Facebook Twitter Google LinkedIn

 


 

 

πίσω

ΠΕΝΤΕΛΙΚΟΝ ΟΡΟΣ Ή ΒΡΥΛΗΣΣΟΝ 

ΚΑΙ Η ΑΡΧΑΙΑ ΟΔΟΣ ΤΗΣ «ΛΙΘΑΓΩΓΙΑΣ»

 Ο Περίκλειος ή  Ικτίνιος Παρθενώνας, ο  ναός της Αθηνάς της Παλλάδος επί  του  ιερού  βράχου , είναι  ο  τρίτος κατά  σειρά  ναός. Είχαν προηγηθεί  ο  αρχαϊκός Εκατόμπεδος ναός των  μέσων  του  6ου αιώνα  π.Χ., μεταξύ Ερεχθείου   και  του  σημερινού  Παρθενώνα  και  ο  ανεγειρόμενος στην  ίδια  θέση  του  σημερινού  που  καταστράφηκε από  τους Πέρσες  του  Ξέρξη  το  480 π.Χ.     Τριάντα  τουλάχιστον  χρόνια πέρασαν  ώσπου οι Αθηναίοι  να  αποφασίσουν  το  χτίσιμο  του  νέου  ναού. Στο  447 π.Χ ., τα  σχέδια  του  αρχιτέκτονα  Ικτίνου  ήταν  έτοιμα  και  οι εργασίες  άρχισαν  με συνεργάτη  τον  Καλλικράτη  και  γενικό επόπτη  όλων  των  έργων  το  Φειδία Ή. Η κατασκευή  του  ναού διήρκησε 9 έτη , από  το  447-438 π.Χ., κατά  το 3 έτος της 85 Ολυμπιάδας, τα  δε  γλυπτά των  αετωμάτων  το  432 π.Χ. δηλαδή  κατά  6 έτη  αργότερα , συνολικά  15 έτη .  Ο Περίκλειος Παρθενώνας είναι γέννημα μιας εξαιρετικής ιστορικής στιγμής, μια  μεγαλοφυής  καλλιτεχνική  σύλληψη και  σχεδίαση  δύο -τριών  ανθρώπων, η  δε  εκτέλεση  αποτελεί  απίστευτο άθλο . Οι  λεπτομέρειες  δείχνουν τον  ατομικό  τρόπο  εφαρμογής των  θεμελιακών  αρχών  της  αρχαίας αρχιτεκτονικής  στον  ναό, στοιχεία  που  κάνουν πιο  ξεχωριστή  την  ατομικότητα  με την  ασύγκριτη ακρίβεια και  την  εκτέλεση  των  λεπτομερειών  του . Είναι  ένα  θαύμα της αρχιτεκτονικής, της  αισθητικής των  ορίων  του  αρχαίου  Ελληνικού  πνεύματος.  

Είμαστε πάνω στην Ακρόπολη των Αθηνών μπροστά μας βλέπουμε μάρμαρα του μνημείου . Στο βάθος του ορίζοντα το Όρος Πεντέλη περιέχει το πιο λευκό και πιο σκληρό μάρμαρο στον κόσμο ,από εκεί μέχρι το σημείο αυτό, μετέφεραν το μάρμαρο που χτίσθηκε ο ναός της Παρθένου θεάς Αθηνάς, ο μοναδικός Παρθενώνας ,πρωταρχικής και  μοναδικής παγκόσμιας αρχιτεκτονικής ,υπόδειγμα στον υπόλοιπο κόσμο .

Πεντέλη - Ακρόπολη, ο δρόμος του μαρμάρου

Εντοπίστηκε τμήμα της αρχαίας οδού της «λιθαγωγίας», που οδηγούσε από τα λατομεία του Πεντελικού όρους στον Ιερό Βράχο. Επάνω, η αρχαία οδός της λιθαγωγίας όπως ήρθε στο φως επί της λεωφόρου Πεντέλης στο Χαλάνδρι.

Την αρχαία οδό της «λιθαγωγίας», τον δρόμο δηλαδή που οδηγούσε από τα λατομεία μαρμάρου της Πεντέλης στην Αθήνα, έφεραν στο φως στο Χαλάνδρι- και μάλιστα στη σύγχρονη λεωφόρο Πεντέλης- οι αρχαιολόγοι της Β΄ Εφορείας Προϊστορικών και Κλασικών Αρχαιοτήτων της οποίας προΐσταται η κυρία Ιωάννα Δρακωτού . Πρόκειται για ιδιαιτέρως σημαντική οδό καθώς μέσω αυτής μεταφέρονταν από το Πεντελικόν όρος (ή Βριλησσόν...Υπάρχει και άποψη ότι με την ονομασία αυτή ονομάζονταν τα σημερινά «τουρκοβούνια») στο άστυ οι όγκοι του μαρμάρου με τους οποίους χτίστηκαν τα μνημεία της Ακρόπολης. Για πρώτη φορά λοιπόν τώρα ανασκάπτεται τμήμα της, αυτό που εντοπίστηκε από σωστική ανασκαφή σε ιδιωτικό οικόπεδο που βρίσκεται στη λεωφόρο Πεντέλης 133 (μεταξύ των οδών Πάρνηθος, Μεσσηνίας και Λακωνίας) και σε απόσταση περίπου 80 μέτρων νοτίως της ρεματιάς Χαλανδρίου. Την αναγνώριση και την ταύτιση της αρχαίας οδού έκανε η αρχαιολόγος της Εφορείας κυρία Μέλπω Πωλογιώργη . 
Τρία οδοστρώματα υπολογίζεται ότι είχε η αρχαία οδός, αλλά μέχρι στιγμής έχει ερευνηθεί μόνον το ανώτερο. Φέρει μάλιστα τις αρματροχιές, τις δύο αύλακες δηλαδή για τους τροχούς των οχημάτων, με τη μία εξ αυτών να διακρίνεται με σαφήνεια παράλληλα προς το βόρειο ανάλημμα της οδού. 
Ο δρόμος αποκαλύφθηκε σε όλο το πλάτος του οικοπέδου, δηλαδή σε μέγιστο μήκος 19,70 μ., ενώ το μέγιστο πλάτος του είναι 3,30 μ. Στις δύο πλευρές της σώζονται οι αναλημματικοί τοίχοι που συγκρατούσαν τα οδοστρώματα από συμπιεσμένο χώμα που περιλαμβάνει όστρακα αγγείων και κατά τόπους μικρούς αργούς λίθους. 

Οδός Πεντέλης Χαλάνδρι. η οδός της λιθαγωγίας.  Στο σημείο Α ανασκάφηκαν τα ευρήματα .

Το καλύτερα διατηρημένο ανάλημμα είναι το νότιο προς τη λεωφόρο Πεντέλης. Προς την εσωτερική πλευρά της οδού, το ανάλημμα αποτελείται κυρίως από ακατέργαστους κροκαλοπαγείς λίθους ενώ προς την εξωτερική της από ένα λιθολόγημα από μικρούς λίθους και ποταμίσια χαλίκια. Ένας πρόχειρος τοίχος, εξάλλου, κατασκευασμένος από αργούς λίθους και ποταμίσια χαλίκια, ο οποίος έχει εντοπισθεί σε απόσταση 5,40 μ. από το βόρειο ανάλημμα (προς την πλευρά της ρεματιάς Χαλανδρίου) και βαίνει παράλληλα προς την αρχαία οδό, θεωρείται ότι λειτουργούσε ως ανάχωμα για την προστασία της στην περίπτωση ισχυρών πλημμυρών. 
Ανάμεσα στα κινητά ευρήματα που έχουν προκύψει ως τώρα διακρίνονται ένα μολύβδινο σταθμίο (αντικείμενο μέτρησης βάρους), μια χάλκινη εφηλίδα (κάλυμμα καρφιού), μια ενσφράγιστη λαβή οξυπύθμενου αμφορέα για κρασί με παράσταση οινοχόης, αλλά και ένα χάλκινο νόμισμα της εποχής Φραγκοκρατίας, το οποίο καθώς βρέθηκε επάνω στο βόρειο ανάλημμα της αρχαίας οδού, πιθανώς υποδεικνύει τη χρήση της ως την εποχή εκείνη. Άφθονη βεβαίως είναι και η αρχαία κεραμική. 

Να σημειωθεί ότι ο εντοπισμός αρχαίων καταλοίπων στο οικόπεδο έγινε από τον αρχαιολόγο της Β΄ Εφορείας κ. Δέδε Λιώνη ενώ η ανασκαφική έρευνα διεξάγεται από την αρχαιολόγο κυρία Γιούλη Παπαγεωργίου, υπό την καθοδήγηση και εποπτεία της αρχαιολόγου κυρίας Πωλογιώργη. Το ενδιαφέρον εξάλλου είναι ότι από τη στιγμή κατά την οποία το Χαλάνδρι και άλλες περιοχές της Αττικής υποβάλλονται σε αρχαιολογικό έλεγχο, σημαντικές αρχαιότητες έρχονται στο φως εμπλουτίζοντας τις γνώσεις για την αρχαία ιστορία του Λεκανοπεδίου.  

Πορεία ίδια με εκείνη που είχε χαράξει ο Μανόλης Κορρές

Η ύπαρξη της οδού της λιθαγωγίας ήταν βεβαίως γνωστή, όχι όμως και η πορεία της, η οποία απλώς εικαζόταν με βάση γεωμορφολογικές και αρχαιολογικές παρατηρήσεις. Ωστόσο, πρόταση για την πορεία της αρχαίας οδού της λιθαγωγίας έχει κάνει ο καθηγητής Αρχιτεκτονικής του ΕΜΠ κ. Μανόλης Κορρές στο βιβλίο του «Από την Πεντέλη στον Παρθενώνα». Και πράγματι, ο εντοπισμός της οδού βρίσκεται ακριβώς στην πορεία που έχει χαράξει, όπως αποδεικνύεται άλλωστε και από τα σχετικά σχεδιαγράμματα. 
«Η οδός της μεταφοράς ή λιθαγωγίας άρχιζε από το κάτω πέρας της οδού της “καταγωγής”, ακολουθούσε τη δεξιά πλευρά της ρεματιάς του Χαλανδρίου επί μήκους τεσσάρων περίπου χιλιομέτρων, κατόπιν την αριστερή επί μήκους άλλων τεσσάρων, στη συνέχεια πλησίαζε τη διαδρομή της οδού Κηφισίας με μέρος της οποίας συνέπιπτε και μέσω του σημερινού Εθνικού Κήπου και της νοτίας κλιτύος της Ακροπόλεως κατέληγε αμέσως μετά από τον Ιερόν της Νύμφης σε υψόμετρο 96 μέτρων, όπου ήταν και η διασταύρωσή της με μία άλλη οδό, η οποία (κατά μήκος της δυτικής πλευράς του Ηρωδείου) οδηγούσε προς την Ακρόπολη» αναφέρει χαρακτηριστικά στο βιβλίο του ο κ. Κορρές. 
 


Σύμφωνα με τον ίδιο πάντα, η οδική απόσταση από το κάτω πέρας της οδού καταγωγίας ως τη διασταύρωση με το Ιερό της Νύμφης ήταν 17.400 μέτρα, δηλαδή μόνον κατά 1.000 μέτρα μεγαλύτερη από την ευθύγραμμη απόσταση μεταξύ των δύο σημείων. Όπως αναφέρει εξάλλου, η οδός της λιθαγωγίας ήταν σχεδόν σε όλο το μήκος της κατηφορική, κάτι που διευκόλυνε σε μεγάλο βαθμό τη μεταφορά του μαρμάρου. 
«Οι αρχικοί στενοί εξοχικοί δρόμοι που κάποτε διέσχιζαν τις έρημες εκτάσεις μεταξύ μικρών χωριών όπως το Χαλάνδρι, οι Κουκουβάουνες ή το Αράκλι (σημερινό Παλαιό Ηράκλειο), κατά κανόνα δεν καταργήθηκαν από τη νέα πληθωρική μορφή της πυκνοκατοικημένης πόλης αλλά ενυπάρχουν ενσωματωμένοι ή και κατά διαφόρους τρόπους μεταμορφωμένοι μέσα στο απερίγραπτα ακανόνιστο αλλά όχι και τελείως τυχαίο σχέδιό της» 
αναφέρει ο κ. Κορρές.

 

Η απόσχιση από το μητρικό πέτρωμα

Η απόσχιση ενός όγκου από το μητρικό πέτρωμα πραγματοποιούνταν με τη βοήθεια σφηνών κατά μήκος των στρωμάτων ή των νοητών επιφανειών ευκολότερου σχισμού, εφόσον ο λίθος ήταν περιμετρικά ελεύθερος. Η περιμετρική απελευθέρωση του όγκου πραγματοποιούνταν με τεχνητή τομή σε βάθος αντίστοιχο προς το ύψος ή το πάχος του, διαδικασία αρκετά δύσκολη σε περιπτώσεις συνεχούς και αρραγούς πετρώματος. Για να επιτευχθεί κάτι τέτοιο λαξεύονταν είτε στενοί αύλακες σε βάθος 50-60εκ., είτε πλατιά τάφρος για μεγαλύτερο βάθος. Οι διαδικασίες αυτές ήταν χρονοβόρες και με σημαντικό βαθμό δυσκολίας και γι' αυτό οι λατόμοι φρόντιζαν να εκμεταλλεύονται στο μέγιστο βαθμό τις φυσικές ασυνέχειες των πετρωμάτων, ακολουθώντας τους ήδη υπάρχοντες φυσικούς αρμούς. Σε περιπτώσεις που οι αποστάσεις των αρμών ήταν πολύ μικρές, το υλικό αχρηστεύονταν. Όλα τα προηγούμενα είχαν σαν αποτέλεσμα με το πέρασμα των χρόνων κάθε λατομείο να αποκτά μία ιδιαίτερα ακανόνιστη μορφή.

Τα σχοινιά , τανυσμένα σαν χορδή γιγάντιου τόξου, με τη βοήθεια των εργατών μετακινούσαν  το

″απρόθυμο″ τμήμα του ημίεργου κιονόκρανου. 

Το σπουδαιότερο γνώρισμα του πετρώματος είναι η ευκολία ή η δυσκολία με την οποία μπορεί να σχίζεται ομαλά κατά τη μία ή την άλλη κατεύθυνση. Παράλληλα, με τις πιθανές αθέατες εσωτερικές ασυνέχειες, τους επικίνδυνους κομμούς, τις διακοπές της κρυσταλλικής ασυνέχειας και τα λιθοτεχνικά ελαττώματά του,[2] από το συνολικό πέτρωμα πάντα μόνο ένα τμήμα είναι λατομίσημο και από αυτό πάλι μόνο ένα μέρος απομένει ως ωφέλιμος όγκος, καθώς το υπόλοιπο θυσιάζεται στα διάφορα στάδια εργασίας. Έτσι από τους αρχαίους επιλέγονταν συνήθως τα κομμάτια που χωρίζονταν σαφώς από το υπόλοιπο συνεχές πέτρωμα, με ελεύθερες πλευρές και φυσικούς αρμούς.

Η απόκλιση του όγκου από το μητρικό πέτρωμα γινόταν με την τοποθέτηση σφηνών και μεγάλων μοχλών στις καλύτερες σχετικές θέσεις. Σ΄ αυτές τις θέσεις λάξευαν βαθιές φωλιές, προσέχοντας να επιτύχουν ακριβώς τις κατάλληλες διαστάσεις και κυρίως τη σύγκλιση των επιφανειών στις φωλιές των σφηνών. Μετά τη δοκιμή της καλής εφαρμογής των σιδερένιων σφηνών, που προσαρμόζονταν εκεί με τα κατάλληλα ελάσματα, τοποθετούνταν και οι βαρύτατοι σιδερένιοι μοχλοί, ικανοί να πολλαπλασιάζουν μέχρι και 30 φορές την ανθρώπινη δύναμη. Η επίκρουση των σφηνών πραγματοποιούνταν με τις βαρείες και με πολλές ωθήσεις επάνω στους μοχλούς, μέχρι να ακουστούν οι πρώτοι τριγμοί μαζί με τα πρώτα σύννεφα σκόνης. Η σταδιακή αυτή αποκόλληση είχε σαν αποτέλεσμα οι αρμοί να χαλαρώνουν και ορισμένες από τις σφήνες να χάνονται μέσα στο κενό. Τότε μεγαλύτερες σφήνες τοποθετούνταν στις ίδιες θέσεις για τις επόμενες κρούσεις.

Μετά την αποκόλληση του όγκου και την πρώτη χαλάρωση των αρμών, κατάλληλα σκληρά γεμίσματα του σχηματιζόμενου κενού εξυπηρετούσαν την αποτελεσματική δράση των μοχλών. Το κενό όλο και μεγαλύτερο σιγά σιγά, επέτρεπε στο τέλος τους λατόμους να χωράνε μέσα σ' αυτό και να δουλεύουν σε κάθε μία από τις πλευρές του όγκου.

Παράλληλα, ξεκινούσε η χονδρική αφαίρεση με την αποκοπή ολόκληρων τεμαχίων από τον όγκο, τα οποία θα έπρεπε μάλιστα να είναι όσο το δυνατόν μεγαλύτερα, ώστε να χρησιμοποιηθούν για τη λάξευση μικρότερων αρχιτεκτονικών μελών του κτιρίου. Για την απόσχιση των περιττών μερών του όγκου τοποθετούνταν και πάλι σφήνες μέσα σε κατάλληλα λαξευμένες αυλακώσεις, τις οποίες έκρουαν οι λατόμοι. Κάθε αντίστοιχο τεμάχιο αποκόπτονταν με τη βοήθεια σφηνών, αλλά και με τη βοήθεια συνεχών λαξευτών αυλάκων στις θέσεις του επιθυμητού σχισμού. Όλες αυτές οι θέσεις ήταν υπολογισμένες έτσι ώστε με την αποκοπή να προσεγγίζεται κατά το δυνατόν, το νοητό σχήμα του μελλοντικού αρχιτεκτονικού μέλους. Τέλος με μεγάλη προσοχή ο κύριος όγκος ξεσκονίζονταν και καθαρίζονταν με σκληρή βούρτσα και καθαρό νερό. 

Η Γωνίαση του όγκου

Η εργασία συνεχιζόταν με την απομάκρυνση των αποκομμάτων και την απολάξευση σε όλες της πλευρές του κύριου όγκου, ώστε να αφαιρεθεί το περιττό πάχος, μέσα από ακριβέστερες μετρήσεις και γεωμετρικές πράξεις. Αμέσως μετά ετοιμάζονταν λαξευτοί οδηγοί για την επιπέδωση της άνω πλευράς και κάθετοι οδηγοί στις τέσσερις γωνίες για την επιπέδωση των πλευρικών επιφανειών, αλλά και για την ακριβή εύρεση των ορίων της κάτω πλευράς.

Η κανονική γεωμετρική διαμόρφωση του όγκου άρχιζε με τη διαμόρφωση ενός αρχικού επιπέδου αναφοράς, το οποίο οριζόταν από περιμετρικούς λαξευτούς οδηγούς. Η συνεπιπεδότητα των οδηγών επιτυγχάνονταν με διαδοχικές διορθώσεις, έτσι ώστε δύο μακροί ευθύγραμμοι πήχεις, ξύλινοι αρχικά σιδερένιοι μετά, τοποθετημένοι σε δύο αντίθετες πλευρές να σκοπεύονται ακριβώς ο ένας επί του άλλου. Στο παρόν στάδιο εμφανίζονταν οι αγκώνες, τα μέρη δηλαδή αυτά της αρχικής μάζας τα οποία δεν αφαιρούνταν, έτσι ώστε να μαρτυρούν το πάχος του μαρμάρου που αφαιρέθηκε σε διάφορα στάδια της εργασίας, αλλά και ως σημεία λαβής ή στήριξης των όγκων κατά τη μετακίνηση, ανύψωση και μεταφορά τους.

Το μάρμαρο σύρεται με τη βοήθεια από τα σχοινιά βαρουλκών 

 

Ανατροπή μαρμάρινων όγκων

Μετά την ετοιμασία της επάνω πλευράς και τη λάξευση των γωνιακών οδηγών, ακολουθούσε η ανατροπή του λίθου και η χονδρική κατεργασία της κάτω πλευράς του. Με πολύ ισχυρούς σιδερένιους μοχλούς ανασηκώνονταν για λίγο ο μαρμάρινος όγκος, ενώ από κάτω έμπαιναν μερικά σιδερένια κυλινδρικά κύλιστρα, τα οποία διευκόλυναν τη μετακίνησή του. Η όλη προσπάθεια πραγματοποιούνταν και με τη βοήθεια σιδερένιων μοχλών και βαρούλκων, με αποτέλεσμα το μάρμαρο να σύρεται ή να ανασηκώνεται και να πέφτει τελικά επάνω στα ισχυρά ξύλα με τα οποία θα γινόταν έπειτα η οριζόντια μεταφορά του. Οι λίθοι έπρεπε να αναστρέφονται κατά τη διάρκεια της κατεργασίας ή της τοποθέτησής τους τουλάχιστον μία ή και δύο φορές ανάλογα με την κανονικότητα της κάτω επιφάνειάς τους.

Ο όγκος απαλλαγμένος από το μεγάλο βάρος του και ανεστραμμένος σε αρκετή απόσταση από κει όπου εξορύχτηκε, δεχόταν μία νέα κατεργασία ώστε να αποκτήσει σταδιακά μία νέα γεωμετρική μορφή κατά το δυνατόν πιο κοντά σ' αυτή του αρχιτεκτονικού μέλους για το οποίο προοριζόταν. Με τη χρήση των απαραίτητων εργαλείων - κανόνες, διαβήτες και γωνίες - το κομμάτι ξεχονδρύζονταν με τον τύκο και λαξεύονταν οι οδηγοί με τη βοήθεια του κοπέα, δηλαδή με το βελόνι.