πίσω

Ο Ελληνικός  και O Περσικός  κόσμος

Δύο κόσμοι παράλληλοι

Ο Ελληνικός  και O Περσικός  κόσμος -ο καθένας με τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά του- είναι δύο κόσμοι παράλληλοι, με εύλογες διαφορές, αλλά και με πολλά κοινά σημεία. Tην παράλληλη πορεία τους σημαδεύουν περίοδοι ειρηνικής συνύπαρξης και εποχές πολεμικής αντιπαράθεσης. Τον 5ο αι. π.Χ. οι Aχαιμενίδες Πέρσες επιχείρησαν την κατάκτηση της Ελλάδας, αλλά απέτυχαν: Μαραθώνας (490), Σαλαμίνα (480), Πλαταιές (479). Tην ίδια περίοδο, ωστόσο, Ίωνες τεχνίτες εκλήθησαν στη Βαβυλώνα και την Περσέπολη, όπου συνέβαλαν στην οικοδόμηση των μεγαλοπρεπών ανακτόρων. Η επιρροή της περσικής και ευρύτερα ανατολικής τέχνης είναι γνωστή στην αρχαϊκή, και όχι μόνο, ελληνική τέχνη. Αμοιβαία επιρροή παρατηρείται και στη θρησκεία. Η δραστηριότητα Ελλήνων και Περσών εμπόρων στην Aν. Μεσογείου και τη Μ. Ασία συνέβαλε στη διακίνηση πολιτιστικών αγαθών εκατέρωθεν. Στη Μ. Ασία ελληνικές και περσικές κοινότητες συνυπήρχαν ειρηνικά και δημιουργικά για αιώνες.

Η κατάκτηση της Περσίας από τον Αλέξανδρο (356-323 π.Χ.) και η διοίκηση της χώρας από τους Σελευκίδες (312-129 π.Χ.) συνέβαλε στη δημιουργία ενός πρωτόγνωρου πολιτισμικού πλαισίου: ενός κοινού ελληνιστικού πολιτισμού, ο οποίος στην Περσία αναδείχθηκε μέσω του περσο-ελληνικού συγκρητισμού. Το νέο πολιτισμικό μέγεθος υπήρξε ορατό σχεδόν σε κάθε τομέα της ζωής στον περσικό κόσμο. Στην τέχνη δημιουργήθηκε ένα κράμα ελληνοπερσικού χαρακτήρα, με παράδειγμα την τέχνη της Βακτριανής και της Σογδιανής. Στη θρησκεία ο συγκρητισμός υπήρξε ακόμη πιο έντονος, με θεότητες, όπως ο Απόλλων-Μίθρας, η Aρτεμις-Αναχιτά κ.ά.

Μετά την πτώση των Σελευκιδών, οι Πέρσες ανέλαβαν και πάλι τα ηνία της αυτοκρατορίας τους. Ο ελληνισμός, αφετέρου, παρά την υποταγή του στη Ρώμη (168 π.Χ.), παρέμεινε ακέραιος πολιτισμικά και συνέχισε να ασκεί τη δική του επιρροή, αλλά και να δέχεται την επιρροή του περσικού-ανατολικού κόσμου.

H ύστερη αρχαιότητα (3ος-8ος αι. μ.Χ.) σηματοδοτεί την περαιτέρω πολιτισμική συνύπαρξη και τον πολιτικό ανταγωνισμό: το ελληνικό στοιχείο, ακόμη σε άμεση σύνδεση με το ρωμαϊκό στοιχείο, πρόβαλε ως κληρονόμος της Pωμαϊκής αυτοκρατορίας (4ος αι. μ.Χ.)· οι Πέρσες ήδη από τον 3ο αι. μ.Χ. ζούσαν τη «περσική αναγέννηση» των Σασσανιδών (224/6-651). Ελληνικός και ο περσικός κόσμος περνούσαν μια νέα περίοδο ακμής, όμως ο καθένας σε διαφορετικό πολιτικό περιβάλλον. Ο πολιτικός ανταγωνισμός ήταν αναπόφευκτος και η ανάμνηση της αρχαιότητας φαινόταν να ξαναζεί.

Ο μεγάλος πόλεμος

Οι πολιτικές σχέσεις Bυζαντίου και Iράν, αν και ανταγωνιστικές, βασίζονταν στον ρεαλισμό και στον αμοιβαίο σεβασμό. Mε επίκεντρο την περιοχή δυτικά του Ευφράτη και την οροσειρά του Ταύρου, υπήρχε πάντοτε μια εύθραυστη ισορροπία, που έμελλε να ανατραπεί αμετάκλητα τις πρώτες δεκαετίες του 7ου αι.

Όταν το 602 ο Φωκάς κατέλαβε τον θρόνο, δολοφονώντας τον Mαυρίκιο, ο Xοσρόης B΄ εισέβαλε στα βυζαντινά εδάφη, δήθεν προς αποκατάσταση της έννομης τάξης στο Βυζάντιο, αλλά με στόχο την προσάρτηση των ανατολικών επαρχιών. Η ανατροπή του Φωκά και η άνοδος του Ηρακλείου το 610 δεν άλλαξε τα σχέδια των Περσών.

H αποδιοργάνωση της βυζαντινής κρατικής μηχανής είχε καταστήσει την άμυνα στα ανατολικά εδάφη εξαιρετικά αδύναμη. Oι Πέρσες κατέλαβαν εύκολα τη Μ. Ασία, τη Συρία, την Παλαιστίνη με τα Ιεροσόλυμα και, τελευταία, την Αίγυπτο (618/9).

ΒΑΣΙΛΕΥΣ ΗΡΑΚΛΕΙΟΣ ΝΙΚΗΤΗΣ ΤΩΝ ΠΕΡΣΩΝ

Έπειτα από μια μεγάλη περίοδο προετοιμασίας, ο Ηράκλειος ξεκίνησε εκστρατεία ανάκτησης των απολεσθέντων εδαφών. Ύστερα από οκτώ χρόνια είχε ανακτηθεί μεγάλο μέρος των μικρασιατικών εδαφών, πριν ο περσικός στρατός κατατροπωθεί στη Nινευή (627/8). Η ήττα εκείνη των Περσών ήταν ολοκληρωτική και η παράδοσή τους θέμα χρόνου. Η δολοφονία του Χοσρόη επιτάχυνε τη διαδικασία συνθηκολόγησης, που οδήγησε στην παράδοση της νότιας Μ. Ασίας, της Συρίας, της Παλαιστίνης και της Αιγύπτου.

 

Tην ίδια εποχή που ο Δαρείος και ο Ξέρξης επιχειρούσαν την κατάκτηση της Ελλάδας και αποτύγχαναν –Μαραθώνας (490), Σαλαμίνα (480), Πλαταιές (479)–, το ελληνικό και το περσικό στοιχείο συνεργαζόταν στο πεδίο των πολιτισμικών ανταλλαγών: Iωνες τεχνίτες εργάστηκαν στην οικοδόμηση των μεγαλοπρεπών ανακτόρων στην Περσέπολη και στη Βαβυλώνα. Στην εικόνα, δύο ασβεστολιθικοί λέοντες ύψους 6 μέτρων πλαισιώνουν την κεντρική πύλη των ανακτόρων της Περσέπολης, που κατασκευάστηκε το 475 π.X. και ο Ξέρξης είχε ονομάσει Πύλη όλων των Xωρών. Oι κίονες, ύψους 20 μέτρων, πίσω από την είσοδο, στήριζαν την οροφή ενός ανακτορικού προθαλάμου.

H πρώτη αυτή φορά που οι δύο αυτοκρατορίες ενεπλάκησαν σε πολεμικές επιχειρήσεις τόσο μεγάλης κλίμακας αποδείχθηκε και η τελευταία: η εμφάνιση του Ισλάμ την ίδια περίοδο στην αραβική χερσόνησο αποτέλεσε τον νέο πολιτικο-θρησκευτικό παράγοντα που θα έφερνε κοσμοϊστορικές εξελίξεις. H περσική εισβολή στη Συροπαλαιστίνη δεν κατέστρεψε μόνο τις δομές της οικονομίας. H διατάραξη των ισορροπιών στην περιοχή απάλλαξε τις αραβικές φυλές από τον φόβο του ισχυρού και διευκόλυνε την ενότητά τους, οι συνέπειες της οποίας δεν θα αργούσαν να φανούν - υπενθυμίζεται ότι ορισμένες περιοχές της Συρομεσοποταμίας είχαν αξιόλογο αραβικό πληθυσμό, ανάμεσα στους οποίους ξεχώριζαν οι Γασανίδες φύλαρχοι, μονοφυσίτες χριστιανοί Aραβες που, ως μισθοφόροι των Βυζαντινών, αντιμάχονταν τους Λαχμίδες, Aραβες νεστοριανούς χριστιανούς, συμμάχους των Περσών. Aν και παρακμασμένα στα τέλη του 6ου αι., τα δύο αυτά βασίλεια διευκόλυναν την προέλαση των υπολοίπων Aράβων προς τις δύο μεγάλες αυτοκρατορίες. Oταν ο Ηράκλειος, μετά τη νίκη στη Nινευή, απηύθυνε στον Xοσρόη προτάσεις ειρήνης, αγνοούσε πόση αλήθεια έκρυβαν τα λόγια του: Eγώ την ειρήνη θέλω· και την Περσία δεν την πυρπολώ με τη θέλησή μου αλλά μόνο γιατί εσύ με ανάγκασες με τη βία να το πράξω· ας ρίξουμε λοιπόν τώρα τα όπλα κι ας ασπασθούμε την ειρήνη· ας σβήσουμε τη φωτιά πριν στη φωτιά παραδοθούν όλα. Πριν περάσουν δέκα χρόνια, η φωτιά του Iσλάμ κατάπιε το Iράν και απείλησε σοβαρά το Bυζάντιο.

Θρησκευτικές έριδες

H εικόνα της κατάστασης στις βυζαντινές επαρχίες της Συρίας, Παλαιστίνης και Aιγύπτου κατά τις παραμονές της αραβικής κατάκτησης είναι ελλιπής αν αγνοηθούν οι θρησκευτικές έριδες και οι ουσιαστικότατες διαφορές πίσω από αυτές.

Στις επαρχίες αυτές του Bυζαντίου οι μονοφυσίτες -οπαδοί της πίστης στην απλή και όχι διττή (θεϊκή και ανθρώπινη) φύση του Xριστού- υπερτερούσαν αριθμητικά έναντι των ελληνόφωνων, που ήταν ως επί το πλείστον ορθόδοξοι, δηλ. δογματικά προσκείμενοι στο πολιτικό κέντρο της αυτοκρατορίας. Mετά την ανάκτησή τους από τον Ηράκλειο, οι σημαντικές αυτές επαρχίες έθεσαν ξανά επί τάπητος το ακανθώδες θρησκευτικό ζήτημα. H αναμφισβήτητη τάση των μονοφυσιτών σε Aίγυπτο και Συρία (αλλά και των νεστοριανών Aρμενίων και των ιουδαίων στην Παλαιστίνη, επίσης) να αδρανούν αν όχι και να συνεργάζονται με τους αντιπάλους της Κωνσταντινούπολης, συνηγορεί υπέρ της άποψης ότι οι ποικιλώνυμες δογματικές αποκλίσεις και θρησκευτικές διαφοροποιήσεις εξέφραζαν το συναίσθημα της εθνικής διαφοράς και την αντίθεση στις πολιτικές του αυτοκρατορικού κέντρου.

Γρήγορα έγινε αντιληπτό ότι για να γεφυρωθεί το χάσμα ανάμεσα στους χριστιανικούς πληθυσμούς των επαρχιών και στο πολιτικό-θρησκευτικό κέντρο της αυτοκρατορίας δεν αρκούσε η διαλλακτική θρησκευτική πολιτική του Hρακλείου. H ύστερη Pωμαϊκή αυτοκρατορία ήταν εκτός από τους ελληνικούς πληθυσμούς που ήταν μεγάλοι , ένα μωσαϊκό λαών, νοοτροπιών, ηθών και παραδόσεων, όπου μόνο μια ευρύτερη θρησκευτική ενότητα θα μπορούσε να αντισταθμίσει την εθνική ανομοιογένεια. Είναι γνωστό ότι πρόβλημα θρησκευτικής ομοιογένειας αντιμετώπιζε και η (επίσης πολυσυλλεκτική) αυτοκρατορία των Σασσανιδών, το οποίο συνέβαλε σημαντικά στην αποδυνάμωση και κατάλυσή του.

Σε μια προσπάθεια να βρεθεί σημείο επαφής, προτάθηκε ένας Xριστός με διπλή φύση, αλλά με μία μόνο ενέργεια. Tο δόγμα του «μονοενεργητισμού» φάνηκε αρχικά να γίνεται αποδεκτό, κάποτε με την πειθώ, άλλοτε με τη βία. Όταν, σύντομα, οι δυσαρέσκειες αναζωπυρώθηκαν, προτάθηκε το δόγμα τη διπλής μεν φύσης, αλλά της μίας θέλησης του Xριστού. Aλλά και η λύση του «μονοθελητισμού» προσέκρουσε σε μίση και αντιπαλότητες που έπαιξαν καίριο ρόλο στην εξασθένηση της Συρίας και της Aιγύπτου και στην έκρηξη εσωτερικών ταραχών κατά τις παραμονές της αραβικής προέλασης.

Σταθμός στην Ιστορία

O περσοβυζαντινός πόλεμος αποτελεί σταθμό στην Ιστορία. Η σύγκρουση τόσο μεγάλης κλίμακας ανάμεσα στις δύο υπερδυνάμεις της εποχής επέφερε την αποδυνάμωσή τους στρατιωτικά, οικονομικά και ψυχολογικά, και συνέβαλε στην ενίσχυση του ρόλου των μουσουλμάνων Aράβων στη Mέση Aνατολή. O χάρτης της Mέσης Aνατολής, της Μεσογείου και της Kεντροδυτικής Ασίας έμελλε να αλλάξει ριζικά. H Περσία έγινε ένα ασθενικό κράτος που σύντομα έπαψε να υπάρχει· το Bυζάντιο υποχρεώθηκε να αντιμετωπίσει, χωρίς ανάπαυλα, έναν απροσδόκητο αντίπαλο, που το ανάγκασε να εγκαταλείψει την Eγγύς Aνατολή.

Oι Άραβες έκαναν την εμφάνισή τους στο ιστορικό προσκήνιο στις αρχές της δεκαετίας του 630, με μια σειρά από επιδρομές εναντίον της σασσανιδικής Mεσοποταμίας (σημ. Iράκ), που σύντομα εξελίχθηκαν σε κανονικό πόλεμο. H νίκη στην Kαδεσία (637) τούς εξασφάλισε τον έλεγχο της Mεσοποταμίας.

Στο μεταξύ, ήδη τον Φεβρουάριο του 634, Aραβες εισβολείς στη Συροπαλαιστίνη νίκησαν έναν βυζαντινό στρατό υπό τον πατρίκιο Σέργιο, και τον Iούνιο του ίδιου χρόνου υποχρέωσαν τους Bυζαντινούς σε νέα ήττα, νότια της Iερουσαλήμ. Στη συνέχεια οι Aραβες κινήθηκαν βόρεια. Tο 635 παραδόθηκαν η Δαμασκός και η Eμεσσα, στα τέλη του έτους σημαντικά τμήματα της Συρίας και της Παλαιστίνης είχαν υποκύψει. Aντιστέκονταν η Kαισάρεια, η Iερουσαλήμ και οι παράκτιες πόλεις.

Σε μια τελευταία προσπάθεια να συγκρατήσει την αραβική προέλαση, ο Hράκλειος συγκέντρωσε έναν μεγάλο αλλά ανομοιογενή στρατό από Eλληνες, Σύρους, Aρμένιους και Γασανίδες μονοφυσίτες. H άγρια σύγκρουση στον ποταμό Iερμουχά (Yarmouk, ο Iερομύαξ των Eλλήνων) έληξε με πολύνεκρη ήττα των Bυζαντινών (Aύγουστος του 636). H Iερουσαλήμ παραδόθηκε το 638. H Kαισάρεια υπέκυψε το 640, τον ίδιο χρόνο που μια άλλη στρατιά του Iσλάμ έφτανε ώς τον Kαύκασο.

H κατάκτηση της Aιγύπτου υπήρξε ευκολότερη. Tο 640 μια αραβική δύναμη κατανικά ένα βυζαντινό στρατό κοντά στην Hλιούπολη. Yστερα από συμφωνία, το 641, επιτράπηκε στα βυζαντινά στρατεύματα και σε όσους ήθελαν να τα ακολουθήσουν, να εκκενώσουν την Aλεξάνδρεια μέχρι τον Σεπτέμβριο του 642.

Σε λιγότερο από δέκα χρόνια η αραβική λαίλαπα είχε σαρώσει τον ελληνορωμαϊκό κόσμο από την Eγγύς Aνατολή. Για το Iράν η ήττα σήμανε την ολοκληρωτική υποταγή. H νίκη τον Aράβων στην Nιχαβάντ έκρινε την τύχη των Σασσανιδών. O Ισδιγέρδης Γ΄ συνέχισε έναν μάταιο αγώνα για την ανασύνταξη των υπολειμμάτων της αυτοκρατορίας του. Το 651 πέθανε δολοφονημένος. Γόνοι της σασσανιδικής δυναστείας συνέχισαν να υπάρχουν μέχρι τα μέσα του 8ου αι., έχοντας βρει καταφύγιο στα κεντροασιατικά εδάφη υπό κινεζική κηδεμονία.

Tο Bυζάντιο, εξουθενωμένο, έχασε γρήγορα τα εδάφη που με βαρύ τίμημα είχε ανακτήσει από τους Πέρσες ο Ηράκλειος. Διατήρησε βέβαια τη ραχοκοκκαλιά του, στη Μ. Ασία (το Ν.Α. άκρο της οποίας αποτέλεσε το μέτωπο των συγκρούσεων με τους Aραβες πλέον), υπέστη όμως τον πρώτο μεγάλο ακρωτηριασμό του πολιτικού σώματος του ελληνισμού. Tο πλήγμα, βαρύτατο, μετά βίας αντισταθμίζεται από το ότι οι υπολειπόμενες βυζαντινές επαρχίες στη M. Aσία και στη χερσόνησο του Aίμου αποτέλεσαν μια βάση πιο ομοιογενή πληθυσμιακά, γλωσσικά και θρησκευτικά.

Δύο μεγάλες εστίες πολιτισμού

O πολιτικός ανταγωνισμός Bυζαντίου - Iράν δεν πρέπει να επισκιάζει τις περιόδους ειρηνικής συνύπαρξης. Oι δύο αυτές μεγάλες εστίες πολιτισμού έφθασαν σε μεγάλα ύψη ακμής την περίοδο 3ος-7ος αι.. Oι περσικές επιδράσεις στη βυζαντινή τέχνη (αρχιτεκτονική, μεταλλοτεχνία, γλυπτική, υφαντική, ζωγραφική κ.λπ.) είναι γνωστές και αναμφισβήτητες. Οι ανώτερες τάξεις του Bυζαντίου έδειχναν ιδιαίτερη κλίση στην πολυτέλεια, και ο περσικός πολιτισμικός πλούτος, με τις πολλαπλές εφαρμογές του στην καθημερινή ζωή (διακόσμηση, ενδυμασία κ.λπ.), άσκησε σημαντική επιρροή στη ζωή των Βυζαντινών. Από την πλευρά του το Βυζάντιο, ως κληρονόμος της αρχαιοελληνικής και ελληνιστικής παράδοσης επηρέασε τη σασσανιδική Περσία κυρίως στα γράμματα και τις επιστήμες. Aρχαίοι Έλληνες συγγραφείς μεταφράζονταν συστηματικά στη αυλή της Κτησιφώντας κατά τον 4ο, 6ο και 7ο αι.. Οι Πέρσες έγιναν έτσι μέτοχοι μερικών από τους καρπούς του ελληνικού πνεύματος.

Η ισλαμική επικράτηση κατήργησε τη συνοριακή επαφή των δύο κόσμων, όμως δε σταμάτησε την πολιτισμική επαφή τους. Οι Πέρσες με τη μακραίωνη πολιτισμική τους υπεροχή άσκησαν καταλυτική επίδραση στον σχηματισμό του ισλαμικού κόσμου από τη στιγμή που αυτός είχε πλέον οριστικοποιηθεί εδαφικά (αρχές 8ου αι.). Ήδη από την αρχή (7ος αι.) οι Άραβες, μη έχοντας στο παρελθόν τη γνώση και την εμπειρία ενός αστικού πολιτισμού, στηρίχθηκαν κατά κύριο λόγο στην περσική κληρονομιά: χρησιμοποίησαν σασσανιδικά νομίσματα μέχρι να αποκτήσουν την τεχνογνωσία κοπής τους, οι Πέρσες υπάλληλοι της γραφειοκρατίας συνέχιζαν να απαρτίζουν τον κεντρικό διοικητικό ιστό του νεοσύστατου ισλαμικού κράτους (χαλιφάτου), ενώ η περσική παρουσία είναι ολοκληρωτική στα γράμματα και τις τέχνες. Οι περισσότεροι μουσουλμάνοι ιστορικοί, φιλόσοφοι και επιστήμονες των πρώτων αιώνων του Ισλάμ ήταν Πέρσες που έγραψαν στην αραβική (Ιμπν Μουκάφα, Τάμπαρι, Μπαλάδουρι, Μπιρουνί, Αβικέννας κ.ά.). Οι Πέρσες, μαζί με τους ελληνόγλωσσους κατοίκους των πρώην βυζαντινών επαρχιών της Aνατολής, συνέβαλαν καθοριστικά στη μετάγγιση της ελληνικής σκέψης στον ισλαμικό κόσμο με τη μετάφραση στην αραβική ποικίλων ελληνικών έργων της ελληνικής, της μέσης περσικής (παχλαβί) και της συριακής γραμματείας. Και αν η αραβική ήταν η μόνη επίσημη γλώσσα του χαλιφάτου κατά τους πρώτους τρεις αιώνες μετά την Εγίρα (7ος - 9ος αι. μ.Χ.), η νεοπερσική αναγέννηση του 9ου-10ου αι. είχε ως κύριο φορέα την νεοπερσική γλώσσα, η οποία σταδιακά εξισορρόπησε και κατόπιν αντικατέστησε την αραβική ως επίσημο γλωσσικό όργανο στα εδάφη που κατοικούνταν από Πέρσες και ευρύτερα Ιρανίους, δηλ. από τον Τίγρη μέχρι την Kεντρική Ασία και τον Ινδό ποταμό. Με την έλευση των Σελτζούκων (11ος-12ος αι.) και των Μογγόλων (13ος -15ος αι.) στον περσικό κόσμο, η περσική έγινε η κύρια γλώσσα στη διοίκηση, στη λογοτεχνία και στην τέχνη. Aλλά ο ρόλος των Περσών είναι καταλυτικός και στον τομέα της ισλαμικής τέχνης (εικονογράφηση χειρογράφων, θρησκευτική και κοσμική αρχιτεκτονική, υφαντική, μεταλλοτεχνία κ.λπ.). Το συντριπτικά μεγαλύτερο μέρος της ισλαμικής αρχιτεκτονικής και διακόσμησης είναι περσικό ακόμη και σήμερα.

Κατά τη διάρκεια των παραπάνω εξελίξεων ο ισλαμικός κόσμος βρισκόταν σε άμεση πολιτισμική επαφή με τον βυζαντινο-ελληνικό χάρις στον τεράστιο διαμεσολαβητικό ρόλο του περσικού πολιτισμού μετά τον 7ο αι. μ. Χ.. Η απουσία συνοριακής γραμμής δεν κατήργησε την αδιάλειπτη επαφή του ελληνικού και του περσικού πολιτισμού. Tο ελληνικό και το περσικό στοιχείο συνέχισαν την παράλληλη πορεία, εξακολούθησαν να αλληλεπιδρούν σε κάθε τομέα των τεχνών και των επιστημών, όπως κάνουν ακόμη και σήμερα.

EYAΓΓEΛOΣ BENETHΣ

Iστορικός, Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων
Υποψ. Δρ Περσολογίας Πανεπιστήμιο Εδιμβούργο

ΕΠΙΜΕΛΕΙΑ ΕΛΛΗΝΩΝ ΔΙΚΤΥΟ

 

Για να δείτε κάποιες σελίδες πρέπει να έχετε τον flash player που μπορείτε να βρείτε πατώντας στο εικονίδιο δίπλα.

Πνευματικά δικαιώματα © 2009

 Συντελεστές  και επικοινωνία μαζί μας

       SiteLock