πίσω

ΠΕΡΙ ΤΟΥ ΧΡΟΝΙΚΟΥ ΤΗΣ ΑΛΩΣΗΣ ΤΟΥ ΓΕΩΡΓΙΟΥ  ΣΦΡΑΤΖΗ ΚΑΙ ΠΕΡΙ ΤΗΣ  ΠΑΡΑΧΑΡΑΞΗΣ ΤΟΥ    ΧΡΟΝΙΚΟΥ ΑΠΟ ΤΡΙΤΟΥΣ                              

Το απόσπασμα προέρχεται από το «Χρονικόν» του Γεωργίου Σφραντζή για την άλωση της Κωνσταντινούπολης. Ο πρωτοβεστιάριος, δηλαδή αρχιθαλαμηπόλος, Σφραντζής ήταν ο μοναδικός Βυζαντινός ιστορικός αυτόπτης μάρτυρας της κοσμοϊστορικής κατάληψης. Οι άλλες τρεις βυζαντινές πηγές για το ψυχομαχητό της αυτοκρατορίας (Δούκας, Λαόνικος Χαλκοκονδύλης και Μιχαήλ Κριτόβουλος) στηρίζονται σε μαρτυρίες ή διηγήσεις τρίτων.

Το χρονικό άρχισε να το γράφει ή να το υπαγορεύει (από μνήμης είτε από σημειώσεις του) μετά την απόσυρσή του σε μοναστήρι της Κέρκυρας (Μονή Ταρχανιτών) δεκαπέντε χρόνια μετά την άλωση. Απελπισμένος από τις εξελίξεις, άρρωστος, φτωχός -ίσως και κουφός- φαίνεται ότι προχώρησε στη σύνταξη του χρονικού του κατά παρακίνηση Κερκυραίων στους οποίους διηγούνταν, προφανώς, τα γεγονότα που έζησε.

Παραδόξως, τα διαδραματισθέντα κατά την άλωση τα περιγράφει σύντομα. Αδυνατεί να λειτουργήσει ως ιστορικός και να απαγκιστρωθεί από τα προσωπικά του βιώματα. Ολα κινούνται γύρω από το πρόσωπό του και τον αφέντη του. Επιμένει μόνο στον ρόλο και την πολιτική του τελευταίου αυτοκράτορα Κωνσταντίνου ΙΑ Παλαιολόγου. Δηλώνει κατηγορηματικά ότι έπραξε το παν για να αποτρέψει την καταστροφή.

Οι τελευταίες ημέρες
Ο ίδιος άλλωστε, πρωταγωνιστώντας στις απεγνωσμένες απόπειρες για τη διοργάνωση της άμυνας, είχε άμεση αντίληψη της κατάστασης.

Ο Σφραντζής τις τελευταίες μέρες της πολιορκίας είχε αναλάβει προσωπικά να καταγράψει και να στρατολογήσει όλους όσους μπορούσαν να φέρουν όπλα. Πενήντα δύο ετών τότε παρακολουθεί από κοντά όλα όσα συμβαίνουν επί 52 μέρες (Απρίλιος - Μάιος 1453) στην πολιορκημένη από τους Οθωμανούς του Μωάμεθ Β βασιλεύουσα.

Ετσι κι αλλιώς, πρόκειται για το δραματικότερο χρονικό της άλωσης, που αποδίδει, σε γενικές γραμμές, πιστά την πραγματικότητα. Αν και, όπως επισημαίνουν οι βυζαντινολόγοι, το κείμενο είναι έντονα προσωπικό και «περιέχει περισσότερες λεπτομέρειες για τη ζωή του ίδιου του συγγραφέα, παρά για άλλα κορυφαία γεγονότα των ημερών».

Η διήγηση είναι άνιση. Αλλοτε διεξοδική κι άλλοτε σύντομη και χρονογραφική. Ο Σφραντζής, προσκολλημένος στην «αυτοβιογραφία», εμφανίζεται να μην έχει αντιληφτεί ότι γράφει την πιο συγκλονιστική ιστορία του Βυζαντίου. Αν και ξέρει πως καταγράφει γεγονότα που κανείς άλλος δεν έχει παραδώσει («α μήπω τις γραφή παραδέδωκε»).

Η πολιορκία
Η συμβολή του στη συγγραφή της, βεβαίως, είναι αναντικατάστατη. Οπως για παράδειγμα όταν προβάλει τις τελευταίες ώρες της Πόλης, όπου από «την 4η του μηνός Απριλίου του ιδίου έτους (1453) επέλασε ο αμηράς πολιορκώντας την με κάθε τρόπο και πολιορκητές μηχανές από ξηρά και θάλασσα, αφού περικύκλωσε τα 18 μίλια της Πόλης με 400 πλεούμενα, μικρά και μεγάλα, και με 200.000 άνδρες από τη στεριά. Αντίθετα η Πόλη αντιπαρέταξε μόλις 4.773 άνδρες, χωρίς να συμπεριλαμβάνονται οι ξένοι των οποίων ο αριθμός ανερχόταν σε 2.000 περίπου...».

                              «Μικρόν» και «μεγάλον χρονικόν»

Η ιστορία του Σφραντζή υπό τον τίτλο «Χρονικόν» σώζεται σε δύο μορφές. Μία σύντομη, το «Μικρόν Χρονικόν» (Chronicon Minus) και μία πολύ εκτενέστερη το «Μεγάλον Χρονικόν» (Chronikon Majus). Το δεύτερο είναι περίπου πενταπλάσιο από το πρώτο, το οποίο και ενσωματώνει ολόκληρο. Από παλιά το μεγάλο χρονικό προκαλούσε πολλές συζητήσεις μεταξύ των βυζαντινολόγων για τη γνησιότητά του. Κυρίως λόγω των γλωσσικών διαφορών, αρκετών αντιφάσεων και ανακριβειών. Ωσπου τη δεκαετία του 1930 τεκμηριώθηκε ότι μεγάλα τμήματά του ήταν μεταγενέστερες παρεμβολές.

Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΩΝ ΠΑΛΑΙΟΛΟΓΩΝ

Στο μικρό χρονικό καταγράφει γεγονότα από τη γέννησή του μέχρι το 1477. Στο μεγάλο προτάσσοντας ένα προοίμιο διηγείται ύστερα την ιστορία των Παλαιολόγων σε τέσσερα βιβλία. Στο πρώτο ιστορεί τα συμβάντα από την εποχή του Μιχαήλ Η μέχρι του Μανουήλ Β (μέχρι 1425). Στο δεύτερο αναφέρεται στη βασιλεία του Ιωάννη Η (έως 1448) και στο τρίτο του Κωνσταντίνου ΙΑ. Στο τέταρτο πραγματεύεται τα μετά την άλωση γεγονότα, δηλαδή τον αγώνα των Παλαιολόγων στην Πελοπόννησο και την κατάκτησή της από τους Οθωμανούς.

ΟΙ ΛΑΪΚΕΣ ΕΚΔΟΣΕΙΣ

Το «Χρονικόν» κυκλοφορεί σήμερα μεταφρασμένο σε αρκετές εκδόσεις, ενώ παρατίθεται και σε ιστοσελίδες. Πρωτοεκδόθηκε το 1796 στη Βενετία και στα Γερμανικά (Βόννη 1838) με επιμέλεια του βυζαντινολόγου Β. Νίμπορ. Το 19ο αιώνα είδαν το φως αρκετές νεοελληνικές αποσπασματικές εκδόσεις. Η πρώτη καταγράφεται το 1865 στην Αθήνα με τον τίτλο «Αλωσις της Κωνσταντινουπόλεως υπό των Τούρκων, ερανισθείσα εκ των Χρονικών του Γ. Φραντσή». Χάρη σε αυτές τις «λαϊκές» εκδόσεις ο Σφραντζής οφείλει τη μεγάλη φήμη του.

                           «Η Πόλις εάλω τη δεύτερη ώρα της ημέρας...»

«Υστερα οι εχθροί ανέβηκαν σωρηδόν στα τείχη και διασκόρπισαν τους δικούς μας. Εγκατέλειψαν τα εξωτερικά τείχη και έμπαιναν από την πύλη καταπατώντας ο ένας τον άλλον. Αυτά γίνονταν όταν σηκώθηκε φωνή και από μέσα και από έξω και από τη μεριά του λιμανιού.

Εάλω το φρούριον και τα στρατηγεία και την σημαία άνωθεν εν τοις πύργοις έστησαν (οι Τούρκοι) και αυτή η κραυγή έτρεψε τους δικούς μας σε φυγή και ζωντάνεψε τους εχθρούς μας, οι οποίοι με ενθουσιασμό και με αλαλαγμούς, χωρίς πια κανένα φόβο, ανέβαιναν όλοι τους τα τείχη...

Ετσι οι εχθροί έγιναν κύριοι της πόλης την Τρίτη 29 Μαϊου, τη δεύτερη ώρα της ημέρας, του έτους 6961 (1453). Και παραδίδονταν, τους αιχμαλώτιζαν ή τους άρπαζαν ζωντανούς.

Οσοι πιάνονταν ανθιστάμενοι, αυτοί σφάζονταν. Και η γη σε μερικά μέρη δεν φαινόταν καθόλου από τους πολλούς νεκρούς...

Μόλις έπεσε η Πόλη, ο αμηράς μπήκε μέσα ευθύς, με κάθε σπουδή, ζητούσε τον βασιλέα και δεν είχε τίποτε άλλο στον νου του παρά να μάθει αν ζει ή αν πέθανε...

                                                  ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΦΡΑΝΤΖΗΣ
                                   Από διοικητής Πάτρας μοναχός στην Κέρκυρα

Ο Γεώργιος Φραντζής ή Σφραντζής γεννήθηκε στην Κωνσταντινούπολη το 1401. Ανήκε σε αριστοκρατική βυζαντινή οικογένεια. Το 1417 πέθαναν οι γονείς του από την πανώλη που θέριζε τότε και ο αυτοκράτορας τον πήρε υπό την προστασία του. Το 1424, όταν η Κωνσταντινούπολη είχε περιέλθει σε δεινότατη θέση, στάλθηκε ως αντιπρόσωπος για διαπραγματεύσεις με τους Οθωμανούς του Μουράτ Β. Τη θνήσκουσα αυτοκρατορία έσωσαν τότε οι δυναστικές διαφορές μεταξύ των Οθωμανών και η «ορκωτική αγάπη», που κατάφεραν να συνάψουν μαζί τους οι Βυζαντινοί.

Ο Σφραντζής ορίστηκε εκτελεστής της διαθήκης του Μανουήλ Β και συνδεόταν στενά με τον μελλοντικό αυτοκράτορα Κωνσταντίνο Παλαιολόγο. Τον ακολουθούσε μάλιστα στις διάφορες αποστολές του στην Πελοπόννησο. Σε μια περίπτωση μάλιστα του έσωσε τη ζωή, με αποτέλεσμα ο ίδιος να τραυματιστεί και να συλληφθεί από τους Φράγκους της Πάτρας. Οταν αργότερα απελευθερώθηκε και η Πάτρα καταλήφθηκε από τους Βυζαντινούς, διορίστηκε διοικητής της. Τον επόμενο χρόνο έπεσε στα χέρια Καταλανών πειρατών, αλλά και πάλι απελευθερώθηκε με καταβολή λύτρων.

Παράλληλα, με τα άλλα καθήκοντά του, συνέχιζε να προσφέρει τις υπηρεσίες του ως μυστικοσύμβουλος. Για να προωθήσει την πολιτική του δεσπότη του Μορέως βρέθηκε αρκετές φορές στην Αθήνα. Το 1438 συγγένευσε με την οικογένεια των Παλαιολόγων, αφού παντρεύτηκε την Ελένη, κόρη του Αλέξιου Παλαιολόγου. Παράνυμφος ήταν ο ίδιος ο Κωνσταντίνος, ο οποίος αργότερα θα βαφτίσει και τα παιδιά του ζευγαριού. Το 1449 ο Κωνσταντίνος διαδέχεται στον θρόνο τον αδελφό του, ο Σφραντζής τον ακολουθεί από την Πελοπόννησο στην Κωνσταντινούπολη. Μετά την άλωση θα συλληφθεί, μαζί με τα παιδιά και τη γυναίκα του.

Θα καταφέρει να εξαγοράσει την ελευθερία του και θα βρεθεί στην υπηρεσία του τελευταίου δεσπότη της Πελοποννήσου Θωμά Παλαιολόγου. Από εκεί ξεκίνησε τις προσπάθειες για την απελευθέρωση της οικογένειάς του. Τελικά, κατάφερε να ελευθερώσει τη γυναίκα του. Δεν είχαν την ίδια τύχη τα παιδιά του. Ο ένας γιος του κατηγορήθηκε ότι επιβουλεύτηκε τη ζωή του Μωάμεθ Β, ο οποίος και τον σκότωσε με τα ίδια του τα χέρια. Η κόρη του είχε πεθάνει νωρίτερα στο χαρέμι του σουλτάνου. Μετά την κατάληψη της Πελοποννήσου από τους Οθωμανούς ο Σφραντζής καταφεύγει στην Κέρκυρα, όπου και γίνεται μοναχός (1468). Εκεί πέθανε το 1477 ή 1478 συντάσσοντας το «Χρονικόν» (άγνωστη η ακριβής ημερομηνία).

                                                   ΣΤΗΝ ΙΤΑΛΙΑ
                                      Η παραχάραξη του «Χρονικού»

Από το 1936 ο καθηγητή σ' Ι. Β. Παπαδόπουλος, καθώς επεξεργαζόταν την έκδοση του χρονικού, κατέληξε ότι το Majus δεν ήταν γνήσιο.

Με τις διατριβές του περί Γεωργίου Φραντζή απέδειξε ότι μεγάλα τμήματά του ήταν προϊόντα παρεμβολής.

Εντόπισε, μάλιστα, τα πρόσωπα που νόθευσαν το γνήσιο μικρό χρονικό. Βασικός νοθευτής υπήρξε ο μητροπολίτης Μονεμβασιάς Μακάριος Μελισσηνός (μέσα 16ου - αρχές 17ου αιώνα).

Η νοθεία, λοιπόν, γίνεται στη Νεάπολη της Ιταλίας, όπου είχε καταφύγει ο Μελισσηνός, περίπου έναν αιώνα μετά τη συγγραφή του χρονικού. Τα κίνητρα ήταν πολύ ταπεινά και ιδιοτελή για να δημιουργήσει έναν ψευδο-Φραντζή. Ο επίσκοπος και η οικογένειά του, με τις παρεμβολές τους, ήθελαν να αποδείξουν ότι ταυτίζονταν με τη μεγάλη και γνωστή βυζαντινή οικογένεια των Μελισσηνών. Σύμφωνα με την κρατούσα εκδοχή, είχαν αρχικώς σφετεριστεί το όνομα «διορθώνοντας» το δικό τους οικογενειακό, που ήταν Μελισσουργοί.

Δεν ήταν απλώς κάποιο ζήτημα γοήτρου, αλλά έτσι μπορούσαν να διεκδικήσουν ότι από την οικογένειά του αναδείχτηκαν ηγεμόνες, οι οποίοι κατείχαν μεγάλες εκτάσεις, αλλά και δικαιώματα επί της Μονεμβασιάς.

Για τον ίδιο λόγο είχαν πλαστογραφήσει κι άλλα κείμενα, όπως την πραγματεία του Σχολάριου.

Με την ευκαιρία ο μητροπολίτης, αλλά και αντιγραφείς του «Μεγάλου Χρονικού», αφού μάλλον κατάστρεψαν το αρχικό κείμενο, πρόσφεραν κολακεία σε διάφορες οικογένειες, παρεμβάλλοντας ό,τι άλλο έκριναν πως εξυπηρετούσε τις «δημόσιες σχέσεις τους». Επεξεργάστηκαν γλωσσικά το μικρό χρονικό αλλοιώνοντας τη δημώδη γλώσσα του με αρχαϊζουσα και μαζί με τις παρεμβολές πρόσθεσαν ένα προοίμιο. Αντιγραφή, όπως αποδείχτηκε, από το έργο του αυλικού λόγιου και ιστορικού Γεωργίου Ακροπολίτη (13ος αιώνας).

Σήμερα στο κείμενο που διασώζεται ξεχωρίζει μέσα στο Majus το Minus, το προοίμιο του Ακροπολίτη, αλλά κι άλλες προσθήκες που προέρχονται από άλλες πηγές (Ν. Γρηγοράς, Ι. Καντακουζηνός, Λ. Χαλκοκονδύλης, εκκλησιαστικά κείμενα κ.ά.).

Οι Μελισσηνοί φαίνεται ότι πέτυχαν τότε τους σκοπούς του. Μερικοί τους αποδίδουν άλλα ελατήρια για τη νόθευση. Οτι, δηλαδή, ήθελαν να κινητοποιήσουν τον χριστιανικό κόσμο της Δύσης για την απελευθέρωση της Κωνσταντινούπολης. Ανεξαρτήτως κινήτρων σημασία έχει ότι μας άφησαν μια ιστορία των ετών 1258-1477.

                                «Το ψυχορράγημα της βασιλεύουσας»

25-26 Μαϊου
Η φαντασία θέλει να εμφανίζονται διάφορες θεοσημίες. Συμβαίνουν δυσοίωνα. Πέφτει χαλάζι, γίνεται έκλειψη και άλλα περίεργα. Ο Μωάμεθ προετοιμάζεται και αποφασίζει την τελική τουρκική επίθεση. Αυτή ορίζεται για τις 29 Μαϊου.

27 Μαϊου
Ο Μωάμεθ «έδωσε διαταγή όλη εκείνη τη νύχτα και την επομένη μέρα να ανάψουν λαμπάδες, να μείνουν νηστικοί όλη τη μέρα και να λουστούν επτά φορές, για να παρακαλέσουν τον θεό, νηστικοί και καθαροί, να τους δώσει τη νίκη...».

28 Μαϊου
Μωάμεθ και Κωνσταντίνος μιλούν στους στρατιώτες τους. «Σε τρεις μέρες η Πόλη θα είναι δική σας», υπόσχεται ο πρώτος. Ο αυτοκράτορας εμψυχώνει διαβεβαιώνοντας ότι «θα κάνουμε τον εχθρό να φύγει ντροπιασμένος».

29 Μαϊου
«Ηταν φοβερό το θέαμα... Ποιος θα διηγηθεί όλη αυτήν τη φρίκη; Κανένα σημείο δεν έμεινε ανεξερεύνητο και αμόλυντo. Ω βασιλεύ Χριστέ μου, ελευθέρωσε από τέτοια θλίψη κάθε πόλη και χώρα όπου κατοικούν Χριστιανοί...».

ΑΠΟ ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΕΘΝΟΣ    2008   Τ. ΚΑΤΣΙΜΑΡΔΟΣ

……………………………………………………………………………………

 Stephanie von Stepski Doliwa,

Studien zur Syntax des byzantinischen Historikers Georgios Phrantzes,

München, 1935

Περιεχόμενα - Παρατηρήσεις

Η συγγραφέας στη εισαγωγή της μελέτης της εξηγεί την επιλογή του Σφραντζή από όλους τους χρονικογράφους με τα ακόλουθα επιχειρήματα: αντιδιαστέλλει το Σφραντζή προς το Δούκα θεωρώντας ότι οι μαρτυρίες του πρώτου αποκτούν ιδιαίτερη αξία από το γεγονός ότι ο Σφραντζής ήταν έμπιστος του Αυτοκράτορα. Αντιθέτως ο Δούκας καταγράφει μαρτυρίες άλλων και μάλιστα σε μία γλώσσα εντελώς δημώδη. Στον αντίποδα των δύο αυτών συγγραφέων βρίσκεται ο Κριτόβουλος με τη φιλοτουρκική του στάση και ο Λαόνικος Χαλκοκονδύλης, ο οποίος ακολουθεί κλασικά υφολογικά πρότυπα. Επιπλέον ο Σφραντζής καλύπτει με το έργο του μία αρκετά μεγάλη χρονική περίοδο (1258-1476). Στη συνέχεια δίνονται στοιχεία για τις διαφορετικές εκδόσεις του κειμένου με παρατηρήσεις και τίθεται το ζήτημα για την ύπαρξη δύο διαφορετικών χρονικών, των οποίων η αυθεντικότητα αμφισβητείται. Η συγγραφέας προχωράει σε πληροφορίες που αναφέρονται στη Βυζαντινή λογοτεχνική παραγωγή κάνοντας σαφή διάκριση μεταξύ Rein-Sprache και Umgangs-Sprache, καθαρής και δημώδους γλώσσας. Στην πρώτη κατηγορία, κατά τον Krumbacher, ανήκουν οι ιστορικοί που γράφουν σύγχρονη με την εποχή τους ιστορία μιμούμενοι κλασικά πρότυπα (όπως εκείνο του Προκοπίου) και συμβάλλουν ελάχιστα στη μελέτη του ομιλουμένου ιδιώματος της εποχής τους. Στον αντίποδα βρίσκονται οι χρονικογράφοι, οι οποίοι γράφουν ιστορία που καλύπτει όλα τα χρόνια από τη δημιουργία του κόσμου μέχρι τις ημέρες τους και των οποίων τα ονόματα σπανίως παραδίδονται. Κι επειδή το έργο τους απευθύνεται στο ευρύ κοινό, είναι σημαντικό για τη μελέτη της ελληνικής γλώσσας. Ο Σφραντζής από άποψη υφολογική και περιγραφική βρίσκεται ανάμεσα στις δύο αυτές ομάδες. Στο τέλος της εισαγωγής η Doliwa παραθέτει τις απόψεις μελετητών για το έργο του Σφραντζή επιμένοντας σε εκείνη του Krumbacher που θεωρεί ότι η γλώσσα του Σφραντζή αποτελεί κράμα λαϊκών και λόγιων στοιχείων.

Η πρώτη ενότητα της μελέτης αναφέρεται στη συμφωνία Ρήματος - Υποκειμένου με τη βασική παρατήρηση ότι ο Σφραντζής αρέσκεται στη συχνή χρήση του πληθυντικού αριθμού. Χρησιμοποιεί τουλάχιστον τριπλάσιο αριθμό πληθυντικών από ό,τι ενικών τύπων. Συγκεκριμένα σε 34 τύπους ενικού αριθμού οι 22 είναι άρθρα και αντωνυμίες, ενώ μόνον 12 είναι ρήματα δίπλα σε ουσιαστικά ενικού αριθμού. Επίσης σε 96 τύπους πληθυντικού αριθμού οι 35 είναι αντωνυμίες και άρθρα, και οι υπόλοιποι 61 είναι ουσιαστικά. Με λίγα λόγια ο Σφραντζής προτιμάει τον ενικό αριθμό στα άρθρα και στις αντωνυμίες, ενώ αποφεύγει όσο μπορεί να συνδέει ένα ουσιαστικό πληθυντικού αριθμού με ένα ρήμα ενικού (αττική σύνταξη).

Στην επόμενη ενότητα γίνεται λόγος για τη χρήση του άρθρου, το οποίο πλέον αποκτά πιο συγκεκριμένες μορφές: χρησιμοποιείται συχνά αντί κτητικής, δεικτικής ή αναφορικής αντωνυμίας. Επίσης, σημαντικός είναι ο ρόλος του άρθρου στην ουσιαστικοποίηση λέξεων και κυρίως απαρεμφάτων. Χαρακτηριστικό μάλιστα είναι ότι το άρθρο σε αυτές τις περιπτώσεις μπορεί να βρίσκεται ακόμη και σε πτώση γενική (αντί του ίνα δηλώνοντας τον σκοπό) ή να είναι εμπρόθετο δηλώνοντας και άλλες σχέσεις. Αυτή η χρήση του απαρεμφάτου παραπέμπει σε αρχαίες ελληνικές δομές.

Σε άλλη ενότητα η Doliwa ασχολείται με τις αντωνυμίες, για τις οποίες ισχύουν οι κανόνες της Κοινής. Το αυτός χρησιμοποιείται ως προσωπική, κτητική, δεικτική ή αυτοπαθής αντωνυμία. Η θέση της αντωνυμίας παρουσιάζει ποικιλία. Εξάλλου, η αντων. αυτός χρησιμοποιείται πολύ συχνά πλεοναστικά, ακόμη και σε δευτερεύουσα πρόταση (όπως το νεοελληνικό που τον).

Στην τέταρτη ενότητα σημειώνεται ως χαρακτηριστικό της γλώσσας του Σφραντζή η τάση του για εναλλαγές. Έτσι, στη χρήση των πτώσεων παρουσιάζεται πολύ μεγάλη ποικιλία που παραβιάζει τους γραμματικούς κανόνες. Παρουσιάζονται κατάλογοι ρημάτων που συντάσσονται με συγκεκριμένες πτώσεις (με ή χωρίς πρόθεση).

Η επόμενη ενότητα αναφέρεται στις προθέσεις με πρώτη σημαντική παρατήρηση την επικράτηση της ανεξάρτητης πλέον γενικής. Μοναδική επίσης θεωρείται η χρήση της πρόθεσης ανά με γενική με τη σημασία του ανάμεσα. Εντυπωσιακή είναι και η πολύ συχνή χρήση του εν αντί του εις, καθώς και η προτίμηση του αντί στη θέση του προ. Τέλος, ασυνήθιστα μεγάλη είανι και η συχνότητα των προθετικών επιρρημάτων.

Στην ενότητα που ακολουθεί γίνεται λόγος για το απαρέμφατο, το οποίο αυτονομείται και χρησιμοποιείται για τη δήλωση του σκοπού ή ως ουσιαστικό. Επίσης, παρατηρείται και η χρήση απαρεμφάτου μετά το ότι ή το ίνα.

Στην ενότητα για τη μετοχή σημειώνεται η προτίμηση για την Ονομαστική απόλυτη αντί της Γενικής απόλυτης, καθώς και η χρήση της μετοχής αντί κανονικού ρήματος. Τέλος, γίνεται αναφορά στην κανονική χρήση της άρνησης.

Η Doliwa προσθέτει και κάποιες γενικές παρατηρήσεις σχολιάζοντας ότι το έργο του Σφραντζή ακολουθεί σε γενικές γραμμές τους γραμματικούς κανόνες του Ψάλτη με ελάχιστες αποκλίσεις: Ελάχιστα ουσιαστικά παρουσιάζουν διπλούς τύπους (από τη 2η και 3η κλίση). Μόνο ένα τριτόκλιτο επίθετο (βαρύς) σχηματίζει τη δοτική πληθυντικού σύμφωνα με τη 2η κλίση (βαρέοις). Οι τύποι των παραθετικών σχηματίζονται κανονικά. Τα επιρρήματα σε -ως είναι ιδιαίτερα δημοφιλή. Μία ιδιαίτερη προτίμηση δείχνει ο Σφραντζής για τα επιρρήματα σε -θεν και για εναλλαγές των τοπικών επιρρημάτων κίνησης και στάσης. Τα επιρρήματα στο συγκριτικό βαθμό λήγουν κυρίως σε -τέρως, ενώ στον υπερθετικό κανονικά σε -τατα. Τα ρήματα παρουσιάζουν ασυνήθεις αυξήσεις και ο αναδιπλασιασμός εκλείπει. Ο Μέλλοντας σχηματίζεται με ενεργητικό αντί μέσου τύπο, ενώ μερικά ρήματα στην ενεργητική και μέση φωνή έχουν το αδύνατο αοριστικό θέμα.Επίσης, συχνά χρησιμοποιούνται παθητικοί τύποι με μέση σημασία δίπλα σε μέσους τύπους. Ακόμη, συχνή είναι και η χρήση ρηματικών επιθέτων σε -τός, ενώ για τα ρηματικά επίθετα σε -τέος υπάρχουν μόνο τρία παραδείγματα. Επιπλέον, σε πολλές περιπτώσεις στη θέση ρήματος χρησιμοποιείται μετοχή. Ως προς τη δομή της πρότασης ο Σφραντζής δεν παρουσιάζει καινοτομίες, εκτός από την αγάπη του για τις μεγάλες προτάσεις. Όμως αυτό συχνά προκαλεί προβλήματα με το υποκείμενο ή με ανακόλουθα σχήματα. Τέλος, για να αποφευχθεί η υπόταξη, χρησιμοποιούνται αμέτρητες παρενθέσεις ή παρατακτική σύνδεση με το και. Δεν απουσιάζει και το χιαστό σχήμα που είναι καθαρά λογοτεχνικό.

Αξιολογικές Παρατηρήσεις

Εξειδικευμένη μελέτη, εξαιρετικά αναλυτική με πληθώρα στοιχείων που επιβεβαιώνουν τις παρατηρήσεις της συγγραφέως για ένα έργο που αποτελεί αντιπροσωπευτικό δείγμα της εποχής. Η περιγραφή των συντακτικών δομών του Χρονικού είναι λεπτομερής και εναργέστατη με τα συγκριτικά στοιχεία-παραδείγματα που αναφέρονται σε άλλα χρονικά και στις πηγές, από τις οποίες έχει επηρεαστεί το έργο του Σφραντζή. Εύστοχη και ακριβής η παράλληλη σύγκριση με αρχαία ελληνικά συντακτικά πρότυπα και με άλλα κείμενα, που ενισχύει την άποψη της Doliwa ότι το Χρονικό αυτό αποτελεί κράμα επιδράσεων χωρίς αυτό να επηρεάζει το δημώδες της γλώσσας του συγγραφέα και την απήχηση που είχε στο ευρύ κοινό. Αυτή άλλωστε ήταν και η ιδιομορφία του Σφραντζή σε σχέση με τους υπόλοιπους χρονικογράφους.

Χαρακτηριστικά έκδοσης

  • Η διατριβή καλύπτει 284 σελίδες.
  • Περιλαμβάνει 9 κεφάλαια μη αριθμημένα με πολλές ενότητες και υποενότητες. Οι ενότητες αριθμούνται με κεφαλαία γράμματα, οι υποενότητες με λατινική και αραβική αρίθμηση.
  • Οι τίτλοι των κεφαλαίων δηλώνονται με έντονα κεφαλαία γράμματα, οι ενότητες με πλάγιους χαρακτήρες και οι υποενότητες με μικρούς όρθιους χαρακτήρες.
  • Στην αρχή της μελέτης και πριν από την εισαγωγή υπάρχει βιβλιογραφία. Στο τέλος της εισαγωγής δίνονται συνοπτικά τα αποσπάσματα που χρησιμοποιούνται, καθώς και τσιτάτα από την Αγία Γραφή και τα Πατερικά κείμενα, γνωμικά και μύθοι.
  • Στο εσωτερικό της μελέτης υπάρχουν πίνακες και σχεδιαγράμματα, όπου καταγράφονται στατιστικά τα στοιχεία που μελετώνται.
  • Στο τέλος υπάρχουν δύο παραρτήματα, όπου καταγράφονται συντακτικές δομές και σχήματα λόγου. Επίσης υπάρχει Index παραπομπών και ρημάτων που χρησιμοποιούνται στη μελέτη (καθώς και βιογραφικό σημείωμα της συγγραφέως).

 

                                   ΠΕΡΙ ΣΦΡΑΝΤΖΗ ΑΠΟ ΑΛΛΕΣ ΠΗΓΕΣ

 

1. Εισαγωγικά

Ο Γεώργιος Φραντζής ή Σφραντζής (όπως είναι η ακριβέστερη εκδοχή του ονόματός του) είναι ένας από τους τελευταίουςιστορικούς του Βυζαντίου. Ανήκει στη λεγόμενη γενιά των Ιστορικών της Άλωσης, μαζί με τους Δούκα, Χαλκοκονδύλη καιΚριτόβουλο: όλοι τους υπήρξαν σύγχρονοι του κορυφαίου γεγονότος της Άλωσης της Κωνσταντινούπολης και της τελικήςπτώσης του Βυζαντίου, την οποία και εκθέτουν στο έργο τους.1 Ο Φραντζής από τη νεαρή του ηλικία μέχρι και την Άλωσητης Πόλης υπήρξε κρατικός αξιωματούχος και συνεργάτης των τριών τελευταίων βασιλέων του Βυζαντίου, και ιδιαίτερα

στενός συνεργάτης και οικείος του Κωνσταντίνου ΙΑ΄ Παλαιολόγου. Η ιδιότητά του αυτή του έδωσε τις απαραίτητεςδυνατότητες πληροφόρησης ώστε να προβεί στη συνέχεια στο ιστοριογραφικό του εγχείρημα. Το έργο του συνιστά ένασυνοπτικό, απομνημονευματικού χαρακτήρα χρονικό, ενώ το όνομά του έχει αποδοθεί και σε ένα μεγαλύτερο και

εκτενέστερο ιστοριογραφικό κείμενο, στο οποίο ενσωματώνεται πλήρως το συνοπτικό χρονικό του, που όμως έχειαποδειχθεί ψευδώνυμο.

2. Βίος και δράση

Όσα γνωρίζουμε για τη ζωή και τη δράση του Γεωργίου Φραντζή προέρχονται από το ίδιο το έργο του, το οποίο είναιγραμμένο με μια αυτοαναφορική λογική υπό τον τύπο απομνημονευμάτων, και έτσι παρέχει πολλές και χρήσιμεςπληροφορίες για το πρόσωπο και τη σταδιοδρομία του συγγραφέα. Όπως αναφέρει στο κείμενό του, ο ίδιος γεννήθηκε το1401 και πρέπει να έζησε τουλάχιστον έως το 1477, έτος μέχρι το οποίο εκτείνεται η συγγραφή του. Ως προς τηνοικογενειακή καταγωγή του, περισσότερες πληροφορίες δίνει για τη μητέρα του Θωμαΐδα, την οποία φαίνεται πωςεκτιμούσε ιδιαίτερα και χαρακτηρίζει συνεχώς οσία. Συγκεκριμένα δηλώνει ότι ήταν ορφανή, μικρασιατικής καταγωγής, που

είχε ανατραφεί ως ψυχοκόρη στον οίκο των Καβάσιλα στη Θεσσαλονίκη. Μετά την πρώτη κατάληψη της Θεσσαλονίκης απότους Οθωμανούς (1387), η Θωμαΐδα μετοίκησε στη Λήμνο, όπου ο εκεί ευρισκόμενος πάππος του Φραντζή,

διαπιστώνοντας το ήθος και τις αρετές της, την επέλεξε ως νύφη του.2

Η αναφορά αυτή είναι και η μόνη που κάνει για την πατρική καταγωγή του. Η παρουσία της πατρικής οικογένειάς του στηΛήμνο, τουλάχιστον κατά τη δεδομένη χρονική στιγμή, έχει οδηγήσει στο να θεωρείται ο Φραντζής λημνιακής καταγωγής,

δεν μπορεί όμως να είναι σίγουρο αν η παρουσία της πατρικής του οικογένειας στη Λήμνο δηλώνει εντοπιότητα ή αν είχε

βρεθεί περιστασιακά εκεί λόγω της παρουσίας του πάππου του σε κάποιο διοικητικό αξίωμα. Είναι άγνωστος επίσης και ο τόπος της γέννησής του, αν πρόκειται για τη Λήμνο ή για την Κωνσταντινούπολη. Ούτε και το όνομα του πατέρα του είναι

γνωστό, ενδέχεται όμως να ήταν Ιωάννης, δεδομένου ότι ο Γεώργιος έδωσε το όνομα αυτό στον πρώτο του γιο. Η__οικογένεια του πατέρα του γνώριζε κάποια διάκριση και τα μέλη της είχαν καταλάβει διοικητικές θέσεις,3 κάτι που εξηγεί

την επιλογή του νεαρού ακόμη Γεωργίου Φραντζή για ένταξη στην αυτοκρατορική αυλή. Από τους δύο αδερφούς του ο έναςβρισκόταν επίσης στην αυτοκρατορική υπηρεσία, ενώ ο άλλος έγινε μοναχός στη μονή Χαρσιανίτου. Είχε ακόμα μία

αδελφή, η οποία απεβίωσε μαζί με τον σύζυγο και το παιδί της σε επιδημία το 1416.4

Το 1438 ο Φραντζής παντρεύτηκε την Ελένη, θυγατέρα του Αλεξίου Παλαιολόγου Τζαμπλάκωνα, με την οποία απέκτησεσυνολικά πέντε παιδιά, τον Ιωάννη, τον Αλέξιο, τη Θάμαρ, και δύο ακόμα αγόρια που πέθαναν βρέφη. Όλα τα παιδιά του

όμως απεβίωσαν πριν από τον ίδιο και σε νεαρή ηλικία. Ο γιος του Αλέξιος πέθανε από επιδημία, ενώ ο Ιωάννης και ηΘάμαρ εξανδραποδίστηκαν κατά την άλωση της Κωνσταντινούπολης και στη συνέχεια εξαγοράστηκαν από τον σουλτάνο

για να ενταχθούν στην υπηρεσία και στο χαρέμι του αντίστοιχα, μαζί με πολλούς άλλους γόνους ευγενών βυζαντινών οικογενειών. Αμφότεροι άφησαν την τελευταία τους πνοή εντός των σουλτανικών ανακτόρων, ο Ιωάννης εκτελέστηκε

επειδή θεωρήθηκε ότι σχεδίαζε να δολοφονήσει τον σουλτάνο, η Θάμαρ από επιδημικό νόσημα.5Η ένταξη του Φραντζή στην υπηρεσία του αυτοκράτορα έγινε το 1416-17, όταν ανέλαβε αυλικά καθήκοντα επί της βασιλείας

του Μανουήλ Β΄ Παλαιολόγου και λίγο αργότερα αναδείχθηκε στο αξίωμα του πρωτοβεστιαρίτη. Αργότερα, όταν ο

Κωνσταντίνος Παλαιολόγος ανήλθε στον αυτοκρατορικό θρόνο, ανέδειξε τον Φραντζή στο αξίωμα του μεγάλου λογοθέτη.

Ο Φραντζής είχε υπάρξει στενός συνεργάτης του τελευταίου Βυζαντινού αυτοκράτορα από το 1427, όταν αυτός είχεανακηρυχθεί δεσπότης του Μοριά. Ο Φραντζής παρέμεινε στην Πελοπόννησο μαζί με τον Κωνσταντίνο Παλαιολόγο το

μεγάλο διάστημα που ο τελευταίος κυβέρνησε εκεί και τον υπηρέτησε ασκώντας κυρίως πρεσβευτικά καθήκοντα, ενώδιατέλεσε και κεφαλή (διοικητής) της Πάτρας και του Μυστρά.6 Επέστρεψε στην Κωνσταντινούπολη το 1448 ακολουθώντας

τον βασιλέα πλέον Κωνσταντίνο και σύντομα εστάλη σε πρεσβευτική αποστολή στην Τραπεζούντα και στην Ιβηρία (Γεωργία) για να διαπραγματευθεί συνοικέσιο ανάμεσα στον Βυζαντινό αυτοκράτορα και σε μία από τις εκεί βασιλικές

αυλές.7 Η αποστολή αυτή διήρκεσε δύο χρόνια. Επιστρέφοντας ο Φραντζής βρέθηκε στην Κωνσταντινούπολη τις παραμονές της μεγάλης οθωμανικής επίθεσης. Ευρισκόμενος στην πόλη κατά την πολιορκία και την άλωσή της, διαδραμάτισε ενεργό

ρόλο στην οργάνωση της άμυνας. Με την πτώση της πόλης συνελήφθησαν αιχμάλωτοι ο ίδιος και όλη η οικογένειά του. Ο Φραντζής εξαγοράστηκε και απελευθερώθηκε σύντομα, όπως και η σύζυγός του, όχι όμως και τα παιδιά του. Ο επόμενος

σταθμός στη ζωή του Φραντζή ήταν η Πελοπόννησος, όπου παρέμεινε στο περιβάλλον του δεσπότη Θωμά Παλαιολόγουμέχρι την οθωμανική κατάληψη της περιοχής (1460). Στη συνέχεια κατέφυγε στη βενετική Κέρκυρα, όπου πέρασε την

υπόλοιπη ζωή του εγκαταλείποντας τα εγκόσμια και διαβιώνοντας στο εξής ως μοναχός με το όνομα Γρηγόριος. Σε σχέση με το μέγιστο πολιτικό ζήτημα της εποχής του, δηλαδή τη διαμάχη ενωτικών και ανθενωτικών, ο Φραντζής

παρουσιάζει εαυτόν αποστασιοποιημένο και θα μπορούσε να χαρακτηριστεί μετριοπαθής ανθενωτικός. Όπως δηλώνει ο ίδιος, δε θεωρούσε το ζήτημα αυτό τόσο σοβαρό όσο οι περισσότεροι από τους συγχρόνους του, και στα δογματικά ήταν

μάλλον αδιάφορος, αν και, όπως το θέτει, δε θεωρούσε ότι όφειλε να αναθεωρήσει την πατροπαράδοτη πίστη.8 Γράφονταςεκ των υστέρων και με δεδομένη τη γνώση της εξέλιξης των πραγμάτων, αποτιμά αρνητικά την ένωση των εκκλησιών που

θεσπίστηκε στη σύνοδο της Φερράρας-Φλωρεντίας, όχι για λόγους δογματικούς αλλά πολιτικούς και στρατηγικούς: ηδιακηρυχθείσα ένωση δεν εξασφάλισε καμία ουσιαστική βοήθεια στο Βυζάντιο, ενώ αποτέλεσε βασική αιτία για την

εκδήλωση της οθωμανικής επιθετικότητας που κατέληξε στην άλωση της Πόλης. Αυτό στηριζόταν στη λογική ότι επρόκειτο

για προκλητική και ανησυχητική για τους Οθωμανούς ενέργεια, η οποία επέβαλε ένα προληπτικό χτύπημα στην Κωνσταντινούπολη πριν από την άφιξη υπολογίσιμης δυτικής επικουρίας.9 Παρά την ανθενωτική τοποθέτησή του όμως, ο

Φραντζής αποτιμά θετικά και εν πολλοίς εξυμνεί τους δύο τελευταίους (ενωτικούς) αυτοκράτορες του Βυζαντίου.

3. Ιστοριογραφικό έργο

Η αποτίμηση του συγγραφικού έργου του Φραντζή δεν μπορεί να βασιστεί παρά μόνο στο κείμενο του οποίου υπήρξεσίγουρος συγγραφέας, δηλαδή στο λεγόμενο Σύντομο Χρονικό (Chronicon Minus). Το αναλυτικότερο και πιο εκτεταμένο

κείμενο που επίσης αποδιδόταν στον Φραντζή, το Chronicon Maius, έχει αποδειχθεί ότι συνιστά ψευδώνυμο έργο και πολύμεταγενέστερο συμπίλημα, του οποίου συντάκτης είναι γενικά αποδεκτό ότι υπήρξε ο μητροπολίτης Μονεμβασίας__Μακάριος Μελισσηνός κατά το δεύτερο μισό του 16ου αιώνα. Η σχέση του Φραντζή με το Chronicon Maius εξακολουθείνα αποτελεί αντικείμενο προβληματισμού. Αφενός υποστηρίζεται ότι ο Φραντζής δεν είχε συγγράψει μόνο το Σύντομο Χρονικό, το οποίο ουσιαστικά αποτελεί μια μορφή προσωπικού ημερολογίου ή σειράς συνοπτικών σημειώσεων, αλλά και

εκτενέστερο κείμενο επί του οποίου εργάστηκε αργότερα ο Μελισσηνός συμπληρώνοντάς το και τροποποιώντας το. Αφετέρου θεωρείται ότι ο Φραντζής δεν είχε συγγράψει εκτενέστερο κείμενο και ότι ο Μελισσηνός συνέθεσε εξαρχής το

Chronicon Maius συρράπτοντας πληροφορίες από διαφορετικές προγενέστερες πηγές και ενσωματώνοντας αυτούσια τα διάφορα χωρία από το Σύντομο Χρονικό του Φραντζή.10

Ο Φραντζής δεν είναι γνωστός για τη συγγραφή κανενός άλλου κειμένου πλην του ιστοριογραφικού του πονήματος, καιοπωσδήποτε δεν μπορεί να καταταχθεί στους διακεκριμένους λογίους της εποχής. Ως προς τη δομή και τη συγκρότηση της

αφήγησης, το κείμενό του δεν ακολουθεί τα συνήθη μοντέλα της βυζαντινής ιστοριογραφίας, καθώς πρόκειται για μια αυτοαναφορική κυρίως παράθεση σύντομων πληροφοριών σε χρονολογική βάση. Απουσιάζει μια εισαγωγή στην οποία θα

εκτίθεντο τα κίνητρα συγγραφής και η οπτική του συγγραφέα. Προφανώς ο Φραντζής προέβη στο συγγραφικό του εγχείρημα όχι από κάποια λόγια παρόρμηση, αλλά ορμώμενος από τις εμπειρίες του ως αξιωματούχου και συνεργάτη των

αυτοκρατόρων, τις οποίες θέλησε και να εξιστορήσει. Το θεματικό επίκεντρο της αφήγησης βρίσκεται στη ζωή και στη δράση του ιδίου, με αποτέλεσμα η όλη εξιστόρηση να διακρίνεται από εμφατικές και εκτατικές ανισότητες στην αναφορά των κύριων γεγονότων και εξελίξεων της εποχής, ανάλογα με τη δική του παρουσία και συμμετοχή. Χαρακτηριστικά, η πολύχρονη παρουσία του στην Πελοπόννησο συντελεί

στο να δίνει ιδιαίτερη έμφαση στα εκεί γενόμενα, ενώ σημαντικές εξελίξεις που λάμβαναν τότε χώρα στην Κωνσταντινούπολη θίγονται από καθόλου έως ακροθιγώς. Άλλο παράδειγμα μας δίνει η αποστολή του στην Τραπεζούντα

και την Ιβηρία για να διαπραγματευτεί βασιλικό συνοικέσιο. Η εκεί παρουσία και η έμφαση που δίνει στην παράθεση των λεπτομερειών αυτής της υπόθεσης έχουν ως αποτέλεσμα να μην γίνεται αναφορά στην κατάσταση που επικρατούσε στην

Κωνσταντινούπολη την κρίσιμη περίοδο μετά τη σύνοδο Φερράρας-Φλωρεντίας και στις παραμονές της μεγάλης και τελικής οθωμανικής επίθεσης.

Ο Φραντζής είναι ο μόνος από τους τέσσερις Ιστορικούς της Άλωσης που ήταν παρών στην Κωνσταντινούπολη κατά την πολιορκία και την πτώση της. Παραδόξως, η αυτοψία του δεν αξιοποιείται ιδιαίτερα στην περιγραφή του γεγονότος, αφού

δίνει την πλέον συνοπτική, έως επιγραμματική, εξιστόρηση σε σύγκριση με τους άλλους ιστοριογράφους. Η αντικειμενικότητα των αναφορών του μπορεί να ελεγχθεί σε ό,τι αφορά την πλήρη υποβάθμιση της παρουσίας συμμαχικών

στρατευμάτων από τη Δύση και τις λατινοκρατούμενες ελληνικές χώρες.11 Μια χρήσιμη και πρωτότυπη πληροφορία που μας δίνει αφορά τον αριθμό των ντόπιων υπερασπιστών της Πόλης (4.773), που μπορεί να θεωρηθεί αξιόπιστη αφού ο ίδιος

είχε επιφορτιστεί με την απογραφή των δυναμένων να φέρουν όπλο μεταξύ των κατοίκων.12 Η αιχμαλωσία του επίσης

αναφέρεται πολύ επιγραμματικά, αφού δε δίνει καμία άλλη λεπτομέρεια πλην του ότι αυτή ήταν σύντομη. Το γεγονός ότι συνέγραψε ή επεξεργάστηκε το κείμενό του σε προχωρημένη φάση της ζωής του, όταν ήταν πλέον μοναχός,

δεν επηρεάζει την οπτική του πλην της παρουσίας ελάχιστων στερεοτυπικών εκφράσεων, όπως η αναφορά του στην αρχή

του κειμένου ότι θα ήταν καλύτερα αν δεν είχε γεννηθεί.13 Η λογική της ιστορικής αιτιότητας είναι τελείως εκκοσμικευμένη

και απουσιάζει το σχήμα της θεϊκής οργής και τιμωρίας για τις αμαρτίες των Βυζαντινών, που είναι κυρίαρχο στον Δούκα. Ως αίτιο της οθωμανικής επίθεσης στην Κωνσταντινούπολη θεωρείται -μάλλον υπερβολικά- η διακήρυξη της ένωσης των

εκκλησιών, που αντιμετωπίζεται ως ένα στρατηγικό λάθος του Βυζαντινού αυτοκράτορα που επέβαλε στους Οθωμανούς την ανάληψη η προληπτικής δράσης. Παρά τις τραγωδίες που σημαδεύουν τη ζωή του, (καταστροφή της πατρίδας του, απώλεια

των παιδιών του), ο Φραντζής δεν αφήνει το συναισθηματικό στοιχείο να επηρεάσει τη συγγραφή του. Έτσι, το κείμενό του δε διέπεται από συναισθηματική φόρτιση και δραματοποιήσεις, όπως του Δούκα. Η γλώσσα του επίσης είναι απλή και το

κείμενο δε διακρίνεται από λογοτεχνικές αρετές.

 

 

1. Darkó (ed.), Laonici Chalkokondylae Demonstrationes Historiarum, (Budapest 1927). Grecu, V. (ed), Ducas. Istoria Turcobyzantina, (Bucureşti

1966). Reinsch, H.(ed.), Critobuli Imbriotae Historia, (Berlin 1973).

2. Grecu, V. (ed.), Georgios Sphrantzes, Memorii 14011477 (Bucureşti 1966), σελ. 2, 3235.

3. Ο θείος του Φραντζή (αδερφός του πατέρα του) είχε υπάρξει δάσκαλος του Κωνσταντίνου Παλαιολόγου· βλ. Grecu, V. (ed.), Georgios Sphrantzes

Memorii, 1401-1477  (Bucureşti 1966), σελ. 22.

4. Grecu, V. (ed.), Georgios Sphrantzes, Memorii 14011477 (Bucureşti 1966), σελ. 68.

5. Grecu, V. (ed.), Georgios Sphrantzes, Memorii 1401-1477 (Bucureşti 1966), σελ. 62,  66, 68, 72, 98, 104, 106.

6. Grecu, V. (ed.), Georgios Sphrantzes, Memorii 1401-1477 (Bucureşti 1966), σελ. 8, 18, 20-22, 50, 68-70, 92-94.

7. Grecu, V. (ed.), Georgios Sphrantzes, Memorii 1401-1477 (Bucureşti 1966), σελ. 74-82.

8. Grecu, V. (ed.), Georgios Sphrantzes, Memorii 1401-1477 (Bucureşti 1966), σελ. 56.

9. Grecu, V. (ed.), Georgios Sphrantzes, Memorii 1401-1477 (Bucureşti 1966), σελ. 56-60.

10. Hunger, H., Βυζαντινή Λογοτεχνία 2: Η λόγια κοσμική γραμματεία των Βυζαντινών (Αθήνα 1992), σελ. 353· Καραγιαννόπουλος, Ι.Ε., Πηγαί της

Βυζαντινής Ιστορίας (Θεσσαλονίκη 1987), σελ. 434-35.

11. Grecu, V. (ed.), Georgios Sphrantzes, Memorii 1401-1477 (Bucureşti 1966), σελ. 98-104.

12. Grecu, V. (ed.), Georgios Sphrantzes, Memorii 1401-1477 (Bucureşti 1966), σελ. 96.

13. Grecu, V. (ed.), Georgios Sphrantzes, Memorii 1401‑1477 (Bucureşti 1966), σελ. 2.        

Βιβλιογραφία :

Hunger H., Βυζαντινή λογοτεχνία. H λόγια κοσμική γραμματεία των Βυζαντινών, 2: Ιστοριογραφία,

Φιλολογία, Ποίηση, Μ.Ι.Ε.Τ., Αθήνα 1992, Κόλιας, Τ. – Συνελλή, Κ. – Μακρής, Γ.Χ. – Βάσσης, Ι. (μτφρ.)

Καραγιαννόπουλος Ι.Ε., Πηγαί της Βυζαντινής Ιστορίας, Πουρναράς Π.Σ., Θεσσαλονίκη 1987

The Fall of the Byzantine Empire: A Chronicle by George Sphrantzes 1401-1477, translated by Marios Philippides (Amherst: University of Massachusetts Press, 1980).

 

  ΕΠΙΜΕΛΕΙΑ ΕΛΛΗΝΩΝ ΔΙΚΤΥΟ …2009………………….

 πίσω

  

 

Για να δείτε κάποιες σελίδες πρέπει να έχετε τον flash player που μπορείτε να βρείτε πατώντας στο εικονίδιο δίπλα.

Πνευματικά δικαιώματα © 2009

 Συντελεστές  και επικοινωνία μαζί μας

       SiteLock