πίσω

Η ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ ΤΗΣ ΑΛΕΞΑΝΔΡΕΙΑΣ

ΟΙ ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΙ ΚΑΙ Η ΚΑΤΑΣΤΡΟΦΗ ΤΗΣ

 

 

Ο ισχυρισμός ότι οι χριστιανοί κατέστρεψαν την περίφημη Βιβλιοθήκη της Αλεξάνδρειας είναι από τους πιο παλαιούς. Ωστόσο υπήρχαν περισσότερες της μιας βιβλιοθήκες στην Αλεξάνδρεια. Οι κυριότερες ήταν η λεγόμενη «Βασιλική Βιβλιοθήκη» καθώς και το λεγόμενο «Μουσείο» (400 χιλιάδες τόμοι) που ήταν στην περιοχή του Βρουχείου. Στις βιβλιοθήκες αυτές υπήρχαν συγγράμματα από όλους τους λαούς και θρησκείες, όχι μόνον αρχαιοελληνικά. Υπήρχαν περσικά, αιγυπτιακά, εβραϊκά, ακόμα και βουδιστικά. Η βιβλιοθήκη του Σαράπειου είχε γύρω στους 42 χλδ τόμους. «Από το βυζαντινό λόγιο Τζέτζη, ο οποίος αντλούσε τις πληροφορίες του από παλαιότερες ελληνιστικές πηγές, μαθαίνουμε τον αριθμό των βιβλίων-ρόλων, που περιείχε η βιβλιοθήκη του Μουσείου επί Πτολεμαίου του Φιλάδελφου (prolegomena de comoedia, ed. Korster, p. 32). Σύμφωνα μ’ αυτόν υπήρχαν 400.000 βίβλοι συμμιγείς και 90.000 βίβλοι αμιγείς, μαζί επομένως 490.000 Βιβλία-ρόλοι. Όμως οι ελληνικές εκφράσεις χρειάζονται εδώ μίαν εξήγηση, την οποία έδωσε – κατά τον πιο πειστικό τρόπο ο L. Canfora. Σύμφωνα μ’ αυτόν υπό τον όρον βίβλος αμιγής πρέπει να εννοήσουμε ένα βιβλίο-ρόλο, που περιείχε ένα άρτιο (μικρότερο) σύγγραμμα ενώ οι βίβλοι συμμιγείς ήταν ρόλοι οι οποίοι κάθε φορά περιείχαν ένα «βιβλίο» κάποιου μεγαλύτερου έργου. Επομένως τα εννιά βιβλία του έργου της ιστορίας του Ηρόδοτου ήταν εννιά βίβλοι συμμιγείς. Μπορεί τώρα κανείς να συνεχίσει το παιχνίδι και να λογαριάσει τους 490.000 ρόλους της αλεξανδρινής βιβλιοθήκης με σύγχρονους τόμους. Τα εννιά βιβλία (=9 ρόλοι) του Ηροδότου σήμερα αποτελούν δύο τόμους στις εκδόσεις Teubner. Αν τεθεί ως βάση η ίδια σχέση για τους 490.000 ρόλους της Βιβλιοθήκης, τότε θα φτάσουμε κάπου σε 109.000 τόμους. Επειδή όμως για την ποίηση ένα βιβλίο (=ρόλος) ήταν κατά πολύ συντομότερο από τα πεζά συγγράμματα – οι 24 ραψωδίες της Ιλιάδας αποτελούν μόνον ένα τόμο στις εκδόσεις Teubner – τότε ο φανταστικός αριθμός των τόμων μας θα μπορούσε να μειωθεί περισσότερο, κάπου στους 80.000 τόμους. (Για σύγκριση: η κρατική βιβλιοθήκη της Βαυαρίας στο Μόναχο έχει ένα πλήθος πάνω από 5.400.000 τόμους)»[1]. «Σύμφωνα με τον Τζέτζη η βιβλιοθήκη του Σαράπειου περιελάμβανε 42.800 ρόλους βιβλίων»[2]. Με άλλα λόγια η καταστροφή βιβλιοθήκης (του Σαράπειου) που χαρακτηρίζεται ως η μεγαλύτερη στην αρχαία ιστορία, αφορά συνολικά περίπου 7.000 σύγχρονους τόμους. 

 

Όσον αφορά στη Βιβλιοθήκη του Σαράπειου, «η αρχαιολογική έρευνα στο Σαράπειο έδειξε ότι υπήρχαν μέρη στα οποία θα μπορούσαν να αποθηκευθούν βιβλία, αλλά αυτό είναι όλο όσο μπόρεσαν να δείξουν οι ανασκαφές»[3]. Στη σημείωση (43), ο Bagnall αναφέρει: «Ακόμη και αυτά δεν είναι ικανοποιητικά. Η Μ. Rodziewicz (“A review of the Archaeological Evidence Concerning the Cultural Institutions in Ancient Alexandria”, Graeco-Arabica 6 (1995)), σ. 321, δείχνει ότι τα μέρη με τις κιονοστοιχίες, που συνήθως θεωρούνται ως πιθανή τοποθεσία στο Σαράπειο "καταστράφηκαν στην πρώιμη ρωμαϊκή περίοδο", έτσι ώστε η "θέση της μεταγενέστερης ρωμαϊκή βιβλιοθήκης στο τέμενος να μένει άγνωστη έως σήμερα"» (ό.π., σ. 358). Τα βιβλία «μπορεί να στεγάζονταν στα δωμάτια κατά μήκος της δυτικής πλευράς του τεμένους, τα οποία διατηρήθηκαν και μετά την επανακατασκευή του τεμένους[4]. Στα νότια δωμάτια του κατώτερου επιπέδου τα υπολείμματα δύο εστιών φωτιάς [remains of two fireplaces] χρονολογούμενα στη ρωμαϊκή περίοδο βρέθηκαν με κανάλια για την καθοδήγηση του θερμαινόμενου αέρα. Αυτό υποδεικνύει ότι τα νότια αυτά δωμάτια δεν χρησιμοποιούνταν ως βιβλιοθήκες λόγω κινδύνου πυρκαγιάς»[5]. Ο Αφθόνιος (στα Προγυμνάσματα, 12) κάνει λόγο για τους σηκούς των στοών [precints of the stoas], οι οποίες βρίσκονταν στον περίβολο της ακρόπολης/υψώματος του Σαράπειου, στις οποίες αποθηκεύονταν τα βιβλία. Το βέβαιο, λοιπόν, είναι ότι οι βιβλιοθήκες του Σαράπειου δεν στεγάζονταν μέσα στο ναό (αλλά αρκετά μακριά από αυτόν), ώστε η καταστροφή του, στα 391, να μην συνεπαγόταν απαραίτητα την καταστροφή και των στοών του περιβόλου του υψώματος στο οποίο βρίσκονταν ο ναός. Πάντως, ο πρώτος που αναφέρει την ύπαρξη βιβλιοθήκης στο χώρο του Σαράπειου είναι ο Τερτυλλιανός (Apologeticum, 18, 8) γύρω στα 197 μ.Χ.

 

http://www.portaaurea.gr/istoria_meletes/P5310869.JPG

Σαράπειο 

 

Η Βασιλική Βιβλιοθήκη καταστράφηκε επί Ιούλιου Καίσαρα το 48 π.Χ., κατά τις επιχειρήσεις του στην Αλεξάνδρεια. Ο ίδιος ο Καίσαρας, στην ιστορία του, τηρεί σιγή ιχθύος για τις επιπτώσεις και τις διαστάσεις της πυρπόλησης πάνω στην ίδια την Αλεξάνδρεια, και αυτή η στάση του δεν απηχεί το συνηθισμένο συγγραφικό του ύφος, αφού γενικά οι περιγραφές του είναι πλήρεις, διαυγείς και επεκτείνονται στα δρώμενα σ’ ολόκληρο τον περίγυρο. Ο υπαρχηγός του Καίσαρα, ο οποίος έγραψε το χρονικό Αλεξανδρινός Πόλεμος (Bellum Alexandrinum), αναφέρεται στην πυρπόληση με ύφος περισσότερο απολογητικό, αφού αναφέρει ότι τα κτήρια της πόλης «σχεδόν  καθόλου δεν κινδύνευσαν να καταστραφούν από τη φωτιά, επειδή ήταν λιθόκτιστα και, μάλιστα, οι στέγες τους όχι μόνο δεν υποστηρίζονταν από ξύλινες δοκούς, αλλά ήταν κι αυτές λιθόκτιστες»[6]. Ωστόσο, ο ίδιος ο υπαρχηγός, λίγο παρακάτω, ξεκάθαρα αναφέρει ότι τα δημόσια κτίρια είχαν ξύλινες στέγες, όταν γράφει ότι οι κάτοικοι της πόλης, στην προσπάθειά τους να ναυπηγήσουν νέο στόλο, χρειάστηκαν ξύλα για να φτιάξουν κουπιά και αναγκάστηκαν να αφαιρέσουν τις στέγες των στοών, των γυμναστηρίων και άλλων δημοσίων κτηρίων για να χρησιμοποιήσουν τις δοκούς που υποστήριζαν[7]. Η ύπαρξη ξύλου στις στέγες επιβεβαιώνεται και από τη φράση του Ρωμαίου συγκλητικού Λουκανού (εκτελέστηκε το 65 μ.Χ.), ο οποίος είχε συνθέσει το επικό ποίημα Εμφύλιος Πόλεμος[8]: «Εκτός από τα πλοία, η φωτιά εξαπλώθηκε και σ’ άλλες περιοχές της πόλης και τις κατέκαψε κι αυτές.... Τα παραθαλάσσια κτήρια παραδόθηκαν στις φλόγες˙ ο άνεμος ευνόησε τις δυνάμεις της καταστροφής˙ οι φλόγες... έτρεχαν επάνω στις στέγες με ταχύτητα μετεωρίτη». Αφού οι φλόγες έτρεχαν πάνω στις στέγες με ταχύτητα μετεωρίτη, είναι βέβαιο ότι τουλάχιστον για τις στέγες των δημοσίων κτηρίων είχε χρησιμοποιηθεί ξύλο, όπως λένε ο Λουκανός κι ο υπαρχηγός του Καίσαρα. Ο στωικός φιλόσοφος Σένεκας, που επίσης εκτελέστηκε το 65 μ.Χ., προσδιορίζει σε 40.000 ή 400.000 τον αριθμό των τόμων που καταστράφηκαν στην Αλεξάνδρεια κατά τις επιχειρήσεις του Καίσαρα («Σαράντα χιλιάδες βιβλία κάηκαν στην Αλεξάνδρεια»[9]). Ο Πλούταρχος γράφει[10]: «[Ο Καίσαρας,] όταν επιχείρησαν να του πάρουν τον στόλο, εξαναγκάστηκε να απομακρύνει τον κίνδυνο με φωτιά, η οποία κατέστρεψε τη μεγάλη βιβλιοθήκη, καθώς εξαπλώθηκε από τον ναύσταθμο». Ο Αύλος Γέλλιος, συγγραφέας του 2ου μ.Χ. αι. αναφέρει ότι περισσότερα από 700.000 βιβλία κατακάηκαν κατά τη λεηλασία της πόλης[11]. Ο ιστορικός Δίων ο Κάσσιος (αρχές 3ου μ.Χ. αι.) εξιστορώντας τα γεγονότα του Αλεξανδρινού Πολέμου, γράφει[12]: «Μεγάλο μέρος της πόλης έγινε παρανάλωμα του πυρός και, εκτός των άλλων, αποτεφρώθηκαν οι αποθήκαι όπου φυλάσσονταν τα βιβλία, για τα οποία λέγεται ότι ήταν αμέτρητα και ανεκτίμητα» («κἀκ τούτου πολλαὶ μὲν μάχαι καὶ μεθ’ ἡμέραν καὶ νύκτωρ αὐτοῖς ἐγίγνωντο, πολλὰ δὲ καὶ κατεπίμπρατο, ὥστε ἄλλα τε καὶ τὸ νεώριον τάς τε ἀποθήκας καὶ τοῦ σίτου καὶ τῶν βιβλίων, πελίστων δὴ καὶ ἀρίστων, ὥς φασι, γενομένων, καυθῆναι»). Η άποψη πως η λέξη «αποθήκαι» αναφέρεται σε τόπο φύλαξης εμπορευμάτων και σιτηρών και, συνεπώς, δεν έχει σχέση με τη Βασιλική Βιβλιοθήκη είναι λανθασμένη, διότι δύο αιώνες νωρίτερα, ο  Αλεξανδρινός ιατρός Γαληνός χρησιμοποιεί αυτήν ακριβώς τη λέξη «αποθήκαι» για να αναφερθεί στους χώρους αποθήκευσης βιβλίων της Βασιλικής Βιβλιοθήκης (Comm. in.Hipp. Epidem., 3, 17 a 606-7). Το κείμενο του Γαληνού διευκρινίζει σαφώς ότι «αποθήκαι» χαρακτηρίζονταν οι χώροι αποθήκευσης βιβλίων που ανήκαν στις Βιβλιοθήκες. Ο εθνικός ιστοριογράφος Αμμιανός Μαρκελλίνος γράφει[13] ότι «η ομόφωνη μαρτυρία των παλαιών αρχείων διακηρύσσει ότι 700.000 βιβλία κάηκαν κατά τη διάρκεια του Αλεξανδρινού Πολέμου, όταν η πόλη λεηλατήθηκε κατά τη δικτατορία του Ιούλιου Καίσαρα»[14]. Ο γεωγράφος Στράβων, που έζησε στην Αλεξάνδρεια τέσσερα έτη (24-20 π.Χ.) και ήταν από τους πρώτους που την επισκέφθηκαν μετά τον πόλεμο, κάνει την καλύτερη λεπτομερή περιγραφή της αρχαίας πόλης που διαθέτουμε σήμερα: μιλάει για το λιμάνι, τους ναούς, το θέατρο, το Μουσείο, αλλά για τη Βιβλιοθήκη δεν λέει τίποτα, δεν αναφέρει καν το όνομά της, προφανώς διότι αυτή είχε καεί το 48 π.Χ. Συγκεκριμένα αναφέρει ότι ο (αλεξανδρινός) Ερατοσθένης (3ος π.Χ. αι.) θα είχε στη διάθεσή του μια βιβλιοθήκη πολύ μεγάλη, ο πλούτος των συλλογών της οποίας επιβεβαιώνεται από τον Ίππαρχο (2ος π.Χ. αι.). Ο ίδιος δεν επιβεβαιώνει ό,τι ο Ίππαρχος, αν και περιγράφει λεπτομερώς την Αλεξάνδρεια, πράγμα που σημαίνει ότι δεν μπορούσε να βρει τη Βιβλιοθήκη και τα βιβλία της, αφού αυτή είχε καταστραφεί. «Ο Πλούταρχος (Αντώνιος, 58, 5) αναφέρει μερικές πολύ εξευτελιστικές ιστορίες για το Μάρκο Αντώνιο, τις οποίες είχε καταφέρει να συγκεντρώσει ο φίλος του αυτοκράτορα C. Calvisius Sabinus. Σύμφωνα μ’ αυτές ο Μάρκος Αντώνιος, όταν διεξήγε πόλεμο στα ανατολικά του ρωμαϊκού κράτους, είχε δωρίσει στην βασίλισσα Κλεοπάτρα 200 χλδ ρόλους βιβλίων από τη βιβλιοθήκη της Περγάμου. Επειδή όμως ο ίδιος ο Πλούταρχος χαρακτηρίζει τον Καλβίσιο ως κακολόγο, θα έπρεπε κανείς όλα αυτά να τα θεωρήσει καλύτερα ως κακό μύθο και να μη δώσει και καμία προσοχή στα αριθμητικά δεδομένα»[15]. Συνήθως η πληροφορία του Πλούταρχου αναφέρεται ώστε να καταδειχθεί ότι η ζημιά που προκάλεσε ο Ιούλιος Καίσαρ αναπληρώθηκε. Όμως ούτε η ζημιά αναπληρώθηκε, διότι η αναπλήρωση συντελέστηκε με κλοπή από άλλη ελληνική βιβλιοθήκη, ούτε και θα πρέπει να αποδεχθούμε ως βάσιμη την πληροφορία αυτή καθεαυτή.

 

 

ΕΠΙΓΡΑΦΗ ΑΠΟ ΤΗΝ ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ - ALEXANDRINA BYBLIOTHECE

 

Το 215 μ.Χ. ο εθνικός αυτοκράτορας Καρακάλλας περιέκοψε το ποσό της επιχορήγησης του Μουσείου, κατήργησε το κονδύλιο που διετίθετο για τη στέγαση και τη σίτιση των μελών του και διέταξε την απέλαση όλων των αλλοδαπών μελών του[16]. «καὶ δὴ καὶ τοὺς φιλοσόφους τοὺς Ἀριστοτελείους ὠνομαζομένους τά τε ἄλλα δεινῶς ἐμίσει, ὥστε καὶ τὰ βιβλία αὐτῶν κατακαῦσαι ἐθελῆσαι, καὶ τὰ σισσίτια ἃ ἐν τῇ Ἀλεξανδρείᾳ εἶχον, τάς τε λοιπὰς ὠφελείας ὅσας ἐκαρποῦντο, ἀφείλετο, ἐγκαλέσας σφίσιν ὅτι συναιτίος τῷ Ἀλεξάνδρῳ τοῦ θανάτου Ἀριστοτέλης γεγονέναι ἔδοξε» («προς τους φιλοσόφους που λέγονταν Αριστοτελικοί έδειχνε πικρό μίσος με κάθε τρόπο, ώστε να επιθυμήσει να κάψει τα βιβλία τους και ειδικότερα να καταργήσει τα κοινά συσσίτιά τους στην Αλεξάνδρεια καθώς και όλα τα προνόμια που απολάμβαναν») λέει ο Δίων ο Κάσσιος (78, 7, 3). Το 262 μ.Χ., ο εθνικός αυτοκράτορας Γαλληινός εκστράτευσε εναντίον του έπαρχου της Αιγύπτου Mussius Aemilianus, ο οποίος είχε αυτοανακηρυχτεί αυτοκράτορας[17]. Το 272 μ.Χ., ο εθνικός αυτοκράτορας Αυρηλιανός επιτέθηκε ακόμη μια φορά στην Αλεξάνδρεια, για να την ανακαταλάβει από τον αυτοανακηρυχθέντα αυτοκράτορα Φίρμο και πιο πριν από την Ζηνοβία, οι οποίοι την είχαν καταλάβει διαδοχικά˙ στον τομέα του Βρουχείου, όπου βρισκόταν το Μουσείο, η αντίσταση κατά των Ρωμαίων ήταν τόσο ισχυρή, ώστε προκλήθηκαν μεγάλες καταστροφές, εξ αιτίας των οποίων πολλά μέλη του Μουσείου εγκατέλειψαν τη χώρα[18]. Όπως αναφέρει ο Κάνφορα «Τότε έρχεται πραγματικά το τέλος της μεγάλης βιβλιοθήκης, κατά τη διάρκεια της σύγκρουσης ανάμεσα στη Ζηνοβία και τον Αυρηλιανό»[19]. «Πρόσφατα παρατηρήθηκαν σημάδια ομοφωνίας, ότι η περισσότερο πιθανή χρονολογία της μεγαλύτερης καταστροφής της Βιβλιοθήκης του Παλατιού είναι το έτος 273, με την επανάκτηση της Αλεξάνδρειας από τον Αυρηλιανό. Αλλά δεν υπάρχει άμεση ένδειξη που να αφορά στη Βιβλιοθήκη στις αρχαίες πηγές για το θέμα αυτό· το επιχείρημα, μάλλον, είναι ότι η περιοχή του παλατιού ερειπώθηκε εκείνον τον καιρό και η μεγάλη Βιβλιοθήκη πιθανόν ήταν θύμα αυτής της ευρύτερης καταστροφής»[20]. Μεταξύ του 297 και 298 μ.Χ. ο εθνικός αυτοκράτορας Διοκλητιανός κατέφθασε στην πόλη, για να καταστείλει μια εξέγερση, και, αφού πολιόρκησε και κατέλαβε την Αλεξάνδρεια, διέταξε το σφαγιασμό πολλών μελών της πνευματικής κοινότητας. Πολλά βιβλία, κυρίως όσα είχαν σχέση με αλχημεία, συγκεντρώθηκαν σε κεντρικά σημεία της πόλης και κάηκαν[21].

 

 Ο Μαλάλας λέει «Καὶ ἐπεστράτευσε κατ’ αὐτῶν ὁ αὐτὸς Διοκλητιανός, καὶ ἐπολέμησεν ἐν Ἀλεξανδρείᾳ τῇ μεγάλῃ, πολιορκήσας αὐτὴν καὶ ποιήσας φοσάτα, κόψας τὸν ἀγωγὸν καὶ στρέψας αὐτὸν ἀπὸ τοῦ λεγομένου Κανώπου καὶ παρέχοντα χρῆσιν τῇ πόλει.Παραλαβὼν δὲ Ἀλεξάνδρειαν ἐνέπρησεν αὐτήν [=έκαψε την Αλεξάνδρεια]˙ εἰσῆλθε δὲ ἐν αὐτῇ ἔφιππος, τοῦ ἵππου αὐτοῦ περιπατοῦντος ἐπάνω τῶν λειψάνων. Ἦν δὲ κελεύσας τῷ ἐξπεδίτῳ μὴ φείσασθαι τοῦ φονεύειν, ἕως οὗ ἀνέλθῃ τὰ αἵματα τῶν σφαζομένων ἕως τὸ γόνυ τοῦ ἵππου οὗ κάθετο». Ο Σουίδας γράφει[22] «προγραφαῖς τε καὶ φόνοις τῶν ἐπισήμων μιαίνων ἐπῆλθε τὴν Αἴγυπτον. ὅτε δὴ καὶ τὰ περὶ χημείας ἀργύρου καὶ χρυσοῦ τοῖς παλαιοῖς αὐτῶν γεγραμμένα βιβλία διερευνησάμενος ἔκαυσε = πήγε και μίανε την Αίγυπτο με προγραφές και φόνους των επισήμων (…) ερευνώντας τα βιβλία τα έκαψε»[23].

 

ΕΡΕΙΠΙΑ ΤΟΥ ΣΕΡΑΠΕΙΟΥ 2009    -FVT ADRIAN SMITH

Κατά τον 4ο μ.Χ. αι., πριν την καταστροφή του Σαράπειου, η συνοικία του Βρουχείου, όπου στεγαζόταν η Βασιλική Βιβλιοθήκη και το Μουσείο, αναφέρεται ως ήδη κατεστραμμένη. Ο Αμμιανός[24] γράφει: «όταν κυβερνούσε ο Αυρηλιανός, οι διαμάχες των κατοίκων κατέληξαν σε ολέθρια διαμάχη˙ τότε η Αλεξάνδρεια έχασε το μεγαλύτερο μέρος της συνοικίας του Βρουχίου, η οποία ήταν για πολύν καιρό το ενδιαίτημα διαπρεπών ανδρών». Ο άγιος Επιφάνειος της Σαλαμίνας Κύπρου (310-403) στο έργο του Περί μέτρων και σταθμών, 9, γράφει: «ο Πτολεμαίος Β’ ίδρυσε μια βιβλιοθήκη στην Αλεξάνδρεια, στο τμήμα που καλείται Βρουχείο˙ αυτό είναι μια συνοικία η οποία σήμερα κείται σε ερείπια». Ο Επιφάνειος έγραψε το παραπάνω έργο στα 391 μ.Χ. Ο άγιος Ιερώνυμος στα τέλη του 4ου αι. αναφέρει ότι ο τομέας του Βρουχείου είχε μεταβληθεί ως επί το πλείστον σε σωρό ερειπίων και ότι αυτό ήταν πλέον μια περιοχή «στα περίχωρα της Αλεξάνδρειας»[25]. Ο Αμμιανός έγραψε πριν την καταστροφή του Σαράπειου, το 392. Αναφέρεται στο Σαράπειο σα να μην είχε καταστραφεί ακόμη («υπάρχουν επιπλέον στην πόλη πομπώδεις ναοί με υψηλές στέγες, με περίβλεπτο ανάμεσα σε αυτούς το Σαράπειο, το οποίο, αν και τα λόγια το υποτιμούν, είναι τόσο διακοσμημένο με εκτεταμένες αίθουσες με κολώνες..»[26] κ.λπ.). Συνεπώς η καταστροφή του Βρουχείου, όπου βρίσκονταν η Βασιλική Βιβλιοθήκη και το Μουσείο, είχε συμβεί πριν το 391 και πριν την καταστροφή του Σαράπειου. Ο Αμμιανός γράφει ότι το Βρουχείο ήταν ενδιαίτημα των λογίων χρησιμοποιώντας παρελθόντα χρόνο (δεν γράφει ότι «είναι το ενδιαίτημα διαπρεπών ανδρών»)˙ προφανώς, όταν συνέγραφε την ιστορία του, στο Βρουχείο δεν έμεναν λόγιοι και φιλόσοφοι, διότι η συνοικία, και μαζί της οι Βιβλιοθήκες, είχε καταστραφεί.

 

Η Αλεξάνδρεια στην Ύστερη Αρχαιότητα

 

Η αρχαιότερη περιγραφή της καταστροφής του Σαράπειου είναι από έναν χριστιανό λόγιο, τον Σωφρόνιο, τιτλοφορούμενη Περὶ τῆς καταλύσεως τοῦ Σεραπείου (De subversione Serapis insignem)[27], αλλά έχει χαθεί. Μετά είναι του Ρουφίνου Τυράννιου, ενός λατίνου Χριστιανού που έζησε πολλά χρόνια στην Αλεξάνδρεια. Έφτασε εκεί το 372 μ.Χ. Δεν είναι σίγουρο αν ήταν παρών στην καταστροφή του Σαράπειου, αλλά ήταν σίγουρα στην πόλη εκείνο τον καιρό. Αργότερα μετέφρασε στα λατινικά την Εκκλησιαστική Ιστορία του Ευσέβιου, προσθέτοντας σε αυτήν δύο δικά του βιβλία, το 11ο και το 12ο. Στο 11ο περιγράφει τα γεγονότα της κατάληψης του Σαράπειου λεπτομερώς (11, 2, 22 κ.ε.). Φαίνεται να λυπάται για την καταστροφή του Σαράπειου, αφού τον θεωρεί κάλλιστο ναό, αλλά θεωρεί τους εθνικούς υπεύθυνους που υποδαύλισαν τον χριστιανικό όχλο. Ο Σωκράτης Σχολαστικός, τον 5ο αιώνα, στην Εκκλησιαστική Ιστορία του περιγράφει με περισσότερες λεπτομέρειες το γεγονός, αναγνωρίζει ότι η καταστροφή διετάχθη από τον Αυτοκράτορα, ότι το κτήριο κατεστράφη και αργότερα μετετράπη σε εκκλησία[28]. Οι περιγραφές του Σωζομενού[29] και του Θεοδώρητου[30]αναφέρουν την καταστροφή του κτηρίου και ο Θεοδώρητος αναφέρει το κομμάτιασμα και την καύση του ξύλινου αγάλματος του Σάραπη. Όσο για το βαθμό υπευθυνότητας του πατριάρχη Θεόφιλου, αυτός ποικίλλει, ανάλογα με το συγγραφέα. Ο Σωκράτης υποστηρίζει ότι ο Θεοδόσιος είχε διατάξει την κατεδάφιση των εθνικών ναών της Αλεξάνδρειας καθιστώντας τον Θεόφιλο εφαρμοστή της διαταγής αυτής. Ο Σωκράτης λέει ότι αρπάζοντας την ευκαιρία λόγω της διαταγής του Θεοδόσιου ο Θεόφιλος προχώρησε στην δημόσια έκθεση των αντικειμένων που βρίσκονταν στα άδυτα ενός Μιθραίου, μετά κατέστρεψε το Σαράπειο, και εξέθεσε δημοσίως τα αντικείμενα του ναού (φαλλούς και άλλα), με σκοπό να γελοιοποιήσει την εθνική θρησκεία. Έπειτα, όμως, αναφέρει ότι ο διοικητής της Αλεξάνδρειας και ο στρατιωτικός διοικητής της Αιγύπτου, βοήθησαν τον Θεόφιλο να καταστρέψει τους ναούς αφότου είχε παύσει η ταραχή και η αιματοχυσία. Δεν αναφέρει ότι οι εθνικοί οχυρώθηκαν στο Σαράπειο, αλλά ότι εξαγριωμένοι με την δημόσια έκθεση των ιερών αντικειμένων τους (δεν αναφέρει τίνος από τους δύο ναού) επιτέθηκαν στους χριστιανούς σκοτώνοντας όποιον μπορούσαν. Ο Σωζομενός, αντίθετα, υποστηρίζει η διαταγή για κατεδάφιση δόθηκε από τον Θεοδόσιο: «διέταξε την καταστροφή των ναών στην Αλεξάνδρεια οι οποίοι ήταν η αιτία για την λαϊκή στάση», χωρίς να αναφέρεται ο Θεόφιλος ως εκτελεστής της, χωρίς να είχε προηγηθεί αρχικά κάποια διαταγή του Θεοδόσιου για γενική καταστροφή των εθνικών ναών της Αλεξάνδρειας, και μάλιστα χωρίς να αναφέρεται κατεδάφιση του Σαράπειου αλλά μετατροπή του σε εκκλησία. Στην αφήγηση του Σωζομενού ο Θεόφιλος απλώς αρχικά είχε εκθέσει σε δημόσια θέα τα ευρισκόμενα αντικείμενα στο άδυτο ενός άλλου εθνικού ναού (του Διονύσου) και δεν είχε προτείνει την καταστροφή του Σαράπειου ούτε φαίνεται να συμμετείχε σε αυτήν: Οι εθνικοί, στη θέα της δημόσιας έκθεσης των αντικειμένων του αδύτου τού ναού του Διονύσου αρχικά επιτέθηκαν στους χριστιανούς που συναντούσαν και έπειτα οχυρώθηκαν στο Σαράπειο. Μετά την λήξη της αναταραχής επήλθε η παραπάνω διαταγή του Θεοδόσιου. Ο Θεοδώρητος ασχολείται κυρίως με την περιγραφή της καταστροφής του αγάλματος του Σάραπη και δεν αναφέρει ονομαστικά την καταστροφή του ναού ούτε αφηγείται το χρονικό της καταστροφής του.

 

 Η εντύπωση που προκαλείται από την ανάγνωση των αποσπασμάτων των Σωζομενού και Ρουφίνου είναι ότι η απαρχή των διενέξεων αναμεταξύ χριστιανών και εθνικών, οι οποίες οδήγησαν στην καταστροφή του Σαράπειου, ήταν εντελώς άσχετη, ως προς τον χώρο και την αιτία, με το Σαράπειο. Συμπτωματικά οι εθνικοί έπειτα από ημέρες οδομαχιών κλείστηκαν στην ακρόπολη του Σαράπειου και το ταμπούρωμά τους εκεί κι όχι σε άλλο ναό ή τοποθεσία οδήγησε και στην διαταγή καταστροφής του τόπου στον οποίο είχαν ταμπουρωθεί. Πράγματι, τίποτε δεν μπορεί να συνδέσει το Σαράπειο και την καταστροφή του με την αρχική αιτία των διενέξεων, δηλαδή την δημόσια έκθεση παγανιστικών ιερών αντικειμένων από το άδυτο ενός άλλου ναού (του Διονύσου ή του Μίθρα) ή βασιλικής εγκαταλειμμένης για πολλά χρόνια. Εκτός από τον Σωκράτη οι Ρουφίνος και οι Σωζομενός εμφανίζουν το γεγονός της καταστροφής ακριβώς ως μη προαποφασισμένο, δηλαδή χωρίς η αρχική έκθεση των αντικειμένων του Μιθραίου να εντασσόταν σε ένα γενικότερο σχέδιο καταστροφής κάθε εθνικού ναού. Ο Σωκράτης, αντίθετα, λέει ότι εξαρχής υπήρχε τέτοιο σχέδιο, όμως ο τρόπος με τον οποίον αντιλαμβάνεται τα γεγονότα είναι περίεργος: Από τη μια λέει ότι ο Θεόφιλος είχε λάβει εντολή κατεδάφισης όλων των ναών και από την άλλη ότι οι εθνικοί στασίασαν αφότου ο Θεόφιλος κατεδάφισε το Σαράπειο, και ουδέποτε οχυρώθηκαν σε αυτό – το είχε ήδη καταστρέψει ο Θεόφιλος άλλωστε. Όμως η σειρά των γεγονότων σύμφωνα με τον Σωκράτη αντιβαίνει όχι απλώς στην αφήγηση των Ρουφίνου και Σωζομενού, αλλά και στην αίσθησή μας ότι η κορύφωση των γεγονότων θα ήταν η κατεδάφιση του Σαράπειου, δηλαδή ότι το Σαράπειο κατεδαφίστηκε στο τέλος· πράγμα που συνεπάγεται ότι κατεδαφίστηκε ως «παρεπόμενο» των συρράξεων εξαιτίας του Μιθραίου/ναού Διονύσου κι όχι επειδή εξαρχής είχε αποφασιστεί η κατεδάφισή του.

 

Πέραν αυτών των περιγραφών υπάρχει και η περιγραφή του Ευνάπιου, ο οποίος ήταν εθνικός και περιέγραψε το γεγονός στο Βίοι Φιλοσόφων και Σοφιστών[31], όπου κάποιος Αντωνίνος, προτού πεθάνει το 390 μ.Χ., είχε προφητεύσει –έτσι λέει ο Ευνάπιος– ότι όλοι οι εθνικοί ναοί της Αλεξάνδρειας θα καταστρέφονταν. Η διήγηση του Ευνάπιου είναι γεμάτη ειρωνεία για τον πατριάρχη Θεόφιλο και τους οπαδούς του, καθώς περιγράφει την κατάληψη του ναού ως μάχη χωρίς αντίπαλο εκτός από τα αγάλματα. Το εντυπωσιακό και το ενάντιο σε κάθε σύγχρονη άποψη για «καταστροφή/εμπρησμό της Βιβλιοθήκης στα 391» είναι ότι δεν αναφέρεται καταστροφή βιβλιοθήκης κι εμπρησμός βιβλίων αλλά μόνο η καταστροφή του ναού του Σάραπη. Σε όλες τις περιγραφές κανένας συγγραφέας δεν κάνει την παραμικρή αναφορά για βιβλιοθήκη ή για βιβλία. Ακόμη κι ο εθνικός Ευνάπιος δεν κάνει λόγο για καταστροφή βιβλίων. Αν είχε αντιληφθεί τέτοια καταστροφή βιβλίων/βιβλιοθήκης εξ αιτίας της καταστροφής του Σαράπειου, είναι πιθανόν ότι δε θα σιωπούσε, αλλά θα την ανέφερε για να κατηγορήσει τους χριστιανούς. Δεν υπάρχει περίπτωση ο Ευνάπιος να έγραψε για κάψιμο βιβλίων αλλά οι μεταγενέστεροι χριστιανοί αντιγραφείς να παρέλειψαν το σημείο αυτό από ντροπή. Oι χριστιανοί ιστοριογράφοι συνεχώς αναφέρουν χριστιανικές βιαιότητες (και συχνά τις μεγαλοποιούν, πιστεύοντας πως έτσι δοξάζουν τους ήρωες των ιστοριών τους) και δεν θα δίσταζαν να αναφέρουν μία ακόμα. Aν οι χριστιανοί αντιγραφείς του Ευνάπιου λογόκριναν το υποτιθέμενο απόσπασμα του το οποίο ήταν σχετικό με τον αφανισμό της βιβλιοθήκης, τότε θα λογόκριναν και άλλα αποσπάσματα του, σωζόμενα ωστόσο σήμερα, στα οποία υβρίζει τους χριστιανούς μάρτυρες. Αφού δε λογόκριναν κάτι πολύ πιο προσβλητικό γι’ αυτούς, δε θα λογόκριναν μια απλή ιστορική αναφορά. Τον 6ο αιώνα έχουμε την μαρτυρία του παγανιστή Αμμωνίου, ο οποίος όχι μόνο αναφέρει την «μεγάλη βιβλιοθήκη» της Αλεξάνδρειας, αλλά ότι επί των ημερών του υπήρχαν 40 αντίγραφα των Αναλυτικών του Αριστοτέλη και 2 αντίγραφα των Κατηγοριών του.

 

  ΑΛΕΞΑΝΔΡΕΙΑ- ΣΑΡΑΠΕΙΟΝ « Η ΚΟΛΩΝΑ ΤΟΥ ΠΟΜΠΗΙΟΥ» –ΑΝΗΓΕΙΡΕ Ο ΔΙΟΚΛΗΤΙΑΝΟΣ

 

Υπάρχει η άποψη ότι μετά την άλωση του Σαραπείου από τον Θεόφιλο, η βιβλιοθήκη λεηλατήθηκε μεθοδικά και τα βιβλία στάλθηκαν στην Ρώμη και στην Κωνσταντινούπολη, όπου ο Θεοδόσιος ο Β’ καταγίνονταν να καταρτίσει μεγάλη συλλογή βιβλίων, η οποία είναι σύμφωνη με την περιγραφή του Ευνάπιου, ο οποίος γράφει ότι ο Θεόφιλος και οι οπαδοί του «κατέστρεψαν ολοσχερώς το ναό και μάχονταν μεταξύ τους για τα λάφυρα που αποκόμισαν από τη λεηλασία της περιουσίας του»[32]. Ο Ευνάπιος γράφει επί λέξει: «Μόνο το πάτωμα του ναού δεν έκλεψαν»[33]. Ο ναός ήταν πέτρινος, κι έτσι θα ήταν δύσκολο ταυτόχρονα να καίγεται και οι οπαδοί του Θεόφιλοι να τον λεηλατούν. Επομένως, αν συνέβησαν και ο εμπρησμός αλλά και η λεηλασία, πρώτα συνέβη η λεηλασία. Άλλωστε, ο ναός καταστράφηκε ολοσχερώς μέχρι τα θεμέλια, πράγμα που δεν γίνεται με εμπρησμό αλλά με γκρέμισμα. Ο Ευνάπιος όμως γράφει επί λέξει[34]: «κατέστρεψαν (κατελυμήναντο) το Σαράπειο», χωρίς να αναφέρει πουθενά εμπρησμό του ναού. Είτε το Σαράπειο καταστράφηκε με εμπρησμό είτε με κατεδάφιση, πρέπει να συνέβη λεηλασία πριν την καταστροφή του. Η έκδοση του Loeb μεταφράζει τοκατελυμήναντο ως demolished, κατεδάφισαν, δείχνοντας (σε αντίθεση με την μετάφραση του «Κάκτου») τον τρόπο καταστροφής. Άρα δεν υπήρξε πυρκαγιά στον Σαράπειο, η οποία θα αποτέφρωνε τα βιβλία της βιβλιοθήκης. Τα βιβλία δεν κάηκαν (αφού δεν υπήρξε πυρκαγιά). Κανείς ιστοριογράφος της εποχής, χριστιανός ή εθνικός, δεν αναφέρεται σε εμπρησμό του ναού• ούτε καν σε καταστροφή βιβλίων. Τα περί εμπρησμού είναι λοιπόν εικασίες των τελευταίων 2-2,5 αιώνων. «Εμπρησμός της Βιβλιοθήκης» (του Σαράπειου ή γενικά της Αλεξάνδρειας) στα 391 είναι απολύτως ατεκμηρίωτος ως υπόθεση, αν, φυσικά, βασιστούμε στη λογική και στις μαρτυρίες μόνον όλων των σχετικών ταπεινών συγγραφέων. Επίσης ατεκμηρίωτη είναι, ως υπόθεση ή ισχυρισμός, η «Καταστροφή βιβλίων στο Σαράπειο» στα 391, αν βασιστούμε στη λογική και στις μαρτυρίες μόνον όλων των σχετικών τοτινών συγγραφέων. Εννοείται ότι δεν είναι καθόλου σίγουρο –με βάση όσα γράφουν οι ιστοριογράφοι της εποχής– πως, ακόμη κι αν όντως η βιβλιοθήκη του Σαράπειου κάηκε, υπήρχε τέτοιος σκοπός από όσους το κατέλαβαν.

 

                       

ΑΝΑΣΚΑΦΙΚΟΣ ΧΩΡΟΣ ΣΑΡΑΠΕΙΟΥ -ΑΛΕΞΑΝΔΡΕΙΑ

 

Η μαρτυρία του χριστιανού ιστορικού Ορόσιου[35], ο οποίος επισκέφτηκε την Αλεξάνδρεια το 415 μ.Χ. δε συνιστά απόδειξη ότι η βιβλιοθήκη του Σαράπειου καταστράφηκε ή κάηκε. Ο Ορόσιος γράφει: «στις μέρες μας μπορούμε βέβαια να δούμε ναούς που διέθεταν κάποτε βιβλιοθήκες, αλλά όχι και τις ίδιες τις βιβλιοθήκες, αφού αυτές τις έχουν εκκενώσει κάποιοι από εμάς. Και επ’ αυτού δε χωρεί αμφιβολία». Ο Ορόσιος δεν λέει ότι «κάποιοι από τους χριστιανούς έκαψαν ή κατέστρεψαν τα βιβλία της βιβλιοθήκης του Σαράπειου», αλλά ότι «εκκένωσαν τις βιβλιοθήκες». «Εκκένωση» σημαίνει «άδειασμα», το οποίο δεν σημαίνει απαραίτητα «εμπρησμός». Η εκκένωση λοιπόν δεν επαρκεί ως όρος για την περιγραφή εμπρησμού˙ σημαίνει το πολύ ότι οι χριστιανοί πήραν τα βιβλία που υπήρχαν στην ακρόπολη του Σαράπειου (στις στοές του περίβολου, όχι στο ναό) και τα οικειοποιήθηκαν. Αυτό ταιριάζει πολύ περισσότερο με τη μαρτυρία του εθνικού Ευνάπιου, ότι οι χριστιανοί λεηλάτησαν το Σαράπειο. Οι διάφοροι αφηγητές κάνουν λόγο για καταστροφή των ιερών, συγκεκριμένα του ναού του Σαράπειου, όχι για την καταστροφή του περιβόλου του υψώματος στο οποίο ήταν χτισμένος ο ναός, σε ορισμένες από τις στοές του οποίου (περιβόλου) υπήρχαν βιβλιοθήκες.

 

http://www.portaaurea.gr/istoria_meletes/P5310871.JPG

Χάρτης της Αλεξάνδρειας που δείχνει τους λόφους της πόλης.

 

Πριν την ολοκληρωτική καταστροφή του Σαράπειου το κτίριο είχε δηωθεί για πρώτη φορά από τον Αρτέμιο, έπαρχο Αιγύπτου, με προτροπή του Αρειανιστή επισκόπου Αλεξάνδρειας Γεώργιου, περί το 360 μ.Χ.[36] Μετά το φόνο του Γεώργιου από τους Εθνικούς επί βασιλείας Ιουλιανού, ο Ιουλιανός γράφει στον Εκδίκιο, νέο έπαρχο της Αιγύπτου και ζητά να μεταφερθεί η μεγάλη ιδιωτική βιβλιοθήκη του Γεωργίου στην Κωνσταντινούπολη. Δεν αποκλείεται κατά την πρώτη δήωση του Σαράπειου, εφόσον αυτή έγινε με προτροπή του Γεώργιου, ο αρειανός επίσκοπος να πήρε τα βιβλία που υπήρχαν στο ναό για την ιδιωτική του βιβλιοθήκη. Ο Ιουλιανός ήξερε ότι ο Γεώργιος είχε ιδιωτική βιβλιοθήκη, καθότι γνωρίζονταν από παλιά μεταξύ τους και στην νεότητά του είχε διαβάσει τα βιβλία της βιβλιοθήκης αυτής. Δεν αποκλείεται βέβαια ο Ιουλιανός να αναφέρεται απλώς στην βιβλιοθήκη που μελέτησε νέος, χωρίς να πρόσθεσε σε αυτήν τίποτε ο Γεώργιος. Ωστόσο, ο Ιουλιανός γράφει 6 μήνες αργότερα σε κάποιον Πορφύριο, αξιωματούχο, πως η βιβλιοθήκη του Γεώργιου ήταν πολύ μεγάλη[37]. Δηλαδή τα βιβλία της βιβλιοθήκης του Γεώργιου ήταν περισσότερα από αυτά που ο Ιουλιανός περίμενε ή που θυμόταν πως είχε. 

Μόνο ατεκμηρίωτοι μπορούν να χαρακτηριστούν οι ισχυρισμοί ότι κατά την ισοπέδωση του Σαράπειου «η σπουδαία βιβλιοθήκη του παρεδόθη στις φλόγες»[38], ότι «η βιβλιοθήκη έγινε παρανάλωμα του πυρός»[39], ότι «οπλισμένοι με φωτιά και τσεκούρια οι μοναχοί (…) παρέδωσαν στην πυρά την Αλεξανδρινή Βιβλιοθήκη των 700.000 τόμων, αρχαιότατης ιστορικής μνήμης, όπως υποστηρίζει ο Σωζομενός στην “Εκκλησιαστική Ιστορία”του»[40] –ο Σωζομενός δεν αναφέρει τίποτε για εμπρησμό κάποιας βιβλιοθήκης ή βιβλίων–, ότι «ο πατριάρχης Αλεξανδρείας Θεόφιλος … το 391 επικεφαλής μοναχών και στρατού ισοπέδωσε το Μουσείο και πυρπόλησε την Αλεξανδρινή Βιβλιοθήκη των 700.000 τόμων (βλ. Σωζομενού, Εκκλησ. Ιστορία, VII)»[41], ότι «τότε εκάη η βιβλιοθήκη της Αλεξανδρείας»[42], ότι «Το 391…Ο πατριάρχης Αλεξανδρείας Θεόφιλος, επικεφαλής στρατού και ορδών μοναχών, κατέστρεψε το Μουσείο και έκαψε τη βιβλιοθήκη της Αλεξανδρείας, η οποία περιείχε 700.000 τόμους ,..»[43] και ότι «το έτος 391 μ.Χ. κάηκε η βιβλιοθήκη που είχε στεγαστεί στο Σεραπείο της Αλεξάνδρειας»[44]. Είναι χαρακτηριστικό ότι στην β’ «συμπληρωμένη έκδοση» βιβλίου του ο Κούτουλας υποστηρίζει[45] ότι το Μουσείο και το Σαράπειο βρισκόταν «στον ίδιο περίπου χώρο»(!), ενώ είναι γνωστό ότι το Μουσείο βρισκόταν στα ανάκτορα των Πτολεμαίων, στο λιμάνι. Άλλωστε ενώ ο Ορόσιος, το 417, γράφει ότι είδε ναούς με βιβλιοθήκες δίχως βιβλία, δηλαδή μη γκρεμισμένους ναούς, ο Ευνάπιος γράφει ότι το Σαράπειο κατεδαφίστηκε. Ο ένας κάνει λόγο για μη γκρεμισμένο ναό, ενώ ο άλλος για γκρεμισμένο, κι αυτό –αφού δε γίνεται να καταστράφηκε και να μην καταστράφηκε το Σαράπειο– μας κάνει ν’ αναρωτιόμαστε αν και οι δυο ιστοριογράφοι αναφέρονται στο Σαράπειο και στη βιβλιοθήκη που υποτίθεται ότι υπήρχε εκεί ή αν αναφέρονται σε διαφορετικούς ναούς. Γιατί αν ο ένας αναφέρει ότι το Σαράπειο ισοπεδώθηκε, ενώ ο άλλος ότι υπάρχουν βιβλιοθήκες με άδεια ράφια, τότε δεν αναφέρονται στο ίδιο κτήριο, δηλαδή ο Ορόσιος δεν κάνει λόγο για τα (διαρπαγέντα ή καμένα) βιβλία της βιβλιοθήκης του Σαράπειου, αλλά για άλλο κτήριο, διότι δεν αναφέρεται στο Σαράπειο. Ενδεχομένως ο Ορόσιος να δείχνει, με όσα λέει, ότι ο περίβολος με τις στοές του δεν κατεδαφίστηκαν σε αντίθεση με την καταστροφή/ισοπέδωση του Σαράπειου. Πάντως η εκκένωση των βιβλίων δεν σημαίνει κάψιμό τους˙ κι εφόσον κανένας ιστορικός, χριστιανός ή εθνικός, δεν αναφέρει ούτε υπονοεί κάψιμο βιβλιοθήκης, εφόσον ταυτόχρονα τόσοι πολλοί ανέφεραν στις ιστορίες τους την καταστροφή του ναού του Σαράπειου δίχως να κάνουν λόγο για εμπρησμό, δεν υπάρχει λόγος για τον οποίο θα έπρεπε η μαρτυρία του Ορόσιου να συνιστά μία (και μοναδική) απόδειξη περί εμπρησμού των βιβλίων. Επιπλέον, όσον αφορά στους μοναχούς, «δεν υπάρχει πραγματική ένδειξη που να αιτιολογεί τη συχνά επαναλαμβανόμενη υπόθεση ότι οι οχλαγωγικοί μοναχοί ήταν υπεύθυνοι για την καταστροφή του Σαράπειου το 391 ή για τον άγριο φόνο της Υπατίας το 415»[46]. Οι μοναχοί αναφέρονται μόνο στην επίθεση κατά του επάρχου Ορέστη.

 

Ο ΕΠΙΣΚΟΠΟΣ ΘΕΟΦΙΛΟΣ ΣΤΕΚΕΤΑΙ ΜΕ ΤΟ ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ ΑΝΑ ΧΕΙΡΑ ΣΤΟ ΣΑΡΑΠΕΙΟ ΤΟ 391 μ.Χ

ΑΠΟ ΕΓΓΡΑΦΟ ΜΕ ΚΑΤΑΓΕΓΡΑΜΜΕΝΟ ΧΡΟΝΙΚΟ ΤΗΣ ΕΠΟΧΗΣ ΠΟΥ ΓΡΑΦΤΗΚΕ ΣΤΗΝ ΑΛΕΞΑΝΔΡΕΙΑ ΣΤΙΣ ΑΡΧΕΣ ΤΟΥ 5ου ΑΙΩΝΑ μ.Χ.

Επίσης υπάρχει και η εκδοχή της καταστροφής της βιβλιοθήκης υπό τους Άραβες όπως αναφέρει ο άραβας ιατρός Αμπντέλ Λατίφ που επισκέφτηκε την Αίγυπτο τον 12ο αιώνα. Συνήθως αυτή η περιγραφή δεν γίνεται παραδεκτή• αλλά δεν είναι απαραίτητο να αναφέρεται στη «μία βιβλιοθήκη της Αλεξάνδρειας». Μπορεί να αναφέρεται σε κάποια απ’ τις βιβλιοθήκες της. Είναι γνωστό, πάντως, ότι μετά την ανάκτηση της Αλεξάνδρειας από τους Άραβες, έπειτα από τη σύντομη απελευθέρωσή της από τους Έλληνες το 645, «οι Άραβες εφέρθησαν σκληρά. Κατέστρεψαν τα τείχη της Αλεξανδρείας, έκαυσαν εκκλησίες ορθοδόξων και εφόνευσαν πολλούς εξ αυτών»[47]· και είναι γνωστό ότι η Αλεξάνδρεια παρήκμασε υπό την Αραβική κατοχή. «Η πρόταση ότι τα βιβλία από τη Βιβλιοθήκη κάηκαν από τους Άραβες ως καύσιμο για τα λουτρά είναι ένα ευαίσθητο θέμα. Η Βιβλιοθήκη (ή τμήμα της) μπορεί να είχε καεί από ατύχημα από τα στρατεύματα του Ιούλιου Καίσαρακατά τον Αλεξανδρινό πόλεμο του 48π.Χ. και βιβλία να κάηκαν σκόπιμα σε μεταγενέστερες εποχές της ιστορίας της πόλεως. Το κτήριο των λουτρών που υφίσταται ακόμα στο Kom el- Nikka, όπως άλλα κτήρια λουτρών στην Βόρεια Αφρική, είχε καμίνια σχεδιασμένα για το τοπικό καύσιμο των σκίρπων. Συνεπώς, είναι πιθανό ότι ήταν ήδη τοπική συνήθεια η χρήση παλαιών αρχείων παπύρων ως καύσιμο για τα λουτρά, όπως οι παλιοί πάπυροι προηγουμένως ανακυκλώνονταν ως ναστοχάρτωση [cartonnage] (το αντίστοιχο του papier mâché) για μούμιες»[48]. Μετά την θεωρούμενη καταστροφή της Βιβλιοθήκης από τον Θεόφιλο έχουμε ειδήσεις για βιβλιοθήκες, για φιλοσόφους, για διδασκαλία (π.χ. τον έβδομο αιώνα ο Στέφανος διδάσκει Αριστοτέλη) αρχαίων φιλοσόφων στην Αλεξάνδρεια, προφανώς με την βοήθεια βιβλίων.

 

Ακόμη κι αν οι χριστιανοί έκαψαν, εσκεμμένα ή όχι, την βιβλιοθήκη του Σαράπειου, όγκου 42.000 τόμων, οι εθνικοί έκαψαν ή κατέστρεψαν –άλλοτε εσκεμμένα κι άλλοτε άθελα– τη Βασιλική Βιβλιοθήκη και τη βιβλιοθήκη του Μουσείου, καίγοντας 700.000 και 400.000, δηλαδή 1,1 εκατομμύρια τόμους βιβλίων, αν οι αριθμοί που δίνουν οι ιστοριογράφοι της Ύστερης Αρχαιότητας και του Μεσαίωνα ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα. Ένα εκατομμύριο τόμοι βιβλία είναι ποσό είκοσι έξι φορές μεγαλύτερο συγκρινόμενο με τα βιβλία που υποτίθεται πως αφάνισαν οι χριστιανοί στο Σαράπειο. Κανείς ιστορικός, εθνικός ή χριστιανός, δεν αναφέρει ότι για την απώλεια 1.100.000 τόμων του Μουσείου και της Βασιλικής Βιβλιοθήκης ευθύνονται οι χριστιανοί, πράγμα απολύτως σωστό, αφού οι καταστροφές αυτές συνέβησαν αιώνες προτού επικρατήσουν οι χριστιανοί. Δεν υπάρχει λόγος για τον οποίο οι 42.000 αφανισμένοι τόμοι αποτελούν την «τρομερότερη καταστροφή της αρχαιότητας», ενώ οι πολλαπλάσιοι αφανισμένοι τόμοι από τους εθνικούς ήταν «τυχαία γεγονότα, λυπηρά μεν, αλλά δίχως σημαντική επίπτωση στον πολιτισμό και το πνεύμα». Αλλά γιατί, τέλος πάντων, είναι οι περισσότεροι τόσο σίγουροι ότι η Βιβλιοθήκη της Αλεξάνδρειας κάηκε από τον πατριάρχη Θεόφιλο; Η ιστορία αυτή πρωτοειπώθηκε από τον Γκίμπον τον 18ο αιώνα και έκτοτε επαναλαμβάνεται από διάφορους, δίχως την παραμικρή διάθεση να εξετάσουν περισσότερο το ζήτημα αυτό. Όμως ο Γίββων δεν είπε ότι τα βιβλία καταστράφηκαν. Είπε «the valuable library of Alexandria was pillaged or destroyed»[49].

 

Κάποτε, βέβαια, πρέπει να πάψει το παραμύθι των εξεπίτηδες και από τους χριστιανούς καμένων βιβλιοθηκών. «Δεκάδες βιβλιοθήκες ισοπεδώθηκαν»[50], γράφει ο Κούτουλας, εννοώντας σκοπίμως. Ποιες είναι αυτές οι δεκάδες βιβλιοθήκες, αν δεχτούμε ότι η Αλεξανδρινή και η της Αντιόχειας όντως καταστράφηκαν και μάλιστα σκόπιμα; Ας δώσουν ονόματα, τοποθεσίες βιβλιοθηκών (και όχι ναών), συγκεκριμένα τεκμήρια  και αποδείξεις (αρχαιολογικές ή συγγραφικές) ότι αυτό που καταστράφηκε ήταν βιβλιοθήκες και μάλιστα σκόπιμα, με συγκεκριμένο σκοπό.

 

ΑΝΑΦΟΡΕΣ

[1] Horst Blanck, Tο βιβλίο στην αρχαιότητα, σ. 186, εκδ. Παπαδήμα.

[2] Horst Blanck, Tο βιβλίο στην αρχαιότητα, σ. 193.

[3] Roger S. Bagnall, Hellenistic and Roman Egypt. Sources and Approaches, σ. 358, Ashgate, 2006.

[4] Εννοεί την ανακατασκευή του Σαράπειου μεταξύ 181-215/6 (Judith McKenzie, The architecture of Alexandria and Egypt, c. 300 BC to AD 700, σ. 196, Yale University Press, New Haven and London, 2007).

[5] Judith McKenzie, The architecture of Alexandria and Egypt, c. 300 BC to AD 700, σ. 198.

[6] Bellum Alexandrinum, 1.

[7] Bellum Alexandrinum, 3.

[8] Pharsalia, X, στίχοι 440 κ.ε. και 486-505, Longmans, Green, and Co., London, 1896.

[9] Περί της Πνευματικής Γαλήνης (De Animi Tranquillitate), 9, 5, εκδ. Πατάκη.

[10] Καίσαρ, 49, εκδ. Κάκτος.

[11] Αττικές Νύκτες, 7, 17, 3, στο Ελ Αμπαντί Μουσταφά, Η αρχαία βιβλιοθήκη της Αλεξάνδρειας, εκδ. Σμίλη.

[12] Ιστορία, 42, 38, Ursulus Philippous Boissuain, editio secunda Lucis ope espesa, Berolini, MCMLX. Druck 1955: August Raabe, Berlin-Neuköln.

[13] Rerum Gestarum Libri, XXII, 16, 13, London, William Heinemann Ltd, Cambridge, Massachusetts, Harvard University Press, MCMLXXII.

[14] Παρά τις διαβεβαιώσεις τόσο σπουδαίων αρχαίων συγγραφέων, έχει υποστηριχτεί στα σοβαρά ότι «Η ασάφεια και η αποσιώπηση της ιστορίας μιας τόσο σημαντικής καταστροφής, σαν αυτής της Μεγάλης Βιβλιοθήκης, είναι τουλάχιστον παράδοξη. Η προσπάθεια να αποδοθεί η ευθύνη στον Καίσαρα με τόσα ασαφή και σαθρά  στοιχεία, τουλάχιστον ύποπτη» (Επ. Παντελεμίδης, περ. Ιχώρ, τ. 34, σ. 36). Ύποπτη είναι μόνο η αμφισβήτηση των όσων λεν τόσοι μη χριστιανοί αρχαίοι ιστορικοί και συγγραφείς: Πλούταρχος, Αμμιανός, Δίων Κάσσιος, Σένεκας.

[15] Horst Blanck, Tο βιβλίο στην αρχαιότητα, σ. 198.

[16] Ηρωδιανός, 4, 8, 9  στο Ελ Αμπαντί Μουσταφά, Η αρχαία βιβλιοθήκη της Αλεξάνδρειας, εκδ. Σμίλη.

[17] Ευσέβιου, Εκκλ. Ισ,τ., 7, 21-32.

[18] Scriptores Historiae Augustae, Αυρηλιανός, 32˙ και Firmus 3˙ και Αμμιανός Μαρκελλίνος, XXII, 16, 15.

[19] Ελ Αμπαντί Μουσταφά, Η αρχαία βιβλιοθήκη της Αλεξάνδρειας, εκδ. Σμίλη, σ. 202.

[20] Roger S. Bagnall, Hellenistic and Roman Egypt. Sources and Approaches, σ. 357-8.

[21] Ιωάννη Μαλάλα, Χρονογραφία 308-9˙ Σουίδας, λήμμα Διοκλητιανός˙ Ιωάννης Αντιοχείας, Excert. Valesian, σ. 834 (Migne, Patrologia Graeca, τ. 77  = Muller, Frag. Hist. Graec., IV, 601, στο Ελ Αμπαντί Μουσταφά, Η αρχαία βιβλιοθήκη της Αλεξάνδρειας, εκδ. Σμίλη.

[22] λήμμα Διοκλητιανός.

[23] Έτσι, ο άξιος αυτοκράτορας Διοκλητιανός: 1)  έκαψε την Αλεξάνδρεια. 2) έκαψε βιβλία της Βιβλιοθήκης 3) κατέσφαξε τους Αλεξανδρινούς, 4) καθιέρωσε με νόμο την ανατολίτικη προσκύνηση του αυτοκράτορα, 5) επέβαλε ως επίσημη γλώσσα του κράτους τα λατινικά 6) κήρυξε διωγμούς κατά Μανιχαίων και Χριστιανών. Θα περίμενε κανείς ότι με τέτοια σπουδαία έργα ο Διοκλητιανός θα έπρεπε να θεωρηθεί θεός. Και πράγματι 7) αναγορεύτηκε θεός.

[24] XX, 16, 15.

[25] Vita Antonii˙ vita Hilarionis, στο Ελ Αμπαντί Μουσταφά, Η αρχαία βιβλιοθήκη της Αλεξάνδρειας, εκδ. Σμίλη.

[26] XXII, 16, 12.

[27] Ιερώνυμου, Viris illustribus, 134.

[28] Εκκλ. Ιστ., 5, 16, εν Αθήναις, εκ του τυπογραφείου των καταστημάτων Σπυρίδωνος Κουσουλινού, πλατεία Αγίων Θεοδώρων, 1901.

[29] Εκκλ. Ιστ., 7, 15 (Migne).

[30] Εκκλ. Ιστ., 5, 22, εν Αθήναις, εκ του τυπογραφείου των καταστημάτων Σπυρίδωνος Κουσουλινού, πλατεία των Αγίων Θεοδώρων, 1902..

[31] Αιδέσιος, 9, 17, εκδ. Κάκτος.

[32] Μουσταφά Ελ Αμπαντί, Η αρχαία βιβλιοθήκη της Αλεξάνδρειας, σ. 184.

[33] Βίοι Φιλοσόφων και Σοφιστών, Αιδέσιος, 11, 5.

[34] Βίοι φιλοσόφων και σοφιστών, Αιδέσιος, 11, 3.

[35] Historiae adversus paganus 6, 15, 32.

[36] Σωκράτη, Εκκλ. Ιστ., 3, 3.

[37] «Η βιβλιοθήκη του Γεωργίου ήταν πολύ μεγάλη και αξιόλογη και είχε κάθε είδους έργα φιλοσόφων, πολλών σχολιαστών» (411c), στο Ιουλιανού Άπαντα, εκδ. Κάκτος.

[38] Βλ. Ρασσιά, Υπέρ της των Ελλήνων νόσου, β’ έκδ. (εκδ. Ανοιχτή πόλη, 2000), τ. 3, σ. 40, Μια Ιστορία Αγάπης, α’ έκδ. (εκδ. Ανοικτή Πόλη, 1999), σ. 45.

[39] Deschner, Η εγκληματική ιστορία του Χριστιανισμού, τ. 4, σ. 340, εκδ. Κάκτος.

[40] Σιέττου Γ., Ο ανθελληνισμός στα πατερικά και εκκλησιαστικά κείμενα, σ. 316, εκδ. Εύανδρος.

[41] Κούτουλα Διαμαντή, Το Βυζάντιο έναντι των Ελλήνων Εθνικών, β’ έκδ., σ. 24, 34, 36, εκδ. Δίον. Είναι αξιοσημείωτο ότι αντιγράφοντας ο ένας τον άλλον οι κατήγοροι της Εκκλησίας αναφέρουν συνεχώς τον Σωζομενό. Άραγε τον έχουν διαβάσει;

[42] Μαρίνη Παν., Η ελληνική κοσμοθέασις, σ. 115, εκδ. Νέα Θέσις.

[43] Αλεξάνδρου Θ., Για τους ελληνικής καταγωγής χριστιανούς, σ. 129, εκδ. Δίον.

[44] Κρεββατά Δ., Το Βυζάντιο και ο διωγμός του Ελληνισμού, σ. 247, εκδ. Καστανιώτη.

[45] Κούτουλα Δ, Το Βυζάντιο έναντι των Ελλήνων Εθνικών, β’ έκδ., σ. 36.

[46] Christopher Haas, Alexandria in Late Antiquity. Topography and Social Confict, σ. 265-6, The John Hopkins University Press, Baltimore and London, 1997.

[47] Καραγιαννόπουλου Ιω. Ε., Ιστορία Βυζαντινού Κράτους, τ. Β’, σ. 77, ε’ επανέκδ., εκδ. Βάνιας.

[48] Judith McKenzie and A.T. Reyes στο Judith McKenzie, The architecture of Alexandria and Egypt, c. 300 BC to AD 700, σ. 256.

[49] The decline and fall of the Roman Empire, vol II, p. 119, Collier Books, N.Y., N.Y.

[50] Κούτουλα Δ, Το Βυζάντιο έναντι των Ελλήνων Εθνικών, β’ έκδ., σ. 29.

 

ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ: 

ΟΙ ΠΕΡΙΓΡΑΦΕΣ ΤΗΣ ΚΑΤΑΣΤΡΟΦΗΣ ΤΟΥ ΣΑΡΑΠΕΙΟΥ ΑΠΟ ΤΟΥΣ 

 ΣΩΚΡΑΤΗ, ΣΩΖΟΜΕΝΟ, ΘΕΟΔΩΡΗΤΟ, ΕΥΝΑΠΙΟ ΚΑΙ ΡΟΥΦΙΝΟ. 

http://static.panoramio.com/photos/original/47459708.jpg

ΜΕΡΟΣ ΑΠΟ ΤΟ ΣΕΡΑΠΕΙΟ ΤΗΣ ΑΛΕΞΑΝΔΡΕΙΑΣ -  FVT   ADRIAN SMITH 2009

 

«Τῇ τοῦ ἐπισκόπου Θεοφίλου σπουδῇ, βασιλέως ἐκέλευε πρόσταγμα λύεσθαι τοὺς ἐν Ἀλεξανδρείᾳ τῶν Ἑλλήνων ναούς, καὶ τοῦτο γίνεσθαι τῇ Θεοφίλου φροντίδι. Ταύτης τῆς ἐξουσίαςδραξάμενος ὁ Θεόφιλος, παντοῖος ἐγένετο καθυβρίσαι τὰ τῶνἙλλήνων μυστήρια· καὶ ἀνακαθαίρει μὲν τὸ Μιθρεῖον. Καταστρέφειδὲ τὸ Σαραπεῖον· καὶ τὰ μὲν τοῦ Μιθρείου φονικὰ μυστήρια,δημόσια ἐπόμπευε· τὰ δὲ τοῦ Σαράπιδος καὶ τῶν ἄλλων, γέλωτοςἐδείκνυ μεστά, τοὺς φαλλοὺς φέρεσθαι κελεύσας διὰ μέσης τῆςἀγορᾶς. Ταῦτα οὕτω γενόμενα ὁρῶντες οἱ κατὰ τὴν ἈλεξάνδρειανἝλληνες, καὶ μάλιστα οἱ φιλοσοφεῖν ἐπαγγελόμενοι, τὴν λύπην οὐκἤνεγκαν· ἀλλὰ τοῖς πάλαι δραματουργηθεῖσι προσέθηκαν μείζονα.Μίᾳ γὰρ ὁρμῇ ἔκ τινος συνθήματος κατὰ τῶν Χριστιανῶν χωρήσαντες, πάντα φόνον εἰργάζοντο. 

 

 Ἠμύνοντο δὲ καὶ οἱ Χριστιανοί, καὶ πᾶν κακὸν ἐπηκουλούθει κακῷ. Ἕως τε τοσούτου ἐξετάθη ἡ μάχη, ἕως οὗ κόρος τῶν φόνων τὸ γινόμενον ἔπαυσεν. Ἀπώλοντο γὰρ ἐν τῇ συμβολῇ τῶν μὲν Ἑλλήνων ὀλίγοι· τῶν δὲ Χριστιανῶν σφόδρα πολλοί. Οἱ δὲ τραυματίαι, ἐξ ἑκατέρου μέρους ἦσαν ἀναρίθμητοι. Φόβος ἐκ τῶν γεγονότων εἶχε τοὺς Ἑλληνίζοντας, δεδοικότας τὴν τοῦ βασιλέως ὀργήν. Πράξαντες γὰρ  ἃ ἐδόκει αὐτοῖς, καὶ ταῖς μιαιφονίαις τὸν θυμὸν ἀποσβέσαντες, ἄλλος ἀλλαχῆ κατεκρύπτοντο· πολλοὶ δὲ καὶ ἐκ τῆς Ἀλεξανδρείας ἔφυγον, κατὰ τὰς πόλεις μεριζόμενοι. Ὧν ἦσαν οἱ δύο γραμματικοί, Ἑλλάδιος καὶ Ἀμμώνιος, παρ’ οἷς ἐγὼ κομιδῇ νέος ὢν ἐν τῇ Κωνσταντίνου πόλει ἐφοίτησα. Ἑλλάδιος οὖν ἱερεὺς τοῦ Διὸς εἶναι ἐλέγετο. Ἀμμώνιος δὲ πιθήκου.

 

 Οὕτω δὴ τοῦ κακοῦ κατασταλέντος, συνελαμβάνοντο τῷ Θεοφίλῳ πρὸς τὴν κατάλυσιν τῶν ναῶν, ὅ τε τῆς Ἀλεξανδρείας ἔπαρχος, καὶ ὁ ἡγούμενος τοῦ στρατιωτικοῦ τάγματος. Τὰ μὲν οὖν ἱερὰ κατεστρέφετο, τὰ δὲ ἀγάλματα τῶν θεῶν μετεχωνεύετο εἰς λεβήτια, καὶ εἰς ἑτέρας χρείας τῆς Ἀλεξανδρέων ἐκκλησίας, τοῦ βασιλέως χαρισαμένου τοὺς θεοὺς εἰς δαπανήματα τῶν πτωχῶν. Πάντας οὖν τοὺς θεοὺς συντρίψας ὁ Θεόφιλος, ἓν ἄγαλμα τοῦδε τοῦ θεοῦ ἀχώνευτον τηρεῖσθαι κελεύσας, δημοσίᾳ προέστησεν· ἵνα, φησί, χρόνου προϊόντος μὴ ἀρνήσωνται οἱ Ἕλληνες τοιούτους προσκεκυνηκέναι θεούς. Ἐπὶ τοῦτο πάνυ ἀνιώμενον οἶδα Ἀμμώνιον τὸν γραμματικόν, ὃς ἔλεγε δεινὰ πεπονθέναι τὴν Ἑλλήνων θρησκείαν· ἵνα μὴ καὶ ὁ εἷς ἀνδριὰς ἐχωνεύθη, ἀλλ’ ἐπὶ γέλωτι τῆς Ἑλλήνων θρησκείας φυλάττηται. Ἑλλάδιος δὲ παρά τισιν ηὔχει, ὡς ἐννέα εἴη ἄνδρας ἐν τῇ συμπληγάδι φονεύσας. Τὰ μὲν οὖν κατὰ τὴν Ἀλεξάνδρειαν τότε τοιαῦτα ἐγένετο.

 

  Ἐν δὲ τῷ ναῷ τοῦ Σαράπιδος λουομένου καὶ γυμνουμένου, ηὔρητο γράμματα ἐγκεχαραγμένα τοῖς λίθοις, τῷ[καλουμένῳ ἱερογλυφικῷ. Ἦσαν δὲ οἱ χαρακτῆρες, σταυρῶν ἔχοντες τύπους. Τούτους ὁρῶντες Χριστιανοί τε καὶ Ἕλληνες, τῇ ἰδίᾳ Ἑκάτεροι θρησκείᾳ προσηρμόζοντο. Χριστιανοὶ μὲν γάρ, σημεῖον τοῦ κατὰ Χριστὸν σωτηριώδους πάθους εἶναι λέγοντες τὸν σταυρόν, οἰκεῖον εἶναι τὸν χαρακτῆρα ἐνόμιζον· Ἕλληνες δὲ τί κοινὸν Χριστῷ καὶ Σαράπιδι ἔλεγον· εἰ ὁ σταυροειδὴς χαρακτήρ, ἄλλο μὲν Χριστιανοῖς, ἄλλο δὲ Ἕλλησι ποιεῖται τὸ σύμβολον. Τούτων δὲ ἀμφισβητουμένων, τινὲς τῶν Ἑλλήνων τῷ Χριστιανισμῷ προσελθόντες, τὰ ἱερογλυφικά τε γράμματα ἐπιστάμενοι, διερμηνεύοντες τὸν σταυροειδῆ χαρακτῆρα, ἔλεγον σημαίνειν ζωὴν ἐπερχομένην. Τοῦτο πλεῖον οἱ Χριστιανοὶ εἰς τὴν οἰκείαν  θρησκείαν ἁρπάσαντες, ἀλαζονικώτερον διετέθησαν. Ὡς δὲ καὶ δι’ ἑτέρων γραμμάτων ἱερογλυφικῶν ἐδηλοῦτο, τέλος ἕξειν τὸ τοῦ Σαράπιδος ἱερόν, ὅτε σταυροειδὴς φανῇ χαρακτήρ, τοῦτο γὰρ εἶναι τὴν ἐπερχομένην ζωήν, πολλῷ πλείους προσήρχοντο τῷ Χριστιανισμῷ. Καὶ τὰς ἁμαρτίας ἐξομολογουμένοι, ἐβαπτίζοντο. Τὰ μὲν οὖν ἐπὶ τῷ σταυροειδεῖ χαρακτῆρι γενόμενα, τοιαῦτα ἀκήκοα»

 

«Ὑπὸ δὲ τοῦτον τὸν χρόνον, Ἀλεξανδρέων ἐπίσκοπος τὸ παρ’ αὐτοὶς Διονύσου ἱερὸν εἰς ἐκκλησίαν μετεσκεύαζε· δῶρον γὰρ εἰλήφει τοῦτο παρὰ τοῦ βασιλέως αἰτήσας. Καθαιρουμένων δὲ τῶν ἐνθάδε ξοάνων, καὶ τῶν ἀδύτων ἀνακαλυπτομένων, ἐπίτηδες σπουδάζων ἐνυβρίσαι τοῖς Ἑλληνικοῖς μυστηρίοις, ἐξεπόμπευε ταῦτα· καὶ φαλλούς, καὶ εἴ τι ἕτερον ἐν τοῖς ἀδύτοις κεκρυμμένον καταγέλαστον ἦν ἢ ἐφαίνετο, δημοσίᾳ ἦγεν εἰς ἐπίδειξιν. Πρὸς δὲ τὸ ἀληθές, καὶ τὸ ἀδόκητον τοῦ συμβάντος καταπλαγέντες οἱ Ἕλληνες, ἠρεμεῖν οὐκ ἠνείχοντο· παρασκευασάμενοι δὲ ἐν ἑαυτοῖς κατέδραμον τοὺς Χριστιανούς. Καὶ τοὺς μὲν κτείναντες, τοὺς δὲ τραυματίας ποιήσαντες, καταλαμβάνουσι τὸ Σεράπιον.

 

Ναὸς δὲ οὗτος ἦν κάλλει καὶ μεγέθει ἐμφανέστατος, ἐπὶ γεωλόφου κείμενος. Ἐντεῦθεν ὡς ἀπ’ ἄκρας τινὸς ἐξαπιναίως ἐλθόντες, συνέλαβόν τε πολλοὺς Χριστιανῶν, καὶ βασανίζοντες, ἠνάγκαζον θύειν. Παραιτουμένους δε, τοὺς μὲν ἀνεσκολόπισαν· τῶν δὲ τὰ σκέλη κατέαξαν· ἄλλους δὲ ἄλλως ἀνήρουν. Ἐπὶ πολλῷ δὲ χρόνῷ τῆς στάσεως κρατούσης παραγενόμενοι πρὸς αὐτοὺς οἱ ἄρχοντες, νόμων ὑπεμίμνησκον, καὶ παύεσθαι πολέμου παρεκελεύοντο, καὶ τὸ Σεράπιον καταλιμπάνειν. Ἦρχε δὲ τότε τῶν ἐν Αἰγύπτῳ στρατιωτικῶν ταγμάτων Ρωμανός· Εὐάγριος δὲ ὕπαρχος τῆς Ἀλεξανδρείας ἡγεῖτο. Ὡς δὲ οὐδὲν ἤνυον, ἐμήνυσαν τῷ βασιλεῖ τὰ γενόμενα. Προθυμοτέρους δὲ τοὺς ἐν τῷ Σεραπίῳ παρασκευάζειν εἶναι, τὸ συνειδένε σφίσιν ἃ τετολμήκασιν· ἔπειτα δὲ καὶ Ὀλύμπιός τις ἐν φιλοσόφου σχήματι συνὼν αὐτοῖς, καὶ πείθων χρῆναι μὴ ἀμελεῖν τῶν πατρίων, ἀλλ’ εἰ δέοι ὑπὲρ αὐτῶν θνήσκειν· καθαιρουμένων δὲ τῶν ξοάνων, ἀθυμοῦντας ὁρῶν, συνεβούλευε μὴ ἐξίστασθαι τῆς θρησκείας, ὕλην φθαρτὴν καὶ ἰνδάλματα λέγων εἶναι τὰ ἀγάλματα, καὶ διὰ τοῦτο ἀφανισμὸν ὑπομένειν· δυνάμεις δέ τινας ἐνοικῆσαι αὐτοῖς, καὶ εἰς οὐρανὸν ἀποπτῆναι. Καὶ ὁ μέν, τοιάδε εἰσηγούμενος, καὶ πληθὺν Ἑλλήνων ἔχων περὶ αὐτόν, ἐν τῶ Σεραπίῳ διέτριβεν.

 

Ὁ δὲ βασιλεὺς ἀγγελθέντων τῶν γενομένων, τοὺς μὲν ἀναιρεθέντας Χριστιανοὺς ἐμακάριζεν, ὡς μαρτυρίας γερῶν μετασχόντας, καὶ ὑπὲρ τοῦ δόγματος προκινδυνεύσαντας. Τοὺς δὲ ἀνελόντας, συγγνώμης τυχεῖν προσέταξεν, ὡς ἂν ῥᾷστα εἰς Χριστιανισμὸν μεταβάλοιεν, τὴν εὐεργεσίαν αἰδούμενοι· καθιρεθῆναι δὲ τοὺς ἐν Ἀλεξανδρείᾳ ναούς, ὡς αἰτίους στάσεως τῷ δήμῳ. Λέγεται δὲ τῶν περὶ τούτων γραφέντων παρὰ βασιλέως εἰς τὸ κοινὸν ἀναγνωσθέντων, μέγα ἀναβοῆσαι Χριστιανούς, καθότι εὐθὺς ἐκ προοιμίων ἐν αἰτίᾳ τοὺς Ἑλληνιστὰς ἐποιεῖτο. Ἐντεῦθεν δὲ εἰς δέος ἐμπεσόντας τοὺς τὸ Σεράπιον φυλάσσοντας, εἰς φυγὴν τραπῆναι· καταλαβόντας δὲ τὸν τόπον τοὺς Χριστιανούς, ἐξ ἐκείνου κατασχεῖν.

 

Ὁ δὲ Ὀλύμπιος, ὡς ἐπυθόμην, οὐ πολλῷ πρότερον, ἀωρὶ τῆς νυκτὸς μεθ’ ἥν ταῦτα ἐπιγενομένης ἡμέρας συνέβη, ἐπήκουσέ τινος ἐν τῷ Σεραπίῳ Ἀλληλούϊα ψάλλοντος. Ἐπεὶ δὲ τῶν θυρῶν κεκλεισμένων, καὶ ἡσυχίας οὔσης, οὐδένα καθεώρα, φωνῆς δὲ μόνης ἤκουε τὸν αὐτὸν ψαλμὸν μελῳδούσης, ἔγνω τὸ σύμβολον. Καὶ λαθὼν πάντας, ἔξεισι τοῦ Σεραπίου, καὶ πλοίου τυχών, εἰς Ἰταλίαν ἀνήχθη. Φασὶ δὲ τοῦ ναοῦ τούτου τότε καθαιρουμένου, τινὰ τῶν καλουμένων ἱερογλυφικῶν χαρακτήρων, σταυροῦ σημείῳ ἐμφερεῖς ἐγκεχαραγμένοις τοῖς λίθοις ἀναφανῆναι. Παρ’ ἐπιστημόνων δὲ ταὰ τοιάδε, ἑρμηνευθεῖσαν σημᾶναι ταύτην τὴν γραφήν, ζωὴν ἐπερχομένην· τοῦτο δε, πρόφασιν Χριστιανισμοῦ πολλοῖς γενέσθαι τῶν Ἑλληνιστῶν, καθότι καὶ γράμματα ἕτερα τοῦτο τὸ ἱερὸν τέλος ἕξειν ἐδήλου, ἡνίκα οὗτος ὁ χαρακτὴρ φανῇ. Τὸ μὲν δὴ Σεράπιον ὧδε ἥλω, καὶ μετ’ οὐ πολὺ εἰς ἐκλησίαν μετεσκευάσθη, Ἀρκαδίου τοῦ βασιλέως ἐπώνυμον. …»

 

 «Οὗτος τὴν Ἀλεξάνδρου πόλιν, τῆς εἰδωλικῆς ἠλευθέρωσε πλάνης. Οὐ γὰρ μόνιν, ἐκ βάθρων ἀνέσπασε τὰ τῶν εἰδώλων τεμένη, ἀλλὰ καὶ τὰ τῶν ἐξαπατώντων ἱερέων τοῖς ἐξηπατημένοις ὑπέδειξε μηχανήματα. Τά τε γὰρ ἐκ χαλκοῦ καὶ τὰ ἐκ ξύλων κενὰ ἔνδοθεν κατασκευάζοντες ξόανα, καὶ τοῖς τοίχοις τὰ τούτων προσαρμόζοντες νῶτα, πόρους τινὰς ἀφανεῖς ἐν τοῖς τοίχοις ἠφίεσαν. Εἶτα διὰ τῶν ἀδύτων ἀνιόντες, καὶ εἴσω τῶν ξοάνων γινόμενοι, ἅπερ ἐβούλοντο διὰ τούτων ἐκέλευον. Φενακιζόμενοι δὲ οἱ ἐπαΐοντες ἔδρων τὸ κελευόμενον. Ταῦτα ὁ σοφώτατος καταλύων ἀρχιερεὺς τοῖς ἐξαπατηθεῖσιν ὑπέδειξε δήμοις. Εἰς δὲ τὸν τοῦ Σαράπιδος νεὼν ἀναβάς, τῶν δὲ πανταχοῦ γῆς, καθὰ φασί τινες, μέγιστός τε οὗτος καὶ κάλλιστος, εἶδε τὸ ξόανον παμμέγεθες, καὶ τῷ μεγέθει τοὺς θεατὰς δετιττόμενον· πρὸς δὲ τῷ μεγέθει καὶ λόγος κατεῖχεν ἀπατηλός, ὡς εἴ τις τούτῳ πελάσει, κλονηθήσεται μὲν ἡ γῆ, πανωλεθρία δὲ ἅπαντας καταλήψεται. Ἀλλὰ τούτους μὲν τοὺς λόγους γραϊδίων μεθυόντων νομίσας εἶναι ληρήματα τοῦ δὲ μεγέθους ὡς ἀψύχου καταφρονήσας, εκέλευσέν τινι πέλεκυν ἔχοντι παῖσαι προθύμως τὸν Σάραπιν· Ἐκείνου δὲ παίσαντος, ἐβόησαν μὲν ἅπαντες τὸ θρυλούμενον δείσαντες· ὁ δὲ Σάραπις δεξάμενος τὴν πληγήν, οὔτε ἤλγησε, ξύλινος γὰρ ἦν, οὔτε φωνὴν ἀφῆκεν, ἄψυχος ὤν. Ἐπειδὴ δὲ τὴν κεφαλὴν ἀφῃρέθη, μῦες ἀγεληδὸν ἐξέδραμον ἔνδοθεν· μυῶν γὰρ οἰκητήριον ἦν ὁ Αἰγυπτίων θεός. Εἰς μικρὰ δὲ αὐτὸν διελόντες, τὰ μὲν παρέδοσαν τῷ πυρί, τὴν δὲ κεφαλὴν διὰ παντὸς τοῦ ἄστεος ἔσυρον, τῶν προσκυνούντων ὁρώντων καὶ τοῦ παρ’ αὐτῶν προσκυνηθέντος τὴν ἀσθένειαν κωμῳδούντων»

   

«Θεοδοσίου μὲν τότε βασιλεύοντος, Θεοφίλου δὲ προστατοῦντος τῶν ἐναγῶν, ἀνθρώπου τινὸς Εὐρυμέδοντος, Εὐαγρίου δὲ τὴν πολιτικὴν ἀρχὴν ἄρχοντος, Ῥωμανοῦ δὲ τοὺς κατ’ Αἴγυπτον στρατιώτας πεπιστευμένου· οἵτινες, ἅμα φραξάμενοι κατὰ <τῶν ἱερῶν> λιθ<ίν>ων καὶ λιθοξο<αν>ων, ἐπὶ θυμὸν ταῦτα βαλλόμενοι, πολέμου δὲ μήτε ἀκοὴν <μήτε παρακοὴν> ὑφιστάμενοι, τῷ τε Σεραπείῳ κατελημήναντο καὶ τοῖς ἀναθήμασιν ἐπολέμησαν, ἀνανταγώνιστον καὶ ἄμαχον νίκην νικήσαντες. Τοῖς γοῦν ἀνδριᾶσι καὶ ἀναθήμασι ἐς τοσόνδε γενναίως ἐμαχέσαντο, ὥστε οὐ μόνον ἐνίκων αὐτά, ἀλλὰ καὶ ἔκλεπτον, καὶ τάξις ἦν πολεμικὴ τὸ ὑφελόμενον λαθεῖν. Τοῦ δὲ Σεραπείου μόνον τὸ ἔδαφος οὐχ ὑφείλοντο διὰ βάρους τῶν λίθων, οὐ γὰρ ἦσαν εὐμετακίνητοι·συγχέαντες δὲ ἅπαντα καὶ ταράξαντες, οἱ πολεμικώτατοι καὶ γενναῖοι, καὶ τὰς χεῖρας ἀναιμάκτους μέν, οὐκ ἀφιλοχρημάτους δὲ προτείναντες, τούς τε θεοὺς ἔφασαν νενικηκέναι, καὶ τὴν ἱεροσυλίαν καὶ τὴν ἀσέβειαν εἰς ἔπαινον σφῶν αὐτῶν κατελογίζοντο» 

 

2 (22) Meanwhile in Alexandria, new unrest at odds with the trust of these times was stirring against the Church.  The commotion arose from a situation of this sort.  There was a certain basilica belonging to the public domain, very old and quite neglected.  The Emperor Constantius, it was said, had given it to the bishops who were publicly espousing his perverted faith.  Because of the lack of maintenance over a long time, only the walls of the basilica were sound.  The bishop, who at this time governed the Church, decided to ask the Emperor for this basilica in order that since the numbers of the faithful were growing, so should the number of prayer-halls.  When the bishop had received the basilica and wished to begin renovation, caverns, so to speak, were found hidden in this place, dug out of the ground.  The caverns were more suited for robbers and crime than for ceremonies.  Accordingly, the Gentiles, who saw that their hidden retreats of crime and caverns of shame were being uncovered, finding it intolerable that evils concealed for so many centuries and covered by darkness should be exposed, as though they had drunk a chalice of serpents, they all began to go mad and to rage openly.  No longer with shouting and sedition, as was their wont, they strove to fight it out with force and with the sword.  Both peoples/communities were staging frequent skirmishes in the broad public streets, and they met one another in open war. 

 

        Now our side, though in number and strength the superiors by far, because of the self-restraint of their religion were less fierce.  So, very often when large numbers of our people were wounded and some even killed outright, they would flee to the temple as to a citadel.  And taking quite a number of Christian captives with them there, they forced them to sacrifice at the burning altars.  Those who refused they tortured with new and exquisite tortures and killed them.  Some they fixed to forked-shaped yokes, they broke the shins of others, and they cast them into caves which a long past age had built carefully to be receptacles for the blood of sacrifices and other impurities of the altar.  They did these things by day, at first from fear, then in confidence and desperation, and being shut up within their temple they lived by rapine and plunder. 

 

        Finally, raging against the blood of the citizens they chose a certain Olympius, by reputation and attire a philosopher, to be the leader of their crime and boldness, in order that with this standard-bearer they might defend their citadel and hold on to their tyranny.  But those to whom the protection of the Roman law and the right of jurisdiction was entrusted, when they found out what had transpired, demanded to know the causes of this audacity.  They asked what the mob (in which the blood of citizens was spilt before the altars in so great a crime) wanted.  But the others, having strengthened the barrier, giving no explanation of the deed, kept shouting in confused and dissonant voices.  Messengers, nevertheless, were sent to impress upon those inside the power of the Roman Empire, the coercive force of the laws and punishments which are accustomed to follow on acts such as theirs.  Since the fortification of the place would not permit any action, unless there was greater force available, to be taken against men who were intent upon their acts of madness, the situation  was referred to the emperor.

 

He (the emperor Theodosius), who by his inborn clemency preferred to correct rather than to lose those who had gone astray, issued a rescript to this effect: punishment must not be exacted for those whom blood spilled before the altars had made martyrs, for the glory of their merits conquers the grief of their death.  For the rest of the situation however, the cause of the evil and the roots of discord, which came about for the defense of pagan images, ought to be excised completely.  Once these were destroyed, the cause itself of the wars (bellorum causa) would be put to rest.  When the emperor's rescript had arrived and after an unofficial truce of short duration was established to hear the emperor's words, both sides gathered before the temple.  As soon as the first page of the letter was opened, in whose prologue the delusory superstition of the Gentiles was blamed, an enormous clamor rose from our people -- fear and astonishment invaded the Gentiles.  One by one they attempted to find a hiding place, to pry open a narrow path of flight, or to merge themselves secretly with ourselves.  For the presence of God gave courage to the people; and the madness of the Devil which before had raged out of control, was put to flight. 

 

2. (23) (…)  Thus, as we have begun to relate, after the reading of the rescript, our people were ready to overthrow the Author of Error.  However, a belief had been spread abroad by the Gentiles themselves, that, if a human hand was laid violently on this statue, the earth would immediately open up, dissolving into chaos, and suddenly the heavens would collapse into the abyss.  This story gave the people a senseless pause, when behold -- one of the soldiers, better protected by his faith than by his weapons, seizing a double-edged axe, stood up and with all his strength struck the jaw of the Old Man.  A shout was raised by both groups of people, but neither the sky fell nor the earth sunk.  Repeating his action several times, he cut off the worm-eaten genius of wood, blackened by smoke once it was cast down and thrown into the fire, and it burned as easily as dry wood.  After which, the head was taken, having been torn away at the neck, with its modius broken.  Then the feet and the other limbs were cut up in pieces by blows of the axe, quartered and dragged off with the aid of ropes.  Then in each locale, member by member, the decrepit Old Man was burned under the eyes of his adoring Alexandria.  Finally, the trunk which still remained was burned in the amphitheatre.  Such was the end of the vain superstition and ancient error of Serapis.

.....  section on the origin of Serapis & the horrors of pagan cults .... 

 

2. (24)  When these things were brought into the light and exposed in broad daylight, although the Gentiles had been dispersed either due to their confusion or to their shame; if one of them, however, had been able to remain there, he was astonished at having been snared for so many centuries by such sacrileges and shameful frauds.  Consequently, a very great number of them, condemning the lies and discovering the crimes, embraced the faith of Christ and the cult of true religion ....

 

 (27)  But that was nothing compared with how he transformed the place of squalor.  The dens of vices and tombs of dissipation were pulled down and lofty churches of the true God were constructed.  And indeed, even in the sepulcher of Serapis, when the profane buildings had been leveled, on one side a martyrium was erected, and on the other a church.  It seems to me worthy of interest to recall how the occasion presented itself for the construction of this martyrium.

 

29. (….)  Then those remaining pagans saw what had been done, and they remembered, it was said, a very important tradition which formerly had been confided to them.  This Sign -- ours -- of the Lord's Cross, the Egyptians possessed among those letters which are called hieratic -- that is to say, sacred -- possessing it among the other letters making up their alphabet.  The were certain that the meaning of this letter or term was, "The Life to Come."  Those who then were converted to the faith because they were filled with wonder in the presence of these events, said that this had been handed down to them by the ancients, and that those who remained until the coming of the sign representing life were greatly honored.  For this reason, it turned out that some priests and temple ministers were converted to the faith -- a greater number than those still addicted to the impostures of error and the artifices of deception.

 

ΣΩΚΡΑΤΗΣ

Ο Σωκράτης ο Σχολαστικός (πέθανε μετά το 450 μ.χ) έγραψε επίσης ένα βιβλίο με τίτλο "Ιστορία της Εκκλησίας" ως συνέχεια αυτή του Ευσέβιου. Ήταν πιο λεπτομερής και γραμμένη στα ελληνικά. Περιέχει ένα κεφάλαιο σχετικά με την καταστροφή του Σεραπείου στο οποίο καταθέτει ότι η πράξη διατάχθηκε από τον αυτοκράτορα, ότι το κτίριο κατεδαφίστηκε και ότι μετατράπηκε αργότερα σε εκκλησία. Και πάλι όμως δεν γίνεται καμία αναφορά στα βιβλία που θα μπορούσαν να βρίσκονται στο Σεράπειο ή τι μπορούσε να έχει συμβεί σε αυτά. Το κείμενο του σχετικά με τα ιερογλυφικά σε σχήμα σταυρού που βρέθηκαν στο ιερό μας δίνει μια ιδέα για το πώς ο Χριστιανισμός μετέτρεπε διάφορα ειδωλολατρικά σύμβολα προς όφελός του.

 

«Κατά παράκληση του επισκόπου Αλεξανδρείας Θεόφιλου, ο αυτοκράτορας εξέδωσε διαταγή εκείνη την εποχή για την κατεδάφιση των εθνικών ναών της πόλης εκείνης. Πρόσταξε επίσης ότι η διαταγή πρέπει να εκτελεσθεί υπό τις οδηγίες του Θεόφιλου. Αρπάζοντας την ευκαιρία αυτή ο Θεόφιλος κατέβαλε προσπάθεια να χλευάσει τα μυστήρια των εθνικών. Και έτσι καθάρισε το εσωτερικό του Μιθραίου.Έπειτα κατέστρεψε το Σαράπειο και εξέθεσε σε δημόσια θέα τα τεκμήρια των αιματηρών μυστηρίων του Μιθραίου. Παρουσίασε επίσης τα αντίστοιχα του Σαράπειου και διέταξε να εκτεθούν οι φαλλοί που υπήρχαν σε αυτό στη μέση της αγοράς. Αυτά βλέποντας οι εθνικοί της Αλεξάνδρειας και ειδικά οι επαγγελλόμενοι την φιλοσοφία, ήταν αδύνατο να καταπνίξουν  την λύπη τους. Έτσι, υπερέβαλαν σε εκδικητική αγριότητα τα προηγούμενα. Με μια συμφωνία και έπειτα από ένα σύνθημα, επιτέθηκαν κατά των χριστιανών και σκότωναν όποιον έβρισκαν μπροστά τους.

Οι χριστιανοί αμύνονταν και έτσι το κακό ακολουθούσε το κακό κι αυξανόταν. Η διαμάχη συνεχιζόταν μέχρι που την σταμάτησε ο κορεσμός από τους σκοτωμούς.  Από τους εθνικούς είχαν χαθεί λίγοι, ενώ από τους χριστιανούς πάρα πολλοί. Οι δε τραυματίες κι από τις δυο μεριές ήταν αναρίθμητοι. Τότε οι εθνικοί κατελήφθησαν από φόβο για τα γεγονότα, σκεφτόμενοι την οργή του βασιλιά: διότι έχοντας κάνει ό,τι κατ’  αυτούς φαινόταν καλό, και έχοντας σβήσει τον θυμό τους οι φόνοι που έκαναν, άλλοι έφευγαν προς μια κατεύθυνση και άλλοι προς άλλην. Πολλοί έφευγαν από την Αλεξάνδρεια διασκορπιζόμενοι σε διάφορες πόλεις. Ανάμεσα σε αυτούς ήταν και δυο γραμματικοί, ο Ελλάδιος και ο Αμμώνιος, των οποίων  ήμουν μαθητής όταν ήμουν νέος στην Κωνσταντινούπολη. Ο Ελλάδιος λέγεται ότι είναι ιερέας του Δία, ο Αμμώνιος (του θεού-)πιθήκου [που είχε τη μορφή πιθήκου].

 Έτσι, έχοντας τερματιστεί το κακό, ο κυβερνήτης της Αλεξάνδρειας, μαζί με τον διοικητή των στρατευμάτων της Αιγύπτου βοήθησαν τον Θεόφιλο στην καταστροφή των ναών των εθνικών. Αυτοί καταστρέφονταν, τα αγάλματα των θεών έλειωναν και γίνονταν δοχεία και άλλα κατάλληλα σκεύη για τη χρήση της εκκλησίας της Αλεξάνδρειας. Γιατί ο αυτοκράτορας είχε παραγγείλει στον Θεόφιλο να διανέμει τα μέταλλα για να παράσχει ανακούφιση στους φτωχούς. Όλα τα αγάλματα συμφώνως καταστράφηκαν σε κομμάτια εκτός από το άγαλμα του θεού που αναφέρθηκε παραπάνω, το οποίο ο Θεόφιλος διατήρησε και έθεσε σε δημόσιο χώρο. "Μήπως", είπε, "στο μέλλον οι εθνικοί αρνηθούν ότι λάτρευαν παλαιότερα τέτοιους θεούς" [ζωόμορφους]. Η πράξη αυτή προκάλεσε μεγάλη δυσαρέσκεια ειδικά στον Αμμώνιο, ο οποίος, από όσα γνωρίζω συνήθιζε να λέει ότι "η θρησκεία των εθνικών υπέστη μεγάλη προσβολή επειδή αυτό το άγαλμα δεν λειώθηκε επίσης αλλά διατηρήθηκε ώστε να δείχνει γελοία την θρησκεία αυτήν".  Ο Ελλάδιος, πάλι, καυχιόταν μπροστά σε κάποιους ότι είχε σκοτώσει με τα ίδια του τα χέρια εννιά ανθρώπους τότε. Έτσι είχαν τα πράγματα τότε στην Αλεξάνδρεια.

 

Όταν ο ναός του Σάραπη απογυμνώθηκε και κατεδαφίστηκε βρέθηκαν χαραγμένα σε λίθους ορισμένα γράμματα που καλούνται ιερογλυφικά. Οι χαρακτήρες είχαν τη μορφή του σταυρού. Βλέποντας αυτά τόσο οι χριστιανοί όσο και οι εθνικοί προσάρμοζαν ο καθένας στη θρησκεία του. Για τους χριστιανούς, που θεωρούν ότι ο σταυρός είναι το σημείο του σωτήριου πάθους του Χριστού, ο χαρακτήρας νομιζόταν οικείος. Αλλά οι εθνικοί υπέθεταν ότι ανήκει από κοινού στον Χριστό και στονΣάραπη. "Διότι", έλεγαν, "συμβολίζει ένα πράγμα για τους χριστιανούς και άλλο για τους εθνικούς". Ενώ αυτό το ζήτημα ήταν αμφιλεγόμενο, μερικοί από τους εθνικούς οι οποίοι είχαν προσέλθει στο Χριστιανισμό και είχαν γνώση των ιερογλυφικών αυτών χαρακτήρων, ερμήνευσαν τον σταυροειδή χαρακτήρα του συμβόλου λέγοντας ότι σημαίνει την Επερχόμενη Ζωή. Αυτή την ερμηνεία οι χριστιανοί θριαμβολογώντας αποδέχτηκαν ως ευνοϊκότερη προς τη θρησκεία τους, και έγιναν αλαζονικότεροι. Όταν και άλλοι ιερογλυφικοί χαρακτήρες αποκρυπτογραφήθηκαν, οι οποίοι περιείχαν την πρόβλεψη ότι το τέλος του ιερού του Σάραπη θα επέλθει όταν ο σταυροειδής ιερογλυφικός χαρακτήρας αποκαλυφθεί, δηλαδή ο χαρακτήρας που σήμαινε την Επερχόμενη Ζωή, τότε πάρα πολλοί εθνικοί προσήλθαν στον Χριστιανισμό. Και εξομολογούμενοι τις αμαρτίες τους βαπτίζονταν. Έτσι έχουν όσα άκουσα αναφορικά με τον σταυροειδή ιερογλυφικό χαρακτήρα»

 

ΣΩΖΟΜΕΝΟΣ

Ο Σωζομενός ή Σωζόμενος (περίπου 400-450 μΧ), πλήρες όνομα Σαλαμίνιος Ερμείας Σωζομενός (Λατ. Salaminius Hermias Sozomenus), ήταν ιστορικός της χριστιανικής εκκλησίας και νομικός στην Κωνσταντινούπολη.Γεννήθηκε στην Βαιθηλία, μια μικρή πόλη κοντά στη Γάζα της Παλαιστίνης και πέθανε στην Κωνσταντινούπολη. Το έργο του Εκκλησιαστική Ιστορία αποτελεί ιδιαίτερα σημαντική πηγή για τις εκκλησιαστικές εξελίξεις κατά τον 4ο και 5ο αιώνα και καταγράφηκε μέσα από την ορθόδοξη σκοπιά. Το έργο του αυτό αποτελείται από εννιά βιβλία που καλύπτουν την περίοδο από το 324 έως το 439, ενώ ο Σωζομενός το αφιέρωσε στον Βυζαντινό αυτοκράτορα Θεοδόσιο Β'. Το ότι το έργο του φτάνει ως το έτος 425 πιθανόν να οφείλεται είτε σε παρέμβαση του αυτοκράτορα είτε διότι δεν διασώθηκε μέχρι σήμερα.

 

«Τότε ο επίσκοπος της Αλεξάνδρειας μετέτρεπε σε εκκλησία το ιερό του Διόνυσου, το οποίο είχε δοθεί σε αυτόν από τον βασιλιά έπειτα από αίτησή του. Τα αγάλματα εκεί απομακρύνθηκαν και τα άδυτα του ναού αποκαλύφθηκαν. Προκειμένου να γελοιοποιήσει τα μυστήρια των εθνικών διαπόμπευσε τα ευρισκόμενα και έκανε δημόσια επίδειξη των αντικειμένων αυτών, φαλλών και οποιουδήποτε άλλου πράγματος είχε βρεθεί εκεί. Οι εθνικοί, έκπληκτοι δεν μπορούσαν να υποφέρουν το γεγονός ήσυχοι και συνωμότησαν μεταξύ τους να επιτεθούν στους χριστιανούς. Σκότωσαν και τραυμάτισαν διάφορους χριστιανούς κι έπειτα κατέλαβαν το Σαράπειο.

 

 Αυτό ήταν ένας ναός εμφανούς κάλλους και μεγέθους πάνω σε γήλοφο. Εκεί, μετατρέποντάς το σε κάστρο, συνέλαβαν πολλούς χριστιανούς και τους βασάνιζαν και τους ανάγκαζαν να θυσιάσουν. Όσοι χριστιανοί αρνούνταν ανασκολοπίζονταν και τα κόκαλα των ποδιών τους σπάζονταν ή εκτελούνταν με άλλον τρόπο. Όσο κρατούσε η στάση οι άρχοντες πήγαν εκεί και θύμιζαν σε αυτούς τους νόμους, να πάψουν τη στάση και να παραδώσουν το Σαράπειο. Διοικούσε τότε τα στρατιωτικά τάγματα της Αιγύπτου ο Ρωμανός και ο Ευάγριος ήταν ύπαρχος της Αλεξάνδρειας. Επειδή δεν κατάφεραν τίποτα, μήνυσαν στον βασιλιά τα γεγονότα. Οι έγκλειστοι στο Σεράπειο προετοιμάστηκαν για μεγαλύτερη αντίσταση από φόβο για όσα είχαν τολμήσει. Κάποιος Ολύμπιος, ο οποίος είχε αμφίεση φιλοσόφου, τους είπε ότι πρέπει να πεθάνουν παρά να αμελήσουν τους θεούς των πατέρων τους. Βλέποντας ότι είχαν απογοητευθεί από την καταστροφή των αγαλμάτων, τους διαβεβαίωσε ότι αυτή δεν ήταν αρκετή για να τους κάνει να εγκαταλείψουν τη θρησκεία τους, διότι τα αγάλματα. Διότι τα αγάλματα είχαν κατασκευαστεί από φθαρτά υλικά, και ήταν εικόνες, και γι’ αυτό θα καταστρέφονταν, ενώ οι δυνάμεις που είχαν κατοικήσει σε αυτά, είχαν πετάξει προς τον ουρανό. Με τέτοια επιχειρήματα κρατούσε τους εθνικούς μαζί του στο Σεράπιο.

  

Όταν στον βασιλιά αναγγέλθηκαν αυτά, είπε ότι οι χριστιανοί φονευθέντες ήταν άξιοι μακαρισμού επειδή υπέφεραν υπέρ του δόγματος και είχαν μετάσχει του μαρτυρίου. Προς τους δολοφόνους προσέφερε συγχώρεση, μήπως δεχτούν να γίνουν χριστιανοί. Και διέταξε την κατεδάφιση των ναών της Αλεξάνδρειας, ως αιτίους της στάσης. Λέγεται ότι όταν αναγνώστηκαν αυτές οι αποφάσεις του βασιλιά δημοσίως, οι χριστιανοί αναβόησαν πολύ από χαρά, διότι αποδιδόταν η αιτία των γεγονότων στους εθνικούς. Όσοι ήταν στο Σαράπειο κατελήφθησαν από δέος ακούγοντας όλα αυτά και έφυγαν. Οι χριστιανοί κατέλαβαν την τοποθεσία, που ακόμη κρατούν.

 

 Έχω ενημερωθεί ότι τη νύχτα πριν όλα αυτά γίνουν ο Ολύμπιος είχε ακούσει τη φωνή κάποιου που έψελνε μέσα στο Σαράπειο Αλληλούια. Επειδή οι θύρες ήταν κλειστές και είχε ησυχία, δεν έβλεπε κανέναν και ακούγοντας τη φωνή να ψάλλει τον ψαλμό, κατανόησε το σύμβολο. Και κρυφά από όλους, εγκατέλειψε το Σεράπειο και μπαίνοντας σε πλοίο πήγε στην Ιταλία. Λένε ότι όταν ο ναός κατεδαφίστηκε, βρέθηκαν μερικά ιερογλυφικά χαραγμένα σε πέτρες και το σημείο του σταυρού σε αυτά φαινόταν. Από όσους γνώριζαν τα σχετικά με τα ιερογλυφικά, αυτά ερμηνεύθηκαν ως η Επερχόμενη Ζωή. Και αυτά τα ιερογλυφικά οδήγησαν πολλούς εθνικούς να γίνουν χριστιανοί. Το ίδιο αποτέλεσμα είχαν κι άλλα ιερογλυφικά στο Σαράπειο που δήλωναν ότι το τέλος του ναού θα επέλθει όταν ο χαρακτήρας αυτός (του σταυρού) φανεί δημόσια. Έτσι πάρθηκε το Σεράπειο και μετά από λίγο μετατράπηκε σε εκκλησία έχοντας την ονομασία του βασιλιά Αρκάδιου»

 

ΘΕΟΔΩΡΗΤΟΣ

Θεοδώρητος ο Κύρου

Ο Θεοδώρητος (393 – περ. 457) υπήρξε εκκλησιαστικός συγγραφέας και χριστιανός επίσκοπος της πόλης Κύρου (ή, Κύρρου), πρωτεύουσας της συριακής επαρχίας της Κυρρηστικής. Θεωρείται ως «ο μεγαλύτερος ερμηνευτής της Ανατολής».[1]

Γεννήθηκε στην Αντιόχεια της Συρίας. Έλαβε εκπαίδευση στη μονή του Αγίου Ευπρέπιου κοντά στην Αντιόχεια. Διορίστηκε διάκονος από τον επίσκοπο Πορφύριο τον Γαζαίο και εκλέχτηκε επίσκοπος Κύρου το 420 και το 423. Ως μαθητής του Διόδωρου από την Ταρσό και του Θεόδωρου της Μοψουεστίας (Μόψου), συμμετείχε στη μειοψηφία της Συνόδου της Εφέσου το 431 η οποία εκδίωξε τον Κύριλλο. Εντούτοις, η "ληστρική" Σύνοδος της Εφέσου το 449 εκδίωξε τον ίδιο και τον εξανάγκασε να αποσυρθεί στη μονή Απάμειας. Η Σύνοδος της Χαλκηδόνας, όμως, τον επανέφερε στην προηγούμενη θέση του. Πέθανε είτε στην Κύρο είτε στη μονή κοντά στην Απάμεια.

Τα μέλη της Ε' Οικουμενικής Συνόδου το 553 «τὰ τε γραφέντα παρὰ Θεοδωρήτου κατὰ τῆς ὀρθῆς πίστεως, καὶ τῶν δώδεκα κεφαλαίων τοῦ μακαρίου Κυρίλλου, καὶ τὴν λεγομένην [προς] Ἴβα[ν] [Εδέσσης] ἐπιστολήν, συνοδικῶς ἀνεθεμάτισάν τε καὶ ἐβδελύξαντο», όπως επίσης και εκείνους που είχαν συγγράψει ή επρόκειτο να συγγράψουν προς υπεράσπισή του.[2]

 

«Αυτός [ο Θεόφιλος] ελευθέρωσε την Αλεξάνδρεια από την πλάνη των ειδώλων. Όχι μόνο ανέσπασε από τα βάθρα τους τα είδωλα των ναών, αλλά και εξέθεσε τα τεχνάσματα των ιερέων με τα οποία εξαπατούσαν τον κόσμο. Αυτοί κατασκεύαζαν αγάλματα από μπρούτο και ξύλο κούφια από μέσα τους και είχαν την πίσω όψη τους στους τοίχους του ναού αφήνοντας στο σημείο αυτό του τοίχου ανοίγματα που δεν φαίνονταν από τον κόσμο. Τότε, ερχόμενοι από μυστικές οδούς έμπαιναν στα αγάλματα, και μέσα από αυτά μίλαγαν στον κόσμο, ο οποίος πιανόμενος κορόιδο υπάκουε. Αυτά τα τεχνάσματα κατέλυσε ο σοφότατος αρχιερέας εκθέτοντάς τα δημόσια. Όταν μπήκε στον ναό του Σάραπη, ο οποίος, όπως έλεγαν μερικοί ήταν ο μέγιστος και κάλλιστος στον κόσμο, είδε το παμμεγέθες ξόανο, το οποίο τρόμαζε τους θεατές με το μέγεθός του. Υπήρχε επίσης φήμη ότι εάν κανείς το πλησίαζε, θα γινόταν σεισμός και όλοι οι άνθρωποι θα σκοτώνονταν. Αλλά ο επίσκοπος θεωρώντας τις φήμες αυτές παραληρήματα γριών που είχαν μεθύσει, διέταξε κάποιον που είχε μαζί του πέλεκυ να τον ρίξει κατά του αγάλματος. Εκείνος υπάκουσε και τότε όλος ο κόσμος εβόησε φοβούμενο την φημολογούμενη καταστροφή. Αλλά δεχόμενος ο Σάραπης το πλήγμα ούτε πόνεσε, αφού ήταν ξύλινος, ούτε άφησε φωνή, αφού ήταν άψυχος. Επειδή κόπηκε το κεφάλι του αγάλματος, ποντίκια βγήκαν και έτρεχαν, γιατί ο αιγυπτιακός θεός ήταν κατοικία ποντικών. Ο Σάραπης διαμελίστηκε σε μικρά κομμάτια τα οποία παραδόθηκαν στις φλόγες, ενώ η κεφαλή μεταφέρθηκε σε όλη την Αλεξάνδρεια, για να βλέπουν οι λάτρεις του Σάραπη και να γελάσουν με την αδυναμία αυτού τον οποίον προσκυνούσαν» 

 

ΕΥΝΑΠΙΟΣ

 

Ο Ευνάπιος (346-414) ήταν Έλληνας φιλόσοφος της νεοπλατωνικής Περγαμηνής σχολής (που είχε ιδρύσει ο Αιδέσιος) αλλά και ιστορικός από τις Σάρδεις της Λυδίας. Ήταν μαθητής του Χρυσανθίου. Το 362 ο Ευνάπιος ήλθε στην Αθήνα όπου και υπήρξε μαθητής του ρήτορα Προαιρέσιου ενώ συνάμα μυήθηκε στα Ελευσίνια Μυστήρια. Το 366 επανήλθε στη πατρίδα του όπου και επιδόθηκε στο ιστορικό και φιλοσοφικό συγγραφικό του έργο καθώς και στην ιατρική. Το έργο του με τον τίτλο "Ευπόριστα" πρόσφερε στον φίλο του ιατρό Ορειβάσιο. Υπήρξε πιστός της αρχαίας θρησκείας διακηρύσσοντας την εμμονή του ως "Έλληνες την θρησκείαν" ή "θεούς θεραπεύοντες κατά αρχαίον τρόπον". Θαύμαζε τον Αυτοκράτορα Ιουλιανό και κατέκρινε τον Μέγα Κωνσταντίνο.

Το ιστορικό του έργο φέρεται υπό τον τίτλο "Ιστορικά υπομνήματα", "Καθολικά της Ιστορίας", "Διεξοδικά της Ιστορίας" ενώ ο τίτλος "Ιστορία της μετά Δέξιππον νέα έκδοσις" μαρτυρά ότι εκδόθηκε 2η φορά. Στην ιστορική του αφήγηση που αφορά την περίοδο από του θανάτου του Κλαύδιου του Β΄ μέχρι της Πουλχερίας, δεν διαφαίνεται πολιτική άποψη. Ο ίδιος αναφέρει επί τουτου: "Τα πραχθέντα ότι μάλιστα δίχα τινός πάθους εις το αληθές αναφέροντα γράφειν" (=γράφω τα πραχθέντα χωρίς κανένα πάθος, έχοντας οδηγό την αλήθεια).

Το 396 έγραψε το σχεδόν ολόκληρο διασωθέν σύγγραμμα "Βίοι σοφιστών" όπου περιλαμβάνονται οι βίοι των σοφιστών Πλωτίνου, Πορφυρίου, Ιάμβλιχου, Ιμέριου, Προαιρεσίου, Χρυσανθίου κ.λπ. στηριζόμενος και σε συγγράμματα προγενεστέρων. Τυγχάνει οπαδός του Νεοπλατωνισμού αλλά φέρεται να κλείνει και προς τη κυνική φιλοσοφία εξυμνώντας ως προσομοιάζοντα με τον φιλόσοφο τη πήραν και το τριβώνιο. Στις περί ανθρώπου αντιλήψεις φαίνεται να ταλαντεύεται μεταξύ δαίμονα, τύχη και πρόνοια. Αν και ότι ο ίδιος πιστεύει πως αντιπροσωπεύει τον "αρχαίο τρόπο" και την "ευγαίνουσα μούσαν" το ύφος του φέρει τα γνωρίσματα της εξεζητημένης υπερβολής καθώς επίσης και να τελεί υπό την επίδραση του Φιλόστρατου.

Τα διασωθέντα εκ των ιστορικών του έργων αποσπάσματα εξέδωσε ο Ντιντόρφ στη συλλογή: "Historici graeci minores", τους δε Βίους των Σοφιστών ο Μπουασονάντ.

 

«Βασιλιάς τότε ήταν ο Θεοδόσιος και αρχηγός των ανόσιων ο Θεόφιλος, άνθρωπος που έμοιαζε με τον Ευρυμέδοντα, «που βασίλευε κάποτε στους περήφανους Γίγαντες», ο Ευάγριος ήταν ο έπαρχος της πόλης, ενώ στον Ρωμανό είχαν ανατεθεί οι στρατιωτικές λεγεώνες της Αιγύπτου. Αυτοί οι άνθρωποι, οχυρωμένοι πίσω από την οργή τους εναντίον των ιερών πέτρινων αγαλμάτων και ξόανων, ξέσπασαν πάνω σε αυτά τον θυμό τους, χωρίς καν να μιλήσουν για πόλεμο, κατέστρεψαν το Σαραπείο και πολέμησαν τα αναθήματα, κερδίζοντας μία νίκη χωρίς αντιπάλους και αντιμαχίες. Πολέμησαν πραγματικά τόσο γενναία εναντίον των αγαλμάτων και αναθημάτων, ώστε όχι μόνο τα νίκησαν αλλά και τα έκλεψαν, και η πολεμική τους τακτική ήταν να κρύβουν τα κλοπιμαία. Μόνο το πάτωμα του Σαραπείου δεν έκλεψαν εξαιτίας του βάρους των λίθων, που δεν μετακινούνταν εύκολα. Οι πολεμοχαρείς και γενναίοι αυτοί άνθρωποι, δείχνοντας τα χέρια τους αλέρωτα από αίμα, όχι όμως και από χρήματα, έλεγαν ότι είχαν νικήσει τους θεούς και λογάριαζαν την ιεροσυλία και την ασέβειά τους για έπαινο».

 

ΡΟΥΦΙΝΟΣ

Ρουφίνος Τυράννιος

 

Η πρώτη περιγραφή για τη λεηλασία του Σεραπείου ήταν σίγουρα αυτή του Σωφρονίου Α', ενός χριστιανού λόγιου, γνωστού από το έργο του "Σχετικά με την ανατροπή του Σέραπι" που έχει χαθεί. Ο Ρουφίνος (πέθανε το 410 μ.Χ.) ήταν ένας Λατίνος ορθόδοξος χριστιανός που πέρασε πολλά χρόνια της ζωής του στην Αλεξάνδρεια. Έφτασε σε αυτήν το 372 μ.Χ. και μολονότι δε γνωρίζουμε αν ήταν ή όχι παρών κατά την καταστροφή του Σεραπείου, ήταν σίγουρα εκεί την ίδια περίπου χρονική περίοδο.

Έκανε μια μάλλον ελεύθερη μετάφραση της Ιστορίας της Εκκλησίας του Ευσέβιου στα λατινικά και στη συνέχεια, πρόσθεσε σε αυτή τα δικά του βιβλία X και XI, συνεχίζοντας την αφήγηση μέχρι τη δική του εποχή. το βιβλίο ΧΙ αποτελεί την καλύτερη πηγή για τα γεγονότα στο Σεράπειο, τα οποία περιγράφει λεπτομερώς. Η αναφορά του σχετικά με τον αριθμό των βιβλίων συμφωνεί σε μεγάλο βαθμό με αυτή που δίνεται παραπάνω. Φαίνεται να εκφράζει τη λύπη του για την καταστροφή του Σεραπείου αλλά θέτει ξεκάθαρα την ευθύνη στους ειδωλολάτρες που υποκίνησαν τον όχλο των χριστιανών. 

 

(απόδοση της αγγλικής μετάφρασης του καθηγητή Christopher Haas)

 

Στην Αλεξάνδρεια νέες ταραχές σύμφωνες με το πνεύμα των καιρών συνετάραττε την Εκκλησία. Η αναταραχή ξέσπασε ως εξής. Υπήρχε μια βασιλική που ανήκε στο Δημόσιο, πολύ παλιά και αρκετά παραμελημένη. Ο αυτοκράτωρ Κωνστάντιος, όπως λέγεται, την είχε δώσει στους επισκόπους που δημόσια ασπάζονταν την διεστραμμένη πίστη του. Λόγω έλλειψης επισκευής για αρκετό διάστημα, μόνο οι τοίχοι της είχαν μείνει άθικτοι. Ο τότε  επίσκοπος, αποφάσιζε να ζητήσει από τον αυτοκράτορα τη βασιλική αυτή επειδή ο αριθμός των πιστών αυξανόταν, και γι’ αυτό έπρεπε να αυξηθεί κι ο αριθμός των χώρων προσευχής. Όταν δόθηκε η βασιλική στον επίσκοπο και άρχισε η ανακαίνιση, ανακαλύφθηκαν, ας πούμε, άδυτα κρυμμένα στο μέρος εκείνο, κάτω από το έδαφος. Αυτά ήταν περισσότερο κατάλληλα για ληστές κι εγκληματίες παρά για τελετές. Μετά, οι εθνικοί, που είδαν ότι τα κρυφά αναχωρητήρια του εγκλήματος και τα άδυτα της ντροπής είχαν ανακαλυφθεί, επειδή το βρήκαν μη ανεκτό να εκτίθενται τα κακά που καλύπτονταν για τόσους αιώνες από το σκοτάδι, ωσάν να είχαν πιεί το δηλητήριο των φιδιών, άρχισαν να τρελαίνονται και να μαίνονται δημόσια. Αμέσως φωνάζοντας και στασιάζοντας, όπως ήταν συνήθειό τους, πάσχιζαν να επιτύχουν στη στάση με τη βία και με το σπαθί. Αμφότερες οι κοινότητες αψιμαχούσαν συχνά στους μεγάλους δημόσιους δρόμους συναντιόντουσαν ωσάν σε πόλεμο.

 

Η πλευρά μας, αν και υπέρτερη σε αριθμούς και δύναμη, εξαιτίας της αυτοσυγκράτησης της θρησκείας της, ήταν λιγότερο άγρια. Έτσι, πολύ συχνά, όταν πολλοί από τους δικούς μας τραυματίζονταν και μερικοί ακόμη και σκοτώνονταν, οι εθνικοί έφευγαν στον ναό ως φρούριο. Και παίρνοντας μαζί τους αρκετούς χριστιανούς ομήρους, τους ανάγκαζαν να θυσιάζουν στους βωμούς. Όσοι αρνούνταν βασανίζονταν με νέα και εκλεκτά βασανιστήρια και φονεύονταν. Μερικούς χριστιανούς οι εθνικοί τους έβαλαν σε διχαλωτούς ζυγούς, έσπαζαν τις κνήμες άλλων, και τους έριχναν σε σπηλιές οι οποίες πολύ παλιά είχαν κτιστεί ώστε να είναι τόποι για τις αιματηρές θυσίες και άλλες ανοσιότητες του βωμού. Οι εθνικοί έκαναν την ημέρα όλα αυτά, αρχικά από φόβο, μετά από πεποίθηση και απελπισία, και κλεισμένοι στο ναό τους ζούσαν με την αρπαγή και τη λεηλασία.

 

Τελικά, εξέλεξαν κάποιον Ολύμπιο, φημισμένο και ενδεδυμένο ως φιλόσοφο, να γίνει ο αρχηγός των εγκλημάτων και του θράσους τους, ώστε με λάβαρο αυτόν να υπερασπίσουν το φρούριό τους και να διατηρήσουν την τυραννία τους. Αλλά για όσους η προστασία του ρωμαϊκού νόμου και το δικαίωμα της δίκης δινόταν ως εγγύηση, απαιτείτο να γίνουν από αυτούς γνωστές οι αιτίες της αυθάδειας αυτής. Ρώτησαν τι ήθελε ο όχλος, αλλά οι άλλοι, έχοντας ενισχύσει τα εμπόδια, μη δίνοντας εξήγηση για τις πράξεις, συνέχιζαν να φωνάζουν μπερδεμένα και παράφωνα. Αγγελιοφόροι ωστόσο στάλθηκαν για να εντυπωσιαστούν οι εντός του ναού από την δύναμη της ρωμαϊκής αυτοκρατορίας, την πιεστική δύναμη των νόμων και την τιμωρία που δινόταν για πράξεις όπως αυτή. Μια που η οχύρωση του τόπου δεν επέτρεπε καμμία πράξη παρεκτός κι αν υπήρχε μεγαλύτερη στρατιωτική δύναμη διαθέσιμη κατά ανθρώπων που ήταν αφοσιωμένοι στις τρελές τους πράξεις, η κατάσταση αναφέρθηκε στον αυτοκράτορα.

 

Αυτός, που λόγω της εγγενούς του επιείκειας προτιμούσε να διορθώνει παρά να καταστρέφει όσους παρεκτρέπονταν, εξέδωσε διάταγμα: δεν πρέπει να υπάρξει τιμωρία για όσους λόγω του αίματός τους που χύθηκε στους βωμούς είχαν καταστεί μάρτυρες, γιατί η δόξα του οφέλους τους υπερνικά την θλίψη του θανάτου τους. Για τους υπόλοιπους, η αιτία της αναταραχής και η ρίζα του κακού, που ήρθε λόγω της υπεράσπισης των αγαλμάτων, έπρεπε να αποκοπεί εντελώς. Αν η αιτία καταστρεφόταν, η αιτία του πολέμου αυτού θα εξαφανιζόταν. Όταν η διαταγή του αυτοκράτορα έφτασε, και μετά από μια ανεπίσημη ανακωχή ώστε να ακουσθούν τα λόγια του αυτοκράτορα, αμφότερες οι πλευρές συγκεντρώθηκαν μπροστά στο ναό. Όταν η πρώτη σελίδα της επιστολής ανοίχθηκε, στον πρόλογο της οποίας η δεισιδαιμονία των εθνικών κατακρινόταν, μια τεράστια βοή ακούστηκε από τους δικούς μας, φόβος και έκπληξη κατέλαβαν τους εθνικούς. Ένας ένας προσπαθούσαν να βρουν μια κρυψώνα, ένα μονοπάτι εξόδου ή να ανακατευθούν μυστικά ανάμεσα στο δικό μας πλήθος. Γιατί η παρουσία του Θεού έδινε κουράγιο στο πλήθος…

 

(…) Έτσι, μετά την ανάγνωση του διατάγματος, οι δικοί μας ετοιμάζονταν να καταρρίψουν τον άρχοντα των λαθών [το άγαλμα του Σάραπη].  Ωστόσο μια πίστη είχε διαδοθεί από τους εθνικούς, ότι εάν ανθρώπινο χέρι ακουμπούσε βίαια το άγαλμα, η γη θα άνοιγε, διαλυόμενοι στο χάος και ξαφνικά οι ουρανοί θα κατέρρεαν στην άβυσσο. Η ιστορία αυτή έκανε αυθόρμητα τον κόσμο να σταματήσει, όταν ξαφνικά ένας από τους στρατιώτες, καλύτερα προφυλαγμένος λόγω της πίστης του παρά λόγω των όπλων του, κρατώντας ένα διπλό πέλεκυ, με όλη τη δύναμη χτύπησε το σαγόνι του παλαιού ανθρώπου. Μια βοή έγινε από το πλήθος, αλλά ούτε ο ουρανός έπεσε ούτε η γη βούλιαξε. Επαναλαμβάνοντας την πράξη του αρκετές φορές ο στρατιώτης έκοψε το σκουληκοφαγωμένο πνεύμα του ξύλου, το οποίο μαύρισε από τον καπνό όταν ρίχτηκε στη φωτιά και κάηκε τόσο εύκολα όσο τα ξερά ξύλα. Μετά πήραν το κεφάλι, έχοντάς το κόψει στο λαιμό. Όταν τα πόδια και τα άλλα άκρα κόπηκαν σε κομμάτια από το τσεκούρι, δέθηκαν με σκοινιά. Τότε κάθε μέλος του γέρου ανθρώπου κάηκε υπό τα βλέμματα της Αλεξάνδρειας. Στο τέλος, ο κορμός που είχε απομείνει κάηκε στο αμφιθέατρο….

 

 Όταν αυτά τα πράγματα αποκαλύφθηκαν και εκτέθηκαν δημόσια, αν και οι εθνικοί είχαν διασκορπιστεί είτε εξαιτίας της σύγχυσης είτε από ντροπή, εάν ένας είχε παραμείνει εκεί, θα είχε εκπλαγεί που είχε υποστεί κοροϊδία για τόσους αιώνες από τέτοιες ιεροσυλίες και ξεδιάντροπες απάτες. Συνεπώς, ένας μεγάλος αριθμός από αυτούς, καταδικάζοντας τα ψέματα και ανακαλύπτοντας τα εγκλήματα, αποδέχθηκαν την πίστη στο Χριστό και τη λατρεία της αληθινής θρησκείας.

 

Τα πάντα καταστράφηκαν και κατεδαφίστηκαν. Αλλά τίποτε δεν συγκρίνεται με το πώς  μετέτρεψε τον ρυπαρό τόπο. Τα λημέρια της κακίας και οι τύμβοι της ακολασίας κατεδαφίστηκαν και κατασκευάστηκαν υψηλές εκκλησίες του αληθινού θεού. Πράγματι, ακόμη και στο μνήμα του Σάραπη [=ναό], όταν τα ανόσια κτήρια κατεδαφίστηκαν, από τη μια χτίστηκε ένα μαρτύριο κι από την άλλη μια εκκλησία. (…)

 

Τότε όσοι εναπομείναντες εθνικοί είδαν τι είχε γίνει, θυμήθηκαν, λέγεται, μια πολύ σημαντική παράδοση που προηγουμένως είχε γίνει αποδεκτή από αυτούς. Αυτό το σύμβολο, το δικό μας, του σταυρού του Κυρίου μας, κατείχαν οι Αιγύπτιοι μεταξύ των γραμμάτων που λέγονται ιερατικά, δηλαδή ανάμεσα στα υπόλοιπα γράμματα που συνιστούν την αλφάβητό τους. ήταν σίγουροι ότι το νόημα του γράμματος αυτού ήταν «η Επερχόμενη Ζωή». Εκείνοι που μεταστράφηκαν στο Χριστιανισμό επειδή κατεπλάγησαν από όλα αυτά τα γεγονότα, είπαν ότι το γράμμα τους είχε παραδοθεί από τους παλαιότερους και ότι αυτοί που απέμεναν μέχρι την έλευση του συμβόλου που συμβόλιζε τη ζωή ήταν πολύ τιμημένοι. Για το λόγο αυτό αποδείχθηκε ότι μερικοί ιερείς και πρεσβύτεροι των ναών δέχτηκαν το Χριστιανισμό, ένας πολύ μεγαλύτερος αριθμός από αυτούς που ακόμη ήταν εθισμένοι στην απάτη του λάθους και των τεχνασμάτων της απάτης.

 

 ΠΗΓΕΣ:
Ιούλιος Καίσαρας, Οι εμφύλιοι πόλεμοι
Χίρτιος, Ο Αλεξανδρινός Πόλεμος
Στράβων - Γεωγραφία
Λίβιος, Η Ιστορία της Ρώμης
Φλόρος, Η Επιτομή της Ιστορίας της Ρώμης 
Σενέκας ο νεώτερος, -Σχετικά με την ηρεμία του μυαλού
Πλούταρχος, Η ζωή του Καίσαρος
Δίων Κάσσιος, Ρωμαϊκή Ιστορία 
Αύλος Γέλλιος, Αττικές Νύχτες 
Αμμιανός Μαρκελλίνος, Ρωμαϊκή Ιστορία 
Ορόσιος, Ιστορία κατά των Ειδωλολατρών 
Ρουφίνος Τυράννιος - Εκκλησιαστική Ιστορία
Ευνάπιος - Βίοι φιλοσόφων
Σωκράτης ο Σχολαστικός, Ιστορία της Εκκλησίας
Εdward Gibbon, Decline and Fall of the Roman Empire
Abd al Latif, Account of Egypt

  ΠΗΓΗ- ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΑ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΑ

 ·         WWW.PORTAAUREA.GR

 ·         ΠΑΝΟΡΑΜΙΟ

·         WWW.HELLASONTHEWEB.ORG

·         ΒΙΚΙΠΑΙΔΕΙΑ

 

 

 

Για να δείτε κάποιες σελίδες πρέπει να έχετε τον flash player που μπορείτε να βρείτε πατώντας στο εικονίδιο δίπλα.

Πνευματικά δικαιώματα © 2009

 Συντελεστές  και επικοινωνία μαζί μας

       SiteLock