αριθμό έκαναν τη Νιόβη να υπερηφανευτεί στη Λητώ, που είχε μόνον τον Απόλλωνα και την Άρτεμη. Τότε η Λητώ ζήτησε από τα παιδιά της την τιμωρία της Νιόβης και οι θεοί με τα τόξα τους και τα αλάθητα βέλη τους σκότωσαν όλα της τα παιδιά, η Άρτεμης τα κορίτσια και ο Απόλωνας τα αγόρια (κατά μια παράδοση σώθηκαν μόνον ο Αμύκλας και η Μελίβοια). Ο Αμφίονας αυτοκτονεί, η δε Νιόβη επιστρέφει στη Λυδία, όπου ο Δίας, λυπούμενός την για τον ασταμάτητο θρήνο της, τη μεταμόρφωσε σε βουνό, το όρος Σίπυλο της Λυδίας, το οποίο δακρύζει.

Νιρεύς, ο (Β 671): Γιος του Χάροπα και της Αγλαΐας, ο πιο ωραίος Αχαιός μετά τον Αχιλλέα και ένας από τους μνηστήρες της Ωραίας Ελένης. Ήταν βασιλιάς της Σύμης και πήρε μέρος στην εκστρατεία κατά της Τροίας με τρία καράβια. Σκότωσε τη γυναίκα του Τήλεφου, την Ιέρα.

Νίσα, η (Β 508): Πόλη στον Ελικώνα, ιερή πόλη της Βοιωτίας.

Νίσος, ο (π 395): Ο πατέρας του μνηστήρα της Πηνελόπης Αμφίνομου.

Νίσυρος, η (Β 676): Μικρό νησί στις Σποράδες.

Νοήμων, ο 1. (Ε 678): Λύκιος μαχητής, σύμμαχος των Τρώων. Τον σκότωσε ο Οδυσσέας. 2. (Ψ 612): Σύντροφος του Αντίλοχου, του γιου του βασιλιά Νέστορα. 3. (β 386): Γιος του Φρόνιου, από την Ιθάκη. Κατασκεύασε το πλοίο με το οποίο ο Τηλέμαχος πήγε στην Πύλο, να μάθει για την τύχη του πατέρα του.

Νομίων, ο (Β 871): Ο πατέρας του Νάστη και του Αμφίμαχου, αρχηγων των Κάρων, συμμάχων των Τρώων.

Νυσήιον, το (Ζ 133): Βουνό της Νύσης, όπου είχε ανατραφεί ο Διόνυσος.

 

Ξ

 

Ξάνθος, ο 1. (Β 877): Όνομα ποταμού της Λυκίας, που πηγάζει από το όρος Ταύρος και χύνεται στη Μεσόγειο. 2. (Ε 152): Τρωαδίτης πολεμιστής, γιος του Φαίνοπα. Τον σκότωσε ο Διομήδης. 3. (Ζ 4): Ο ποταμός της Τροίας Σκάμανδρος. 4. (Θ 185): Το όνομα ενός αλόγου του Έκτορα. 5. (Π 149): Το όνομα ενός αλόγου του Αχιλλέα. Στο άλογο αυτό η θεά Ήρα έδωσε ανθρώπινη φωνή, για να αναγγείλει το θάνατο του Αχιλλέα. 6. (Υ 40): Ο ποταμός Ξάνθος ή Σκάμανδρος, ως θεότητα.

  

Ο

 

Ογχηστός, ο (Β 506): Πόλη της Βοιωτίας, στην Κωπαΐδα. Εκεί υπήρχε το ιερό δάσος του Ποσειδώνα. Ο Ογχηστός πήρε μέρος στον Τρωικό πόλεμο μαζί με άλλες Βοιωτικές πόλεις.

Οδίος, ο 1. (Β 856): Αρχηγός των Αλιζώνων, συμμάχων των Τρωαδιτών. Τον σκότωσε ο Αγαμέμνονας. 2. (Ι 170): Κήρυκας στο στρατόπεδο των Αχαιών.

Οδυσσήιος, η, ον (σ 353): Αυτός που ανήκει στον Οδυσσέα.

Οδυσσεύς, ο (Α 145): Γιος του Λαέρτη και της Αντίκλειας, βασιλιάς της Ιθάκης.  

 

Κέφαλος                                              Περσέας

Ι                                                           Ι

Αρκείσιος+Χαλκομέδουσα   Οίβαλος+Γοργοφόνη

Ι                                         Ι

Λαέρτης+Αντίκλεια             Ικάριος+Περίβοια

Ι                                        Ι

Οδυσσέας   +   Πηνελόπη

Ι

____________________
                                                                             Ι                    Ι                  Ι

Τηλέμαχος  Αρκεσίλαος  Πολιπόρθης

Παιδιά του Οδυσσέα με άλλες γυναίκες:

Με την κόρη του Αιτωλού Θόαντα: Λεοντοφόνος

Με την Κίρκη: Τηλέγονος, Άγριος, Λατίνος, Αύσονας, Ρώμος, Αντεία, Αρδέα, Κασσιφόνης, Κασσιφόνη. Με την Καλυψώ: Ναυσίθοος, Ναυσίνοος. Με την Καλλιδίκη: Πολυποίτης. Με την Ευίππη: Λεοντόφρονας ή Ευρύαλος.

 

Γενεαλογικός πίνακας 15: Οδυσσέας

 

Ο ήρωας της Ιλιάδας και της Οδύσειας, ο σύζυγος της Πηνελόπης και πατέρας του Τηλέμαχου, είχε βασίλειο που περιλάμβανε τα νησιά του Ιονίου Ιθάκη, Σάμη, Ζάκυνθο, Αιγίλιπο, Κροκυλεία και άλλα μικρονήσια, καθώς και μέρος των ακτών της Δυτικής Ελλάδας. Υπήρξε και αυτός ένας από τους μνηστήρες της Ωραίας Ελένης. Χάρη στη συμβουλή που έδωσε στον πατέρα της Ελένης Τυνδάρεο, να ορκίσει τους μνηστήρες πριν την επιλογή της Ελένης, ώστε στο μέλλον, αν χρειαστεί βοήθεια ο σύζυγός της, να έρθουν σε συμπαράστασή του όλοι οι υποψήφιοι, του έδωσε για σύζυγό του την ανεψιά του Πηνελόπη. Το όνομά του του το έδωσε ο παππούς του Αυτόλυκος και σημαίνει τρόμος. Από μικρός διακρίθηκε για την εξυπνάδα, την σύνεση και την ανδρεία του. Στο θρόνο της Ιθάκης ανέβηκε πολύ νέος, ενώ ο πατέρας του ζούσε ακόμη. Πήρε μέρος στο κυνήγι του Καλυδώνιου κάπρου, όπου πληγώθηκε στο πόδι από το αγριογούρουνο. Η ουλή αυτή θα αποτελέσει αργότερα σημάδι αναγνώρισής του.  Πάντως από μικρός είχε επισκεφτεί πολλά μέρη της Ελλάδας. Σε ένα από τα ταξίδια του αυτά ο Ίφιτος του έδωσε ως δώρο το τόξο του Εύρυτου, του μεγάλου δάσκαλου του τόξου. Παρότι είχε δεσμευτεί με τον όρκο των μνηστήρων της Ελένης, λένε ότι επειδή η πρόσκληση είχε συμπέσει με τη γέννηση του Τηλέμαχου, προσπάθησε να την αποφύγει κάνοντας τον τρελλό. Έζεψε ένα βόδι κι ένα άλογο στο αλέτρι και όργωνε ένα χωράφι στο οποίο είχε σπείρει αλάτι. Ο Παλαμήδης όμως έβαλε μπροστά στο αλέτρι τον μικρό Τηλέμαχο και τότε ο Οδυσσέας κατηύθυνε τα ζώα αλλού. Έτσι αποκαλύφτηκε το σχέδιό του. Στον Τρωικό πόλεμο ο Οδυσσέας είναι μεταξύ των αρίστων, τόσο κατά την οργάνωση της εκστρατείας, όσο και κατά τη διεξαγωγή των μαχών. Πριν από την έναρξη των μαχών πήγε σαν πρεσβευτής, μαζί με το Μενέλαο, και ζήτησαν την επιστροφή της Ωραίας Ελένης και των θησαυρών που πήρε ο Πάρης, ώστε να αποφευχθεί η σύρραξη. Μετά την αποτυχία της αποστολής αυτής πήρε μέρος στην εκστρατεία με δώδεκα καράβια. Στον Οδυσσέα και στο πολυμήχανο πνεύμα του οφείλεται η ιστορία με το Δούρειο Ίππο, στον οποίο μπήκε και ο ίδιος. Γενικά, όλη του η παρουσία και οι δραστηριότητές του στον πόλεμο είχαν μεγάλη αξία. Φρόνιμος, εύγλωττος, εύστροφος και ευρηματικός, βοήθησε όσο λίγοι στην υπόθεση του Τρωικού πολέμου. Ο Όμηρος του αφιέρωσε ολόκληρο το μέρος του δεύτερου έπους του, την Οδύσσεια. Περιπλανήθηκε για δέκα χρόνια, έχοντας βρεθεί στη χώρα των Κικόνων, των Λωτοφάγων, των  ανθρωποφάγων Λαιστρυγόνων, στο νησί των Κυκλώπων, στο νησί του Αιόλου, στο νησί της Κίρκης, στον Άδη, στη Σκύλλα και στη Χάρυβδη, στο νησί της Καλυψώς και τέλος στο νησί των Φαιάκων, την Κέρκυρα, από όπου έφτασε στην Ιθάκη.

Οθρυονεύς, ο (Ν 363): Θράκας, από την Καβησσό, σύμμαχος του Πρίαμου. Ζήτησε για γυναίκα του την πιο όμορφη από τις κόρες του Πρίαμου, την  Κασσάνδρα. Τον σκότωσε ο Ιδομενέας.

Οικλείης, ο (ο 243): Ο γιος του Αντιφάτη και πατέρας του Αμφιάραου, Αργείος.

Οιδιπόδης, ο (Ψ 679): Ο Οιδίποδας είναι  κλασικός πατροκτόνος.

 

 

Κάδμος                          Πενθέας

Ι                                            Ι

Πολύδωρος                    Όκλασος

Ι                                          Ι

Λάβδακος                       Μενοικέας

Ι                    ________Ι___

Ι                    Ι                      Ι

Λάϊος+ Ιοκάστη                  Κρέοντας

Ι                                       Ι

Οιδίποδας+Ιοκάστη           Αίμονας

Ι

_____________________________
                                               Ι                   Ι             Ι                       Ι

Ετεοκλής    Πολυνείκης     Αντιγόνη     Ισμήνη

 

Γενεαλογικός πίνακας 16: Οιδίποδας

 

Είναι γιος του Λάϊου και της Ιοκάστης και, αργότερα δολοφόνος του πατέρα του και σύζυγός της μητέρας του. Ο χρησμός έλεγε ότι  ένας γιος του Λάϊου θα σκότωνε τον πατέρα του. Όταν γεννήθηκε ο Οιδίποδας, ο Λάϊος του έδεσε πόδια και το έδωσε να το πετάξουν. Το δέσημο αυτό του έπρηξε τα πόδια, από όπου πήρε και το όνομά του. Το παιδί το βρήκαν βοσκοί και το έδωσεν στο βασιλιά τους που ήξεραν ότι δεν είχε παιδιά. Όταν ο Οιδίποδας μεγάλωσε έφυγε από τους θετούς του γονείς, τους οποίους πίστευε για πραγματικούς, για να μην επαληθευτεί ο χρησμός και πήγε στη Θήβα. Εκεί συνάντησε τη Σφίγγα, το τέρας που έθετε ένα άλυτο αίνιγμα στους περαστικούς, που, επειδή δεν έβρισκαν τη λύση, τους έτρωγε. Το αίνιγμα ήταν: ποιο ζώο περπατά στην αρχή με τέσσερα πόδια, μετά με δυο και στη συνέχεια με τρία; Ο Οιδίποδας είπε ότι είναι ο άνθρωπος, ως μωρό, ως ενήλικας και ως γέρος. Η Σφίγγα από το κακό της έπεσε από το βράχο και σκοτώθηκε. Συνέχισε το δρόμο για τη Θήβα, όπου  είχε μια συνάντηση με μια ομάδα ανθρώπων με τους οποίους διαπληκτίστηκε και τους σκότωσε, μη γνωρίζοντας πως ένας από αυτούς ήταν ο πραγματικός του πατέρας. Φτάνοντας στη Θήβα, ο λαός του πρόσφερε για γυναίκα του τη χήρα του βασιλιά, επειδή είχε απαλλάξει τον τόπο από τη Σφίγγα. Όταν ο μάντης Τειρεσίας ανακάλυψε το φονικό, η Ιοκάστη, μη αντέχοντας τη φρικτή αλήθεια, κρεμάστηκε και ο Οιδίποδας αυτοτυφλώθηκε και αυτοεξορίστηκε.

Οιλεύς, ο 1. (Β 727): Βασιλιάς της Λοκρίδας, πατέρας του Αίαντα του Λοκρού, καθώς και του Μέδωνα. 2. (Λ 93): Τρωαδίτης πολεμιστής, ηνίοχος του Βιάνορα. Τον σκότωσε ο Αγαμέμνονας.

Οιλιάδης, ο (Μ 365): Ο γιος του Οιλέα, ο Αίαντας ο Λοκρός.

Οινεΐδης, ο (Β 641): (Ε 813): Ο γιος του Οινέα, ο Τυδέας.

Οινεύς, ο (Β 641): Γιος του Πορθέα, βασιλιάς της Καλυδώνας στην Αιτωλία και σύζυγος της Αλθαίας (αδελφής της Λήδας, της γυναίκας του Τυνδάρεω και μητέρας των Διόσκουρων, της Ωραίας Ελένης και της Κλυταιμνήστρας). Είναι πατέρας του Μελέαγρου από την Αλθαία και του Τυδέα, πατέρα του Διομήδη, από τη δεύτερη γυναίκα του την Περίβοια. Στη χώρα του είχε στείλει η Άρτεμη το κάπρο, στο κυνήγι του οποίου πήραν μέρος πολλοί βασιλιάδες της ευρύτερης περιοχής.

Οινόμαος, ο 1. (Ε 706): Αχαιός πολεμιστής. Τον σκότωσε ο Έκτορας. 2. (Μ 140): Ένας από τους αρχηγούς των Τρωαδιτών κατά την επίθεση για το κάψιμο των πλοίων των Αχαιών.

Οινοπίδης, ο (Ε 707): Ο γιος του Οίνοπα Έλενος.

Οίνοψ, ο (φ 144): Ο πατέρας του Λειώδη, Ιθακήσιου μάντη των μνηστήρων της Πηνελόπης.

Οίτυλος, ο (Β 585): Πόλη της Λακωνικής.

Οιχαλιεύς, ο Β 585): Ο καταγόμενος από την Οιχαλία, ο Εύρυτος.

Οιχαλίη, η (Β 730): Πόλη επί του Πηνειού ποταμού στη Θεσσαλία, η έδρα του Εύρυτου.

Ολιζών, η (Β 717): Πόλη της Θεσσαλικής Μαγνησίας. Με αρχηγό τον Φιλοκτήτη, πήρε μέρος στην εκστρατεία κατά της Τροίας με εφτά καράβια.

Ολοσσών, η (Β 739): Πόλη της Θεσσαλίας στον Ευρωπό.

Ολυμπιάδες Μούσαι, αι (Β 491): Οι Μούσες, επειδή κατοικούσαν στον Όλυμπο.

Ολύμπιος, η, ον (Α 353): Επίθετο. Αυτός που κατοικεί ή που ανήκει στον Όλυμπο. Στον ενικό, είναι ο Δίας. Στον πληθυντικό είναι οι θεοί του Ολύμπου.

Ολυμπος, ο (Α 494): Το πιο ψηλό βουνό της Εληνικής χερσονήσου, στα βορειοανατολικά της Θεσσαλίας. Εκεί, στην πιο ψηλή του κορυφή, οι αρχαίοι είχαν τοποθετήσει την κατοικία των θεών, από όπου ήλεγχαν και κατηύθυναν τις τύχες των ανθρώπων.

Ονητορίδης, ο (γ 282): Ο γιος του Ονήτορα, ο Φρόντις. Αχαιός, κυβερνήτης του πλοίου του Μενέλαου.

Ονήτωρ, ο (Π 604): Γιος του Λαόγονου, ιερέας στο ναό του Ιδαίου Δία. Τον σκότωσε ο Μηριόνης.

Οπίτης, ο (Λ 301): Αχαιός πολεμιστής. Τον σκότωσε ο Έκτορας.

Οπόεις, ο (Β 531): Πόλη της Λοκρίδας, ο Οπούντας.

Ορέσβιος, ο (Ε 707): Πλούσιος Αχαιός από την Ύλη, πόλη κοντά στη Κηφισίδα λίμνη. Τον σκότωσε ο Έκτορας.

Ορέστης, ο 1. (Ι 142): Γιος του Αγαμέμνονα, του βασιλιά των Μυκηνών, και της Κλυταιμήστρας. Όταν άρχισε η εκστρατεία κατά της Τροίας, ο Ορέστης ήταν μικρός. Κατά την επιστροφή και δολοφονία του πατέρα του φυγαδεύτηκε στη Φωκίδα, όπου συνδέθηκε με αδερφική φιλία με τον ξάδερφό του τον Πυλάδη. Εφτά χρόνια μετά τη δολοφονία του πατέρα του επιστρέφει στις Μυκήνες και σκοτώνει τη μητέρα του και τον εραστή της και θείο του Αίγισθο, εκδικούμενος έτσι το φόνο του πατέρα του. Καταδιωκόμενος από τις Ερινύες, πηγαίνει στην Αθήνα, όπου δικάζεται από τον Άρειο Πάγο για τη μητροκτονία και αθωώνεται με την ψήφο της Αθηνάς, επειδή οι δικαστές ισοψήφισαν. Υπάρχει και μια άλλη εκδοχή της μυθολογίας, όπου ο Ορέστης ζητώντας χρησμό από το Μαντείο των Δελφών, στάλθηκε από τον Απόλλωνα στην Ταυρίδα, όπου βασίλευε ο Θόας, για να πάρει το ξόανο της Άρτεμης. Πήγε στη χώρα των Ταύρων με σύντροφό του τον Πυλάδη, όμως τους συνέλαβαν και, όπως είχαν συνήθεια, τους ετοίμασαν για θυσία στη θεά Άρτεμη. Εκεί αναγνωρίζεται από την αδερφή του Ιφιγένεια, την οποία κατά τη θυσία της στην Αυλίδα, είχε αρπάξει η Άρτεμη και τη μετέφερε στη Ταυρίδα, όπου έγινε ιέρειά της. Με τη βοήθεια της αδερφής του κλέβουν το ξόανο, δραπετεύουν και φτάνουν στην Αττική, όπου τοποθετούν το άγαλμα στο ναό της Άρτεμης στη Βραυρώνα. 2. (Ε 705): Ένας Αχαιός πολεμιστής. Τον σκότωσε ο Έκτορας. 3. (Μ 139): Ένας από τους Τρωαδίτες αρχηγούς που πήρε μέρος στην επίθεση για το κάψιμο των πλοίων των Αχαιών.

Ορθαίος, ο (Β 791): Τρώας πολεμιστής.

Ορθη, η (Ν 739): Πόλη της Θεσσαλίας.

Ορμενίδης, ο 1. (Ι 448): Ο γιος του Όρμενου, ο Αμύντορας, Βοιωτός στην καταγωγή. Η περικεφαλαία του, στολισμένη με δόντια κάπρου, ήταν τόσο όμορφη, ώστε ο Αυτόλυκος, παππούς του Οδυσσέα και γνωστός για τις ικανότητές του στο κλέψιμο, μπήκε στον πειρασμό και, κάνοντας διάρρηξη, την έκλεψε. 2. (ο 414): Ο γιος του Όρμενου Κτήσιος, πατέρας του χοιροβοσκού και πιστού υπηρέτη του Οδυσσέα.

Ορμένιον, το (Β 734): Πόλη της Θεσσαλικής Μαγνησίας. Πήρε μέρος στην εκστρατεία κατά της Τροίας με σαράντα καράβια και αρχηγό των Ευρύπυλο.

Ορμενος, ο 1. (Θ 274): Τρωαδίτης πολεμιστής, που τον σκότωσε ο Τεύκρος. 2. (Μ 187): Ακόμη ένας Τρωαδίτης πολεμιστής. Τον σκότωσε ο Πολυποίτης. 3. (Ι 418): Γιος του Κέρκαφου, εγγονός του Αίολου και πατέρας του Αμύντορα. Θεωρείται ο ιδρυτής της Θεσσαλικής πόλης Ορμένιο.

Ορσίλοχος, ο 1. (Ε 542): Ο γιος του Διοκλή και αδερφός του Κρήθωνα, Αχαιός πολεμιστής. Τον σκότωσε ο Αινείας. 2. (Θ 274): Τρωαδίτης πολεμιστής. Τον σκότωσε ο Τεύκρος. 3. (ν 260): Ο γιος του βασιλιά της Κρήτης Ιδομενέα.

Ορτίλοχος, ο (Ε 546): Ο γιος του Αλφειού, πατέρας του Διοκλή και παππούς του Ορσίλοχου. Καταγόταν από τις Φηρές της Πύλου.

Ορτυγία, η (ε 123): Μυθική χώρα ή μυθικό νησί, όπου λέγεται ότι η Άρτεμη σκότωσε τον Ωρίωνα.

Ορχομενός, ο 1. (Β 511): Πανάρχαια πόλη της Βοιωτίας κοντά στην Κωπαΐδα, πρωτεύουσα των Μινυών, ονομαστή για το θησαυρό των Μινυών. 2. (Β 605): Αρχαία πόλη της Αρκαδίας.

Οσσα, η (λ 315): Το βουνό της Θεσσαλίας Όσσα, που το χωρίζει από τον Όλυμπο η κοιλάδα των Τεμπών.

Οτρεύς, ο (Γ 186): Ένας από τους αρχηγούς των Φρυγών, γιος του Φρύγα βασιλιά Δύμαντα, αδερφός του Άσιου και της Εκάβης, της γυναίκας του Πρίαμου.

Οτρυντεΐδης, ο (Υ 384): Ο γιος του Οτρυντέα, ο Ιφιτίωνας. Τον σκότωσε ο Αχιλλέας.

Οτρυντεύς, ο (Υ 384): Ένας από τους αρχηγούς του Τρωαδίτικου στρατού. Πατέρας του Ιφιτίωνα, βασιλιάς  στην Ύδη του Τμώλου.

Ουκαλέγων, ο (Γ 148): Ένας από τους συμβούλους του Πρίαμου.

Ούλυμπος, ο (ω 488): Βλέπε τη λέξη Όλυμπος.

Ουρανίωνες, οι 1. (Α 570): Επίθετο για τους θεούς, επειδή κατοικούν στον Ουρανό. 2. (Ε 898): Οι γιοι του Ουρανού και της Γης, δηλαδή οι Τιτάνες. Οι Ουρανίωνες είναι θεότητες πρώτης γενιάς και είναι οι εξής έξι:  Ωκεανός, Κοίος, Υπερίονας, Κρείος, Ιαπετός, και Κρόνος. Οι αδερφές τους ονομάζονταν Τιτανίδες.

Ουρανός, ο 1. (Δ 44): Ο ουρανός, που τον θεωρούσαν ως χάλκινο και σιδερένιο στερέωμα πάνω από τον αιθέρα. 2. (Ζ 108): Η κατοικία των θεών. 3. (Ο 36): Θεότητα, γιος του Ερέβους και της Γαίας, με την οποία απέκτησε τους Ουρανίωνες, δηλαδή τους Κύκλωπες, τους Εκατόγχειρες, τους Τιτάνες και τις Τιτανίδες.

Ούτις, ο (ι 366): Ο Ουδείς, δηλαδή ο Κανείς, ένα πλαστό όνομα που διάλεξε ο Οδυσσέας, όταν ρωτήθηκε από τον Κύκλωπα Πολύφημο ποιο ήταν το όνμά του.

Οφελέστης, ο 1. (Θ 274): Τρωαδίτης πολεμιστής. Τον σκότωσε ο Τεύκρος. 2. (Φ 210): Παίονας πολεμιστής, σύμμαχος των Τρώων. Τον σκότωσε ο Αχιλλέας.

Οφέλτιος, ο 1. (Ζ 20): Τρωαδίτης πολεμιστής. Τον σκότωσε ο Ευρύαλος στη μάχη. 2. (Λ 302): Ένας από τους αρχηγούς των Αχαιών. Τον σκότωσε ο Έκτορας.

Οχήσιος, ο (Ε 843): Αιτωλός, πατέρας του Περίφαντα.

 

Π

 

Παιήων, ο (Ε 401): Ο Παιήονας, που το όνομά του σημαίνει ο άνδρας των νόσων. Ήταν αιγυπτιακής καταγωγής και γιατρός των θεών. Από αυτόν κατάγονται οι Αιγύπτιοι γιατροί, οι οποίοι γνώριζαν να θεραπεύουν όχι μόνον τις πληγές, αλλά και τις εσωτερικές νόσους.

Παιονίδης, ο (Α 399): Ο γιος του Παίονα.

Παιονίη, η (Ρ 350): Η εύφορη χώρα των Παιόνων, δίπλα από τον Αξιό και μέχρι το Στρυμόνα.

Παισός, η (Ε 612): Πόλη της Μυσίας στην Προποντίδα, που ανήκε στην Τρωάδα. Βλέπε και Απαισός.

Παίονες, οι (Β 848): Φυλή που κατοικούσε κοντά στον Αξιό ποταμό και μέχρι το Στρυμόνα. Ήταν σύμμαχοι των Τρώων.

Παλλάς, η (Α 200): Επίθετο της Αθηνάς. Παλλάς σημαίνει παρθένο κορίτσι. Οι αρχαίοι όμως το έλεγαν με την έννοια ότι η Αθηνά πάλλει το δόρυ και την ασπίδα της.

Πάλμυς, ο (Ν 792): Ένας από τους ηγέτες των Τρώων.

Πάμμων, ο (Ω 250): Ένας από τους γιους του Πρίαμου.

Παναχαιοί, οι (Β 404): Όλοι οι Αχαιοί στο σύνολό τους, ως εκστρατευτικό σώμα κατά της Τροίας.

Πανδάρεος, ο (τ 518): Γιος του Μέροπα και της Νύμφης Εχεμείας, φίλος του Τάνταλου και πατέρας πολλών θυγατέρων. Μιαν από αυτές, την Αηδόνα, γυναίκα του Θηβαίου βασιλιά Ζήθου, τη μεταμόρφωσε ο Δίας σε πουλί.

Πάνδαρος, ο (Δ 88): Ο γιος του Λυκάονα, αρχηγός των Λυκίων της Ζέλειας, συμμάχων των Τρώων, ο δεινότερος τοξότης στον Τρωικό στρατό. Λέγεται ότι το τόξο του ήταν το τόξο του θεού Απόλλωνα. Τραυμάτησε το Μενέλαο, σκοτώθηκε όμως από το Διομήδη.

Πανδίων, ο (Μ 372): Αχαιός πολεμιστής, που βοηθούσε τον Αίαντα τον Τελαμώνιο και τον αδερφό του Τεύκρο.

Πάνδοκος, ο (Λ490): Τρώας πολεμιστής. Τον σκότωσε ο Αίαντας ο Τελαμώνιος.

Πανέλληνες, οι (Β 530): Ο Όμηρος διαχωρίζει το στράτευμα σε Έλληνες και Αχαιούς. Έλληνες στα Ομηρικά χρόνια λέγονταν οι κάτοικοι στα βόρεια της Θεσσαλίας.

Πανθοΐδης, ο 1. (Ξ 450): Ο γιος του Πάνθοου, ο Πολυδάμας. 2. (Π 808): Ο γιος του Πάνθοου, ο Εύφορβος. 3. (Ρ 24): Ο γιος του Πάνθοου, ο Υπερήνορας.

Πάνθοος, ο (Γ 146): Ένας Τρωαδίτης ευγενής, σύμβουλος του Πρίαμου.

Πανοπεύς, ο 1. (Ψ 665): Ο πατέρας του Επειού που αγωνίστηκε στην πυγμαχία με το Ευρύαλο, στους αγώνες που διοργανώθηκαν από τον Αχιλλέα προς τιμήν του νεκρού Πάτροκλου. 2. (Β 520): Πόλη της Φωκίδας στον Κηφισό ποταμό.

Πανόπη, η (Σ 45): Νηρηίδα, μια από τις πενήντα κόρες του Νηρέα και της Ωκεανίδας Δωρίδας.

Παρθένιος, ο (Β 854): Ποτάμι στην Παφλαγονία.

Πάρης, ο (Γ 437): Ένας από τους γιους του Πρίαμου, του βασιλιά της Τροίας, και της δεύτερης γυναίκας του, της Εκάβης, που ονομάζεται και Αλέξανδρος. Το δεύτερο αυτό όνομα σημαίνει ο προστατευμένος άνδρας ή ο άνδρας που προστατεύει. Τόσο η πρώτη, όσο και η δεύτερη εκδοχή έχεουν την ερμηνεία τους. Όταν η Εκάβη ήταν ακόμη έγκυος στον Πάρη, ονειρεύτηκε ότι γέννησε έναν αναμμένο πυρσό, ο οποίος έκαψε την Τροία. Είπε το όνειρό της στον Πρίαμο κι εκείνος ζήτησε από τον γιο του Αίσηπο (από την πρώτη του γυναίκα, την Αρίσβη) να του το ερμηνεύσει. Εκείνος έδωσε την ερμηνεία ότι το παιδί που θα γεννηθεί θα φέρει μεγάλες συμφορές στην Τροία και τον συμβούλεψε, όταν γεννηθεί το παιδί να το σκοτώσει. Όταν λοιπόν γεννήθηκε το παιδί, ο Πρίαμος το έδωσε σ΄ ένα δούλο να το σκοτώσει. Εκείνος όμως το εγκατέλειψε στο βουνό Ίδη, όπου το βρήκε, το προστάτεψε (από εκεί το προστατευμένος άντρας) και το ανέθρεψε ένας βοσκός. Όταν μεγάλωσε φύλαγε ο ίδιος τα κοπάδια (από εκεί το ο άντρας που προστατεύει). Ο Πάρης μεγάλωσε κι έγινε πολύ όμορφο και γεναίο παλληκάρι. Στους γάμους του Πηλέα με τη Θέτιδα, όπου ήταν καλεσμένοι και οι θεοί, υπήρξε διαμάχη μεταξύ Ήρας, Αθηνάς και Αφροδίτης για το πια θα πάρει το μήλο που πέταξε η Έριδα, με την επιγραφή τη καλλίστη, δηλαδή στην πιο όμορφη. Τη διαμάχη διευθέτησε ο Δίας ο οποίος έδωσε εντολή στον Ερμή να τις μεταφέρει στην Ίδη, όπου ο Πάρης θα έκανε τον κριτή. Κάθε μια του έταζε διάφορα πράγματα, για να την προτιμήσει. Νικήτρια βγήκε η Αφροδίτη, η οποία του έταξε την Ωραία Ελένη, την πιο όμορφη γυναίκα του κόσμου. Στο μεταξύ ο Πάρης αναγνωρίστηκε από την αδερφή του Κασσάνδρα, από τα φασκιά που είχαν φυλαχτεί. Έτσι πήρε τη θέση του στο ανάκτορο του Πρίαμου. Αργότερα η Αφροδίτη κράτησε την υπόσχεσή της. Ο Πάρης επισκέφτηκε τη Σπάρτη, όπου φιλοξενήθηκε από το Μενέλαο. Όταν όμως έφυγε για την Κρήτη, η Αφροδίτη βοήθησε τον Πάρι να σαγηνέψει την Ελένη, η οποία τον ακολούθησε, παίρνοντας μαζί της και πολύτιμους θησαυρούς. Η πράξη αυτή ήταν η αιτία να κηρυχτεί ο Τρωικός πόλεμος. Ο Όμηρος του δίνει ρόλο στον πόλεμο της Τροίας. Τον παρουσιάζει δειλό και να υποχωρεί όταν εμφανίζεται ο Μενέλαος και μετά να πολεμά γενναία και να νικά το Ευρύπυλο, το Διομήδη και άλλους. Τελικά μονομαχεί με το Μενέλαο, από τον οποίο θα σκοτωνόταν αν δεν το προστάτευε με ένα σκούρο σύννεφο η Αφροδίτη. Τοξεύει και, με τη βοήθεια του Απόλλωνα που καθοδηγεί το βέλος του, σκοτώνει τον Αχιλλέα, πετυχαίνοντάς τον στο μοναδικό τρωτό σημείο του, στη φτέρνα. Ο Πάρης σκοτώνεται από τα δηλητηριασμένα βέλη του Φιλοκτήτη.

Παρνησός, ο (τ 394): Το όρος Παρνασσός της Φωκίδας. Είναι το ιερό βουνό του θεού Απόλλωνα, στις δε πλαγιές του είχε χτιστεί το Μαντείο των Δελφών.

Παρρασίη, η (Β 608): Πόλη της Αρκαδίας.

Πασιθέη, η (Ξ 276): Η πιο νέα από τις Χάριτες. Πρόκειται για θεότητες της ομορφιάς, της γλυκύτητας, της χάρης και του χαρούμενου βίου. Είναι κόρες του Δία με την Ωκεανίδα Ευρυνόμη. Είναι αυτές που φιλοτέχνησαν το πέπλο της Αφροδίτης. Στον  Όμηρο ο αριθμός τους δεν φαίνεται καθορισμένος. Αναφέρεται η Χάρις ως σύζυγος του Ήφαιστου, ενώ η Πασιθέα παίρνει από την Ήρα την υπόσχεση να της δώσει για σύζυγο τον Ύπνο. Στη Θεογονία του Ησίοδου οι Χάριτες είναι τρεις: η Αγλαΐα, η Ευφροσύνη και η Θάλεια.

Πάτροκλος, ο (Α 337): Οπούντιος Λοκρός, γιος του Μενοίτιου και εγγονός του Άκτορα και της Αίγινας, γι΄ αυτό και αναφέρεται και ως Ακτορίδης. Για τη μητέρα του η μυθολογία αναφέρει διάφορες εκδοχές. Έτσι, άλλοτε είναι η Σθενέλη, η κόρη του Άκαστου, άλλοτε η Περιοπίδα, κόρη του Φέρητα και άλλοτε η Πολυμήλη, η κόρη του Πηλέα. Ο παππούς του Αχιλλέα, ο Αιακός, ήταν αδερφός του Μενοίτιου. Σε κάθε περίπτωση πάντως είναι συγγενής του Αχιλλέα. Λέγεται, ότι σε μικρή ηλικία, παίζοντας κότσια, πάνω στο θυμό του σκότωσε το συμπαίκτη του Κλεισώνυμο, γιο του Αμφιδάμαντα. Για το λόγο αυτόν ο πατέρας του τον πήγε στη Φθία, όπου τον εμπιστεύτηκε στον Πηλέα. Ανατράφηκε με το γιο του και έμαθε, όπως κι  εκείνος την ιατρική. Αναφέρεται μάλιστα και ως μνηστήρας της Ωραίας Ελένης, χωρίς όμως να δώσει τον όρκο στον Τυνδάρεο. Η φιλία του με τον Αχιλλέα έγινε παροιμιώδης. Μάλιστα ορισμένοι θεωρούν ότι υπήρχε και στενότερη σχέση. Χάριν της φιλίας αυτής ο Πάτροκλος ακολούθησε τον Αχιλλέα στην Τροία, πολεμώντας γενναία πλάι του. Έχει σπουδαίο ρόλο στον Όμηρο. Ήταν μαζί με τον Αχιλλέα στην εκστρατεία κατά της Μυσίας, πολεμώντας κατά του Τήλεφου, ενώ μαζί με το Διομήδη έσωσε το σώμα του Θέρσανδρου. Πήρε μέρος στην επιδρομή εναντίον της Σκύρου, στην πολιορκία και άλωση της Λυρνησσού, αυτός παραδίδει τη Βρισηίδα στους αγγελιοφόρους του Αγαμέμνονα, αυτός περιποιείται τον τραυματισμένο Ευρύπυλο, ενώ στη διένεξη Αγαμέμνονα-Αχιλλέα παίρνει το μέρος του φίλου του και δεν απέχει από τις μάχες. Όταν βλέπει τις συμφορές των Αχαιών, παρακαλεί το φίλο του να πάει να πολεμήσει και φορά την πανοπλία του και πολεμά γενναία κυνηγώντας τους Τρώες μέχρι τα τείχη της πόλης τους. Κάποια στιγμή, τραυματισμένος από τον Εύφορβο, αναγνωρίζεται από τον Έκτορα εξαιτίας της πανοπλίας του Αχιλλέα, ο οποίος και τον σκοτώνει και του αφαιρεί την πανοπλία. Γίνεται μεγάλη μάχη για το σώμα του νεκρού Πάτροκλου. Τελικά τον πηγαίνουν στο στρατόπεδο των Αχαιών. Είναι μεγάλη η θλίψη του Αχιλλέα για το θάνατο του φίλου του. Θρηνεί και οδύρεται και ορκίζεται εκδίκηση. Κατόπιν βγαίνει στη μάχη με καινούργια πανοπλία, την οποία η μητέρα του, η Θέτιδα, είχε παραγγείλει στον Ήφαιστο. Κατατροπώνει τους Τρώες, βρίσκει τον Έκτορα τον οποίο σκοτώνει και, δένοντας το πτώμα του στο άρμα του, το σέρνει, κάνοντας τρεις φορές το γύρω της πόλης. Μετά επιστρέφει στη σκηνή του, καίει το σώμα του φίλου του, το θάβει και διοργανώνει περίφημους επικήδειους αγώνες προς τιμήν του.

Παφλαγόνες, οι (Β 851): Οι κάτοικοι της Παφλαγονίας, χώρας κοντά στον Εύξεινο Πόντο, μεταξύ του ποταμού Άλυ, του Παρθενίου και της Φρυγίας.

Πάφος, η (θ 363): Πόλη της Κύπρου. Εκεί υπήρχε ναός της Αφροδίτης.

Πειραΐδης, ο (Δ 228): Ο γιος του Πείραιου, ο Πτολεμαίος.

Πείραιος, ο (ο 540): Ο γιος του Κλυτία, σύντροφος του Τηλέμαχου. Ήταν ξακουστός για την ικανότητά του στο ακόντιο.

Πειρίθοος, ο (Α 263): Γιος του Δία και της συζύγου του Ιξίονα Δίας, βασιλιάς των Λαπιθών της Θεσσαλίας, σύζυγος της Ιπποδάμειας και φίλος του Θησέα. Κατά τους γάμους του ένας Κένταυρος προσπάθησε να βιάσει τη νύφη και από τη διένεξη προκλήθηκε ο πόλεμος με τους Κένταυρους, τους οποίους κατανίκησαν και απώθησαν. Βοήθησε το Θησέα στη μάχη κατά των Αμαζόνων που είχαν επιδράμει στην Αττική. Τότε ο Θησέας πήρε ως λάφυρο την Ιππολύτη, με την οποία απέκτησε τον Ιππόλυτο. Μαζί με το Θησέα, έκλεψαν την Ωραία Ελένη, όταν εκείνη ήταν ακόμη μικρή.  Πάλι με το Θησέα, κατέβηκαν στον Άδη για να κλέψουν την Περσεφόνη, την οποία ήθελε για γυναίκα του ο Πειρίθοος. Εκεί, ενώ ο Θησέας ελευθερώθηκε από τον Ηρακλή, ο Πειρίθοος έμεινε για πάντα.

Πείροος, ο ή Πείρως, ο (Υ 484): Γιος του Ίμβρασου και πατέρας του Ρίγμου. Θράκας, σύμμαχος των Τρώων.

Πείσανδρος, ο 1. (Λ 622): Γιος του Αντίμαχου, Τρωαδίτης πολεμιστής. Τον σκότωσε ο Αγαμέμνονας. 2. (Ν 601): Άλλος Τρώας πολεμιστής. Τον σκότωσε ο Μενέλαος. 3. (Π 193): Ο γιος του Μαίμαλου, ένας από τους αρχηγούς στο στρατό των Μυρμιδόνων. 4. (σ 299): Ο γιος του Πολύκτορα, ένας από τους μνηστήρες της Πηνελόπης.

Πεισηνορίδης, ο (α 429): Ο γιος του Πεισήνορα, ο Ώπος, που ήταν πατέρας της Ευρύκλειας.

Πεισήνωρ, ο (Ο 445): Τρώας, πατέρας του Κλείτου, σύντροφου του Πολυδάμαντα. 2. (β 38): Κήρυκας από την Ιθάκη, στην υπηρεσία του Τηλέμαχου.

Πεισίστρατος, ο (γ 36): Ο νεότερος γιος του βασιλιά της Πύλου Νέστορα. Είναι αυτός που υποδέχτηκε τον Τηλέμαχο στην Πύλο, όταν πήγε να μάθει για την τύχη του πατέρα του και τον συνόδεψε στη Σπάρτη και στις Φηρές.

Πελάγων, ο 1. (Δ 295): Ένας από τους αρχηγούς των Πυλίων. 2. (Ε 695): Τρώας πολεμιστής, σύντροφος του Σαρπηδόνα.

Πελασγικός, ή, όν (Π 233): Επίθετο, γι΄ αυτόν που ανήκει στους Πελασγούς. Αναφέρεται στο Δία, διότι το ιερό του στη Δωδώνη το ίδρυσαν οι Πελασγοί. 2. (Β 681): Αναφέρεται στο Άργος το Πελασγικό, κεντρική θεσσαλική πεδιάδα στο κράτος του Αχιλλέα.

Πελασγός, ο (Β 843): Αυτός που κατάγεται από το έθνος των Πελασγών.

Πελασγοί, οι (Β 840): Αρχαίος λαός που αρχικά κατοικούσε στην περιοχή γύρω από το Μαντείο της Δωδώνης στην Ήπειρο. Μετέπειτα κατοίκησαν στη Θεσσαλία, στη Βοιωτία, στην Αττική και στην Πελοπόννησο. Πελασγοί κατοίκησαν και στην Κρήτη, καθώς και στην Κύμη της Μικράς Ασίας.

Πελίης, ο (Β 715): Ο Πελίας, ο γιος του Ποσειδώνα και της Τυρώς, δίδυμος αδερφός του βασιλιά της Πύλου Νηλέα  και της Πηρώς, βασιλιάς της Ιωλκού στη Θεσσαλία. "Ανθρώπινο " πατέρα έχει τον Κρηθέα και ετεροθαλείς αδερφούς τον Αίσονα, τον πατέρα του Ιάσονα, τον Φέρητα και τον Αμυθάονα. Εκδίωξε τον αδερφό του Νηλέα, ο οποίος κατέφυγε στην Πελοπόννησο και ίδρυσε την Πύλο. Παντρεύτηκε την Αναξιβία, κόρη του Βίαντα (κατ΄ άλλους τη Φιλομάχη, κότη του Αμφίονα) και έκανε τον Άκαστο, την Πελόπεια, την Ιπποθόη και την Άλκηστη. Φοβούμενος ότι ο ανεψιός του Ιάσονας, που κατά την επίσκεψή του είχε χάσει καθ΄ οδόν το ένα σανδάλι του, θα του πάρει την εξουσία (ο χρησμός έλεγε να φοβάται κάποιον μονοσάνδαλο) του ανέθεσε να πάει στην Κολχίδα, να φέρει το Χρυσόμαλλο Δέρας, το δέρμα από το κριάρι που μετέφερε το Φρίξο με την Έλλη. Σκοτώθηκε από τις κόρες του, οι οποίες είχαν εξαπατηθεί από τη γυναίκα του Ιάσονα, τη Μήδεια.

Παλλήνη, η (Β 574): Πόλη της Αχαΐας.

Πέλοψ, ο (Β 104): Εγγονός του Δία, γιος του Τάνταλου και της Διώνης, θυγατέρας του Άτλαντα και αδερφός της Νιόβης. Η παράδοση αναφέρει ότι ο Πέλοπας, όταν ήταν μικρός, σφαγιάστηκε από τον πατέρα του και δόθηκε ως γεύμα στους θεούς, επειδή ήθελε να διαπιστώσει την παντογνωσία των θεών. Οι θεοί το κατάλαβαν, εκτός από τη Δήμητρα, που όντας πολύ πεινασμένη δεν πρόσεξε και έφαγε ένα κομμάτι από τον ώμο. Οι θεοί τον συναρμολόγησαν και του έδωσαν πίσω τη ζωή του. Όταν ήρθε στην Πίσα της Ήλιδας, ζητώντας να πάρει ως γυναίκα του την κόρη του βασιλιά Οινόμαου, ο Οινόμαος, όπως συνήθιζε, του είπε ότι πρέπει να αγωνιστεί μαζί του σε αρματοδρομία. Αυτός όμως διέταζε τον ηνίοχό του να κάνει δολιοφθορές στα άρματα των υποψηφίων, οι οποίοι είχαν ατυχήματα, έχαναν την αρματοδρομία και τους σκότωνε. Η Ιπποδάμεια όμως ερωτεύτηκε τον Πέλοπα, και, σε συνεννόηση με τον ηνίοχο, συνέβαλε ώστε να νικήσει ο Πέλοπας, ο οποίος την παντρεύτηκε και ανήλθε στο θρόνο. Μαζί της έκανε πολλά παιδιά, μεταξύ των οποίων είναι ο Ατρέας, ο Θυέστης, η Τροιζήνα, ο Πιτθέας, ο Σκίρωνας κ.ά. Το όνομα του Πέλοπα συνδέεται με την έναρξη των Ολυμπιακών αγώνων. Κάποιοι τους θεωρούσαν αρχικά ως ταφικούς αγώνες στη μνήμη του Οινόμαου. Αργότερα, μετά την παρακμή τους, ο Ηρακλής τους αναζωπύρωσε στη μνήμη του Πέλοπα.

Περαιβοί, οι (Β 749): Πελασγικό φύλο που κατοικούσε γύρω από τη Δωδώνη και τον Τιταρήσιο, τον παραπόταμο του Πηνειού.

Πέργαμος, η (Δ 508): Η ακρόπολη του Ιλίου. Εκεί υπήρχε ναός του θεού Απόλλωνα.

Περγασίδης, ο (Ε 535): Ο γιος του Πέργασου, ο Δηικόοντας. Επειδή ήταν πολύ γενναίος πολεμιστής, οι Τρώες τον τιμούσαν όπως τιμούσαν τα παιδιά του Πρίαμου.

Περίβοια, η 1. (Φ 142): Η κόρη του βασιλιά της Θράκης Ακεσσαμενού. Με τον Αξιό, έκανε τον Πηλεγόνα, ο οποίος έγινε ο γενάρχης των Παιόνων. 2. (Π 58): Η κόρη του Ευρυμέδοντα, καλλονή ασύγκριτης ομορφιάς. Με τον Ποσειδώνα έκανε τον Ναυσίθοο, τον πρώτο βασιλιά των Φαιάκων.

Περιήρης, ο (Π 177): Ο πατέρας του Βώρου, του συζύγου της όμορφης κόρης του Πηλέα, της Πολυδώρας.

Περικλύμενος, ο (λ 286): Γιος του Νηλέα και αδερφός του Νέστορα.

Περιμήδης, ο 1. (Ο 515): Ο πατέρας του Σχεδίου, ενός από τους αρχηγούς των Φωκέων. 2. (λ 23): Σύντροφος του Οδυσσέα.

Πέριμος, ο (Π 695): Τρώας μαχητής. Τον σκότωσε ο Πάτροκλος.

Περίφας, ο 1. (Ε 842): Γιος του Οχήσιου, αρχηγός των Αιτωλών. Τον σκότωσε ο Άρης. 2. (Ρ 323): Ο γιος του Ηπύτη, αγγελιοφόρος του Αινεία.

Περιφήτης, ο  1. (ξ 515): Τρωαδίτης πολεμιστής. Τον σκότωσε ο Τεύκρος. 2. (Ο 638): Ο γιος του Κοπρέα. Είναι αυτός που διαβίβαζε τις εντολές του Ευρυσθέα στον Ηρακλή.

Περκώσιος, ο (Β 831): Ο κάτοικος της Περκώτης, πόλης στη Μυσία.

Περκώτη, η (Β 835): Πόλη της Τροίας στη Μυσία, ανάμεσα στην Άβυδο και τη Λάμψακο.

Περσεύς, ο 1. (Ξ 320): Ήρωας του Άργους, γιος του Δία και της Δανάης, κόρης του βασιλιά Ακρίσιου και της Ευρυδίκης. Ο Δίας ενώθηκε μαζί της παίρνοντας τη μορφή χρυσής βροχής, επειδή ο πατέρας της την είχε κλειδώσει σε ένα υπόγειο με χάλκινους τοίχους, για να αποφύγει το χρησμό που έλεγε ότι θα πεθάνει από το χέρι του γιου που θα γεννήσει η Δανάη.

 

Λυγκέας+Υπερμήστρα

Ι

Άβαντας+Αγλαΐα

Ι

__________________

Ι                                   Ι

Ακρίσιος+Ευρυδίκη      Προίτος

Ι

Δίας+Δανάη

Ι

Περσέας+Ανδρομέδα

Ι

____________________________________________________

Ι             Ι              Ι               Ι             Ι                    Ι                       Ι

Πέρσης Αλκαίος  Σθένελος  Έλειος  Μήστορας  Ηλεκτρύονας  Γοργοφόνη

 

Γενεαλογικός πίνακας 17: Περσέας

 

 

Ο Περσέας σκότωσε τη Μέδουσα, το κεφάλι της οποίας έδωσε στη θεά Αθηνά, η οποία με αυτό στόλισε την ασπίδα της. Ερωτεύτηκε την Ανδρομέδα, την οποία ελευθέρωσε και παντρεύτηκε και εγκαταστάθηκε στην Τίρυνθα. Ο Περσέας θέλησε να επισκεφτεί τον παππού του, ο οποίος μαθαίνοντας τον ερχομό του έφυγε για τη χώρα των Πελασγών. Εκεί, ο βασιλιάς της Λάρισας Τευταμίδης οργάνωσε αγώνες προς τιμήν του νεκρού πατέρα του και ο Περσέας πήρε μέρος στους αγώνες. Ο παππούς του, που ήταν ανάμεσα στους θεατές, δέχτηκε το δίσκο του Περσέα, ο οποίος ξέφυγε από την πορεία του και τον σκότωσε. Ο Περσέας έθαψε με τιμές τον παππού του και, μη θέλοντας να επιστρέψει στο Άργος, να διεκδικήσει το βασίλειο εκείνου που σκότωσε, πήγε στην Τίρυνθα. Στον Περσέα αποδίδουν και την ίδρυση των Μυκηνών. 2. (γ 414): Ένας από τους γιους του βασιλιά της Πύλου Νέστορα.

Περσεφόνεια, η (Ι 457): Η Περσεφόνη, κόρη του Δία και της Δήμητρας, σύζυγος, μετά από αρπαγή της από τον Πλούτωνα, το βασιλιά του Άδη. Σε αντίποινα η Δήμητρα προκάλεσε λιμό στη γη. Έτσι, ο Δίας, για να απαλύνει τον πόνο της αδερφής του και μάνας της κόρης του και ταυτόχρονα να σώσει τη γη από την πείνα, επέτρεψε στην Περσεφόνη τα 2/3 του χρόνου να τα περνά κοντά στη μητέρα της και το υπόλοιπο 1/3 στον Άδη.

Πέρση, η (κ 139): Η κόρη του Ωκεανού, σύζυγος του Ήλιου και μητέρα του Αιήτη, της Κίρκης και της Πασιφάης.

Περσηιάδης, ο (Τ 116): Ο γιος του Περσέα.

Πετεών, η (Β 500): Τοποθεσία και πόλη στη Βοιωτία.

Πετεώς, ο (Β 552): Ο πατέρας του Μενεσθέα, του αρχηγού των Αθηναίων που πήραν μέρος στην εκστρατεία κατά της Τροίας με πενήντα καράβια.

Πήδαιον, το (Ν 172): Τοποθεσία στην Τροία.

Πήδαιος, ο (Ε 69): Τρωαδίτης, νόθος γιος του Αντήνορα. Τον σκότωσε ο Μέγης, ο γιος του Φυλέα, ο από αδερφή ανεψιός του Οδυσσέα.

Πήδασος, ο 1. (Ζ 21): Τρωαδίτης πολεμιστής, γιος της Ναϊάδας Αβαρβαρίας και του Βουκωλίονα. Τον σκότωσε ο Ευρύαλος. 2. (Π 152): Ένα από τα άλογα του Αχιλλέα.

Πήδασος, η 1. (Ζ 35): Πόλη των Λελέγων στην Τροία. 2. (Ι 152): Πόλη της Μεσσηνίας, ονομαστή για τους αμπελώνες της. Είναι και αυτή μια από τις εφτά πόλεις που υπόσχεται ο Αγαμέμνονας στον Αχιλλέα αν πάρει μέρος στη μάχη και θελήσει να γίνει γαμπρός του σε μια από τις τρεις κόρες του.

Πηλεγών, ο (Φ 141): Παίονας, γιος του Αξιού και της Περίβοιας και πατέρας του Αστεροπαίου, που σκότωσε ο Αχιλλέας.

Πηλεΐδης, ο (Α 223): Ο γιοςτου Πηλέα, ο Αχιλλέας.

Πηλεΐων, ο (Ω 338): Αυτός που είναι του Πηλέα, δηλαδή ο Αχιλλέας.

Πηλεύς, ο (Α 489): Ο Πηλέας ήταν γιος του βασιλιά της Αίγινας Αιακού και της κόρης του Κένταυρου Χείρωνα Ενδηίδας, και βασιλιάς των Μυρμιδόνων στη Φθία της Θεσσαλίας. Είχε αδερφό τον Τελαμώνα και ετεροθαλή αδερφό τον Φώκο, νόθο γιο του Αιακού από την Νηρηίδα Ψαμάθη και παιδιά τον Αχιλλέα και την Πολυδώρα. Επειδή σκότωσε τον αδερφό του Φώκο, ο πατέρας του τον έδιωξε από την Αίγινα, στέλνοντάς τον για εξαγνισμό στη Θεσσαλική Φθία, στο βασιλιά Ευρυτίωνα. Ο Ευρυτίωνας τον εξάγνισε και του έδωσε για γυναίκα του την κόρη του Αντιγόνη, δίνοντάς του το ένα τρίτο του βασιλείου του. Πήρε μέρος στο κυνήγι του Καλυδώνιου κάπρου, όπου, από λάθος, σκότωσε τον πεθερό του. Έτσι, φεύγει από τη Φθία και πηγαίνει στο βασιλιά της Ιωλκού Άκαστο, ο οποίος τον εξαγνίζει από τον καινούργιο φόνο. Η κατάρα όμως της Ψαμάθης το κυνηγά ακόμη. Η γυναίκα του Άκαστου Αστυδάμεια τον ερωτεεύεται και επειδή αυτός δεν ανταποκρίνεται στον έρωτά της, το διαβάλει στον άντρα της, ο οποίος τον αφήνει χωρίς οπλισμό στο Πήλιο, για να τον κατασπαράξουν τα θηρία. Στο Πήλιο σώζεται από τον παππού του Κένταυρο Χείρωνα. Με τη μεσολάβηση του Χείρωνα ο Πηλέας παντρεύεται την κόρη του Νηρέα και της Ωκεανίδας Δωρίδας, τη Νηρηίδα Θέτιδα, με την οποία απέκτεισε τον Αχιλλέα. Για το τέλος του Πηλέα η μυθολογία αναφέρει διάφορες εκδοχές. Μία από αυτές τον θέλει, στα γεράματά του και ενώ ο Αχιλλέας ήταν στην Τροία, να δέχτηκε επίθεση από τους γιους του Άκαστου και να εκδιώχτηκε από τη Φθία και κατέφυγε στην Κω, όπου όμως ανταμώθηκε με τον εγγονό του Νεοπτόλεμο.

Πηληιάδης, ο (Α 1): Ο γιος του Πηλέα, ο Αχιλλέας.

Πηλιάς, η (Π 143): Αυτή που την πήραν από το Πήλιο.

Πήλιον, το (Β 744): Το βουνό Πήλιο στη χερσόνησο της θεσσαλικής Μαγνησίας. Σε μια σπηλιά του Πηλίου είχε το άντρο του ο Κένταυρος Χείρωνας.

Πηνειός, ο (Β 753): Ο θεσσαλικός ποταμός Πηνειός.

Πηνέλεως, ο (Ν 92): Αχαιός ήρωας, αρχηγός των Βοιωτών.

Πηνελόπεια, η (α 223): Η κόρη του Ικάριου, αδερφού του βασιλιά της Σπάρτης Τυνδάρεου, και της Ναϊάδας Περίβοιας, αδερφή του Αλυζέα και του Λευκάδα, επώνυμου του νησιού. Χάρη στη συμβουλή που έδωσε ο Οδυσσέας στο θείο της Τυνδάρεο, να ορκίσει όλους του μνηστήρες της Ωραίας Ελένης για μελλοντική συμπαράσταση στο σύζυγο που θα διάλεγε εκείνη, παντρεύτηκε τον Οδυσσέα, το γιο του Λαέρτη και βασιλιά της Ιθάκης. Ήταν από τις ομορφότερες βασιλοπούλες της εποχής της και έφερε μεγάλη προίκα. Ήταν όμως και καλός χαρακτήρας, πρότυπο συζυγικής πίστης και αφοσίωσης και στοργική μητέρα. Φεύγοντας ο Οδυσσέας για την εκστρατεία κατά της Τροίας, για πολλά χρόνια την πολιορκούσαν πάμπολλοι μνηστήρες, άρχοντες και ευγενείς από την Ιθάκη και τις γύρω περιοχές, ελπίζοντας ότι τελικά θα διάλεγε κάποιον από αυτούς. Εκείνη όμως πίστευε στην επιστροφή του άντρα της και του έλεγε ότι θα αποφασίσει μόλις τελειώσει τον ιστό που ύφαινε ως σάβανο για τον γέροντα πεθερό της. Τις νύχτες όμως ξήλωνε τον ιστό, καταφέρνοντας έτσι να περνά ο καιρός, ώσπου γύρισε ο Οδυσσέας, σκότωσε τους μνηστήρες και έζησε μαζί του ευτυχισμένη.

Πηρείη, η (Β 766): Η Πιερία. Βλέπε λέξη.

Πηρώ, η (λ 287): Η κόρη του οικιστή της Πύλου Νηλέα και της Χλωρίδας, αδερφή του Νέστορα, Χρόμιου και Περικλυμένη. Η Πηρώ ήταν πολύ όμορφη και τη ζητούσαν πολλοί για γυναίκα. Ο Νηλέας όμως θα την έδινε μόνον σ΄ εκείνον που θα έκλεβε από τη Φυλάκη τις τετράπαχες αγελάδες του Ίφικλου, τις οποίες εκείνος με τη σειρά του είχε κλέψει από την Τυρώ. Ο Μελάμποδας υποσχέθηκε να τις κλέψει.  και το έκανε. Τον έπιασαν όμως και φυλακίστηκε για ένα χρόνο. Όντας κρατούμενος στη Φυλάκη, μάντεψε καλά νέα για τον Ίφικλο, ο οποίος του έδωσε τις αγελάδες ως δώρο και τον ελευθέρωσε. Επιστρέφοντας  στην Πύλο παρέδωσε τις αγελάδες στο Νηλέα και πήρε ως γέρας την πανέμορφη κόρη του, την οποία έδωσε για γυναίκα στον αδερφό του Βίαντα.

Πιδύτης, ο (Ζ 30): Τρώας πολεμιστής από την Περκώτη. Τον σκότωσε ο Οδυσσέας.

Πιερίη, η (Ξ 226): Η περιοχή στα βόρεια του Ολύμπου, όπου κατοικούσαν οι Μούσες, που γι΄ αυτό ονομάζονταν και Πιερίδες.

Πιτθεύς, ο (Γ 144): Γιος του Πέλοπα και της Ιπποδάμειας, πατέρας της Αίθρας, παππούς του Θησέα και βασιλιάς της Τροιζήνας.

Πιτύεια, η (Β 829): Πόλη στη Μυσία της Μικράς Ασίας.

Πλαγκταί πέτραι, αι (μ 61): Οι ασταθείς βράχοι. Υπονοεί σκοπέλους πάνω στος οποίους συντρίβονταν τα πλοία. Πιθανολογούνται στον Εύξεινο Πόντο ή στη Σικελία.

Πλάκος, ο (Ξ 396): Βουνό στη Μυσία της Μικράς Ασίας.

Πλάταια, η (Β 504): Πόλη της Βοιωτίας, οι Πλαταιές.

Πλευρών, η (Β 639): Η Πλευρώνα, πόλη της Αιτωλίας.

Πλευρώνιος, ίη, ον (Ψ 635): Κάτοικος της Πλευρώνας.

Πληιάδες, αι (Σ 486): Οι Πλειάδες, ο αστερισμός των εφτά αστεριών κοντά στον αστερισμό του Ταύρου, δηλαδή η Πούλια. Η ανατολή τους γίνεται το Μάϊο και η δύση τους το Νοέμβριο, δηλαδή η παρουσία τους σήμαινε περίοδο πλεύσης, γι΄ αυτό και ονομάζονταν πλειάδες. Ο αρχαίοι τις προσωποποίησαν ως θυγατέρες του Άτλαντα και της Πλειόνης. Επειδή τις κυνηγούσε ο Ωρίωνας, ο Δίας τις μεταμόρφωσε σε αστέρια και τις έβαλε στον Ουρανό. Στη μυθολογία τα ονόματά τους είναι: Αλκυόνη, Ηλέκτρα, Κελαινώ, Μαία, Μερόπη, Στερόπη και Ταϋγέτη.

Ποδαλείριος, ο (Β 732): Γιος του γιατρού Ασκληπιού και της Ηπιόνης, γιατρός και αυτός μαζί με τον αδερφό του Μαχάονα, αλλά, ενώ εκείνος ήταν θεραπευτής τραυμάτων, ο Ποδαλείριος ήταν θεραπευτής εσωτερικών ασθενειών. Βασιλιάς και ο ίδιος στη Θεσσαλική Τρίκκη, πήρε μέρος στην εκστρατεία κατά της Τροίας, όπου πρόσφερε μεγάλες ιατρικές υπηρεσίες. Κατά την επιστροφή του, μετά το τέλος του πολέμου, περιπλανήθηκε στην Καρία, ίδρυσε τις πόλεις Βύβασσο και Σύρνο.

Ποδάργη, η (Π 150): Μια από τις Άρπυιες. Γέννησε με το Ζέφυρο τον Ξάνθο και τον Βαλίο, τα αθάνατα άλογα του Αχιλλέα, καθώς και τα άλογα των Διόσκουρων Φλογίο και Άρπαγο.

Πόδαργος, ο 1. (Θ 185): Ένα από τα άλογα του Έκτορα. 2. (Ψ 225): Ένα από τα άλογα του Μενέλαου.

Ποδάρκης, ο  (Β 704): Γιος του Ίφικλου, αρχηγός στο στρατό των Αχαιών. Ανέλαβε την αρχηγία των στρατιωτών της Φυλάκης και Πύρασου, μετά τον θάνατο του αδερφού του Πρωτεσίλαου, που αψήφησε το χρησμό που έλεγε ότι αυτός που θα αποβεί πρώτος στην Τροία, θα πεθάνει. Οι θεσσαλικές πόλεις Φυλάκη και ο Πύρασος πήραν μέρος στην εκστρατεία κατά της Τροίας με σαράντα καράβια. Σκότωσε την Αμαζόνα Κλονία, ενώ ο ίδιος σκοτώθηκε από την βασίλισσα των Αμαζόνων Πενθεσίλεια. Ποδάρκης λεγόταν με  το πρώτο του όνομα ο βασιλιάς της Τροίας Πρίαμος. Όταν ο Ηρακλής κατέλαβε το Ίλιο, ελευθέρωσε την Ησιόνη και σκότωσε το Λαομέδοντα και όλα τα παιδιά του, εκτός από τον Ποδάρκη. Την Ησιόνη την έδωσε στον Τελαμώνα για γυναίκα του και τη ρώτησε να διαλέξει ανάμεσα στους αιχμαλώτους του, όποιον ήθελε. Εκείνη διάλεξε τον αδερφό της Ποδάρκη. Επειδή ο Ηρακλής της είπε ότι αυτός, ως σκλάβος, πρέπει πρώτα να εξαγοραστεί, εκείνη έβγαλε το πέπλο της και του το πρόσφερε ως λύτρα εξαγοράς. Έτσι ο Ποδάρκης μετονομάστηκε σε Πρίαμο, από το αρχαίο ρήμα  πρίαμαι, που σημαίνει αγοράζω.

Ποδής, ο (Ρ 575): Τρώας μαχητής, γιος του Ηετίωνα και φίλος του Έκτορα. Τον σκότωσε ο Μενέλαος.

Ποιάντιος, ο (γ 190): Του Ποίαντα. Ο γιος του Φιλοκτήτης.

Πολίτης, ο 1. (Β 791): Ένας από τους γιους του Πρίαμου. Με τη μορφή του η Ίριδα, σταλμένη από το Δία, εμψύχωνε τους Τρώες πολεμιστές κατά των Αχαιών. 2. (κ 224): Σύντροφος του Οδυσσέα κατά την επίσκεψή του στην Κίρκη.

Πολυαιμονίδης, ο (Θ 276): Ο γιος του Πολυαίμονα.

Πόλυβος, ο 1. (Λ 59): Τρώας ήρωας, γιος του Αντήνορα. 2. (δ 126): Ο βασιλιάς της Αιγυπτιακής Θήβας. 3. (α 399): Ο πατέρας του μνηστήρα της Πηνελόπης Ευρύμαχου. 4. (χ 243): Ένας από τους μνηστήρες της Πηνελόπης. 5. (θ 373): Φαίακας τεχνίτης στο παλάτι του Αλκίνοου.

Πολυδάμας, ο (Λ 57): Γιος του Πάνθοου και της Φρόντιδας, γενναίος Τρώας πολεμιστής και σύμβουλος του Έκτορα. Τον σκότωσε ο Αίαντας.

Πολύδαμνα, η (δ 228): Η σύζυγος του Θίονα, του βασιλιά της Αιγύπτου, οι οποίοι φιλοξένησαν το Μενέλαο και την Ελένη κατά την περιπλάνησή τους στο ταξίδι της επιστροφής, δίνοντάς τους πολύτιμα δώρα, φάρμακα και βότανα.

Πολυδεύκης, ο Γ 237): Γιος του Δία και της Λήδας, της γυναίκας του βασιλιά της Σπάρτης Τυνδάρεου, αδερφός της Ωραίας Ελένης, της Κλυταιμνήστρας και δίδυμος αδερφός του Κάστορα, μαζί με τον οποίο καλούνται και Διόσκουροι (Διός κούροι) και είναι προστάτες των ναυτικών. Ο Δίας τους μεταμόρφωσε στον πιο λαμπρό αστερισμό των Διδύμων.

Πολυδώρη, η (Π 175): Η μητέρα του Μενέσθιου, ενός αρχηγού στο στρατό του Αχιλλέα, που τον έκανε με το Σπερχειό.

Πολύδωρος, ο 1. (Υ 407): Ένας από τους γιους του Πρίαμου. Τον σκότωσε ο Αχιλλέας.  2. (Ψ 137): Επειός, ήρωας των Αχαιών στον Τρωικό πόλεμο. Τον Πολύδωρα είχε νικήσει στους επικήδειους αγώνες, που είχαν διοργανωθεί στο Βουπράσιο προς τιμήν του βασιλιά Αμαρυγκέα, ο Νέστορας, ο βασιλιάς της Πύλου.

Πολύειδος, ο: Βλέπε λέξη Πολύιδος.

Πολυθερσεΐδης, ο (χ 287): Ο γιος του Πολυθέρση, ο Κτήσιππος, ένας από τους μνηστήρες της Πηνελόπης, που τον σκότωσε ο χοιροβοσκός του Οδυσσέα Εύμαιος.

Πολύιδος, ο  1. (Ε 149): Γιος του Ευρυδάμαντα, Τρώας πολεμιστής. Τον σκότωσε ο Διομήδης. 2. (Ν 633): Μάντης από την Κόρινθο, πατέρας του Ευχήνορα, που σκότωσε ο Πάρης.

Πολυκάστη, η (γ 464): Η νεότερη κόρη του βασιλιά της Πύλου Νέστορα. Είναι αυτή που έλουσε και περιποιήθηκε τον Τηλέμαχο, όταν επισκέφτηκε την Πύλο να ρωτήσει για την τύχη του πατέρα του Οδυσσέα.

Πολυκτορίδης, ο (σ 299): Ο γιος του Πολύκτορα, ο Πείσανδρος.

Πολύκτωρ, ο 1. (Ω 397): Πλαστό πρόσωπο. Τη μορφή του γιου του πήρε ο Ερμής μπρος στον Πρίαμο. 2. (ρ 207): 3. (σ 299): Ο πατέρας του Πείσανδρου, ενός από τους μνηστήρες της Πηνελόπης.

Πολυμήλη, η (Π 180): Η κόρη του Φύλαντα και μητέρα του Εύδωρου, από τον Ερμή.

Πολύμηλος, ο (Π 417): Γιος του Αργέα, Τρωαδίτης πολεμιστής από τη Λυκία. Τον σκότωσε στη μάχη ο Πάτροκλος.

Πολυνείκης, ο (Δ 377): Ο γιος του Οιδίποδα, από τη μητέρα και σύζυγό του, Ιοκάστη. Μονομάχησε με τον αδερφό του Ετεοκλή για το θρόνο των Θηβών και, κατά τη μονομαχία αυτή, σκοτώθηκαν και οι δυο τους.

Πολύνηος, ο (θ 114): Ο πατέρας του Τέκτονα, ενός από τους νέους που πήραν μέρος στους αγώνες που διοργάνωσε ο βασιλιάς των Φαιάκων Αλκίνοος προς τιμήν του Οδυσσέα.

Πολύξεινος, ο (Β 623): Αρχηγός των Επειών στην εκστρατεία κατά της Τροίας, γιος του Αγασθένη και εγγονός του Αυγεία.

Πολυπημονίδης, ο (ω 305): Ο γιος του Πολυπήμονα, που είναι πλαστό πρόσωπο.

Πολυποίτης, ο (Β 740): Γιος του βασιλιά των Λαπιθών Πειρίθοου και της Ιπποδάμειας, ένας από τους μνηστήρες της Ωραίας Ελένης. Πήρε μέρος στην εκστρατεία κατά της Τροίας και διακρίθηκε για τη γενναιότητά του στις μάχες. Μετά την άλωση της Τροίας πήγε στην Παμφυλία, όπου έχτισε την πόλη Άσπενδο.

Πολυφείδης, ο (ο 249): Γιος του Μάντιου και πατέρας του Θεοκλύμενου, του συντρόφου του Τηλέμαχου κατά την επιστροφή του από την Πύλο, όπου είχε πάει να ρωτήσει το Νέστορα για την τύχη του πατέρα του Οδυσσέα.

Πολύφημος, ο 1. (Α 264): Γιος του Έλατου και της Ίππης και σύζυγος της αδερφής του Ηρακλή, της Λαονόμης. Ήταν ένας από τους Λαπίθες που πολέμησαν κατά των Κενταύρων. Πήρε μέρος στην Αργοναυτική Εκστρατεία. Έχασε το πλοίο και έμεινε στην Προποντίδα, όπου ίδρυσε την πόλη Κίο. 2. (α 70): Ο Σικελός Κύκλωπας, γιος του Ποσειδώνα και της Νύμφης Θαύσας, μονόφθαλμος τερατόμορφος γίγαντας. Τον τύφλωσε ο Οδυσσέας, γι΄ αυτό τον ταλαιπώρησε τόσο ο Ποσειδώνας.

Πολυφήτης, ο (Ν 791): Ένας σύμμαχος των Τρώων, αρχηγός ομάδας πολεμιστών από την Ασκανία της Μυσίας.

Πολυφόντης, ο (Δ 395): Γιος του Αυτοφόνου, ένας από τους αρχηγούς των πενήντα Καδμείων, που ενώ έστησαν ενέδρα στον Τυδέα, σκοτώθηκαν από εκείνον όλοι, εκτός από το Μαίονα.

Ποντεύς, ο (θ 113): Ένα από τα αρχοντόπουλα των Φαιάκων που πήραν μέρος στους αγώνες που διοργάνωσε ο βασιλιάς Αλκίνοος, προς τιμήν του Οδυσσέα.

Ποντόνοος, ο (η 179): Κήρυκας και κεραστής (οινοχόος) στο παλάτι του βασιλιά των Φαιάκων Αλκίνοου.

Πορθεύς, ο (Ξ 115): Γιος του Αγήνορα και της Επικάστης, πατέρας του Οινέα και παππούς του Διομήδη, βασιλιάς της Καλυδώνας στην Αιτωλία.

Ποσειδών, ο (Α 400): Θεός ίδιας γενιάς με το Δία, γιος του Κρόνου και της Ρέας, αδερφός του Δία, του Πλούτωνα (Άδη), της Ήρας, της Δήμητρας και της Εστίας. Το βασίλειό του ήταν τα νερά, το δε ανάκτορό του το είχε στο βυθό της θάλασσας, στην περιοχή κοντά στις Αιγές της Εύβοιας. Σύμβολά του είχε κυρίως την τρίαινα, αλλά και το δελφίνι και το άλογο. Επίσημη γυναίκα του ήταν η Αμφιτρίτη, με την οποία απέκτησε τον Τρίτωνα, τη Ρόδη και τη Βενθεσικύμη. Έκανε όμως και πάρα πολλά άλλα παιδιά με πολλές θνητές, συνήθως όμορφες γυναίκες. Γιος του, με τη Θόωσα, είναι και ο τερατόμορφος Κύκλωπας Πολύφημος, ο Γίγαντας Χρυσάορας και, με τη Μέδουσα, ο Πήγασος, το φτερωτό άλογο του Βελλεροφόντη. Από την Αμυμώνη έκανε τον Ναύπλιο και από την Ιφιμέδεια τους Αλωάδες. Παιδιά του ήταν ακόμα ο ληστής Σκίρωνας, ο Κερκυόνας, ο Λάμος, ο βασιλιάς των Λαιστρυγόνων, όπως και ο Ωρίωνας. Μετείχε στη συνωμοσία των θεών για την αιχμαλωσία του Δία, όμως μπροστά στις απειλές του Βριάρεου, αποχώρησε. Μαζί με τον Απόλλωνα, ως τιμωρία, πήραν μέρος στην κατασκευή των τειχών της Τροίας. Επειδή ο Λαομέδοντας δεν του έδωσε την υποσχεθείσα αμοιβή, έστειλε ένα δράκο που έφερνε μεγάλη συμφορά στους κατοίκους της Τροίας. Στην Ιλιάδα έχει συχνή συμμετοχή στα δρώμενα, στη δε Οδύσσεια είναι αυτός που αγριεύει τη θάλασσα και ταλαιπωρεί τον Οδυσσέα, επειδή του τύφλωσε το γιο, τον Πολύφημο. Λατρευόταν σε πολλά μέρη της Ελλάδας και στα νότια της Ιταλίας. Διαγωνίστηκε με την Αθηνά για την Αττική και έχασε. Ωστόσο, στο Σούνιο οι Αθηναίοι του έκτισαν περίλαμπρο ναό.

Ποσιδήιον, το (ζ 266): Το υσιαστικοποιημένο επίθετο Ποσιδήιος, α, ον, που εδώ σημαίνει το ιερό του Ποσειδώνα.

Πουλιδάμας, ο (Ξ 449): Ο Πολυδάμας. Βλέπε λέξη.

Πράκτιος, ο (Β 835): Ποτάμι της Τρωάδας, που εκβάλλει κοντά στην Άβυδο.

Πράμνειος, οίνος, ο (Λ 639): Τοπονυμιακό. Κρασί από την περιοχή της Πράμνης. Στυφό και τραχύ κρασί που το αναμείγνυαν με μέλι.

Πριαμίδης, ο (Γ 356): Ο γιος του Πρίαμου.

Πρίαμος, ο (Α 225): Γιος του Λαομέδοντα και της Στρυμώς, της κόρης του Σκάμανδρου, βασιλιάς της Τροίας. Παντρεύτηκε με την Αρίσβη, με την οποία απέκτησε τον περίφημο ερμηνευτή ονείρων, τον Αίσακο.

 

 

Εριχθόνιος

Ι

Τρώας+Καλλιρόη

Ι

____________________________________

Ι                 Ι                                Ι                    Ι

Κλεοπάτρα    Ίλος+Ευρυδίκη    Ασσάρακος    Γανυμήδης

Ι

_____________________________________________

Ι                                                                                         Ι

Καλύβη+Λαομέδοντας+Στρυμώ                                        Θεμίστη+Κάπης

Ι                      Ι

Ι               ________________________________________________

Βουκολίονας              Ι             Ι             Ι              Ι                Ι                                 Ι           Ι          Ι

Τιθωνός Λάμπρος  Κλυτίος  Ικετάονας Πρίαμος(Ποδάρκης) Ησιόνη Κίλλα Αστυόχη

Ι

+ΑρίσβηΑίσακος

+ΛαοθόηΠολύδωρος, Λυκάονας

+ΚαστιάνειραΓοργυθίονας

+Εκάβη

Ι

________________________________________________________________________

Ι            Ι               Ι              Ι              Ι               Ι                Ι             Ι                 Ι                 Ι

Έκτορας    Πάρης        Τρωίλος    Δηίφοβος    Έλενος    Κασσάνδρα    Λαοδίκη    Κρέουσα    Μηδεσικάστη    Πολυξένη

 

Λέγεται ότι ο Πρίαμος είχε συνολικά 50 γιους και 50 κόρες. Στον Όμηρο αναφέρονται (εκτός από τα παιδιά του πίνακα) και: Δημοκόονας, Αγάθονας, Ιπποδάμας, Δόρυκλος, Εχέμμονας, Δρύοπας, Πάμμονας, Κεβριόνης, Αντίφονος, Πολίτης, Δηιοπίτης, Ιππόθοος, Δίος, Μήστορας, Ίσος και Χρομίος.

 

Γενεαλογικός πίνακας 18: Πρίαμος

 

Μετά παντρεύτηκε την Εκάβη, την κόρη του βασιλιά της Φρυγίας Δύμαντα. Με την Εκάβη απέκτησε δεκαεννιά παιδιά, τα  ονομαστότερα από τα οποία είναι ο Έκτορας, ο Πάρης, ο Έλενος και η Κασσάνδρα. Λέγεται ότι απέκτησε και πολλά άλλα παιδιά (γύρω στα πενήντα) από άλλες γυναίκες. Η μυθολογία τον φέρνει αρχικά να λέγεται Ποδάρκης. Όταν ο Ηρακλής ελευθέρωσε την Ησιόνη και σκότωσε το Λαομέδοντα και όλα τα παιδιά του εκτός από τον Ποδάρκη, ρώτησε την Ησιόνη ποιόν θέλει να διαλέξει από τους αιχμαλώτους ως σκλάβο της. Εκείνη διάλεξε τον αδερφό της Ποδάρκη. Τότε της είπε ο Ηρακλής, ότι το σκλάβο πρέπει να τον εξαγοράσει. Εκείνη έβγαλε το πέπλο της και του το έδωσε ως αντάλλαγμα. Από τότε ο Ποδάρκης ονομάστηκε Πρίαμος, από το αρχαίο ρήμα πρίαμαι, που σημαίνει αγοράζω. Όταν η Εκάβη ήταν ακόμη έγκυος στον Πάρη, ονειρεύτηκε ότι γέννησε έναν αναμμένο πυρσό, ο οποίος έκαψε την Τροία. Είπε το όνειρό της στον Πρίαμο κι εκείνος ζήτησε από τον γιο του Αίσηπο να του το ερμηνεύσει. Εκείνος έδωσε την ερμηνεία ότι το παιδί που θα γεννηθεί θα φέρει μεγάλες συμφορές στην Τροία και τον συμβούλεψε, όταν γεννηθεί το παιδί να το σκοτώσει. Όταν λοιπόν γεννήθηκε το παιδί, ο Πρίαμος το έδωσε σ΄ ένα δούλο να το σκοτώσει. Εκείνος όμως το εγκατέλειψε στο βουνό Ίδη, όπου το βρήκε, το προστάτεψε και το ανέθρεψε ένας βοσκός. Ο Πρίαμος είχε φήμη φιλόστοργου πατέρα, γενναίου πολεμιστή και ευγενικού ανθρώπου. Αγαπούσε όλα του τα παιδιά, όμως όταν υπήρχε θέμα δειλίας ή φόβου δεν τους το συγχωρούσε. Την Ελένη, παρά τις συμφορές που τους έφερε, δείχνει να τη σέβεται ως νύφη. Κατάφερε να συμμαχήσει με όλους τους λαούς των χωρών βόρεια και ανατολικά του Αιγαίου (Κιλικία, Λυκία, Φρυγία, Μυσία, Παφλαγονία, Θράκη και Παιονία (που έφτανε μέχρι τον Αξιό ποταμό) για να αντιμετωπίσει τους Αχαιούς. Ωστόσο, στα βαθειά του γεράματα και λίγο πριν την τελική πτώση της πόλης του, γίνεται τραγική μορφή, βλέποντας να σκοτώνονται όλα τα παιδιά του ή να αιχμαλωτίζονται. Εκεί που καταρρέει είναι όταν ο Αχιλλέας σκοτώνει τον γιο του Έκτορα και ασεβεί στο νεκρό, σέρνοντας το σώμα του νεκρού γιου του τρεις φορές γύρω από τα τείχη της Τροίας. Πηγαίνει στη σκηνή του Αχιλλέα και πέφτει ικέτης στα πόδια του, προσφέροντας πολύτιμα λύτρα για να εξαγοράσει το πτώμα του γιου του. Λίγο μετά κυριεύεται, καίγεται και καταστρέφεται η πόλη του και ο ίδιος σκοτώνεται από το γιο του Αχιλλέα, το Νεοπτόλεμο.

Προθοήνωρ, ο (Β 495): Γιος του Αρηίλυκου, αρχηγός των Βοιωτών.

Πρόθοος, ο (Β 756): Γιος του Τενθρηδόνα, αρχηγός των Μάγνητων της Θεσσαλίας. Πήρε μέρος στην εκστρατεία κατά της Τροίας με σαράντα καράβια.

Προθόων, ο (Ξ 515): Τρωαδίτης μαχητής. Τον σκότωσε ο Τεύκρος.

Προίτος, ο (Ζ 157): Ο Προίτος είναι γιος του μυθικού βασιλιά του Άργους Άβαντα και δίδυμος αδερφός του Ακρίσιου. Κατάγεται από το Λυγκέα και την Υπερμήστρα και κατά συνέπεια από το Δαναό και τον Αίγυπτο. Τα δυο αδέρφια μάλωναν ακόμα και μέσα από την  κοιλιά της μάνας τους. Όταν αντρώθηκαν, μοιράστηκαν μεταξύ τους την περιοχή της Αργολίδας, όπου βασίλευε ο Άβαντας, παίροντας ο Ακρίσιος το Άργος και ο Προίτος την Τίρυνθα. Μια εκδοχή του μύθου θέλει την έχθρα ανάμεσα στα δυο αδέρφια, επειδή ο Προίτος αποπλάνησε τη Δανάη, την κόρη του Ακρίσιου. Όταν ο Προίτος βασίλευε στην Τίρυνθα, ήρθε ο Βελλεροφόντης για εξαγνισμό, επειδή άθελά του σκότωσε κάποιον. Η Άντεια ερωτεύτηκε τρελά τον Βελλεροφόντη, ο οποίος όμως δεν ενέδωσε. Τότε εκείνη, για να τον εκδικηθεί, τον διέβαλε στον Προίτο, ότι δήθεν της έκανε ανήθικη πρόταση. Έτσι ο Προίτος έστειλε τον Βελλεροφόντη στον πεθερό του, το βασιλιά της Λυκίας Ιοβάτη, δήθεν για διάφορες αποστολές, στην πραγματικότητα όμως του έστειλε σήματα λυγρά, δηλαδή μήνυμα να τον σκοτώσει εκείνος. Για περισσότερα βλέπε λέξη Βελλεροφόντης.

Πρόκρις, η (λ 321): Η κόρη του Ερεχθέα, την ψυχή της οποίας συνάνττησε ο Οδυσσέας, όταν κατέβηκε στον Άδη.

Πρόμαχος, ο (Ξ 476): Γιος του Αλεγήνορα, Βοιωτός αρχηγός στο στρατό των Αχαιών. Σκοτώθηκε από τον Τρώα Ακάμαντα.

Πρόνοος, ο (Π 399): Τρωαδίτης μαχητής. Τον σκότωσε ο Πάτροκλος.

Προτιάων, ο (Ο 455): Πατέρας του πολεμιστή Αστύνοου, Τρώας, που ήταν και ηνίοχος του γενναίου υπερασπιστή της Τροίας Πολυδάμαντα.

Πρυμνεύς, ο (θ 112): Ένα από τα αρχοντόπουλα των Φαιάκων που πήραν μέρος στους αγώνες που διοργάνωσε ο βασιλιάς Αλκίνοος προς τιμήν του Οδυσσέα.

Πρύτανις, ο (Ε 678): Λύκιος πολεμιστής, σύμμαχος των Τρώων. Τον σκότωσε ο Οδυσσέας.

Πρωρεύς, ο (θ 113): Ένα από τα αρχοντόπουλα των Φαιάκων που πήραν μέρος στους αγώνες που διοργάνωσε ο βασιλιάς Αλκίνοος προς τιμήν του Οδυσσέα.

Πρωτεσίλαος, ο (Β 698): Γιος του Ίφικλου, αδερφός του Ποδάρκη και αρχηγός στο στρατό της Φυλάκης και Πύρασου, Θεσσαλικών πόλεων που πήραν μέρος στην εκστρατεία κατά της Τροίας με σαράντα καράβια. Ήταν ο πρώτος που αποβιβάστηκε στα χώματα της Τρωάδας, αψηφώντας το χρησμό που έλεγε ότι αυτός που θα αποβεί πρώτος στην Τροία, θα πεθάνει. Τον σκότωσε ο Έκτορας. Μετά το θάνατό του, την αρχηγία του στρατού του την πήρε ο Ποδάρκης.

Πρωτεύς, ο (δ 365): Θαλάσσιος Τιτάνας, πατέρας της Ειδοθέας, με κύρια αποστολή του να φυλάει τις φώκιες του Ποσειδώνα, αλλά και άλλα θαλάσσια ζώα. Κατοικία του θεωρείται το νησί Φάρος, στις εκβολές του Νείλου. Είναι προικισμένος να μεταμορφώνεται σε ό,τι θελήσει (ζώο, νερό, φωτιά), όταν θέλει να αποφύγει τις ερωτήσεις που του θέτουν. Ξέρει επίσης να προφητεύει, αλλά αρνείται να δίνει πληροφορίες στους θνητούς. Με προτροπή της κόρης του Ειδοθέας, ο Μενέλαος τον ρώτησε για τους Αχαιούς που γλύτωσαν ή χάθηκαν. Αυτός μεταμορφώθηκε σε διάφορα ζώα, όμως ο Μενέλαος δεν τον άφησε από τα χέρια του και παρά τις διάφορες μεταμορφώσεις βρέθηκε πάλι πιασμένος. Τότε εκείνος, νικημένος, του είπε ποιοι χάθηκαν και πόσοι γύρισαν, τον συμβούλεψε να πάει στο ιερό του Δία και να κάνει θυσία, του φανέρωσε ότι ο Οδυσσέας κρατιέται από την Καλυψώ στο νησί Ωγυγία και ότι ο αδερφός του Αγαμέμνονας γύρισε μεν στις Μυκήνες, όμως σκοτώθηκε από την Κλυταιμήστρα και τον Αίγισθο.

Πρωτώ, η (Σ 43): Νηρηίδα, μια από τις πενήντα κόρες του Νηρέα και της Ωκεανίδας Δωρίδας.

Πτελεός, η 1. (Β 697): Αχαϊκή πόλη στη Θεσσαλία. 2. (Β 594): Αποικία της θεσσαλικής Πτελεού στην Ήλιδα της Πελοποννήσου.

Πτολεμαίος, ο (Δ 228): Γιος του Πειραίου και πατέρας του Ευρυμέδοντα, ακόλουθου του Αγαμέμνονα.

Πυγμαίοι, οι (Γ 6): Οι Πυγμαίοι είναι έθνος νάνων. Αναφέρονται στη Ιλιάδα ως κάτοικοι της Νότιας Αιγύπτου, που τους πολεμούσαν οι πελαργοί. Η μυθολογία ερμηνεύει το πόλεμο αυτόν ως εξής: Στους Πυγμαίους είχε γεννηθεί μια πολύ όμορφη κοπέλα, η Οινόη, που όμως ήταν περήφανη και περιφρονούσε τους θεούς. Εδικά, για την Ήρα και την Άρτεμη δεν έτρεφε κανένα σεβασμό. Παντρεύτηκε το Νικοδάμαντα και έκανε ένα γιο το Μόψο. Όλος ο λαός πήγε δώρα στους γονείς, όμως η Ήρα, από ζήλεια, τη μεταμόρφωσε σε πελαργό. Η Οινόη, πελαργίνα πια, έρχεται να πάρει το παιδί της, όμως οι Πυγμαίοι τη διώχνουν. Έτσι εξηγείται το μίσος τους για τους πελαργούς.

Πυθώ, η (Β 519): Πυθώ είναι το αρχαιότερο όνομα των  Δελφών. Η μυθολογία ονομάζει τον Απόλλωνα και Πύθιο, την ιέρειά του Πυθία, τις δε γιορτές που τελούνταν στους Δελφούς προς τιμήν του Πύθια, που ήταν γιορτές που τελούνταν κάθε τέσσερα χρόνια προς τιμήν του Απόλλωνα, σε ανάμνηση της εξόντωσης από αυτόν του Πύθωνα, του δράκου στον οποίο η Ήρα είχε εμπιστευτεί τη φύλαξη του Τυφώνα. Τα Πύθια αρχικά ήταν μουσικοί αγώνες, ενώ στη συνέχεια έπαιρναν μέρος και αοιδοί.

Πυθών: Βλέπε λέξη Πυθώ.

Πυλαιμένης, ο (Β 851): Βασιλιάς των Παφλαγόνων, συμμάχων των Τρώων και πατέρας του Αρπαλίωνα. Τον σκότωσε ο Μενέλαος. Υπάρχει βέβαια η αντίφαση στο Ν 658, όπου ο Πυλαιμένης εμφανίζεται ως ζωντανός.

Πύλαιος, ο (Β 842):  Γιος του Λήθου, αρχηγός των Πελασγών, συμμάχων των Τρώων.

Πυλάρτης, ο 1. (Λ 491): Τρώας πολεμιστής. Τον σκότωσε ο Αίαντας ο Τελαμώνιος. 2. (Π 696): Άλλος Τρώας πολεμιστής. Τον σκότωσε ο Πάτροκλος.

Πυληγενής: Βλέπε λέξη Πυλοιγενής.

Πυλήνη, η (Β 639): Αρχαία πόλη της Αιτωλίας.

Πύλιοι, οι (Α 248): Οι κάτοικοι της Πύλου.

Πυλοιγενής, 1. (Β 54): Επίθετο. Αυτός που γεννήθηκε στην Πύλο. Εννοεί το βασιλιά Νέστορα. 2. (Ψ 303): Στον πληθυντικό, εννοεί τα άλογα που γεννήθηκαν στην Πύλο.

Πύλος, η (Α 269): Η πατρίδα και πρωτεύουσα του βασιλείου του Νέστορα. Ιδρύθηκε από τον πατέρα του Νέστορα Νηλέα. Πύλος υπάρχει στη Μεσσηνία, όπως και στην  Ήλιδα.

Πύλων, ο (Μ 187): Τρώας πολεμιστής. Τον σκότωσε ο Πολυποίτης.

Πυραίχμης, ο (Β 848): Αρχηγός των Παιόνων, συμμάχων των Τρώων.

Πύρασος, ο 1. (Λ 491): Τρωαδίτης πολεμιστής. Τον σκότωσε ο Αίαντας ο Τελαμώνιος. 2. (Β 695): Πόλη στη Θεσσαλία.

Πύρης: Βλέπε λέξη Πύρις.

Πύρις, ο (Π 416): Τρωαδίτης πολεμιστής. Τον σκότωσε ο Πάτροκλος.

Πυριφλεγέθων, ο (κ 513): Ένας από τους ποταμούς του Άδη, αυτός που κυλούσε πυρωμένη λάβα. Υπήρχαν ακόμα ο Κωκυτός και ο Αχέροντας, ο οποίος είχε και  παραπόταμο, τη Στύγα.

  

Ρ

Ραδάμανθυς, ο (Ξ 322): Γιος του Δία και της Ευρώπης, αδερφός του βασιλιά της Κρήτης Μίνωα και του Σαρπηδόνα. Σύμφωνα με το Μύθο, ο Ραδάμανθης έφυγε από την Κρήτη και πήγε στην Βοιωτία, όπου παντρεύτηκε την Αλκμήνη. Διακρίθηκε για τη σοφία και τη δικαιοσύνη του. Του απέδιδαν την οργάνωση του Κρητικού Κώδικα, ο οποίος ίσχυσε ως υπόδειγμα για τις ελληνικές πόλεις. Ήταν τόσο μεγάλη η φήμη του, ώστε κλήθηκε στον Άδη, όπου μαζί με τον αδερφό του Μίνωα και το βασιλιά της Αίγινας Αιακό, έγιναν δικαστές, δηλαδή κριτές των νεκρών.

Ρέα & Ρέη & Ρεία & Ρείη, η (Ξ 203): Πανάρχαια θεότητα. Η Ρέα είναι θυγατέρα του Ουρανού και της Γαίας, δηλαδή είναι Τιτανίδα, αδερφή του Ωκεανού, του Κοίου, του Υπερίωνα, του Κρείου, του Ιαπετού και του Κρόνου, των Εκατόγχειρων Βριάρεου, Γύγη και Κότου, των Κυκλώπων Άργη, Στερόπη και Βρόντη και της Τιθύας, Θέμιδας, Μνημοσύνης, Θείας, Φοίβης και Διώνης. Είναι μητέρα, από τον αδερφό της Κρόνο, της Εστίας, της Δήμητρας, της Ήρας, του Πλούτωνα (Άδη), του Ποσειδώνα και του Δία. Προειδοποιημένος ο Κρόνος από ένα χρησμό της Γαίας, ότι θα εκθρονιστεί από ένα παιδί του, τα κατάπινε . Βλέποντας η Ρέα να χάνει όλα της τα παιδιά, όταν ήταν έγκυος στο Δία και λίγο πριν γεννήσει, πήγε στη Κρήτη. Το αντιλήφτηκε ο Κρόνος και την ακολούθησε. Εκείνη του έδωσε να καταπιεί μια πέτρα τυλιγμένη σε πανιά, σώζοντας έτσι το Δία. Όταν ο Δίας μεγάλωσε του έβαλε ένα φάρμακο στο ποτό του, αναγκάζοντάς τον να εξεμέσει και τα υπόλοιπα αδέρφια του και του πήρε την εξουσία.

Ρείθρον, το (α 186): Λιμάνι της Ιθάκης.

Ρήνη, η (Β 728): Παλλακίδα του Οϊλέα, με τον οποίο έκανε τον Μέδοντα.

Ρηξήνωρ, ο (η 63): Γιος του πρώτου βασιλιά των Φαιάκων Ναυσίθοου και αδερφός του Αλκίνοου. Ο Ρηξήνορας πέθανε νέος, αφήνοντας νέα και ανύπαντρη την κόρη του Αρήτη, την οποία παντρεύτηκε ο αδερφός του Αλκίνοος.

Ρήσος, ο 1. (Κ 435): Γιος του Ηιονέα, βασιλιάς των Θρακών, συμμάχων των Τρώων. Τον σκότωσαν ο Οδυσσέας με το Διομήδη (τη νύχτα που πήγαν ως κατάσκοποι στο στρατόπεδο των Τρωαδιτών) και του πήραν τα περίφημα άλογα. 2. (Μ 20): Παραπόταμος του Γρανικού ποταμού της Τρωάδας, που πηγάζει από την Ίδη. Μαζί με το Γρανικό, τον Αίσηπο, το Σκάμανδρο, το Σιμόεντα, τον Επτάπορο και τον Κάρησο, ο Απόλωνας και ο Ποσειδώνας άλλαξαν τη ροή των υδάτων τους, για να χαλάσουν το τείχος των Αχαιών, ώστε να μπορέσουν οι Τρώες να κάψουν τα πλοία τους.

Ρίγμος, ο (Υ 485): Τρωαδίτης πολεμιστής. Τον σκότωσε ο Αχιλλέας.

Ρίπη, η (Β 606): Αρχαία πόλη της Αρκαδίας.

Ρόδιοι, οι (Β 654): Οι κάτοικοι της Ρόδου, που με αρχηγό τον Τληπόλεμο, πήραν μέρος στην εκστρατεία κατά της Τροίας με εννέα καράβια.

Ροδίος, ο (Μ 20): Μικρός ποταμός της Τρωάδας, που πηγάζει από την Ίδη.

Ρόδος, η (Β 654): Το νησί του νοτιοανατολικού Αιγαίου, απέναντι από την Καρία της Μικράς Ασίας. Όπως αναφέρθηκε και παραπάνω, οι Ρόδιοι πήραν μέρος στην εκστρατεία κατά της Τροίας με εννέα καράβια και αρχηγό το γιο του Ηρακλή Τληπόλεμο.

Ρύτιον, το (Β 648): Πόλη της Κρήτης, που μαζί με την Κνωσό, τη Γόρτυνα, τη Λύκτο, τη μητροπολητική Μίλητο, τη Λύκαστο και τη Φαιστό, πήρε μέρος στην εκστρατεία κατά της Τροίας με ογδόντα καράβια και αρχηγούς τον Ιδομενέα και το Μηριόνη.

 

Σ

 

Σαγγάριος, ο (Γ 187): Ποταμός της Βιθυνίας και Φρυγίας, που εκβάλλει στον Εύξεινο Πόντο.

Σαλαμίς, η (Β 557): Το νησί στο Σαρωνικό, από το οποίο κατάγεται ο Αίας ο Τελαμώνιος. Σύμφωνα με τη μυθολογία, η Σαλαμίνα είναι μια από τις πολλές κόρες του Ασωπού. Την έκλεψε ο Ποσειδώνας και στο νησί, που αργότερα πήρε το όνομά της έκανε μαζί της ένα γιο, τον Κυχρέα,.

Σαλμωνεύς, ο (λ 236): Ο Σαλμονέας είναι γιος του βασιλιά της Θεσσαλίας Αίολου και της Εναρέτης, επομένως είναι απόγονος του Δευκαλίωνα και της Πύρρας. Τη νεότητά του την πέρασε στη Θεσσαλία. Μετά μετανάστευσε με μια ομάδα συμπατριωτών του στην Ηλεία, όπου ίδρυσε την πόλη Σαλμώνη, της οποία έγινε βασιλιάς. Αρχικά παντρεύτηκε την Αλκιδίκη, την κόρη του Αλεού, με την οποία απέκτησε την Τυρώ, τη μητερα των διδύμων Πηλέα και Νηλέα. Μετά το θάνατο της γυναίκας του παντρεύτηκε τη Σιδηρώ, η οποία ήταν κακιά μητριά για την Τυρώ. Όντας υπερβολικά αλαζονικός, θέλησε να μιμηθεί το Δία, δημιουργώντας βροντές. Έτσι, έστρωσε ένα δρόμο με ορειχάλκινες λαμαρίνες και πάνω του έσερνε με άλογα ένα άρμα με ρόδες από χαλκό, σίδερο και αλυσίδες, ενώ συγχρόνως έριχνε αναμμένος πυρσούς. Οργισμένος ο Δίας, κατακεραύνωσε το Σαλμωνέα, τη Σαλμώνη και τους κατοίκους της, αφανίζοντάς τους.

Σάμη, η (α 246): Ένα από τα νησιά του βασιλείου του Οδυσσέα, απέναντι από τις ακτές της Αιτωλοακαρναίας. Πιθανόν να πρόκειται για την Κεφαληνία.

Σάμος, η (Β 634): Η Σάμη, το νησί του βασιλείου του Οδυσσέα.

Σάμος Θρηικίη, η (Ν 12): Η Θρακική Σάμος, δηλαδή η Σαμοθράκη, το νησί του Βορειοανατολικού Αιγαίου.

Σαρπηδών, ο (Β 876): Γιος του Δία, βασιλιάς των Λυκίων της Μικράς Ασίας, σύμμαχος των Τρώων. Τον σκότωσε ο Πάτροκλος. Έγινε μεγάλη μάχη για το ποιος θα πάρει το σώμα του νεκρού Σαρπηδόνα. Στη μυθολογία, ο Σαρπηδόνας αναφέρεται συχνά ως γιος του Δία και της Ευρώπης και αδερφός του Μίνωα και του Ραδάμανθη. Αργότερα φιλονίκησε με το Μίνωα σχετικά με το ποιος θα πάρει την εξουσία. Μια άλλη παραλλαγή λέει, επειδή και οι δυο τους ήταν ερωτευμένοι με το όμορφο νεαρό Μίλητο. Όποια κι αν υπήρξε η αιτία, ο Σαρπηδόνας εγκατέλειψε την Κρήτη και εγκαταστάθηκε στη Λυκία της Μικράς Ασίας, έχοντας γίνει ο ιδρυτής και οικιστής της Μιλήτου. Ο Σαρπηδόνας της Ιλιάδας, όπως αναφέρθηκε, είναι αρχηγός των Λυκίων, που συμμάχησαν με τον Πρίαμο. Και αυτός ο Σαρπηδόνας, που προσπάθησαν να τον ταυτίσουν με τον αδερφό του Μίνωα, θεωρείται γιος του Δία και της Λαοδάμειας, θυγατέρας του Βελλεροφόντη. Υπάρχει βέβαια η χρονολογική δυσκολία. Έτσι οι μυθογράφοι οδηγήθηκαν στην εξής λύση: ο Σαρπηδόνας, ο γιος της Ευρώπης, μετεγκαταστάθηκε στη Λυκία, Απέκτησε ένα γιο, τον Εύανδρο. Ο Εύανδρος παντρεύτηκε την κόρη του Βελλεροφόντη Δηιδάμεια (ή Λαοδάμεια) με την οποία έκανε τον δεύτερο Σαρπηδόνα, αυτόν που αναφέρει η Ιλιάδα.

Σατνιόεις, ο (Ζ 34): Χείμαρρος στη Μυσία της Μικράς Ασίας.

Σάτνιος, ο (Ξ 443): Γιος του Ήνοπα, Τρωαδίτης πολεμιστής. Τον σκότωσε ο Αίαντας του Οϊλέα.

Σειρήνες, αι (μ 39): Κατώτερες θεότητες της θάλασσας, δαίμονες όπως οι Αρπυίες και οι Ερινύες, από τη μέση και επάνω γυναίκες και από τη μέση και κάτω πουλιά. Άλλοτε θεωρούνται κόρες της Μελπομένης και του Αχελώου, άλλοτε του Αχελώου και της Στερόπης και άλλοτε του Αχελώου και της Μούσας Τερψιχόρης. Ήταν προικισμένες με το δώρο της μελωδικής φωνής. Οι Σειρήνες της Οδύσσειας είναι δύο. Άλλες παραδόσεις τις ανεβάζουν σε τέσσερις: Τελή, Ραιδνή, Μόλπη και Θελξιόπη, άλλες σε τρεις: Πεισινόη, Αγλαόπη και Θελξιέπεια που λέγονται και Παρθενόπη, Λευκωσία και Λίγεια. Ο Όμηρος τοποθετεί την έδρα τους στα βράχια των στενών μεταξύ Σικελίας και Καλαβρίας. Εκεί, με τα τραγούδια τους, ασκούσαν ακαταμάχητη γοητεία στους περαστικούς ναυτικούς, οι οποίοι ρίχνονταν στη θάλασσα για να τις πλησιάσουν, οπότε και κατασπαράσσονταν από αυτές. Μόνον ο Οδυσσέας κατάφερε να περάσει σώος. Έχοντας πάρει οδηγίες από την Κίρκη, βούλωσε με κερί τα αυτιά των συντρόφων του και ο ίδιος δέθηκε στο κατάρτι του πλοίου του. Έτσι, παρά τις κραυγές του προς τους συντρόφους του να τον ελευθερώσουν, όταν γοητευμένος από το τραγούδι τους τους φώναζε, εκείνοι δεν τον άκουγαν. Αγανακτισμένες από την αποτυχία τους οι Σειρήνες ρίχτηκαν στη θάλασσα και χάθηκαν για πάντα.

Σέλαγος, ο (Ε 612): Ο πατέρας του Άμφιου, από την Παισό της Μυσίας, πολεμιστής, σύμμαχος των Τρώων. Τον σκότωσε ο Αίαντας ο Τελαμώνιος.

Σεληπιάδης, ο (Β 693): Ο γιος του Σέληπου, ο Εύηνος, βασιλιάς της Λυρνησσού και πατέρας του Μύνητα και Επίστροφου, που τους σκότωσε ο Αχιλλέας.

Σελλήεις, ο (Β 659): Ποταμός της Ήλιδας κοντά στην Εφύρα. 2. (Β 839): Ποταμός της Τροίας κοντά στην Αρίσβη.

Σελλοί, οι (Π 234): Ιερείς του Δία στο μαντείο της Δωδώνης στην Ήπειρο. Είχαν το χάρισμα να επικοινωνούν με το Δία και να χρησμοδοτούν. Σελλοί ή Ελλοί ονομάζονταν και οι πανάρχαιοι κάτοικοι της Ηπείρου, η οποία από αυτούς ονομαζόταν Ελλοπία.

Σεμέλη, η (Ξ 323): Σεμέλη ονομάζεται ένα από τα κορίτσια του βασιλιά της Θήβας Κάδμου και της Αρμονίας, η οποία είναι πανέμορφη. Ο Δίας ερωτεύτηκε τη Σεμέλη και από τη συνεύρεσή τους η Σεμέλη συνέλαβε το Διόνυσο. Από τη ζήλεια της η Ήρα εμφανίστηκε στη Σεμέλη και της υπέδειξε να ζητήσει από τον εραστή της να παρουσιαστεί μπροστά της με όλο του το μεγαλείο. Όταν έγινε αυτό, ο κεραυνός που ανήγγειλε την άφιξή του την κατακεραύνωσε και τη διάλυσε. Πρόλαβε όμως να γεννήσει το Διόνυσο. Λέγεται δε ότι ο Δίας έβαλε τον πρόωρα γεννημένο Διόνυσο στο πόδι του, μέχρι να συμπληρωθεί ο χρόνος κύησης. Αργότερα ο Διόνυσος πήρε τη μητέρα του από τον Άδη, ενώ ο Δίας τη θεοποίησε ως Θυώνη.

Σήσαμος, ο (Β 853): Πόλη της Παφλαγονίας, στην οποία βασίλευε ο Πυλαιμένης.

Σηστός, η (Β 836): Θρακική πόλη επί του Ελλησπόντου.

Σθενέλαος, ο (Π 586): Γιος του Ιθαιμένη, Τρώας πολεμιστής. Τον σκότωσε ο Πάτροκλος.

Σθένελος, ο 1. (Β 654): Γιος του Καπανέα και της Ευάνθης, ένας από τους Αργείους αρχηγούς. Διακρίθηκε και ως μαχητής και ως ηνίοχος του Διομήδη. Ήταν ένας από εκείνους που μπήκαν στο Δούρειο Ίππο. 2. (Τ 116): Γιος του Περσέα και της Ανδρομέδας, πατέρας του Ευρυσθέα και βασιλιά των Μυκηνών, του Άργους και της Τίρυνθας.

Σιδόνες, οι (Ψ 743): Οι κάτοικοι της Σιδώνας, πόλης της Φοινίκης.

Σιδονίη, η (ν 285): Η χώρα των Σιδόνων, η Φοινίκη.

Σιδόνιος, η, ον (Ζ 190): Επίθετο. Αυτός που κατάγεται από τη Σιδώνα, δηλαδή από τη Φοινίκη. 2. (δ 81): Εθνικό. Ο Φοίνικας.

Σιδών, η (ο 425): Η Σιδώνα, πανάρχαια πόλη της Φοινίκης στις ακτές του Λιβάνου. Ήταν το κέντρο της θαλασσοκρατορίας και του εμπορίου των Φοινίκων, οι οποίοι λέγεται ότι έφτασαν μέχρι και τις ακτές της Βρεττανίας.

Σικανίη, η (ω 307): Το νησί Σικελία στα νότια της Ιταλίας.

Σικελός, ο (υ 383): Ο κάτοικος της Σικελίας.

Σικυών, ο & η (Β 572): Αρχαία πόλη στην Αιγιαλεία της Πελοποννήσου, κοντά στην Κόρινθο.

Σιμόεις, ο 1. (Δ 475): Μικρός ποταμός της Τροίας. Πηγάζει από την Ίδη και χύνεται στο Σκάμανδρο. 2. (Φ 307): Ο ποταμός Σιμόεις, ως προσωποποιημένη θεότητα.

Σιμοείσιος, ο (Δ 474): Γιος του Ανθεμίωνα. Τρωαδίτης πολεμιστής, που τον σκότωσε ο Αίαντας ο Τελαμώνιος.

Σίντιες, οι (Α 594): Οι κάτοικοι της αρχαίας Λήμνου, θρακικής καταγωγής. Ο θεός Ήφαιστος εξηγεί στη μητέρα του Ήρα, ότι όταν τον εκσφενδόνισε από τον Όλυμπο ο πατέρας του Δίας, έπεσε στη Λήμνο, όπου έσπασε το πόδι του και τον περιποιήθηκαν οι Σίντιες.

Σίπυλος, ο (Ω 615): Όρος της Μικράς Ασίας, που ανήκει στην οροσειρά του Τμώλου.

Σίσυφος, ο (Ζ 153): Γιος του Αίολου και της Εναρέτης, της κόρης του Άτλαντα. Ανήκει και αυτός στο γένος του Δευκαλίωνα. Είναι εγγονός του Έλληνα, δισέγγονος του Δευκαλίωνα, ιδρυτής της Εφύρας (παλιό όνομα της Κορίνθου) και μυθικός βασιλιάς της. Έχει πολλά αδέρφια, μεταξύ των οποίων τον Κρηθέα, τον Σαλμωνέα, τον Περιήρη, το Μάγνη κ.ά.

 

 

Προμηθέας+Κελαινώ

Ι

Δευκαλίωνας+Πύρρα

Ι

Έλληνας+Ορσηίδα(Νύμφη)         Δηίμαχος

Ι                                            Ι

______________________________               Ι

Ι                  Ι                                        Ι              Ι

Δώρος       Ξούθος                                Αίολος+Εναρέτη

Ι

____________________________________________________________

Ι         Ι          Ι         Ι          Ι          Ι         Ι         Ι          Ι            Ι            Ι         Ι

Μάγνης Περιήρης  Κανάκη  Αλκυόνη  Πεισιδίκη  Καλύκη  Περιμήδη  Κριθέας  Σίσυφος  Αθάμαντας  Σαλμωνέας  Δηιόνας

 

Γενεαλογικός πίνακας 19: Σίσυφος

 

 

Ο Σίσυφος είναι σοφός, αλλά ταυτόχρονα και ο πιο πονηρός και αδίστακτος θνητός. Για την πονηριά και το δόλο του απέναντι στους θεούς τιμωρήθηκε στον Άδη να κυλάει αιώνια μια πέτρα προς την κορυφή του βουνού, χωρίς ποτέ να καταφέρει να φτάσει στην κορυφή. Η μυθολογία πάντως αναφέρει πολλά επεισόδια, το καθένα από τα οποία είναι και μια απόδειξη της πονηριάς του. Ο Αυτόλυκος, που φημιζόταν για τις κλεψιές του, έκλεψε τα κοπάδια του Σίσυφου. Αυτός, αναζητώντας τα έφτασε στον Αυτόλυκο, από τον οποίο τα ζήτησε και κατόρθωσε να τα πάρει πίσω αποδεικνύοντας την κυριότητά του με το όνομά του, που το είχε χαράξει επάνω στα νύχια των ζώων. Η ημέρα εκείνη, συμπτωματικά, ήταν η ημέρα των γάμων της Αντίκλειας με το Λαέρτη. Τη νύχτα ο Σίσυφος κατάφερε να γίνει εραστής της Αντίκλειας και από την ένωσής τους η Αντίκλεια συνέλαβε τον Οδυσσέα. Άλλη παραλλαγή του μύθου λέει ότι ο Αυτόλυκος το επέτρεψε αυτό, επειδή ήθελε εγγονό τόσο πονηρό, όσο ο Σίσυφος.

Σκαιαί πύλαι, αι (Γ 145): Η δυτική πύλη του τείχους του Ιλίου, που λέγονταν και Δαρδάνειες πύλες. Έβλεπαν προς το μέρος του στρατοπέδου των Αχαιών. Από τις Σκαιές πύλες, που ήταν κοντά στο ύψωμα Βατιεία της Τρωάδας, μπορούσε κανείς να δει όλη την πεδιάδα. Εκεί μονομάχησε ο Αχιλλέας με τον Έκτορα και από τις πύλες αυτές έσυραν οι Τρώες το Δούρειο Ίππο μέσα στην πόλη.

Σκαμάνδριος, ο 1. (Β 465): Αυτός που ανήκει στο Σκάμανδρο. 2. (Ζ 402): Προσωνυμία του Αστυάνακτα, του γιου του Έκτορα και της Ανδρομάχης. 3. (Ε 49): Ο γιος του Στρόφιου. Τρωαδίτης πολεμιστής, που τον σκότωσε ο Μενέλαος.

Σκάμανδρος, ο 1. (Ε 36): Ποταμός της Μικράς Ασίας στην Τρωάδα, που λεγόταν και Ξάνθος (Ζ 4) από το χρώμα των νερών του. Έλεγαν ότι όσα πρόβατα βρέχονταν από τα νερά του βάφονταν κόκκινα. Ακόμη και η Αφροδίτη, όταν ήταν να υποβληθεί στην κρίση του Πάρη, είχε πλύνει τα μαλλιά της στον Σκάμανδρο, για να αποκτήσουν ανταύγειες. Πήγαζε από την Ίδη και, διασχίζοντας την πεδιάδα, χυνόταν στον Σιμόεντα ποταμό και μέσω εκείνου στον Ελλήσποντο. 2. (Μ 21): Η προσωποποίηση του ποταμού Σκάμανδρου, ως ποτάμια θεότητα.

Σκάνδεια, η (Κ 268): Λιμάνι στη νησί των Κυθήρων.

Σκάρφη, η (Β 532): Αρχαία πόλη της Λοκρίδας.

Σκύλλη, η (μ 85): Η Σκύλλα είναι θυγατέρα της θεάς Κραταιίδας και του Φόρκη, ενός θαλάσσιου θεού. Είναι τέρας, το σώμα του οποίου στο κάτω μέρος έχει έξι άγρια θηρία, μάλλον άγρια σκυλιά. Μένει σε σπήλαιο απέναντι από τη Χάρυβδη, στα στενά της Μεσσήνης στη Σικελία, όπου φαινόταν μόνον το κεφάλι της, ενώ το σώμα της ήταν μέσα στο άντρο (σπήλαιο). Από εκεί, παραμονεύοντας, άρπαζε τα κήτη ή τους ναύτες από τα πλοία που περνούσαν και τα κατέτρωγε. Ετσι άρπαξε και έφαγε έξι συντρόφους του Οδυσσέα, τους Στήσιο, Ορμένιο, Άγχιμο, Όρνυτο, Σύνωπο και Αμφίνομο.

Σκύρος, η (Ι 668): Το νοτιότερο νησί των Βόρειων Σποράδων. Στη Σκύρο έκανε απόβαση ο Αχιλλέας, όπου σκότωσε το βασιλιά τους Ενυέα και πήρε ως αιχμάλωτη τη Ίφιδα, την οποία έδωσε ως γέρας στο φίλο του Πάτροκλο. Στη Σκύρο μεγάλωνε και ο γιος του Αχιλλέα Νεοπτόλεμος.

Σκώλος, ο (Β 497): Περιοχή ή πόλη στη Βοιωτία.

Σμινθεύς, ο (Α 39): Ο φονιάς των αρουραίων ποντικών. Σμίνθοι ονομάζονταν από τους αρχαίους τα ποντίκια των αγρών. Την ικανότητα αυτή φαίναται ότι είχε ο θεός Απόλλωνας και του έδωσαν αυτήν την προσωνυμία.

Σόλυμοι, οι (Ζ 184): Αρχαίος λαός της Μικράς Ασίας, που κατοικούσε στη Λυκία, κοντά στο όρος Σόλυμα. Ο Όμηρος τους αναφέρει ως εχθρούς των Λυκίων. Βλέπε και λέξη Βελλεροφόντης.

Σούνιον, το (γ 278): Ακρωτήριο στα νοτιοανατολικα της Αττικής.

Σπάρτη, η (Β 582): Η πρωτεύουσα της Λακωνικής και έδρα του βασιλιά Μενέλαου και της Ωραίας Ελένης. Η μυθολογία έχει μια επώνυμη ηρωίδα, κόρη του Ευρώτα και της Κλήτης και γυναίκα του Λακεδαίμονα, που είναι μητέρα του Αμύκλα και της Ευρυδίκης.

Σπειώ, η (Σ 40): Νηρηίδα, μια από τις πενήντα κόρες του Νηρέα και της Ωκεανίδας Δωρίδας.

Σπερχειός, ο (Π 174): Ο ποταμός Σπερχειός. Πηγάζει από τον Τυμφρηστό και χύνεται στο Μαλιακό Κόλπο.

Στέντωρ, ο (Ε 785): Αχαιός Ομηρικός ήρωας, ξακουστός για τη δύναμη της φωνής του, η οποία ήταν τόσο δυνατή, όσο οι φωνές πενήντα ανδρών μαζί. Η έκφραση "Στεντορεία τη φωνή" παρέμεινε μέχρι τις ημέρες μας. Ο μύθος τον θέλει να έχει διαγωνιστεί με τον Ερμή, από τον οποίο νικήθηκε, με αποτέλεσμα να πεθάνει από το κακό του.

Στιχίος, ο (Ν 195): Ένας από τους Αθηναίους αρχηγούς στο στρατό των Αχαιών. Τον σκότωσε ο Έκτορας.

Στρατίη, η (Β 606): Αρχαία πόλη της Αρκαδίας.

Στρατίος, ο (γ 413): Ένας γιος του βασιλιά της Πύλου Νέστορα.

Στρόφιος, ο (Ε 49): Τρωαδίτης, του οποίου το γιο Σκαμάνδριο σκότωσε ο Μενέλαος.

Στύμφηλος, η (Β 608): Πόλη της Αρκαδίας. Πήρε μέρος στην εκστρατεία κατά της Τροίας, μαζί με άλλες Πελοποννησιακές πόλεις, με εξήντα καράβια. Η μυθολογία γνωρίζει τον ήρωα της επώνυμης πόλης, γιο του Έλατου και της Λαοδίκης και πατέρα του Αγαμήδη, του Γόρτυνα, του Αγέλαου και της Παρθενόπης, που, από τον Ηρακλή, έκανε τον Ευήρη. Ο Στύμφαλος σκοτώθηκε από τον Πέλοπα στη διάρκεια ενός συμποσίου.

Στυξ, η (Β 755): Μαζί με τον Πυριφλεγέθονα, τον Κωκυτό και τον Αχέροντα, παραπόταμος του οποίου ήταν, η Στύγα ήταν ένα από τα ποτάμια του Άδη. Οι αρχαίοι πίστευαν πως τα νερά του ποταμού αυτού είχαν μαγικές ιδιότητες. Στο ποτάμι αυτό βούτηξε η Θέτιδα τον Αχιλλέα, για να τον κάνει άτρωτο. Το νερό της όμως το χρησιμοποιούσαν και οι θεοί για τους όρκους τους. Έστελνε λοιπόν ο Δίας την Ίριδα να φέρει νερό της Στύγας σε μια υδρία και γινόταν μάρτυρας όρκου. Η παράβαση του όρκου αυτού είχε βαριές συνέπειες για τους επίορκους θεούς. Έμενε για ένα χρόνο χωρίς αναπνοή, χωρίς αμβροσία και νέκταρ και για τα υπόλοιπα εννέα χρόνια έμενε απομονωμένος από τους υπόλοιπους θεούς και δεν έπαιρνε μέρος στα συμβούλια.

Στύρα, τα (Β 532): Πόλη της Εύβοιας, που πήρε μέρος στην εκστρατεία κατά της Τροίας με σαράντα καράβια και αρχηγό τον Ελεφήνορα.

Συρίη, η (ο 403): Μυθικό νησί, πέρα από την Ορτυγία.

Σφήλος, ο (Ο 338): Γιος του Βουκόλου και πατέρας του Ίασου, ενός από τους Αθηναίους αρχηγούς στο στρατό των Αχαιών.

Σχεδίος, ο 1. (Β 517): Γιος του Ίφιτου και της Ιππολύτης, επικεφαλής των Φωκέων στην Τροία, μαζί με τον αδερφό του Επίστροφο. Ήταν ένας από τους μνηστήρες της Πηνελόπης. Τον σκότωσε ο Έκτορας. Κατά την επιστροφή στην πατρίδα η τρικυμία έβγαλε τους συντρόφους του στην Ιταλία, όπου ίδρυσαν την πόλη Τέμεσα. Οι σύντροφοί του στη συνέχεια μετέφεραν τη στάχτη του στην Αντίκυρα της Φωκίδας. 2. (Ο 515): Γιος του Περιμήδη, ένας από τους Αρχηγούς των Φωκέων στο στρατό των Αχαιών. Τον σκότωσε και αυτόν ο Έκτορας.

Σχερίη, η (ε 34): Η Σχερία είναι το νησί των Φαιάκων, ταυτισμένο με τη σημερινή Κέρκυρα.

Σχοίνος, ο (Β 497): Αρχαία πόλη της Βοιωτίας.

Σώκος, ο (Λ 440): Γιος του Ίππασου, Τρώας πολεμιστής. Τον σκότωσε ο Οδυσσέας.

 

 

Τ

 

Ταλαιμένης, ο (Β 865): Ο πατέρας του Μέσθλη και του Άντιφου, αρχηγών των Μαιόνων, συμμάχων των Τρώων.

Ταλαϊονίδης, ο (Β 566): Ο γιος του Ταλαού, του βασιλιά του Άργους.

Ταλθύβιος, ο (Α 320): Αχαιός κήρυκας και αγγελιοφόρος στην υπηρεσία του Αγαμέμνονα. Στην Ιλιάδα γίνεται οχτώ φορές λόγος για τον Ταλθύβιο. Είναι ένας από τους αγγελιοφόρους που έστειλε ο Αγαμένονας να πάρουν τη Βρισηίδα από τον Αχιλλέα και είναι πάλι αυτός που στέλνει ο Αγαμέμνονας να βρεί το γιο του Ασγκληπιού, το γιατρό Μαχάονα, για να περιποιηθεί το τραύμα του αδερφού του Μενέλαου.

Τάνταλος, ο (λ 582): Γιος του Δία και της Πλουτώς, σύζυγος της Διώνης (ή Ευρυάνασσας), πατέρας του Πέλοπα, του Βροτέα  και της Νιόβης, παππούς του Ατρέα, Θυέστη, Πιτθέα, Σκίρωνα κ.ά., βασιλιάς της Λυκίας στην Περιοχή του όρους Σίπυλο. Ήταν φίλος και ομοτράπεζος των θεών, όμως έκλεψε νέκταρ και αμβροσία και πρόδωσε μυστικά των θεών στους θνητούς. Θέλοντας μετά να διαπιστώσει κατά πόσο οι θεοί να μπορούσαν να εξαπατηθούν, έσφαξε το γιο του Πέλοπα και τον πρόσφερε ως γεύμα στους θεούς. Εκτός από τη Δήμητρα, που όντας πολύ πεινασμένη και στενοχωρημένη από την απώλεια της κόρης της Περσεφόνης, δεν πρόσεξε και έφαγε ένα κομμάτι από τον ώμο, οι υπόλοιποι θεοί το αντιλήφτηκαν, συνέδεσαν τα μέλη και έδωσαν πάλι ζωή στον Πέλοπα, τον δε Τάνταλο τον τιμώρησαν με το μαρτύριο της αιώνιας πείνας και δίψας, βάζοντάς τον στον Άδη σε μια λίμνη, που μόλις έσκυβε να πιει νερό, το νερό υποχωρούσε και κάτω από οπωροφόρα δέντρα, που μόλις πήγαινε να πιάσει έναν καρπό, τα κλαδιά του δέντρου υψώνονταν, για να μη τα φτάσει.

Τάρνη, η (Ε 44): Αρχαία πόλη της Λυδίας, οι κατοπινές Σάρδεις.

Τάρφη, η (Β 533): Αρχαία πόλη της Λοκρίδας.

Τάφιοι, οι (α 105): Οι κάτοικοι της Τάφου, ονομαστοί ναυτικοί.

Τάφος, η (α 417): Μικρό νησί δίπλα στη Λευκάδα.

Τεγέη, η (Β 607): Αρχαία πόλη της Αρκαδίας.

Τειρεσείης, ο (κ 524): Ο Τειρεσίας, γιος του Ευήρη, απόγονος του Σπαρτού Ουδαίου, και της νύμφης Χαρικλώς είναι ο πιο διάσημος μάντης του Θηβαϊκού κύκλου. Σε ηλικία εφτά ετών τυφλώθηκε από τη θεά Αθηνά, επειδή την είδε να λούζεται γυμνή. Στις παρακλήσεις της μητέρας του Χαρικλώς, η θεά Αθηνά ενέδωσε και του έδωσε το χάρισμα να μαντεύει, του καθάρισε την ακοή ώστε να κατανοεί και τη γλώσσα των πουλιών και τον εφοδίασε με ένα μπαστούνι, ώστε να βαδίζει με τόση ασφάλεια, σαν να έβλεπε. Λέγεται, ότι εκτός από το χάρισμα της προφητείας, του έδωσαν και ζωή εφτά ανθρώπινων γενεών. Είχε προβλέψει την άλωση της Τροίας, μολονότι πέθανε πριν από τον τρωικό πόλεμο. Προφήτεψε την ταυτότητα του αντίζηλου της Αλκμήνης, την ενοχή του Οιδίποδα, τη σωτηρία των Θηβών χάρη στη θυσία του Μενοικέα και το θάνατο του Νάρκισσου. Διατήρησε μάλιστα το χάρισμα της προφητείας και μετά το θάνατό του, γι΄ αυτό ο Οδυσσέας κατέβηκε στον Άδη και τον συμβουλεύτηκε. Ο Τειρεσίας είχε μια κόρη, τη Μαντώ, η οποία ήταν μητέρα του μάντη Μόψου. Ο θάνατός του συνδέεται με την άλωση της Θήβας. Η μια εκδοχή αναφέρει ότι κατά την έξοδο των Θηβαίων, κουρασμένος και διψασμένος,  ήπιε πολύ από το κρύο νερό της πηγής Τέλφουσας και πέθανε, ενώ η άλλη εκδοχή λέει ότι παραμένοντας στην πόλη μαζί με την κόρη του, αιχμαλωτίστηκε. Στη συνέχεια στάλθηκε στους Δελφούς, για να αφιερωθεί στο θεό Απόλλωνα. Εξαντλημένος όπως ήταν από τα γηρατειά, πέθανε στο δρόμο. Η μυθολογία αναφέρει ακόμη, ότι ο Τειρεσίας ήταν ο πρώτος άνθρωπος που άλλαξε και ξανάλλαξε φύλο. Κάποτε σκότωσε δυο φίδια που έκαναν έρωτα. Τότε για πρώτη φορά, άλλαξε φύλο, το οποίο κράτησε για εφτά χρόνια. Όταν ξανασκότωσε δυο φίδια την ώρα που έκαναν έρωτα, ξαναβρήκε το παλιό του φύλο. Για την εμπειρία του αυτή τον κάλεσε η Ήρα στον Όλυμπο, όπου συζητούσαν για το ποιος ευχαριστιέται περισσότερο κατά τον έρωτα. Τότε ο Τειρεσίας είπε ότι από τα δέκα μέρη ευχαρίστησης τα εννέα τα παίρνει η γυναίκα και το ένα ο άνδρας.

Τεκτονίδης, ο (θ 114): Ο γιος του Τέκτονα, ο Πολύνεος.

Τέκτων, ο (Ε 59): Τρωαδίτης πολεμιστής, πατέρας του Φέρεκλου, του σπουδαίου ναυπηγού, που κατασκεύασε το πλοίο με το οποίο ο Πάρης πήγε στην Ωραία Ελένη. Τον σκότωσε ο Μηριόνης.

Τελαμών, ο (Θ 283): Γιος του Αιακού και της Ενδηίδας, αδερφός του Πηλέα και του Φώκου. Παντρεύτηκε την κόρη του Άλκαθου Γλαύκη, με την οποία έκανε το γνωστό Ομηρικό ήρωα, τον Αίαντα τον Τελαμώνιο, και τον Τράβηλο. Πήρε μέρος στο κυνήγι του Καλυδώνιου κάπρου, στην Αργοναυτική εκστρατεία και στον πόλεμο κατά των Αμαζόνων και του Λαομέοδντα, με αρχηγό τον Ηρακλή. Στην αποστολή του αυτή πήρε από τον Ηρακλή ως γέρας (βραβείο) την κόρη του Λαομέδοντα και αδερφή του μετέπειτα βασιλιά της Τροίας Πρίαμου, την Ησιόνη, από την οποία απέκτησε τον Τεύκρο.

Τελαμωνιάδης, ο (Ι 623): Ο γιος του Τελαμώνα, ο Αίαντας ο Μέγας.

Τελαμώνιος, ο (Δ 473): Αυτός που ανήκει στον Τελαμώνα, συνήθως ένας από τους γιους του, άλλοτε ο Αίαντας (Λ 563) και άλλοτε ο Τεύκρος (Ν 170).

Τεμέση, η (α 184): Πόλη με μεταλλεία χαλκού. Δεν είναι βέβαιο αν πρόκειται για την Ταμέση ή Ταμάσση της Κύπρου ή αν πρόκειται για πόλη της Καλαβρίας στη Νότια Ιταλία.

Τένεδος, η (Α 38): Το νησί στα βορεοανατολικά του Αιγαίου, ανάμεσα από τη Λήμνο και την Τροία.

Τενθρηδών, ο (Β 756): Ο πετέρας του Πρόθοου, του αρχηγού των Μάγνητων του Πηλίου, που πήραν μέρος στην εκστρατεία κατά της Τροίας με σαράντα καράβια.

Τερπιάδης, ο (χ 330): Ο γιος του Τέρπιου, ο Φήμιος, αοιδός στο παλάτι του Οδυσσέα.

Τευθρανίδης, ο (Ζ 13): Ο γιος του Τεύθραντα, ο Άξυλος.

Τεύθρας, ο 1. (Ζ 13): Ο πατέρας του Άξυλου, ένας Τρωαδίτης από την Αρίσβη. 2. (Ε 705): Αχαιός πολεμιστής από τη Μαγνησία της Θεσσαλίας. Τον σκότωσε ο Έκτορας.

Τεύκρος, ο (Ζ 31): Νόθος γιος του βασιλιά της Σαλαμίνας Τελαμώνα και της Ησιόνης, της κόρης του Πρίαμου, που την είχε πάρει ως γέρας από τον Ηρακλή. Είναι ετεροθαλής αδερφός του Αίαντα του Μέγα ή Τελαμώνιου. Είναι εξαίρετος τοξότης, ο καλύτερος στον Τρωικό πόλεμο. Κατά την επιστροφή του στην πατρίδα δεν έγινε δεκτός από τον πατέρα του, επειδή δεν εκδικήθηκε το θάνατο του αδερφού του Αίαντα. Τότε έφυγε για την Κύπρο, όπου λέγεται ότι ίδρυσε την πόλη Σαλαμίνα.

Τευταμίδης, ο (Β 843): Ο γιος του Τεύταμου, ο Λήθος. Οι δυο γιοι του, ο Ιππόθοος και ο Πύλαιος, ήταν αρχηγοί των Πελασγών, συμμάχων των Τρώων.

Τηθύς, η (Ξ 201): Μια από τις Τιτανίδες, κόρη του Ουρανού και της Γαίας και αδερφή  των Κοίου, Υπερίωνα, Θείας, Κρείου, Ιαπετού, Ρέας, Κρόνου και Ωκεανού, με τον οποίο απέκτησε τις Ωκεανίδες Στύγα, Μήτιδα, Ηλέκτρα Δωρίδα, Ασία κ.ά.

Τηλέμαχος, ο (Β 260): Ο Τηλέμαχος είναι το μοναδικό παιδί του Οδυσσέα, του βασιλιά της Ιθάκης, με την Πηνελόπη. Η αναχώρηση του πατέρα του για την Τροία συνέπεσε με τη γέννησή του, που αποτέλεσε και την αιτία ο Οδυσσέας να προσπαθήσει να αποφύγει την επιστράτευσή του. Στα είκοσί του, με προτροπή της Αθηνάς, που πήρε τη μορφή του συμβούλου του Οδυσσέα και παιδαγωγού του Τηλέμαχου Μέντορα, πήγε στην Πύλο, τη Σπάρτη και στις Φηρές, να ρωτήσει για την τύχη του πατέρα του. Οι μνηστήρες της Πηνελόπης του έστησαν ενέδρα που απέφυγε και κατάφερε να γυρίσει στην Ιθάκη, όπου, στην καλύβα του χοιροβοσκού Εύμαιου συναντήθηκε με τον πατέρα του, που είχε στο μεταξύ επιστρέψει, και γύρισαν στο παλάτι. όπου τον βοήθησε και σκότωσαν τους μνηστήρες. Μετά από αυτά ο Τηλέμαχος έφυγε από την Ιθάκη, επειδή ο χρησμός έλεγε ότι ο Οδυσσέας θα πέθαινε από το χέρι του γιου του. Πράγματι ο Οδυσσέας σκοτώθηκε από το γιο του, όχι όμως από τον Τηλέμαχο, αλλά από τον Τηλέγονο, που είχε αποκτήσει με την Κίρκη. Μια εκδοχή της μυθολογίας αναφέρει ότι μετά την τυχαία δολοφονία του Οδυσσέα από τον Τηλέγονο, ο Τηλέμαχος γύρισε στην Ιθάκη, τα ετεροθαλή αδέρφια συμφιλιώθηκαν και ο μεν Τηλέγονος παντρεύτηκε την Πηνελόπη, ο δε Τηλέμαχος την Κίρκη. Άλλη εκδοχή φέρνει τον Τηλέμαχο εξορισμένο στην Κέρκυρα (για να αποφευχθεί ο χρησμός) όπου παντρεύεται τη Ναυσικά, την κόρη του Αλκίνοου και κάνει μαζί της τον Περσέπολη ή Πτολίπορθο.

Τήλεμος, ο (ι 509): Γιος του Εύρυμου, μάντης στη χώρα των Κυκλώπων. Προφήτεψε την τύφλωση του Πολύφημου από τον Οδυσσέα.

Τηλέπυλος, ο (κ 82): Πόλη στη χώρα των Λαιστρυγόνων, στην οποία ο ήλιος δεν έδυε ποτέ.

Τηλεφίδης, ο (λ 519): Ο γιος του Τήλεφου, ο Ευρύπυλος, τον οποίο σκότωσε ο Αχιλλέας. Ο πατέρας του Ευρύπυλου Τήλεφος, ήταν νόθος γιος του Ηρακλή και της Αύγης, κόρης του βασιλιά της Τεγέας Αλεού. Γι΄ αυτό, όταν γεννήθηκε, η μητέρα του τον έκρυψε στο ιερό άλσος της Αθηνάς. Τον βρήκε ο παππούς του Αλεός και την μεν Αύγη παρέδωσε στο βασιλιά Ναύπλιο, για να τη ρίξει στη θάλασσα, το δε μωρό το εγκατέλειψε στο βουνό, όπου το βρήκαν και το ανάθρεψαν βοσκοί. Όταν μεγάλωσε ζήτησε χρησμό από το Μαντείο των Δελφών, το οποίο τον προέτρεψε να πάει στη Μυσία να βρει τη μητέρα του. Η μητέρα του, που πουλήθηκε ως δούλα από το Ναύπλιο, παντρεύτηκε το βασιλιά της Μυσίας Τεύθραντα. Μετά την αναγνώρισή του από τη μητέρα του παντρεύτηκε την κόρη του βασιλιά Τεύθραντα, την Αγριόπη, και τον διαδέχτηκε στο θρόνο. Έτσι βρέθηκε ως σύμμαχος των Τρώων στον πόλεμο, όπου τραυματίστηκε από τον Αχιλλέα. Επειδή η πληγή δεν γιατρευόταν, ζήτησε χρησμό, ο οποίος έλεγε ότι θα θεραπευόταν από εκείνον που τον τραυμάτησε. Όμως ένας άλλος χρησμός έλεγε ότι η Τροία θα καταληφτεί μόνον με οδηγίες του Τήλεφου. Έτσι ο Αχιλλέας, για να επαληθεφτεί ο χρησμός, δέχτηκε να θεραπεύσει την πληγή του Τήλεφου.

Τηρείη, η (Β 869): Βουνό της Μικράς Ασίας στη Μυσία.

Τηΰγετος, ο (ζ 103): Ο Ταΰγετος, το βουνό της Λακωνίας.

Τιθωνός, ο (Λ 1): Γιος του Λαομέδοντα και της Στρυμώς, αδερφός του Πρίαμου και πατέρας, από την Ηώ, του Ημαθίωνα και του Μέμνονα, βασιλιά της Αιθιοπίας. Ήταν τόσο ωραίος, που η Ηώ, προσωποποιημένη θεά του φωτός της αυγής, κόρη της Θείας και του Υπερίονα, αδερφή της Σελήνης και του Ήλιου, τον αγάπησε σφροδρά και τον πατρεύτηκε, ζητώντας από το Δία να να τον κάνει αθάνατο. Ξέχασε όμως να του ζητήσει να τον διατηρήσει νέο. Διατήρησε μόνον τη νεανική φωνή του. Στα βαθύτατα γεράματά του, οι θεοί τον λυπήθηκαν και τον μετάμόρφωσαν σε τζιτζίκι.

Τίρυνς, η (Β 559): Η Τίρυνθα, πόλη της Αργολίδας.

Τίτανος, ο (Β 735): Τοποθεσία στη Θεσσαλία.

Τιταρήσιος, ο (Β 735): Παραπόταμος του θεσσαλικού ποταμού Πηνειού.

Τιτήνες, οι (Ξ 279): Θεότητες πρώτης γενιάς, τα έξι αρσενικά παιδιά του Ουρανού και της Γαίας με αρχηγό τους τον Κρόνο. Ονομάζονταν και Ουρανίωνες (Α 570). Τα κορίτσια ονομάζονταν Τιτανίδες.

Τιτυός, ο (λ 576): Γίγαντας, γιος του Ουρανού και της Γαίας, κατ΄ άλλους δε γιος του Δία και της Ελλάρας. Κατοικούσε σε ένα σπήλαιο της Εύβοιας. Η μυθολογία έχει δυο εκδοχές για το θάνατό του. Κατά την πρώτη, κεραυνοβολήθηκε από το Δία επειδή η Ήρα ζήλευε τη Λητώ για τον Απόλλωνα και την Άρτεμη, τα παιδιά που έκανε με τον άντρα της. Έτσι, έκανε τον Τιτυό να επιθυμήσει τη Λητώ και να επιχειρήσει να τη βιάσει. Σύμφωνα με τη δεύτερη, για τον ίδιο λόγο τα παιδιά της Λητώς τον σκότωσαν με τα βέλη τους, το δε σώμα του το έτρωγαν οι γύπες. Ήταν τόσο μεγάλος, που όταν έπεσε νεκρός, το κορμί του κατέλαβε έκταση εννέα πλέθρων (εκταρίων).

Τληπόλεμος, ο 1. (Β 653): Γιος του Ηρακλή, από την Αστυόχη. Σκότωσε το θείο του στο Άργος και κατέφυγε στη Ρόδο, όπου θεωρείται οικιστής της Ιαλυσσού, της Κάμειρου και της Λίνδου. Πήρε μέρος στην εκστρατεία κατά της Τροίας με εννέα καράβια. Τον σκότωσε ο Σαρπηδόνας. 2. (Π 416): Ο γιος του Δαμάστορα, Τρωαδίτης πολεμιστής. Τον σκότωσε ο Πάτροκλος.

Τμώλος, ο (Β 866): Βουνό της Μικράς Ασίας, στη Λυδία.

Τρηχίς, η (Β 682): Αρχαία πόλη της Θεσσλαίας.

Τρήχος, ο (Ε 706): Αχαιός πολεμιστής από την Αιτωλία. Τον σκότωσε ο Έκτορας.

Τρίκκη, η (Β 729): Πόλη της Θεσσαλίας, στην περιοχή που βρίσκονται τα σημερινά Τρίκκαλα. Η μυθολογία φέρει την Τρίκκη ως κόρη του ποτάμιου θεού Πηνειού και γυναίκα του βασιλιά Υψέα, τη θεωρεί δε επώνυμη ηρωίδα της πόλης.

Τριτογένεια, η (Δ 515): Άλλοτε επίθετο και άλλοτε όνομα της θεάς Αθηνάς, επειδή αναφερόταν και ως θυγατέρα της Τριτωνίδας λίμνης (της Βοιωτίας ή της Θεσσαλίας ή της Λιβύης). Άλλωστε η παράδοση την ήθελε και κόρη των υδάτων, γι΄ αυτό αντιδικούσε συχνά με τον Ποσειδώνα. Άλλοι υποστηρίζουν τη περίπτωση της γένηνησής της από το κεφάλι του Δία (στα Κρητικά τριτώ είναι το κεφάλι) και άλλοι επειδή γεννήθηκε ως τρίτο παιδί του Δία, μετά τον Απόλλωνα και την Άρτεμη.

Τροιζήν, η (Β 561): Πόλη της Αργολίδας, γενέτειρα του Θησέα. Πήρε μέρος στην εκστρατεία κατά της Τροίας με ογδόντα καράβια και αρχηγό το Διομήδη.

Τροίζηνος, ο (Β 847): Γιος του Κέου και πατέρας του Εύφημου, βασιλιάς των Κικόνων, συμμάχων των Τρώων.

Τροίη, η: Η Τροία, άλλοτε ως πόλη και πρωτεύουσα των Τρώων (Α 129) που αναφέρεται και ως Ίλιον ή και Ίλιος και άλλοτε ως χώρα (Ω 492). Η χώρα ήταν διαιρεμένη σε πέντε βασίλεια: το βασίλειο του Πάνδαρου, του Άδρηστου, του Αμφίωνα, του Άσιου και του Αινεία. Στην Τροία προσμετρούνται και οι χώρες των Λελέγων και των Κιλίκων.

Τρωάς, η (Ζ 442): Η κάτοικος της Τροίας.

Τρώες, οι (Α 256): Οι κάτοικοι της Τροίας.

Τρωιάς, η (Γ 411): Η κάτοικος της Τροίας, η Τρωαδίτισσα. Η λέξη συναντιέται στον Όμηρο μόνο στον πληθυντικό αριθμό.

Τρωικός, ο (Κ 11): Μόνο αρσεν. Αυτός που είναι της Τροίας.

Τρωίλος, ο (Ω 257): Ένας από τους γιους του Πρίαμου, από την γυναίκα του Εκάβη. Σκοτώθηκε στη μάχη.

Τρώιος, ο 1. (Ε 222): Αυτός που ανήκει στον Τρώα, το βασιλιά, το γιο του Εριχθόνιου. 2. (Ν 262): Ο Τρωικός.

Τρωιός: Βλέπε λέξη Τρωός.

Τρωός 1. (Ψ 291): Επίθετο. Αυτός που ανήκει στο βασιλιά Τρώα, το γιο του Εριχθόνιου. 2. (Ε 461): Ο Τρωικός.

Τρώς, ο 1. (Ε 265): Μυθικό πρόσωπο, γιος του βασιλιά Εριχθόνιου, εγγονός του Δάρδανου και βασιλιάς της Δαρδανίας, κοντά στον Ελλήσποντο. Από το όνομά του πήρε το όνομά της η γύρω χώρα. Είχε γιους τον Ασσάρακο, τον Ίλο, που θεωρείται ιδρυτής του Ιλίου, και τον Γανυμήδη, που ήταν τόσο όμορφος, που τον απήγαγε ο Δίας και τον έκανε οινοχόο και κεραστή του στον Όλυμπο. 2. (Υ 463): Γιος του Αλάστορα, Τρωαδίτης πολεμιστής. Τον σκότωσε ο Αχιλλέας.

Τυδεΐδης, ο (Ε 18): Ο γιος του Τυδέα, ο Διομήδης.

Τυδεύς, ο (Β 406): Ο γιος του βασιλιά της Καλυδώνας Οινέα. Κατά τη διάρκεια του κυνηγιού, σκότωσε άθελά του το θείο του Αλκάθοο και κατέφυγε στο βασιλιά του Άργους Άδραστο. Στο Άργος παντρεύτηκε την κόρη του Άδραστου, τη Δηιπύλη, από την οποία απέκτησε το Διομήδη. Κατά την εκστρατεία κατά των Θηβών ήταν στο πλευρό του Άδραστου, δείχνοντας εξαιρετική ανδρεία. Σκοτώθηκε από το Θηβαίο Μελάνιππο κατά τη διάρκεια μιας μάχης.

Τυνδάρεος, ο (λ 298): Είναι γιος του Περιήρη και εγγονός του Αίολου και της Γοργοφόνης, της κόρης του Θησέα. Κατ΄ άλλους είναι γιος του βασιλιά της Σπάρτης Οίβαλου και της Ναϊάδας Βάτειας. Είναι βασιλιάς της Σπάρτης, που όμως εκθρονίζεται από τον αδερφό του Ιπποκόοντα και τους δώδεκα γιους του και καταφεύγει, μαζί με τον αδερφό του Ικάριο, στο Θέστιο, βασιλιά της Αιτωλίας. Εκεί παντρεύεται την κόρη του Θέστιου Λήδα, με την οποία απέκτησε τον Κάστορα και τον Πολυδεύκη, την Ωραία Ελένη, την Κλυταιμήστρα, την Τιμάνδρα και τη Φιλονόη. Η μυθολογία θέλει πραγματικό πατέρα των Κάστορα και Πολυδεύκη τον Δία (γι΄ αυτό και λέγονται Διόσκουροι), καθώς και την Ελένη, που ενώ είναι δίδυμη με την Κλυταιμήστρα, η Ελένη είναι από το σπέρμα του Δία, επειδή πριν ο Τυνδάρεος κοιμηθεί με τη γυναίκα του, πρόλαβε και ενώθηκε ο Δίας μαζί της. Αργότερα, όταν οι Ηρακλείδες νίκησαν τον Ιπποκόοντα, αυτός υποχρεώθηκε να παραδώσει το βασίλειο της Σπάρτης στον Τυνδάρεο. Για τις δυσκολίες που προκάλεσε στον Τυνδάρεο η μεγάλη ομορφιά της κόρης του Ελένης, ως προς την ανεύρεση του πιο κατάλληλου ανάμεσα στους πάμπολλους μνηστήρες της, βλέπε λέξη Ελένη. Μετά τη θεοποίηση των Διόσκουρων, ο Τυνδάρεος παρέδωσε το θρόνο στο γαμπρό του από την Ελένη, στο Μενέλαο.

Τυρώ, η (β 120): Κόρη του Σαλμωνέα και της Αλκιδίκης. Ανατράφηκε από τον θείο της Κρηθέα. Ερωτεύτηκε τον ποτάμιο θεό Ενιπέα και ενώθηκε μαζί του. Στην πραγματικότητα όμως ήταν ο Ποσειδώνας, ο οποίος πήρε τη μορφή του Ενιπέα και την ξεγέλασε. Από την ένωση αυτή γεννήθηκαν ο Πελίας, θείος του Ιάσονα και ο Νηλέας, πατέρας του Νέστορα. Για το λόγο αυτόν η Τυρώ φυλακίστηκε. Όταν τα παιδιά της μεγάλωσαν, την απελευθέρωσαν. Τότε παντρεύτηκε τον Κρηθέα, από τον οποίο έκανε τον Αίσωνα, πατέρα του Ιάσονα, τον Φέρητα και τον Αμυθάονα.

Τυφωεύς, ο (782): Γίγαντας, που οι αρχαίοι πίστευαν ότι κατοικούσε στη χώρα των Αρίμων, στην Κιλικία της Μ. Ασίας.

Τυχίος, ο (Η 220): Ονομαστός τεχνίτης από την Ύλη της Βοιωτίας. Αυτός κατασκεύασε την περίφημη ασπίδα του Αίαντα του Τελαμώνιου.

 

 

Υ

 

Υάδες, αι (Σ 486): Η λέξη συναντιέται μόνον στον πληθυντικό. Είναι τα εφτά αστέρια του αστερισμού κοντά στην κεφαλή του Ταύρου. Η ανατολή τους αναγγέλει την έναρξη των βροχών και του φθινοπώρου. Κατά τη μυθολογία, πριν γίνουν αστέρια ήταν Νύμφες, κόρες του Άτλαντα και της Πλειόνης.

Υάμπολις, η (Β 521): Αρχαία πόλη στη Φωκίδα.

Υδη, η (Υ 385): Αρχαία πόλη της Λυδίας. Πιθανολογείται, όμως δεν έχει αποδειχτεί ότι είναι οι μετέπειτα Σάρδεις.

Υλακίδης, ο (ξ 204): Ο γιος του Ύλακα Κάστωρας, ευγενής από την Κρήτη. Είναι το πλαστό όνομα που έδωσε ο Οδυσσέας στον χοιροβοσκό του Εύμαιο, πριν από την αναγνώρισή του.

Υλη, η (Β 500): Αρχαία πόλη της Βοιωτίας.

Υλλος, ο (Υ 392): Ποτάμι της Μικράς Ασίας στη Λυδία, που χύνεται στον Έρμο.

Υπειροχίδης, ο ((Λ 673): Ο γιος του Υπείροχου.

Υπείροχος, ο (Λ 335): Ένας Τρωαδίτης πολεμιστής. Τον σκότωσε ο Οδυσσέας.

Υπείρων, ο (Ε 144): Ένας από τους αρχηγούς στο στρατό των Τρωαδιτών. Τον σκότωσε ο Διομήδης.

Υπέρεια, η 1. (Β 734): Περιοχή στη Θεσσαλία με πηγή. 2. (ζ 4): Η παλιότερη χώρα των Φαιάκων, κοντά στο νησί των Κυκλώπων, το οποίο θεωρείται η Σικελία. Εκδιωγμένοι από εκεί από τους Κύκλωπες, εγκαταστάθηκαν στη Σχερία, που ονομάστηκε νησί των Φαιάκων και ταυτίζεται με την Κέρκυρα.

Υπερήνωρ, ο (Ξ 516): Ο γιος του Πάνθου, ένας αρχηγός στο στρατό των Τρωαδιτών. Τον σκότωσε ο Αγαμέμνονας.

Υπερησίη, η (Β 573): Αρχαία πόλη της Αχαΐας.

Υπεριονίδης, ο (μ 176): Ο γιος του Υπερίονα, ο Ήλιος.

Υπερίων, ο 1. (Θ 480): Επίθετο του ήλιου. 2. (α 24): Ο ίδιος ο ήλιος.

Υποθήβαι, αι (Β 505): Αρχαία πόλη της Βοιωτίας.

Υρίη, η (Β 469): Αρχαία πόλη της Βοιωτίας.

Υρμίνη, η (Β 616): Παραλιακή πόλη της Πελοποννήσου στην Ήλιδα.

Υρτακίδης, ο (Β 837): Ο γιος του Ύρτακου, ο Άσιος.

Υρτακος, ο (Ν 759): Ο πατέρας του Άσιου, που τον έκανε με τη σύζυγό του Αρίσβη. Τρωαδίτης πολεμιστής καταγόμενος από την Περκώτη. Σκοτώθηκε στη μάχη.

Υρτιος, ο (Ξ 511): Ο γιος του Γύρτιου, Μυσός πολεμιστής, σύμμαχος των Τρώων. Τον σκότωσε ο Αίαντας ο Τελαμώνιος.

Υψήνωρ, ο 1. (Ε 76): Τρωαδίτης πολεμιστής. Τον σκότωσε ο Ευρύπυλος, ο γιος του Ευαίμονα. 2. (Ν 411): Γιος του Ίππασου, ένας από τους αρχηγούς στο στρατό των Αχαιών. Τον σκότωσε ο Δηίφοβος.

Υψιπύλη, η (Η 469): Κόρη του Θόαντα, βασιλιά της Λήμνου και της Μύρινας. Από τον πατέρα της είναι εγγονή του Διόνυσου και της Αριάδνης. Από τη μητέρα της κατάγεται από τον Κρηθέα και κατά συνέπεια από τον Αίολο. Όταν ο Ιάσονας στάθμευσε στη Λήμνο, ενώθηκε μαζί του και έκανε μαζί του δυο γιους, τον Εύνεο, που προμήθευε το στρατό των Αχαιών με Λημνιό κρασί, και το Νεφρόνιο.

 

 

Φ

 

Φαέθουσα, η (μ 132): Η μια από τις δυο θυγατέρες του Ήλιου, που, μαζί με την άλλη, τη Λαμπετίη, φύλαγαν τα ιερά κοπάδια από αγελάδες και πρόβατα του πατέρα τους. Μάνα τους ήταν η Νέαιρα και είχαν αδερφό τον Φαέθοντα.

Φαέθων, ο  1. (ψ 246): Ένα από τα παιδιά της Ηώς, που εδώ, μαζί με τον αδερφό του Λάμπο, ως άλογα, σέρνουν το άρμα του φωτός. 2. (ψ 246): Ο γιος της Ηώς και του Κέφαλου. Ήταν τόσο όμορφος, που η θεά Αφροδίτη τον άρπαξε και τον τοποθέτησε φύλακα στο ναό της. Η μυθολογία τον φέρνει και ως γιο του Ήλιου και της Ωκεανίδας Κλυμένης ή της Ρόδης. Αποπειράθηκε να οδηγήσει αυτός το άρμα του πατέρα του και από αδεξιότητα, γκρεμίστηκε και σκοτώθηκε.

Φαίδιμος, ο (δ 617): Βασιλιάς στη Σιδώνα της Φοινίκης. Ο Μενέλαος και η Ωραία Ελένη, περιπλανόμενοι κατά το ταξίδι της επιστροφής τους, τον επισκέφτηκαν. Τους φιλοξένησε και τους έδωσε πλούσια δώρα.

Φαίδρη, η (λ 321): Μια από τις θυγατέρες του Μίνωα και της Πασιφάης, σύζυγος του Θησέα. Με το Θησέα, που τον παντρεύτηκε, όταν εκείνος σκότωσε το Μινώταυρο, έκανε δυο αγόρια, τον Ακάμαντα και τον Δημοφώντα. Ερωτεύτηκε όμως σφοδρά τον Ιππόλυτο, γιο του Θησέα από την γυναίκα του Ιππολύτη (ή Αντιόπη ή Μελανίππη). Ο Ιππόλυτος δεν ανταποκρίθηκε στον έρωτά της και τότε αυτή τον διέβαλε στο Θησέα, ο οποίος τον εξόρισε. Παρασυρμένο το άρμα του Ιππόλυτου από τα άλογά του, τον έρριξε κάτω και σκοτώθηκε. Η Φαίδρα, από τις τύψεις που ένιωθε, κρεμάστηκε.

Φαίηκες, οι (ε 386): Οι Φαίακες, οι κάτοικοι του νησιού Σχερία, που ταυτίζεται με τη σημερινή Κέρκυρα. Φημιζόταν ως τολμηροί ναυτικοί, καταγόμενοι από τον Ποσειδώνα.

Φαίνοψ, ο 1. (Ε 152): Τρωαδίτης, πατέρας του Ξάνθου και του Θόονα, που τους σκότωσε ο Διομήδης. 2. (Ρ 312): Τρωαδίτης, πατέρας του πολεμιστή Φόρκυνα, που σκοτώθηκε από τον Αίαντα τον Τελαμώνιο. 3. (Ρ 583): Γιος του Άσιου, από την Άβυδο, φίλος του Έκτορα.

Φαίστος, ο 1. (Ε 43): Ο γιος του Βώρου, από την Τάρνη της Λυδίας. Τον σκότωσε ο Ιδομενέας. Η μυθολογία γνωρίζει τον Φαίστο, γιο του Ηρακλή και βασιλιά της Σικυνώνας, ο οποιος, μεταναστεύοντας στην Κρήτη, ίδρυσε την πόλη Φαιστό.

Φαιστός, η (Β 648): Αρχαία πόλη της Κρήτης. Σύμφωνα με τη μυθολογία, η ίδρυσή της έγινε από το γιο του Ηρακλή Φαίστο.

Φάλκης, ο (Ν 791): Τρωαδίτης πολεμιστής. Τον σκότωσε ο γιος του Νέστορα Αντίλοχος. 

Φάρις, η (Β 582): Πόλη της Λακωνικής, δυτικά από τις Αμύκλες.

Φάρος, ο (δ 355): Μικρό βραχονήσι στις εκβολές του Νείλου, μπροστά στο λιμάνι της Αλεξάνδρειας.

Φαυσιάδης, ο (Λ 578): Ο γιος του Φαύσιου, ο Απισάονας, ένας Τρωαδίτης. Τον σκότωσε ο Ευρύπυλος, ο γιος του Ευαίμονα.

Φεαί, αι (ο 297): Πόλη της  Ήλιδας, η Φειά.

Φειά, η (Η 135): Πόλη της Ήλιδας, οι Φεές.

Φείδας, ο (Ν 691): Ένας από τους αρχηγούς των Αθηναίων.

Φείδιππος, ο (Β 678): Γιος του Θεσσαλού και εγγονός του Ηρακλή. Μαζί με τον αδερφό του Άντιφο, ήταν οι αρχηγοί των νησιών Νίσυρος, Κάρπαθος, Κως, Κάσος και Καλύδνες στην εκστρατεία κατά της Τροίας, στην οποία πήραν μέρος με τριάντα καράβια. Στην επιστροφή η τρικυμία τους μετέφερε στην Άνδρο, κατ΄ άλλους στην Κύπρο, ενώ κατ΄ άλλους στην Ήπειρο, όπου έχτισαν την πόλη Θεσπρωτία.

Φείδων, ο (ξ 316): Βασιλιάς στη Θεσπρωτία της Ηπείρου. Πολλοί τον ταυτίζουν με το γιο του Θεσσαλού και εγγονό του Ηρακλή, δηλαδή το βασιλιά της Κάσου Φείδιππο, που, κατά την επιστροφή του από την Τροία, η τρικυμία τον έριξε στις ακτές της Ηπείρου.

Φενεός, ο (Β 605): Αρχαία πόλη στην Αρκαδία.

Φεραί, αι (Β 711): Πόλη στη Μαγνησία της Θεσσαλίας, κοντά στη Βοιβηίδα λίμνη.

Φέρεκλος, ο (Ε 59): Γιος του Τέκτονα, Τρωαδίτης ναυπηγός και πολεμιστής. Αυτός, με τη βοήθεια της Αθηνάς, κατασκεύασε το πλοίο με το οποίο ο Πάρης ταξίδεψε στη Σπάρτη και έκλεψε την Ωραία Ελένη. Τον σκότωσε ο Μηριόνης.

Φέρης, ο (λ 259): Γιος του βασιλιά της Θεσσαλίας Κρηθέα και της πανέμορφης Τυρώς, της κόρης του Σαλμωνέα. Είναι αδερφός του Αίσονα και του Αμυθάονα και ετεροθαλής αδερφός (από τον Ποσειδώνα) του Νηλέα και του Πελία.

Φέρουσα, η (Σ 43): Νηρηίδα, μια από τις πενήντα κόρες του Νηρέα και της Ωκεανίδας Δωρίδας.

Φηγεύς, ο (Ε 11): Γιος του Δάρη, Τρωαδίτης πολεμιστής και ιερέας του Ήφαιστου στην Τροία. Τον  σκότωσε ο Διομήδης.

Φήμιος, ο (α 154): Γιος του Τέρπιου, περίφημος αοιδός στο παλάτι του Οδυσσέα στην Ιθάκη.

Φηραί, αι: Βλέπε λέξη Φηρή.

Φηρή, η & Φηραί, αι (Ε 543): Πόλη της τότε Λακωνικής, στη Μεσσηνία.

Φηρητιάδης, ο (Β 763): Ο γιος του Φέρητα, ο Εύμηλος.

Φθειρών όρος, το (Β 868): Βουνό της Μικράς Ασίας στην Καρία.

Φθίη, η (Α 155): Η Φθία, η περιοχή που εκτεινόταν το βασίλειο του Αχιλλέα στη Θεσσαλία.

Φθίοι, οι (Ν 686): Οι κάτοικοι της Φθίας.

Φιλητορίδης, ο (Υ 457): Ο γιος του Φιλήτορα, ο Δημούχος. Ένας Τρωαδίτης, που τον σκότωσε ο Αχιλλέας στη μάχη.

Φιλοίτιος, ο (υ 185): Υπηρέτης του Οδυσσέα. Ήταν ο αρχηγός των βοσκών του.

Φιλοκτήτης, ο (Β 718): Γιος του Αργοναύτη Ποίαντα και της Δημώνασσας, εγγονός του Φυλάκου, βασιλιά της θεσσαλικής Φυλάκης, ο οποίος ήταν εγγονός του γενάρχη Αίολου. Ο Φιλοκτήτης ήταν αρχηγός των στρατιωτών της Μηθώνης, της Θαυμακίας, Ολιζώνας και της Μελίβοιας, που πήραν μέρος στην εκστρατεία κατά της Τροίας με εφτά καράβια. Ήταν ξακουστός τοξευτής, επειδή κληρονόμησε το τόξο και τα βέλη του Ηρακλή, αφού ήταν ο μοναδικός παρευρισκόμενος στο θάνατο εκείνου. Είναι αυτός που ετοίμασε το σωρό των ξύλων για το κάψιμο του σώματος, σύμφωνα με την επιθυμία του Ηρακλή. Στον ενδιάμεσο σταθμό για την Τροία, στο νησί Λήμνος, αποβιβάστηκε για να κάνει θυσία. Εκεί, με τη θέληση της Ήρας, τον δάγκωσε ένα φίδι. Οι πόνοι που ήταν ανυπόφοροι τον ανάγκαζαν να ουρλιάζει, η δε δυσοσμία της πληγής ήταν τέτοια, που τον άφησαν στο νησί μέχρι το τέλος του πολέμου. Επειδή όμως ο χρησμός έλεγε ότι χωρίς το τόξο και τα βέλη του Φιλοκτήτη δεν θα έπεφτε η Τροία, πήγαν στη Λήμνο ο Οδυσσέας και ο Νεοπτόλεμος (ή ο Διομήδης) και τον έφεραν στην Τρωάδα. Εκεί, στο στρατόπεδο των Αχαιών, τον θεράπευσε ο γιος του Ασκληπιού Μαχάονας. Είναι αυτός που σκοτώνει τον Πάρη κι έτσι έπεσε και η Τροία.

Φιλομηλεΐδης, ο: Κάποιος με τον οποίο ο Οδυσσέας πάλαιψε και τον νίκησε. Στον Όμηρο το όνομα αναφέρεται μια φορά στο  γιο του Φιλομηλεΐδη (δ 343) και μια φορά στον ίδιο το Φιλομηλεΐδη (ρ 134). Είναι γνωστό πάντως ότι ο Όμηρος χρησιμοποιεί τέτοιες καταλήξεις σε πατρωνυμικές λέξεις. Δεν υπάρχουν περισσότερα στοιχεία για το πρόσωπο αυτό. Η μυθολογία αναφέρει κάποιον Φιλομηλεΐδη, βασιλιά της Λέσβου και δεινό παλαιστή, που ανάγκαζε τους ξένους να παλεύουν μαζί του.

Φλεγύαι ή Φλέγυες, οι (Ν 302): Ληστρικό φύλο της Θεσσαλίας.

Φόβος, ο (Δ 440): Η προσωποποίηση του Φόβου. Σύμφωνα με τη μυθολογία, ο Φόβος είναι γιος του Άρη και της Αφροδίτης και αδερφός του Δείμου, με τον οποίο εμφανίζεται πάντα μαζί, ως προσωποποίηση του Φόβου και του Τρόμου. Ο Φόβος και ο Τρόμος ήταν υπηρέτες και μόνιμοι συνοδοί του Άρη.

Φοίβος, ο (Α 443): Ο θεός Απόλλωνας ως θεότητα του φωτός. Η λέξη χρησιμοποιείται άλλοτε ως επίθετο στη λέξη Απόλλων και άλλοτε από μόνη της, ως κύριο όνομα, και πάλι μόνο για το θεό  Απόλλωνα.

Φοίνικες, οι (Ψ 744): Οι κάτοικοι της Φοινίκης, γνωστοί ως ναυτικοί και έμποροι, τεχνίτες και πειρατές.

Φοινίκη, η (δ 83): Αρχαία χώρα στις ακτές της Νοτιοανατολικής Μεσογείου, ανατολικά του όρους Λίβανος, με πρωτεύουσά της την πόλη Σιδόνα.

Φοίνιξ, ο 1. (Ξ 321): Ο πατέρας της Ευρώπης, με την οποία ο Δίας απέκτησε το Μίνωα, το Σαρπηδόνα και το Ραδάμανθη. 2. (Ι 168): Γιος του Αμύντορα, εγγονού του Αίολου και βασιλιά του Ορμένιου της Θεσσαλίας (ή του Ελαιώνα της Βοιωτίας) και σύντροφος του Αχιλλέα. Λέγεται, ότι η Φθία, η παλλακίδα του βασιλιά, ερωτεύτηκε και προσπάθησε να αποπλανήσει το Φοίνικα. Εκείνος απέκρουσε τον έρωτά της. Τότε εκείνη τον διέβαλε στο βασιλιά, ο οποίος τον τύφλωσε. Τότε κατέφυγε στον Πηλέα, ο οποίος τον έστειλε στο Χείρονα, που του ξανάδωσε το φως του. Στη συνέχεια ο Πηλέας τον κατέστησε παιδαγωγό του Αχιλλέα, και τον κατέστησε βασιλιά των Δολόπων. Φοίνιξ, είναι και ο Φοίνικας, ο κάτοικος της Φοινίκης (βλέπε λέξη).

Φοίνισσα, η (ο 417): Η γυναίκα από τη Φοινίκη.

Φόρβας, ο 1. (Ι 665): Ο βασιλιάς της Λέσβου και πατέρας της Διομήδης, την οποία πήρε ως σκλάβα ο Αχιλλέας. 2. (Ξ 490): Ο πατέρας του Ιλιονέα, πλούσιος Τρωαδίτης πολεμιστής. Τον σκότωσε ο Αργείος Πηνέλεος.

Φόρκυς, ο 1. (α 72): Θαλάσσια θεότητα, γιος του Πόντου και της Γαίας (ή του Ωκεανού και της Τηθύας), πατέρας των Γοργόνων. Ο Φόρκυς ήταν και πατέρας της Νύμφης Θόωσας, που είχε γιο (από τον Ποσειδώνα) τον Κύκλωπα Πολύφημο. Εμφανίζεται πάντα ως υπέργηρος. Στην Ιθάκη ένα λιμάνι ονομαζόταν Λιμήν Φόρκυνος. 2. (Β 862): Γιος του Φαίνοπα, ένας από τους ηγεμόνες των Φρυγών. Τον σκότωσε ο Διομήδης.

Φραδμονίδης, ο (Θ 257): Ο γιος του Φράδμονα, ο Αγέλαος, που τον σκότωσε ο Διομήδης.

Φρόνιος, ο (β 386): Ο πατέρας του Νοήμονα, Ιθακήσιος, που εξασφάλισε καράβι για τον Τηλέμαχο, να πάει στη Πύλο, στο βασιλιά Νέστορα, να τον ρωτήσει για την τύχη του πατέρα του Οδυσσέα.

Φρόντις, η (Ρ 40): Σύζυγος του Πάνθου και μητέρα του Εύφορβου, αυτού που πλήγωσε τον Πάτροκλο.

Φρόντις, ο (γ 282): Γιος του Ονήτορα, κυβερνήτης του καραβιού του Μενέλαου.

Φρύγες, οι (Β 862): Οι κάτοικοι της Φρυγίας.

Φρυγίη, η (Γ 184): Χώρα στο βόρειο τμήμα της Μ. Ασίας, μέρος της οποίας αποτελούσε και η Τρωάδα, η χώρα του Πρίαμου.

Φυλάκη, η (Β 695): Πόλη στη θεσσαλική Φθία.

Φυλακίδης, ο (Β 705): Ο γιος του Φυλάκου, ο Ίφικλος.

Φύλακος, ο 1. (Ζ 35): Τρωαδίτης πολεμιστής. Τον σκότωσε ο αρχηγός των Βοιωτών Λήιτος. 2. (ο 231): Πατέρας του Ίφικλου και του Πρωτεσίλαου.

Φύλας, ο (Π 181): Ο πατέρας της Πολυμήλης, βασιλιάς της θεσπρωτικής Εφύρας, παππούς του Εύδωρου, ενός από τους αρχηγούς του στρατού των Αχαιών.

Φυλείδης, ο (Β 628): Ο γιος του Φυλέα, ο Μέγης.

Φυλεύς, ο (Β 628): Γιος του βασιλιά της Ήλιδας Αυγεία. Εξορίστηκε από τον πατέρα του επειδή υποστήριξε το δίκαιο του Ηρακλή. Εγκαταστάθηκε στο Δουλίχιο, στα νησιά Εχινάδες.

Φυλομέδουσα, η (Η 10): Η σύζυγος του βασιλιά της Άρνης Βοιωτίας Αρηίθοου και μητέρα του Μενέσθιου, Αχαιού πολεμιστή που σκότωσε ο Πάρης.

Φυλώ, η (δ 125): Θεραπαινίδα της Ωραίας Ελένης στη Σπάρτη.

Φωκήες, οι (Β 517): Οι κάτοικοι της Φωκίδας, οι Φωκαείς.

  

Χ

 

Χαλκίς, η 1. (Β 537): Αρχαία πόλη της Εύβοιας, στο στενό του Ευρίπου. Κατοικούνταν από Άβαντες, οι οποίοι πήραν μέρος στην εκστρατεία κατά της Τροίας με σαράντα καράβια. 2. (Β 640): Πόλη της Αιτωλίας, κοντά στον ποταμό Εύηνο. Πήρε και αυτή μέρος, μαζί με άλλες Αιτωλικές πόλεις, στην εκστρστεία κατά της Τροίας, με σαράντα καράβια και αρχηγό το Θόα. 3. (ο 295): Χωριό στις ακτές τις Δυτικής Πελοποννήσου.

Χαλκωδοντιάδης, ο (Β 541): Είναι ο γιος του Χαλκόδοντα, ο Ελεφήνορας, αρχηγός των Αβάντων.

Χάλκων, ο (Π 595): Ο πλούσιος πατέρας του Μυρμιδόνα Βαθυκλή. Τον Βαθυκλή τον σκότωσε ο Γλαύκος.

Χάρις, η (Σ 382): Η σύζυγος του θεού Ήφαιστου(;). Στην Οδύσσεια είναι σαφές ότι η Αφροδίτη είναι η σύζυγος του θεού  Ήφαιστου.

Χάριτες, αι (Ε 338): Οι Χάριτες είναι θεραπαινίδες της Αφροδίτης και ακόλουθές της. Πρόκειται για θεότητες της ομορφιάς, της γλυκύτητας, της χάρης και του χαρούμενου βίου. Είναι κόρες του Δία με την Ωκεανίδα Ευρυνόμη. Είναι αυτές που φιλοτέχνησαν το πέπλο της Αφροδίτης. Στον  Όμηρο ο αριθμός τους δεν φαίνεται καθορισμένος. Αναφέρεται η Χάρις ως σύζυγος του Ήφαιστου, ενώ η Πασιθέα παίρνει από την Ήρα την υπόσχεση να της δώσει για σύζυγό της τον Ύπνο. Στη Θεογονία του Ησίοδου οι Χάριτες είναι τρεις: η Αγλαΐα, η Ευφροσύνη και η Θάλεια.

Χάροπος, ο (Β 672): Βασιλιάς της Σύμης, πατέρας του Νιρέα, του πιο όμορφου στο στρατόπεδο των Αχαιών, μετά τον Αχιλλέα.

Χάροψ, ο (Λ 426): Ο γιος του Ίππασου. Τρώας πολεμιστής που τον σκότωσε ο Οδυσσέας.

Χάρυβδις, η (μ 104): Θυγατέρα του Ποσειδώνα και της Γης, η προσωποποίηση του στρόβιλου και της δίνης της θάλασσας. Ήταν απέναντι από τη Σκύλλα, στα βράχια του στενού της Μεσσήνης. Πρόκειται για μυθολογικό τέρας που ρουφούσε το νερό και μετά το ξερνούσε.

Χείρων, ο (Δ 219): Ο Κένταυρος Χείρων, γιος του Κρόνου και της Ωκεανίδας Φιλύρας, ο καλός Κένταυρος (βλέπε λέξη) και "δικαιότατος κενταύρων". Ήταν ξακουστός για τη σοφία του, τη μαντική και κυρίως την ιατρική, την οποία είχε διδάξει στον Ασκληπιό. Υπήρξε  και ο παιδαγωγός του Αχιλλέα.

Χερσιδάμας, ο (Λ 423): Τρωαδίτης πολεμιστής. Τον σκότωσε ο Οδυσσέας.

Χίμαιρα, η (Ζ 179): Ένα φοβερό μυθολογικό τέρας, θεϊκής καταγωγής, που ζούσε στη Λυκία. Λέγεται ότι ανατράφηκε από το βασιλιά Αμισώδαρο. Είχε κεφάλι λιονταριού, σώμα κατσίκας και ουρά δράκοντα, ενώ από το στόμα του έβγαζε φωτιές. Κατά παραγγελία του βασιλιά Ιοβάτη, τη σκότωσε ο Βελλεροφόντης.

Χίος, η (γ 170): Νησί απέναντι από τις Μικρασιατικές ακτές, στα μέσα του Ανατολικού Αιγαίου.

Χλώρις, η (λ 281): Η κόρη του Αμφίονα και σύζυγος του Νηλέα, βασιλιά της Πύλου, με τον οποίο απέκτησε τους γιους Νέστορα, Χρόμιο, Περικλυμένη και την πεντάμορφη Πηρώ. Για την ιστορία της Πηρώς, βλέπε λέξη.

Χρομίος, ο 1. (Δ 295): Γιος του οικιστή της Πύλου και βασιλιά της Νηλέα και της Χλωρίδας, αδερφός του Νέστορα και του Περικλυμένη και ένας από τους αρχηγούς του στρατού στους Αχαιούς. 2. (Ε 160): Ένας από τους γιους του Πρίαμου. 3. (Ε 677): Λύκιος πολεμιστής, σύμμαχος των Τρώων. Τον σκότωσε ο Οδυσσέας. 4. (Θ 275): Άλλος Τρωαδίτης πολεμιστής. Τον σκότωσε ο Τεύκρος. (Ρ 218): Ένας γενναίος Μυσός αρχηγός, σύμμαχος των Τρώων και σύντροφος του Έκτορα.

Χρόμις, ο (Β 858): Μαζί με τον μάντη Έννομο, αρχηγός, των Μυσών, συμμάχων των Τρώων.

Χρύση, η (Α 37): Πόλη και λιμάνι στις ακτές της Τροίας. Στη Χρύση υπήρχε ναός του (Σμινθέου) Απόλλωνα.

Χρυσηίς, η (Α 111): Το πατρωνυμικό όνομα της κόρης του ιερέα του Απόλλωνα Χρύση, που λεγόταν Αστυνόμη. Όταν ο Αχιλλέας κυρίευσε τη Χρύση και Λυρνησσό, πήρε αιχμάλωτες τη Χρυσηίδα και τη Βρισηίδα. Κράτησε τη Βρισηίδα για τον εαυτό του και τη Χρυσηίδα έδωσε στον Αγαμέμνονα. Επειδή ο Αγαμέμνονας έπρεπε να επιστρέψει τη Χρυσηίδα, για να εξευμενίσει τον Απόλλωνα και να πάψουν οι συμφορές του στρατού, ζήτησε από τον Αχιλλέα το δικό του γέρας, τη Βρισηίδα. Αυτό προκάλεσε την "μήνιν Αχιλλέως", την οργή του και την αποχώρησή του από τις μάχες. Με την οργή του Αχιλλέα αρχίζει ο Όμηρος την Ιλιάδα του, που είναι και το κύριο θέμα της.

Χρύσης, ο (Α 11): Ο πατέρας της Χρυσηίδας, ιερέας στο ναό του Σμινθέου Απόλλωνα, στην πόλη Χρύση.

Χρυσόθεμις, η (Ι 145): Η θυγατέρα του Αγαμέμνονα και της Κλυταιμήστρας, αδερφή του Ορέστη, της Λαοδίκης (ή Ηλέκτρας) και Ιφιάνασσας (ή Ιφιγένειας).

  

Ψ

 

Ψυρίη, η (γ 171): Μικρό νησί στα βορειοδυτικά της Χίου, τα σημερινά Ψαρά.

   

Ω

  

Ωαρίων, ο: Βλέπε λέξη Ωρίων.

Ωγυγίη, η (α 85): Μυθικό νησί στα πέρατα του Ωκεανού. Εκεί κατοικούσε η Νύμφη Καλυψώ, όπου κράτησε για εφτά ολόκληρα χρόνια τον Οδυσσέα, που βγήκε ναυαγός στο νησί της. Σύμφωνα με τις αναφορές του ίδιου του Οδυσσέα στη Ναυσικά, την κόρη του βασιλιά των Φαιάκων, η απόσταση από το νησί της Ωγυγίας μέχρι τη Σχερία, το νησί των Φαιάκων (που ταυτίζεται με τη σημερινή Κέρκυρα) ήταν είκοσι ημέρες.

Ωκαλέη, η (Β 501): Πόλη της Βοιωτίας, που μαζί με άλλες Βοιωτικές πόλεις και αρχηγούς τον Αρκεσίλαο, Λήιτο, Κλονίο, Προθοήνορα και Πηνέλεο πήρε μέρος στην εκστρατεία κατά της Τροίας με πενήντα καράβια.

Ωκεανός, ο 1. (Γ 5): Είναι ο πλατύς και βαθύς ποταμός του κόσμου όλου, που περιβάλλει ολόγυρα τη γη με κυκλική πορεία των νερών του. Αποτελεί τα έσχατα όρια της γης. Από τον Ωκεανό ανατέλλουν τα άστρα και στον ουρανό δύουν (εκτός από την άρκτο). Στις νότιες εσχατιές του κατοικούσαν οι ναννώδεις Πυγμαίοι. Στα δυτικά όριά του βρίσκονται τα Ηλύσια Πεδία, ενώ στα πέρατα του Ωκεανού αρχίζει ο Κάτω Κόσμος, το δάσος της Περσεφόνης και το βάραθρο. Εκεί βρίσκεται και η είσοδος του Άδη. 2. (δ 568): Ως πρόσωπο, ο Ωκεανός είναι ποτάμιος θεός, ο σύζυγος της Τηθύας και πατέρας όλων των θεών και των ανθρώπων.

Ωκύαλος, ο (θ 111): Ένα από τα αρχοντόπουλα των Φαιάκων που πήραν μέρος στους αγώνες που διοργάνωσε ο βασιλιάς Αλκίνοος προς τιμήν του Οδυσσέα.

Ωλενίη (πέτρη) (Β 617): Επίθετο, για τοποθεσία στην Ήλιδα. Και τις δυο φορές που αναφέρεται από τον Όμηρο, είναι θηλυκό.

Ωλενος, η (Β 639): Πόλη της Αιτωλίας που μαζί με άλλες πόλεις των Αιτωλών πήρε μέρος στην εκστρατεία κατά της Τροίας με σαράντα καράβια και αρχηγό το Θόαντα, το γιο του Ανδραίμονα.

Ωρείθυια, η (Σ 48): Νηρηίδα, μια από τις πενήντα θυγατέρες του Νηρέα και της κόρης του Ωκεανού, της Δωρίδας.

Ωρίων, ο (Σ 486): Ο Ωρίωνας, γιος της Ερυάλης από τον Ποσειδώνα, ήταν ένας όμορφος, γιγαντόσωμος και δυνατός κυνηγός, που είχε και την ικανότητα να περπατά πάνω στο νερό. Η θεά Άρτεμη τον σκότωσε από τη ζήλεια της για τον έρωτά του προς τη Ηώ. Μετά το θάνατό του ο Ωρίωνας μεταμορφώθηκε σε αστερισμό, απέναντι από την Άρκτο.

Ωρος, ο (Λ 303): Αχαιός πολεμιστής. Τον σκότωσε ο Έκτορας.

Ωτος, ο 1. (Ε 385): Γιος του Αλπέα (ή του Ποσειδώνα) και της Ιφιμέδειας, ένας Γίγαντας. Μαζί με τον αδερφό του Εφιάλτη, αλυσόδεσαν και κράτησαν μέσα σ΄ ένα πυθάρι για δεκατρείς μήνες το θεό Άρη, μέχρι που τον ελευθέρωσε ο Ερμής. 2. (Ο 518): Αχαιός από την Κυλλήνη, αρχηγός των Επειών.

Ωψ, ο (α 429): Ο Ώπος, ο γιος του Πεισίνορα, Ιθακήσιου κήρυκα στην υπηρεσία του Τηλέμαχου, και της Ευρύκλειας, της πιστής τροφού του Οδυσσέα.

 

Ε Υ Ρ Ε Τ Η Ρ Ι Ο

    

ΕΥΡΕΤΗΡΙΟ  ΟΝΟΜΑΤΩΝ  ΓΕΝΕΑΛΟΓΙΚΩΝ  ΠΙΝΑΚΩΝ

 

Όνομα

Α

Πίν.

Σελ.

 

Όνομα

 

Πίν.

Σελ.

Άβαντας

17

147

 

Αμυθάοντας

9

86

Αγάθονας

18

156

 

Αμφιθέα

2

15

Αγαμέμνονας

1

12

 

Αμφίονας

6

69

Αγανός

5

58

 

Αμφιτρύονας

7

73

Αγαύη

10

93

 

Αναξώ

7

73

Αγήνορας

5

58

 

Ανδρόγεος

14

122

Αγήνορας

10

93

 

Ανδρομέδα

7

73

Αγήνορας

12

111

 

Ανδρομέδα

17

147

Αγλαΐα

17

147

 

Ανίκητος

7

73

Άγριος

13

118

 

Ανταίος

3

50

Άγριος

15

131

 

Αντεία

15

131

Άδης

6

69

 

Αντιγόνη

16

133

Άδραστος

2

15

 

Αντίκλεια

15

131

Αερόπη

1

12

 

Αντιόπη

6

69

Αερόπη

14

122

 

Αντίοχος

7

73

Αθάμαντας

19

168

 

Αντίφονος

18

156

Αθηνά

6

69

 

Απημοσύνη

14

122

Αιακός

6

69

 

Απόλλωνας

6

69

Αιγέας

8

80

 

Απόλλωνας

14

122

Αιγιαλέας

2

15

 

Αργεία

2

15

Αιγιάλεια

2

15

 

Άργης

11

103

Αίγινα

6

69

 

Αργος

6

69

Αίθρη

8

80

 

Αρδέα

15

131

Αίμονας

16

133

 

Άρης

5

58

Αίολος

19

168

 

Άρης

6

69

Αίσακος

18

156

 

Άρης

10

93

Αίσονας

9

86

 

Άρης

12

111

Ακακαλλίδα

14

122

 

Αριάδνη

14

122

Ακάμαντας

8

80

 

Αρίσβη

4

50

Ακάμαντας

14

122

 

Αρίσβη

18

156

Ακρίσιος

17

147

 

Αριστόμαχος

2

15

Αλέξανδρος

18

156

 

Αρκεσίλαος

15

131

Αλεξιάρης

7

73

 

Αρμονία

4

50

Αλθαία

5

58

 

Αρμονία

6

69

Αλθαία

12

111

 

Αρμονία

10

93

Αλθαία

13

118

 

Άρτεμη

6

69

Αλθαιμένη

14

122

 

Ασσάρακος

4

50

Αλκάθοος

13

118

 

Ασσάρακος

18

156

Αλκαίος

17

147

 

Αστέριος

10

93

Αλκμήνη

6

69

 

Αστυδάμεια

7

73

Αλκμήνη

7

73

 

Αστυόχη

7

73

Αλκυόνη

19

168

 

Αστυόχη

18

156

Αμυθάονας

2

15

 

Αστυόχη (1)

4

50

Όνομα

Α

Πίν.

Σελ.

 

Όνομα

Πίν.

Σελ.

Αστυόχη (2)

4

50

 

Ατρέας

1

12

Άτλας

4

50

 

Αύγη

7

73

Αύσονας

15

131

 

Αχέλαος

7

73

Αυτονόη

10

93

 

Αχιλλέας

5

58

Αφροδίτη

10

93

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Β

Βατίεια

4

50

 

Βουκολίονας

4

50

Βειάρεος

11

103

 

Βουκολίονας

18

156

Βήλος

10

93

 

Βούνικος

5

58

Βίας

2

15

 

Βρόντης

11

103

 

 

 

 

 

 

 

Γ

Γαία

3

45

 

Γλαύκος

14

122

Γαία

6

69

 

Γληνός

7

73

Γαία

11

103

 

Γοργοφόνη

15

131

Γανυμήδης

4

50

 

Γοργοφόνη

17

147

Γανυμήδης

18

156

 

Γοργυθίονας

18

156

Γίγαντες

3

45

 

Γύγης

11

103

 

 

 

 

 

 

 

Δ

Δανάη

6

69

 

Δημοφώντας

14

122

Δανάη

17

147

 

Δίας

4

50

Δάρδανος

4

50

 

Δίας

5

58

Δάρδανος

6

69

 

Δίας

6

69

Δευκαλίωνας

14

122

 

Δίας

7

73

Δευκαλίωνας

19

168

 

Δίας

10

93

Δηιάνειρα

7

73

 

Δίας

11

103

Δηιάνειρα

13

118

 

Δίας

12

111

Δηικόοντας

7

73

 

Δίας

14

122

Δηίμαχος

19

168

 

Δίας

17

147

Δηιόνας

19

168

 

Διόνυςος

6