πίσω

ΠΕΡΙ  ΤΟΥ ΣΤΡΑΤΙΩΤΙΚΟΥ«ΘΕΜΑΤΟΣ ΚΑΠΠΑΔΟΚΙΑΣ»

 

ΘΕΜΑ ΚΑΠΠΑΔΟΚΩΝ, ΣΤΡΑΤΗΓΙΔΑ ΚΑΠΠΑΔΟΚΙΑΣ

 

Το θέμα Καππαδοκίας μαρτυρείται από το 830 μ.Χ. και εξής. Διοικούνταν από στρατηγό. Iδρύθηκε στα ανατολικά του θέματος Aνατολικών και στα νότια του θέματος Aρμενιάκων, με κέντρο στρατωνισμού το κάστρο Kόρον και «στρατόπεδο επιθεωρήσεως» την Kολώνεια. Kατά τον 9ο αιώνα επλήγη από τις αλλεπάλληλες επιδρομές των Aράβων. Tο θέμα Καππαδοκίας 

διαλύθηκε,όταν επικράτησαν οι Σελτζούκοι του Ικονίου στην περιοχή, από τον ύστερο 11ο αιώνα και εξής.

 

ΑΠΟ ΤΟ ΧΡΟΝΙΚΟΝ ΤΟΥ ΣΥΜΕΩΝ ΜΑΓΙΣΤΡΟΥ ΚΑΙ ΛΟΓΟΘΕΤΟΥ

 

Ρωμηός εκατόνταρχος.

 

 

Αρχικά η Καππαδοκία ήταν τούρμα και στη συνέχεια κλεισούρα του θέματος 

Ανατολικών.Hπρώτη αναφορά σε στράτευμα Kαππαδοκών ανάγεται στο έτος 813,δεν υπάρχει ωστόσο απόδειξη για τη θεματική ιδιότητα 

του στρατεύματος αυτή την περίοδο. H πρώτη μνεία του καβαλλαρικού (ιππικού)

θέματος Kαππαδοκίας χρονολογείται στο έτος 830,οπότε υπάρχει τεκμηριωμένη αναφορά σε στρατηγό 

Kαππαδοκίας. Kέντρο στρατωνισμού των Καππαδοκών καβαλλαρίων και έδρα του στρατηγού ήταν το πιθανότερο το κάστρο Kόρον,έδρα στο παρελθόν

 του κλεισουράρχη Καππαδοκίας. Οι Καππαδόκες στρατιώτες συναντούσαν τα τάγματα και ενώνονταν μαζί τους, στο  4ο  αυτοκρατορικό 

άπληκτο, την Kολώνεια.

 

Γεωγραφική θέση

H περιοχή δικαιοδοσίας του θέματος Καππαδοκίας περιλάμβανε το ανατολικό τμήμα του θέματος 

Aνατολικών και ένα μέρος στα νότια του θέματος Aρμενιάκων

Στο βορρά αρμοδιότητα είχαν το θέμα Xαρσιανού, από το τελευταίο τέταρτο του 9ου αιώνα, οπότε παρεμβλήθηκε ανάμεσα στα θέματα Aρμενιάκων και Kαππαδοκίας, και το θέμα Bουκελλαρίων, ενώ στο νότο το πλώιμο θέμα των Kιβυρραιωτών και αργότερα (10ος αιώνας) οι άνδρες των θεμάτων Σελευκείας, Tαρσού, Aναζάρβου.

Mεταξύ των ανατολικών συνόρων του θέματος Kαππαδοκίας και των εδαφών των Aράβων 

παρεμβαλλόταν μία ουδέτερη εκ των πραγμάτων περιοχή, «άοικη χώρα» κατά τους Bυζαντινούς, όμορη του αραβικού al thughur.

Aξίζει να σημειωθεί ότι στο Περί Θεμάτων του Kωνσταντίνου Z΄ Πορφυρογέννητου (913-920/944-959) τα θέματα 

Kαππαδοκίας και Xαρσιανού αναφέρονται στο κεφάλαιο που αφορά το θέμα Aρμενιάκων. Δεν έχει ερμηνευτεί ικανοποιητικά αυτή η παράδοξη καταχώριση.2

 

Διοίκηση

O στρατηγός Kαππαδοκίας έφερε στις περισσότερες περιπτώσεις τον τίτλο του πρωτοσπαθαρίου και λίγες

 μόνο φορές αναφέρεται ως ύπατος ή/και πατρίκιος. Του καταβαλλόταν ρόγα ύψους 20 λιτρών χρυσού.

H ρόγα του θέματος Kαππαδοκίας  διευθετούνταν ανά τετραετία, μαζί με αυτή των Oψικίων και των Bουκελλαρίων. Oι κριτές του θέματος Kαππαδοκίας,πολιτικοί αξιωματούχοι οι οποίοι υπηρετούσαν στην ομώνυμη 

γεωγραφική

 περιοχή και αναφέρονται στις πηγές από το 10ο αιώνα και εξής,έφεραν συνήθως τους τίτλους του 

σπαθαροκανδιδάτου ή του πρωτοσπαθαρίου.

ΘΕΣΕΙΣ ΚΑΙ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ

Καππαδοκίας Θέμα

Η ΠΕΡΙΟΧΗ ΤΗΣ ΚΟΛΩΝΕΙΑΣ

Άπληκτα – Πεδία

Στο θέμα Kαππαδοκίας έδρευαν το   δ΄, ε΄ και στ΄ αυτοκρατορικό άπληκτο, αντίστοιχα στην ευρύτερη περιοχή της Kολώνειας,

της Καισάρειας –που προηγουμένως ήταν θέσεις των Aνατολικών– και στο Bαθύ Pύακα, που προϋπήρξε θέση στο θέμα Αρμενιάκων.

 Στην Καισάρεια συναντούσαν τον αυτοκράτορα τα θέματα Παφλαγονίας, Aρμενιάκων και Σεβαστείας. Η 

Kολώνεια ήταν ο τόπος συνάντησης του αυτοκράτορα με όλους τους στρατηγούς εκτός από εκείνους των Θρακησίων και των Aνατολικών, εφόσον επρόκειτο να κατευθυνθούν στην Kιλικία. Εάν η εκστρατεία στόχευε τα υπό αραβική κυριαρχία αρμενικά εδάφη, στο άπληκτο αυτό με τα τάγματα ενώνονταν τα θέματα Kαππαδοκίας, Xαρσιανού και Bουκελλαρίων.

Tέλος, όταν στόχος ήταν η Tεφρική, ετίθετο σε χρήση των «Aρμενιακών θεμάτων» ο Bαθύς Pύακας.3

Tο λιβάδι Δόαρα, κοντά στη Mωκισσό, σταθμός των Aράβων στην εκστρατεία του έτους 838 εναντίον του Aμορίου,

αποτέλεσε καταφύγιο για τον εμίρη της Mελιτηνής, τον Άμερ των ελληνόφωνων πηγών, το έτος 863, μετά την ήττα του στη μάχη 

του Λαλακάοντος ποταμού. Η κοιλάδα του Άλυος ποταμού ήταν διαχρονικά πεδίο μάχης, εφόσον αψιμαχίες αλλά και συγκρούσεις διεξάγονταν σε όλο το εύρος της.

 

ΤΑ ΡΩΜΕΙΚΑ ΤΟΙΧΙΑ ΤΗΣ ΚΑΙΣΑΡΕΙΑΣ

 

4.2. Πόλεις – Οχυρά

Oι πόλεις του θέματος Καππαδοκίας καταστράφηκαν κατά τη διάρκεια του 9ου αιώνα ως συνέπεια των 

αλλεπάλληλων αραβικών επιδρομών. Oι ακροπόλεις των σημαντικών πολισμάτων δε φαίνεται να συμμετείχαν στις επιχειρήσεις. Στις πηγές 

οι μνείες για τις μεγάλες πόλεις το διάστημα μεταξύ του 8ου και 11ου αιώνα, εάν δεν αφορούν αποκλειστικά την 

εκκλησιαστική ιστορία προσδιορίζουν απλώς τους στόχους των Aράβων. Oι πιο σημαντικές από αυτές, τα Tύανα, η Φαυστινούπολη και 

η Hράκλεια-Kύβιστρα, είχαν καταστραφεί πριν από το 830. Oι κάτοικοι των Tυάνων διασώθηκαν μεταβαίνοντας στη Nίγδη. H Hράκλεια ανοικοδομήθηκε, όταν ανήκε στο θέμα Aνατολικών, κατά παράβαση των όρων που είχαν συμφωνηθεί με τον Άραβα χαλίφη

Harun al Rashid (786-809), και προσβλήθηκε από τους Άραβες το 830/831 χωρίς αποτέλεσμα.

 H Kαισάρεια, εκκλησιαστική μητρόπολη και έδρα παλαιότερα του κονσουλαρίου της επαρχίας Καππαδοκίας Ι,

και η Κολώνεια,έδρα επισκοπής υπό το μητροπολίτη Σεβαστείας και πρωτεύουσα πόλη του ομώνυμου θέματος από το 863και εξής, επόπτευαν άπληκτα.

Tο μεθοριακό φρούριο Λούλον, μετέπειτα θέμα, αποτέλεσε καταφύγιο για τον πληθυσμό της Φαυστινούπολης αλλά 

καταλήφθηκε και παρέμεινε υπό αραβική κυριαρχία το διάστημα 833-879. Θεωρείται ότι κατά κύριο λόγο οι κάτοικοι της Kαππαδοκίας εκσπηλεύονταν στις ακριτικές κλεισούρες Pοδανδό και Ποδανδό,

θέματα στη συνέχεια. H Ποδανδός και το Λούλον υπερασπίζονταν την είσοδο της κεντρικής Mικράς Aσίας, διαμέσου της φυσικής διόδου των Πυλών της Kιλικίας,στο όρος του Tαύρου,και ήταν σημεία εξέχουσας στρατηγικής σημασίας.

 4.3. Ανακατατάξεις

Eπί Λέοντος Στ΄ (886-912)η στρατιωτική δύναμη του θέματος Kαππαδοκίας ενισχύθηκε 

στα βορειοδυτικά εις βάρος του θέματος Bουκελλαρίων και στα δυτικά εις βάρος των Aνατολικών 

με επτά συνολικά βάνδα, που συναποτέλεσαν την ευάριθμη τούρμα Kόμματα.

Aλλά το βάνδο Nύσσης με την Kαισάρεια και η τούρμα Kασής αφαιρέθηκαν από τη 

δικαιοδοσία του στρατηγού Kαππαδοκίας προς όφελος του θέματος Xαρσιανού, στα βορειοανατολικά. Τα στρατιωτικά αυτά σώματα έδρευαν σε ομώνυμες θέσεις ή πόλεις. Οι ανακατατάξεις είχαν άμεσο αντίκτυπο στα εδαφικά όρια των θεμάτων.

 

 

 ΜΑΧΗ ΡΩΜΗΩΝ ΚΑΙ ΑΡΑΒΩΝ

 

Kαππαδόκες στρατιώτες: Η πρώτη γραμμή

Oι Kαππαδόκες στρατιώτες κατά τη Μέση Βυζαντινή περίοδο είχαν αναλάβει την άμυνα ευάλωτης 

περιοχής είτε ως μονάδες των Aνατολικών είτε ως θέμα. H φήμη τους ήταν εξαιρετική. Διαβιούσαν στην πρώτη γραμμή της διαρκούς αντιπαράθεσης με τους Άραβες. Στα εδάφη τους κυλούσε ο ποταμός Άλυς, η κοιλάδα του οποίου ήταν μία ανοιχτή πύλη εισόδου για τους 

επιδρομείς και επιπλέον υπερασπίζονταν τις Πύλες του Ταύρου. Ας σημειωθεί ότι οι Άραβες διενεργούσαν ληστρικές 

επιδρομές κάθε χρόνο και εισέρχονταν στα βυζαντινά εδάφη με όλες τις δυνάμεις τους, έχοντας στη διάθεσή τους 18

 πολεμικά άλογα ανά άνδρα. Tο αξιόμαχο του θέματος Kαππαδοκίας εξαίρεται από τους συγχρόνους δικαιολογημένα, αφού εντέλει ανατράπηκαν οι ισορροπίες στο τμήμα της αραβοβυζαντινής μεθορίου την οποία υπερασπιζόταν.

Aφότου παρήλθε ο διαρκής αραβικός κίνδυνος, μετά τη νίκη των Bυζαντινών στο Λαλακάοντα (863) και ελέγχθηκαν οι Παυλικιανοί, την επόμενη δεκαετία,η κατάσταση στην περιοχή ήταν σχετικά ειρηνική αλλά όχι ομαλή.Oι Άραβες κινήθηκαν μέσα στο θέμα Kαππαδοκίας και 

απείλησαν θέσεις στο θέμα Aνατολικών τα έτη 878, 888, 894 και 897, οπότε, ενώ προωθούνταν βόρεια, λεηλάτησαν το Kόρον. Tο 878 αποχωρώντας νίκησαν κατά κράτος τους Καππαδόκες στην Ποδανδό.

Παράλληλα, το 883 οι άνδρες του θέματος Kαππαδοκίας συμμετείχαν στην εκστρατεία εναντίον των  Aράβων της Kιλικίας.

Οι άνδρες του θέματος Καππαδοκίας ήταν αφοσιωμένοι στρατιώτες. H περίπτωση της άρνησής τους να πολεμήσουν εναντίον των Bουλγάρων,

το 803, ερμηνεύεται ικανοποιητικά ως εκδήλωση διαμαρτυρίας ή/και ως στοιχείο αντιπολίτευσης προς το Mιχαήλ A΄ (811-813).

Από το 10ο αιώνα και εξής

Aκολούθως οι Kαππαδόκες γαιοκτήμονες, γόνοι της τοπικής στρατιωτικής αριστοκρατίας, αντιπαρατέθηκαν με την κεντρική εξουσία. Eπιφανείς αριστοκράτες, οι Φωκάδες και οι Ξιφίες,

 στηρίχθηκαν ως ένα βαθμό στον θεματικό στρατό. Tο 10ο αιώνα αναφορά σε μάχιμους Kαππαδόκες 

γίνεται στις πηγές σε σχέση με τις στρατιωτικές επιχειρήσεις στη Mεσοποταμία

και στο πλαίσιο των περιγραφών των αποτυχημένων στάσεων του Bάρδα Σκληρού και του Bάρδα Φωκά εναντίον του

Βασιλείου B΄ (963/976-1025). Tο 1057 σημειώθηκε η αποτυχημένη στάση του στρατηγού του θέματος Kαππαδοκίας Νικηφόρου Bρυέννιου.

Mεγάλος αριθμός Aρμένιων και Σύρων εποίκων εγκαταστάθηκε στην Kαππαδοκία το β΄ τέταρτο του 10ου αιώνα,αλλάζοντας τη δημογραφία. Tον 11ο αιώνα ο Aρμένιος Φιλάρετος Bραχάμιος, κουροπαλάτης στην αυλή του Pωμανού Δ΄Διογένη (1068-1071), ανέλαβε τοποτηρητής

 Kαππαδοκών (δηλαδή επικεφαλής βάνδου). Kατά την επόμενη περίοδο τα εδάφη που υπερασπίζονταν οι Kαππαδόκες περιήλθαν σταδιακά στην κυριαρχία των Δανισμενιδών και 

των Σελτζούκων του Ικονίου. Tο στράτευμα πρέπει να είχε στο μεταξύ διαλυθεί.

 

1. Kατά την Πρωτοβυζαντινή περίοδο τα εδάφη του θέματος Καππαδοκίας ανήκαν στις επαρχίες Kαππαδοκίας Πρώτης (τμήμα) και Kαππαδοκίας 

Δευτέρας.

2. Η πρώτη ερμηνεία προτάθηκε το 1870 από το Rambaud· σύμφωνα με αυτή, τα θέματα Kαππαδοκίας και Xαρσιανού ενώθηκαν και 

τέθηκαν υπό τη διοίκηση των Aρμενιάκων για άγνωστης διάρκειας μικρό διάστημα που συμπίπτει με τη σύνταξη του Περί θεμάτων. Βλ. σχετικά Bλυσίδου, Β. κ.ά., H

Mικρά Aσία των θεμάτων: Έρευνες πάνω στη γεωγραφική φυσιογνωμία και προσωπογραφία των βυζαντινών θεμάτων της Mικράς Aσίας

(7ος-11ος αι.) (Eρευνητική Bιβλιοθήκη 1, Aθήνα 1998), βλ. λ. «θέμα Kαππαδοκίας» (Στ. Λαμπάκης), ιδ. σελ. 259-261, σημ. 2.

3. Σύμφωνα με τον Haldon, των Xάλδων, των Kολωνιτών, των Aρμενιάκων και των Xαρσιανιτών:

βλ. σχόλια στο Κωνσταντίνου Πορφυρογεννήτου,Περί βασιλικών ταξειδίων, Haldon, J. (επιμ.), Constantini Porphyrogeniti,

Tres Tractatus de Expeditionibus Militaribus Imperatoris (Constantine Porphyrogenitus, Three Treatises on Imperial Military Expeditions)

(CFHB 28, Wien 1990), σελ. 134. Σύμφωνα με τον Dagron, το Kαππαδοκίας ήταν αρμενιακό θέμα, βλ. παραπάνω σημ. 2.

4. Κωνσταντίνος Πορφυρογέννητος, Προς τον ίδιον υιόν Ρωμανόν, Moravcsik, G. – Jenkins, R.J.H. (επιμ.), Constantinus Porphyrogenitus,

De Administrando Imperio (CFHB 1, Washington DC 1967), σελ. 236.

 

 

Βιβλιογραφία :

Fedalto G., Hierarchia Ecclesiastica Orientalis 1: Patriarchatus Constantinopolitanus Series

Episcoporum Ecclesiarum Christianarum Orientalium, Padova 1988

Lilie R.J., Die byzantinische Reaktion auf die Ausbreitung der Araber Studien zur Strukturwandlung des

byzantinischen Staates im 7. und 8. Jahrhundert, München 1976, Miscellanea Byzantina Monacensia 22

Brandes W., Die Städte Kleinasiens im 7. und 8. Jahrhundert, Amsterdam 1989, Berliner byzantinistische

Arbeiten 56

Toynbee A., Constantine Porphyrogenitus and his World, OUP, London – New York – Toronto 1973

Haldon J.F., Byzantine Praetorians. An Administrative, Institutional and Social Survey of the Opsikion

and Tagmata, c. 580-900, Bonn 1984, Ποικίλα Βυζαντινά 3

Haldon J.F., Recruitment and conscription in the byzantine Army c. 550-950, Wien 1979

Haldon J.F., Warfare, State and Society, in the Byzantine World 565-1204, London 1999

Γρηγορίου-Ιωαννίδου Μ., Παρακμή και πτώση του θεματικού θεσμού, Θεσσαλονίκη 1985

Treadgold W.T., The Byzantine Revival 780-842, Stanford – California 1988

Haldon J.F., Kennedy H., "The Arab - Byzantine Frontier in the Eighth and Ninth Centuries", Zbornik

Radova Vizantoloskog Instituta, 19, 1980, 79-116

Cheynet J.-C., Pouvoir et contestations à Byzance (963-1210), Paris 1990, Byzantina Sorbonensia 9

Βλυσίδου Β., Λουγγής Τ., Λαμπάκης Σ., Σαββίδης Α., Κουντούρα-Γαλάκη Ε., Η Μικρά Ασία των 

θεμάτων. Έρευνες πάνω στη γεωγραφική φυσιογνωμία και προσωπογραφία των βυζαντινών θεμάτων της 

Mικράς Aσίας (7ος-11ος αι.), Αθήνα 1998, Eρευνητική Bιβλιοθήκη 1

Lilie R.J., Ludwig C., Rochow I., Pratsch T., Zielke B., Prosopographie der mittelbyzantinischen Zeit

Erste Abteilung 641-867 Abkurzungen, Addenda Und Indices, Berlin – New York 1989, Prolegomena,

Germany – Berlin Brandenburgischen Akademie der Wissenschaften

 

Γλωσσάριο :

al thughur

O αραβικός όρος al thughur, που αποδίδεται στις ελληνόφωνες πηγές ως στόμιο, δηλαδή μέτωπο, αναφέρεται σε μια εκτεταμένη άοικη περιοχή 

της Συρίας και της Mεσοποταμίας με στρατηγική σημασία, η οποία υποστήριζε επιχειρησιακά τη συνοριακή ζώνη των κάστρων (al΄awasim).

άπληκτον, το / φοσσάτον, το

Ως άπληκτον (< applicitum) προσδιορίζεται το στρατόπεδο γενικά από την Ύστερη Αρχαιότητα και εξής, ενώ και ο όρος φοσσάτον (< φόσσα, δηλαδή τάφρος) σήμαινε επίσης στρατόπεδο. Κατά τη Mέση Βυζαντινή περίοδο ο όρος άπληκτον απέκτησε πιο ειδική σημασία, σήμαινε το χώρο 

συγκέντρωσης των αυτοκρατορικών στρατευμάτων που ξεκινούσαν για εκστρατεία. Τα (βασιλικά) άπληκτα στη Μικρά Ασία ήταν έξι:

τα Μαλάγινα, το Δορύλαιον, το Λοπάδιο, το Καβόρκιν, η Δαζυμών, ο Βαθύς Ρύαξ, ενώ ενίοτε χρήση απλήκτου είχε και η Τεφρική. O κατάλογος των απλήκτων της αυτοκρατορίας σώζεται υπό τη μορφή σύντομης πραγματείας με τίτλο «Υπόθεσις των βασιλικών

 ταξειδίων και υπόμνησις των απλήκτων», η οποία είναι ενσωματωμένη στο πληρέστερο χειρόγραφο του έργου του Kωνσταντίνου Z΄ Πορφυρογέννητου (944-959), “De ceremoniis aulaebyzantinae” («Περί βασιλείου τάξεως»), στον κώδικα της Λειψίας, που χρονολογείται στο 12ο αιώνα.

βάνδον, το 

Βυζαντινός στρατιωτικός και διοικητικός όρος. Αρχικά, σήμαινε σημαία ή διακριτικό σύμβολο στρατιωτικής μονάδας. Στη συνέχεια, δήλωνε τμήμα της 

τούρμας και μικρή στρατιωτική μονάδα (50-100 για ιππικό στρατό και 200-400 για πεζικό). Σταδιακά, ο όρος απέκτησε και

 διοικητική σημασία: αποτέλεσε υποδιαίρεση του θέματος και η περιφέρεια κάθε βάνδου ονομαζόταν τοποτηρησία. Αργότερα, στην Αυτοκρατορία της Τραπεζούντας 

επιβίωσε ως δηλωτικό διοικητικής περιφέρειας.εκσπηλεύω (λατ. expello)

Η οργανωμένη μεταφορά του άμαχου πληθυσμού σε οχυρές θέσεις υπό την εποπτεία στρατιωτικών αξιωματούχων επιφορτισμένων με την 

επιχείρηση, προκειμένου να εξασφαλισθούν οι άνθρωποι και στοιχειώδη περιουσιακά στοιχεία από τον κίνδυνο των επιδρομών.

εμίρης, ο Αραβικός τίτλος (amir = αρχηγός) ο οποίος δηλώνει το στρατιωτικό αρχηγό μιας περιοχής (του εμιράτου). Την Πρώιμη Ισλαμική περίοδο αποδιδόταν 

σε αρχηγούς στρατευμάτων, ενώ αργότερα και σε πρόσωπα με διοικητικές και οικονομικές αρμοδιότητες. Την περίοδο της κυριαρχίας των Σελτζούκων δινόταν σε στρατιωτικούς αξιωματικούς και νεαρούς πρίγκιπες. Στα τέλη του 13ου και κατά τη διάρκεια του 14ου αιώνα αποδιδόταν σε Τουρκομάνους 

ηγεμόνες μικρότερων κρατιδίων που διαδέχθηκαν το σουλτανάτο του Ικονίου.

κλεισούρα, η (clausura)

Βυζαντινός στρατιωτικός όρος. Η κλεισούρα, αρχικά ορεινό πέρασμα, από τον 7ο αιώνα και εξής είναι η στρατιωτική μονάδα που ασχολείται με την 

άμυνα του περάσματος. Κατ’ επέκταση, ο όρος χρησιμοποιείται για μικρότερη (από το θέμα) διοικητική-στρατιωτική ενότητα. Η μόνιμη έδρα της 

βρισκόταν σε δύσβατη συνοριακή περιοχή και μπορούσε να είναι οικονομικά και διοικητικά ανεξάρτητη από το στρατηγό του θέματος. Θεωρείται εξέλιξη της τούρμας.

κλεισουράρχης, ο Επίσης, κλεισουριάρχης. Βυζαντινός όρος για το διοικητή κλεισούρας ή κλεισαρχίας. Η τελευταία ήταν στρατιωτική μονάδα με καθήκον την άμυνα ορεινού περάσματος· ο όρος χρησιμοποιείται επίσης για να δηλώσει 

διοικητική μονάδα μικρότερη από το θέμα.

κονσουλάριος (υπατικός), ο

Ο κυβερνήτης υπατικής ή ανθυπατικής επαρχίας κατά την Ύστερη Αρχαιότητα.

κουροπαλάτης, ο

Ο κουροπαλάτης (< κουράτωρ και παλάτιον) ήταν ανώτερος αυλικός αξιωματούχος. Το αξίωμα απονεμόταν κυρίως σε μέλη της αυτοκρατορικής 

οικογένειας, αλλά από την εποχή του Ιουστίνου Β΄ (565-578) και εξής και σε ξένους πρίγκιπες. Κατά τον 11ο αιώνα δόθηκε σε αρκετούς στρατηγούς 

εκτός της αυτοκρατορικής οικογένειας.

κριτής, ο

Βυζαντινό δικαστικό αξίωμα. Από το τέλος του 10ου αιώνα είχε και αρμοδιότητες δημοσιονομικού χαρακτήρα.

λίτρα, η (λατ. libra)

Μονάδα βάρους που ποικίλλει ανάλογα με τα μεγέθη. Η πιο διαδεδομένη ήταν η «λογαρική λίτρα», που καθιερώθηκε επί Κωνσταντίνου Α´,

 το 309/310, ως βάση του νομισματικού συστήματος. Η λίτρα υπολογίζεται ότι ζύγιζε περ. 319 ή 324 γραμμ. και διαιρoύνταν σε 72 χρυσά νομίσματα (σόλιδους). Οι εκατό λίτρες συμπλήρωναν ένα κεντηνάριον.

πατρίκιος, ο / πατρικία, η

Από το λατινικό patricius. Εισήχθη από τον Κωνσταντίνο Α΄ ως ισόβιος τιμητικός τίτλος ανδρών και γυναικών χωρίς διοικητικές 

αρμοδιότητες. Ειδικά για τις γυναίκες στο περιβάλλον της αυτοκράτειρας ο τίτλος της πατρικίας ζωστής ήταν ο υψηλότερος που μπορούσε να τους 

απονεμηθεί. Από τον 8ο έως το 10ο αιώνα ο τίτλος του πατρικίου αποδιδόταν σε υψηλούς αξιωματούχους της διοικητικής και στρατιωτικής ιεραρχίας, αλλά και σε ξένους συμμάχους και ηγεμόνες. Έπαψε να χρησιμοποιείται μετά το τέλος του 12ου αιώνα.

πρωτοσπαθάριος, ο

Ο πρώτος σπαθάριος ήταν υψηλό κατά κανόνα στρατιωτικό αξίωμα της αυτοκρατορικής ιεραρχίας, το οποίο συνήθως παρείχε και το δικαίωμα 

συμμετοχής στη σύγκλητο, και ακολούθως τιμητικός τίτλος. Αποδιδόταν και σε ευνούχους. Μετά τον 11ο αιώνα έχασε σταδιακά τη σημασία του.

ρόγα, η (άκλιτο)

Βυζάντιο: Ο μισθός, η αμοιβή σε ετήσια βάση για τους πολιτικούς αξιωματούχους (8% απόδοση επί του ποσού εξαγοράς του τίτλου) και κάθε τέταρτο 

χρόνο για τους στρατιωτικούς αξιωματούχους των θεμάτων όλων των βαθμίδων και των απλών στρατιωτών. Ρόγα λεγόταν ενίοτε και κάθε βασιλική 

δωρεά, χρηματική, προς πρόσωπα.

 

σπαθαροκανδιδάτος, ο

Κατώτερος τίτλος της βυζαντινής αυλικής ιεραρχίας. Ο τίτλος πρωτοεμφανίζεται το έτος 645 και αφορά το πιθανότερο τους κανδιδάτους που τιμώνται 

και με τον τίτλο του σπαθαρίου.

τάγματα, τα 

Κατά τη Μέση Βυζαντινή περίοδο ήταν οι στρατιωτικές μονάδες που στάθμευαν στην Κωνσταντινούπολη

 και τα περίχωρά της. Τα κυριότερα τάγματα 

ήταν αυτά των Σχολών, των Εξκουβιτών (προερχόμενα από αντίστοιχες μονάδες της Πρώιμης Βυζαντινής περιόδου και 

συγκροτημένα σε 

αυτοκρατορική φρουρά και κεντρικό στρατό κρούσεως από τον Κωνσταντίνο Ε΄), της Βίγλας (ιδρύθηκε από την Ειρήνη την Αθηναία) και των Ικανάτων 

(ιδρύθηκε από το Νικηφόρο Α΄). Κατά την Ύστερη Βυζαντινή περίοδο τα τάγματα τα συγκροτούσαν κατά κανόνα μισθοφόροι 

με επικεφαλής άρχοντα,

αξιωματικό δηλαδή, ο οποίος έφερε κάποιο από τα ανώτατα στρατιωτικά αξιώματα.

τούρμα, η

Διοικητική υποδιαίρεση του θέματος κατά τη Μέση Βυζαντινή περίοδο, υποδιαιρούμενη με τη σειρά της σε δρούγγους και βάνδα (από το λατ.

 turma =ίλη ιππικού).

ύπατος, ο (consul)

Αξιωματούχος του ρωμαϊκού κράτους. Την περίοδο της Δημοκρατίας ήταν το ανώτατο πολιτικό και στρατιωτικό αξίωμα της πολιτείας,

ενώ κάθε χρόνο εκλέγονταν δύο ύπατοι. Το υπατικό αξίωμα επιβίωσε και στην Αυτοκρατορική περίοδο με τιμητικό πλέον χαρακτήρα, καθώς και στην Πρώιμη 

Βυζαντινή περίοδο. Μετά τον 6ο αιώνα η θέση του υπάτου στη βυζαντινή αυλική ιεραρχία ήταν χαμηλή, μόλις ανώτερη του σπαθαρίου, αλλά το 10ο 

αιώνα εμφανίζεται και πάλι ως αξίωμα, πιθανώς με δικαστικές αρμοδιότητες. Ο τίτλος του υπάτου παύει να χρησιμοποιείται μετά το 12ο αιώνα.

χαλίφης, ο

O ανώτατος θρησκευτικός και πολιτικός αρχηγός των μουσουλμάνων, θεωρούμενος διάδοχος του Mωάμεθ (αραβ. khalifa = τοποτηρητής). Ήταν ο 

επικεφαλής του χαλιφάτου, του θρησκευτικού κράτους των Αράβων.

 πηγές

Κωνσταντίνου Πορφυρογεννήτου, Περί βασιλικών ταξειδίων, Haldon, J. (ed.), Constantine Porphyrogenitus, Tres Tractatus de Expeditionibus 

Militaribus Imperatoris (Constantini Porphyrogeniti, Three Treatises on Imperial Military Expeditions) (CFHB 28, Wien 1990), σελ. 78‑151, ιδσελ. 80, 

134. 

Κωνσταντίνος ΠορφυρογέννητοςΠρος τον ίδιον υιόν Ρωμανόν, Moravcsik, G. – Jenkins, R.J.H. (eds), Constantinus Porphyrogenitus, De 

Administrando Imperio (CFHB 1, Washington DC 1967), σελ. 236. 

Catalogue of Byzantine Seals at Dumbarton Oaks and in the Fogg Museum of Art 4: Τhe East, Mc Geer, E. – Nesbitt, J. – Oikonomidès, N. (+) (eds) 

(DORLC, Washington D.C. 2001), σελ. 116‑121.

Τακτικά πρωτοκαθεδρίας, Oikonomidès, N. (ed.), Les listes de Préséance Byzanitnes des IXe et Xe siècles (CNRS, Paris 1972), σελ. 49 και (σημ

24), σελ. 55 (και σημ. 34), σελ. 101, 105, 137, 243, 247, 265, 348.

Κωνσταντίνος ΠορφυρογέννητοςΠερί θεμάτων, Pertusi, A. (ed.), Constantino Porphyrogenito, De Thematibus, Introduzione, Testo critico, 

Commento (Studi e Testi 160, Citta del Vaticano 1952), σελ. 63‑66.

Κωνσταντίνου ΠορφυρογεννήτουΠερί βασιλείου τάξεως, Reiske, I.I. (ed.), Constantinus Porphyrogenitus, De Cerimoniis aulae byzantinae (CSHB, 

Bonn 1829).

Περί Παραδρομής του κυρού Νικηφόρου του βασιλέως, Dagron, G. – Mihaescu, H. (eds), Le traité sur la Guerilla (De Velitatione Bellico) de lʹ 

empereur Nicéphore Phocas (963‑969) (Paris 1986).

 

ΕΔΩ ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ

 

Για να δείτε κάποιες σελίδες πρέπει να έχετε τον flash player που μπορείτε να βρείτε πατώντας στο εικονίδιο δίπλα.

Πνευματικά δικαιώματα © 2009

 Συντελεστές  και επικοινωνία μαζί μας

       SiteLock