πίσω

 
http://www.sakketosaggelos.gr/Images/Uploaded/image002(483).jpg

Ήταν ελληνικό το Βυζάντιο;

Μια σειρά εμπεριστατωμένων άρθρων τα οποία αποδεικνύουν την ελληνικότητα του Βυζαντίου, έτσι όπως ακριβώς αποτύπωσαν τις ιδέες τους διάφοροι πανεπιστημιακοί δάσκαλοι και ιστορικοί ερευνητές. Αν δεν ενδιαφέρονταν –για παράδειγμα- ο ιερός Φώτιος, ο Καισαρείας Αρέθας και άλλοι ακόμη Βυζαντινοί εκκλησιαστικοί και λαϊκοί παράγοντες, όπως έχουν παρατηρήσει έγκυροι γραμματολόγοι, μεγάλο τμήμα από την κλασική ελληνική λογοτεχνία θα είχε χαθεί!..

 Είναι αλήθεια, ότι με τον όρο βυζαντινός, που έχει επικρατήσει και γενικά χρησιμοποιείται από την επιστήμη, όπως άλλωστε και ο όρος μεταβυζαντινός για τη μετά την Άλωση (1453) περίοδο, εννοούμε οτιδήποτε αναφέρεται στην περίοδο που φτάνει ως την παραπάνω χρονολογία αρχίζοντας, όπως οι πιο πολλοί ιστορικοί δέχονται, το 330 μ.Χ. με τα εγκαίνια της Κωνσταντινούπολης, και καλύπτει χρονικά ένα χώρο πολύ ευρύτερο από τα στενά όρια του Βυζαντινού κράτους, στα οποία περιορίστηκε μετά την πρώτη Άλωση της Κωνσταντινούπολης (1204) από τους Φράγκους. Είναι ένας όρος δηλαδή που προσδιορίζει την εποχή ακμής του λεγομένου Βυζαντίου. Μιλώντας για βυζαντινούς χρόνους εννοούμε τη χρονική περίοδο 330 - 1453 μ.Χ. σε όλο τον ευρωπαϊκό χώρο και εκείνο της Λεκάνης της Μεσογείου, καθώς το Βυζάντιο υπήρξε ο κύριος εκπολιτιστικός παράγοντας Βορρά και Νότου, Ανατολής ακόμη και της Δύσης. Πρωταγωνιστής στην περίοδο αυτή είναι ο Ελληνισμός, που κατισχύει στο χώρο της Ανατολής και αποβάλλει με τον καιρό ή αναχωνεύει τη λατινική κληρονομιά, που φέρνει από τη δημιουργία της η Ανατολική Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία με το χωρισμό του αχανούς Ρωμαϊκού Κράτους σε Δυτικό και Ανατολικό, με πρωτεύουσες τη Ρώμη και τη Νέα Ρώμη, το 395 μ.Χ. Αναλυτικότερα για την ελληνική ιστορία, βυζαντινή περίοδος είναι το παραπάνω υπερχιλιετές διάστημα, κατά το οποίο ο Ελληνισμός στην κοιτίδα του, αλλά και πέρα από αυτήν (δηλαδή στο σημερινό ελλαδικό χώρο, το μικρασιατικό, τον Πόντο ως τις περιοχές όπου δημιουργήθηκαν τα ελληνιστικά κράτη) ανέλαβε τα ηνία άσχετα αν είχε ή δεν είχε παντού και πάντοτε κρατική υπόσταση. Διαδραματίζει κοντολογίς οικουμενικό ρόλο. Γίνεται αντιληπτό ότι είναι ανέφικτο να στεγανοποιηθεί η βυζαντινή ιστορία σε ορισμένο χώρο. Εν τούτοις, υπάρχει η αφετηρία, το κέντρο της ιστορίας αυτής, που είναι η Κωνσταντινούπολη, από όπου κατευθύνονται ή και αντιμετωπίζονται τα πάντα.

Βυζάντιο: Αρχαία ελληνική ονομασία

  Θα πρέπει να σημειώσουμε, ότι αν και ο όρος βυζαντινός προέρχεται από την ονομασία της αρχαίας πόλης (του Βυζαντίου), που είχε ιδρυθεί από το Μεγαρέα Βύζαντα, εκεί όπου το 324 άρχισε να κτίζεται και το 330 εγκαινιάστηκε η Κωνσταντινούπολη, είναι ως προς το αντικείμενο που σήμερα ορίζει στην ιστορική επιστήμη ένας όρος τεχνικός, που δεν ήταν σε χρήση στην ίδια εκείνη περίοδο την οποία προσδιορίζει. Σε όλη τη μακρόχρονη περίοδο, που αναφέρεται χρησιμοποιείται ο όρος ρωμαϊκός. Ο αυτοκράτορας λεγόταν "βασιλεύς Ρωμαίων". Ο όρος, εξ άλλου, ελληνικός κυριαρχεί (όχι με την έννοια του "Εθνικού" - ειδωλολατρικού, αλλά του εθνικού - φυλετικού) ιδίως μετά το 1204, που δημιουργούνται καθαρά ελληνικά κράτη (αυτοκρατορίες ή δεσποτάτα) στην Ήπειρο, το Μοριά, τη Νίκαια, την Τραπεζούντα, που επιβίωσε και λίγα χρόνια μετά την Κωνσταντινούπολη. Και είναι γεγονός ότι ο Κωνσταντίνος Παλαιολόγος, ο τελευταίος μάρτυρας Βυζαντινός αυτοκράτορας αποκαλεί την Πόλη "Ελπίδα και χαράν πάντων των Ελλήνων". Το όνομα αυτό όμως δε γνώρισε επίσημη χρήση. Έτσι το ρωμαϊκός εξελίχτηκε στο ρωμαίικος, το όνομα Ρωμαίος σε Ρωμιός, για να προσδιορίσει τον Ορθόδοξο Έλληνα. Είναι χαρακτηριστικό ότι οι γύρω λαοί (Τούρκοι, Άραβες) αποκαλούν το Βυζάντιο Ρουμ, χρησιμοποιώντας για την αρχαία Ελλάδα την ονομασία Γιουνάν (Ιωνία) και Ρωμανία (Βενετοί, άλλοι Λατίνοι).
 Όπως σημειώνει ο Ακαδημαϊκός Δ.Α. Ζακυνθηνός, "τα ονόματα Βυζάντιον, Βυζάντιος, Βυζαντινός, Βυζαντιακός, ουδέποτε εχρησιμοποιήθησαν υπό την Ελλήνων των μέσων αιώνων εν τη σημασιά, ην έχουν σήμερον. Κατ' αυτούς Βυζάντιον, Βυζαντίς, Βυζαντιών πόλις ήτο η Κωνσταντινούπολις, Βυζάντιος δε ο κάτοικος αυτής... Ο όρος ούτος εν τη κατά τους νεωτέρους χρόνους κατισχυσάση ευρεία εννοία εμφανίζεται το πρώτον εν τη Λατινική, μετά δε την άλωσιν της Κωνσταντινουπόλεως υπό των Τούρκων δηλοί κυριώς τους εις την Ιταλιάν καταφυγόντας Έλληνας λογίους ως όρος επιστημονικός χρησιμοποιείται κατά τον δέκατον έκτον αιώνα".

Η προσφορά του Βυζαντίου σ' Ανατολή και Δύση!..

Αναντίρρητα, η προσφορά του Βυζαντίου στον κόσμο είναι πολυδιάστατη, καλύπτει βασικούς τομείς της ζωής, της κρατικής οργάνωσης και της τέχνης και αναγνωρίζεται ως συνέχεια εκείνης του Μεγάλου Αλεξάνδρου και του ελληνιστικού κόσμου. "Το βυζαντινό Κράτος, γράφει ο Karl Rοth, είναι κυρίως το πολιτικό επακόλουθο της επέκτασης του Ελληνισμού στη Μικρά Ασία, Συρία και Αίγυπτο, που προκάλεσε η ίδρυση από τον Μ. Αλέξανδρο του Ελληνο - ανατολικού Κράτους, και της ανάμιξης του Ελληνισμού αυτού με το ανατολικό πνεύμα και τις ρωμαϊκές αντιλήψεις. Στο Βυζαντινό Κράτος, ο Ελληνισμός επηρεασμένος από το Χριστιανισμό και την ανατολή πήρε άλλη μια φορά κρατική μορφή και συνέχισε ακόμα για μια χιλιετηρίδα το δυτικό ρωμαϊκό Κράτος". Οι ρίζες βέβαια πάνε πολύ βαθύτερα, στην αρχαία Ελλάδα, της οποίας όχι μόνο κληρονόμος, αλλά και θεματοφύλακας υπήρξε το Βυζάντιο. Γι' αυτό, όπως σημειώνει ο Geοrge Οstrοgοrsky, "Το επιστημονικό ενδιαφέρον για το Βυζάντιο προέκυψε από την έρευνα της κλασικής αρχαιότητας. Ο δρόμος προς την ελληνική αρχαιότητα περνούσε μέσα από το Βυζάντιο, γιατί αυτό είχε διαφυλάξει την αρχαία κληρονομιά και αποτελούσε την πηγή, που θα μπορούσε να ικανοποιήσει τη δίψα του δυτικού κόσμου για τον ελληνικό πολιτισμό στα χρόνια της Αναγέννησης. Όταν οι ερευνητές άρχισαν να συγκεντρώνουν τα ελληνικά χειρόγραφο, να ερευνούν και εκδίδουν τα συγγράμματα των κλασικών, στράφηκαν αναγκαστικά προς το βυζαντινό χώρο".
        Είναι γεγονός ότι το Βυζάντιο δεν κράτησε ζηλότυπα τον πολιτισμό για τον εαυτό του, αλλά το διέδωσε προς όλες τις γεωγραφικές κατευθύνσεις. Ακόμη και η ίδια η Ευρώπη χρωστάει στο Βυζάντιο πολλά. Ο Άλμπερτ Βίφστραντ, που θεωρείται ως "ο σπουδαιότερος εκπρόσωπος των ελληνικών σπουδών στη μεταπολεμική Σουηδία", στο έργο του "Το Βυζάντιο και η Ευρώπη", εκτός από τον εκχριστιανισμό της Ρωσίας και των Σλάβων και τη συγκράτηση της αραβικής απειλής, που έδωσε στην Ευρώπη τη δυνατότητα να αναπτυχθεί, επισημαίνει την προσφορά του σε πολλούς άλλους τομείς. "Αν σκεφτούμε, γράφει, ποια ήταν η όψη της υπόλοιπης Ευρώπης κατά τον Δ' και Ι' αιώνα, βλέπουμε καθαρά, ότι για κάμποσα εκατόχρονα ως τα μέσα του ΙΑ' αιώνα το Βυζαντινό Κράτος υπήρξε δίχως σύγκριση η σπουδαιότερη πολιτιστική δύναμη της Ευρώπης, και ασφαλώς τόξεραν και οι ίδιοι οι Βυζαντινοί".
        Ακόμη και η μακρινή Σουηδία είχε δεχτεί έντονη την επίδραση του Βυζαντίου σε πλείστους τομείς. "Η πνευματική ακτινοβολία του βυζαντίου, διαπιστώνει, προς την Ευρώπη στάθηκε σπουδαία, ενώ δε μπορεί κανείς να μιλήσει για πνευματική επίδραση απ' τη δυτική Ευρώπη πριν από τα 1200 περίπου". Από την τέχνη ως τα νομίσματα. Αλλά και οι Άραβες χρωστούν στο Βυζάντιο πολλά.
        Όπως γράφει στο βιβλίο του "Το Κοράνιον και το Βυζάντιον" ο Αιγύπτιος ελληνιστής Άλι Νουρ, "ο χριστιανικός κόσμος εβασίζετο τότε κυρίως εις τα ελληνικά γράμματα, ένεκα της βυζαντινής Εκκλησιάς. Η βυζαντινή Εκκλησία ετροφοδότει τας άλλας Εκκλησίας της Αφρικής και της Ασίας με ιεραποστόλους, επισκόπους και άλλους κληρικούς. Αλλά και τους αιρετικούς ακόμη η Βυζαντινή Εκκλησία εφοδίαζε δια πλείστων θρησκευτικών και επιστημονικών στοιχειών, ορισμοί των οποίων έμειναν απαραλλάκτως εις πολλάς ξένας γλώσσας. Εις την αραβικήν διάλεκτον της Υεμένης ενεφανίζοντο λέξεις με καθαρώς ελληνικάς ρίζας. Η δε αραμαϊκή, ήτις μετωνομάσθη συριακή κατά τους βυζαντινούς αιώνας, περιέχει ικανά στοιχειά μαρτυρούντα μεγάλην ελληνικήν επίδρασιν".
       Ως και το Κοράνι μαρτυράει σοβαρή επίδραση των γραμμένων στην ελληνική γλώσσα Ευαγγελίων. Ελληνικής καταγωγής υπήρξαν πολλοί Άραβες γραμματικοί, ερμηνευτές του Κορανίου, ιστορικοί, νομικοί, ποιητές, όπως ο Ίμπν Ελ Ρούμι, βιβλιογράφοι, όπως ο Άμπντ Ελ Ρούμι. Τεράστια, εξ άλλου, υπήρξε η εκπολιτιστική προσφορά του Βυζαντίου, καθώς ήδη σημειώθηκε, στους Ρώσους και τους Σλάβους, στους οποίους μετέδωσε την Ορθοδοξία, την τέχνη και άλλα πολιτιστικά στοιχεία. "Η από του Βυζαντίου αποδοχή του Χριστιανισμού υπό των Ρώσων, γράφει ο Καθηγητής Βλάσιος Φειδάς, ωδήγησε τούτους εις την σφαίραν της εκκλησιαστικής του Βυζαντίου επιδράσεως και εχάραξε τα μελλοντικά πεπρωμένα του ρωσικού λαού... Δια της διαδόσεως του Χριστιανισμού παρά τοις βαρβάροις λαοίς, ούτοι περιήρχοντο αποφασιστικώς εις την σφαίραν των βυζαντινών επιδράσεων, του βυζαντινού πολιτισμού, του βυζαντινού πνεύματος, και καθίσταντο, εκτός τίνων εξαιρέσεων, στενοί φίλοι της Αυτοκρατορίας". Οι Άγιοι Κύριλλος και Μεθόδιος, ο Άγιος Μάξιμος ο Γραικός, ο Θεοφάνης ο Έλλην κ.ά. καταλέγονται ανάμεσα στους ευεργέτες των Σλάβων και των Ρώσων.

κυρίαν εἶναι καὶ βοηθὸν καὶ σκέπην τῇ ἡμετέρᾳ πατρίδι καὶ καταφύγιον τῶν Χριστιανῶν, ἐλπίδα καὶ χαρὰν πάντων τῶν Ἑλλήνων, τὸ καύχημα πᾶσι τοῖς οὖσιν ὑπὸ τὴν τοῦ ἡλίου ἀνατολήν.

ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΠΑΛΑΙΟΛΟΓΟΣ

Η ελληνικότητα του Βυζαντίου!..

  Χωρίς αμφιβολία, στον Κωνσταντίνο Παπαρρηγόπουλο ανήκει η ονομασία του Βυζαντίου ως "Χριστιανικού Κράτους του Μεσαιωνικού Ελληνισμού". Ο χαρακτηρισμός επιμαρτυρείται από όλο το φάσμα των εκδηλώσεων του Βυζαντινού πολιτισμού. Ακόμη και στη χριστιανική τέχνη, το Βυζάντιο συνεχίζει την ελληνιστική. "Οι Βυζαντινοί, παρατηρεί ο Henri Stern, με τις επανειλημμένες επιστροφές τους στα αρχαία πρότυπα και χάρη στη βαθιά αίσθηση της αρμονίας των μορφών, έχουν επιδέξια απαλύνει την αυστηρή σφριγηλότητα των παλαιοχριστιανικών έργων. Χωρίς ποτέ να ξεχνούν την καταγωγή της τέχνης τους, της έδωσαν μια χάρη εμπνευσμένη από το αρχαίο παράδειγμα. Στο απόγειο αυτής της τέχνης, μια ισορροπία δημιουργείται ανάμεσα στην κλασική "φόρμα" και το θρησκευτικό περιεχόμενο, ανάμεσα στην αρχαία ομορφιά και τη χριστιανική πνευματικότητα".
      Σημειώθηκε πιο πάνω η συμβολή των Βυζαντινών στη διάσωση της αρχαίας ελληνικής πνευματικής κληρονομιάς. Αν δεν ενδιαφέρονταν ο ιερός Φώτιος, ο Καισαρείας Αρέθας και άλλοι ακόμη Βυζαντινοί εκκλησιαστικοί και λαϊκοί παράγοντες, όπως έχουν παρατηρήσει έγκυροι γραμματολόγοι, μεγάλο τμήμα από την κλασική ελληνική λογοτεχνία θα είχε χαθεί. "Όπως και αν έχουν τα πράγματα, γράφει ο Καθηγητής Ν.Β. Τωμαδάκης, εξαιρέσει των επιγραφών οτιδήποτε γνωρίζομεν σήμερον εκ του αρχαίου κόσμου μνημείον γραπτόν, εάν δεν προέρχεται από τας αιγυπτιακάς ανασκαφάς, και αυτά τα κείμενα, τα οποία τυχόν γνωρίζομεν από μεταφράσεις και μόνον διασωθέντα εις ανατολικάς γλώσσας, οφείλεται εις την αντιγραφήν και συντήρησιν των Βυζαντινών οι οποίοι πολλάκις το εσχολίασαν ή το εξεμεταλλεύθησαν λεξικογραφικώς ή άλλως". Πέραν της υπηρεσίας αυτής, η σχέση Βυζαντίου - αρχαίας Ελλάδας είναι γενικά πολύ στενή. Ο δημόσιος και ιδιωτικός βίος του Βυζαντίου επηρεάστηκε έντονα από τον αρχαίο ελληνικό, μέσα στα χριστιανικά πλαίσια βέβαια. Η ποίηση, η ιστορία και όλα τα είδη του λόγου, που παρήγαγε, έχουν δεχτεί σε μεγάλη έκταση την αρχαία ελληνική επίδραση. Οι Βυζαντινοί καμάρωναν ότι χρησιμοποιούν στη γλώσσα την αττική διάλεκτο, που την θεωρούσαν ως πρότυπο. Η αρχαιοελληνική παράδοση ήταν τόσο δυνατή, ώστε η ομιλουμένη της εποχής δεν μπόρεσε να τη διακόψει και συνεχίστηκε και μετά την Άλωση με τους λογίους εκείνους που έβλεπαν στην επαναφορά της αρχαίας ελληνικής την αναβίωση των προγονικών αρετών. "Οι Βυζαντινοί λόγιοι, σημειώνει ο Rοbert Brοwning, που έπαιξαν σημαντικό ρόλο στη διοίκηση της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, ζούσαν πια μέσα σε ξένο γλωσσικό περιβάλλον και χρησιμοποιούσαν αποκλειστικά την λόγια γλώσσα.
        Οι μόνοι γραμματισμένοι στις τουρκοκρατούμενες περιοχές ήταν οι κληρικοί, που θεωρούσαν τον εαυτό τους ως τον φυσικό κληρονόμο της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας και φυσικά χρησιμοποιούσαν σχεδόν αποκλειστικά τη λόγια αττικίζουσα γλώσσα".
       Παράλληλα η γλώσσα του Βυζαντίου συνέχιζε μια άλλη παράδοση, που δημιουργήθηκε με το άπλωμα του Ελληνισμού ως τη μακρινή Ινδία στα χρόνια του Μεγάλου Αλεξάνδρου. Γι' αυτό και δε μιλάμε για βυζαντινή γλώσσα, αλλά για ελληνική των μέσων χρόνων.
       Και η Βυζαντινή παιδεία ήταν πάντοτε ελληνική, καθώς οι αρχαίοι Έλληνες συγγραφείς διδάσκονταν συστηματικά στα σχολεία. Οι Βυζαντινές βιβλιοθήκες (ακόμη και οι πατριαρχικές) ήταν γεμάτες από αρχαία ελληνικά συγγράμματα. Στην αρχή, όπως ήταν φυσικό, υπό το πρίσμα της χριστιανικής διδασκαλίας, έβλεπαν με διστακτικότητα τους αρχαίους, ταυτίζοντάς τους με τους ειδωλολάτρες, τους "εθνικούς". Ο Μέγας Βασίλειος όμως με τη διακριτική του στάση απέναντι στους αρχαίους - συνιστώντας στους νέους πώς να ωφελούνται από την ανάγνωσή τους - χάραξε το δρόμο, με τον οποίο οι Βυζαντινοί αντιμετώπισαν την κλασική κληρονομιά. Αν οι παλαιοί ποιητές αποκήρυσσαν τις πλάνες των αρχαίων, οι μεταγενέστεροι τους αναγνώριζαν ως τους πνευματικούς τους προγόνους και τους ιστορούσαν ακόμη και στους νάρθηκες των Ναών αναγνωρίζοντάς τους τις καταβολές. Όπως ακριβώς ο Γρηγόριος ο Ναζιανζηνός αναγνώριζε την πνευματική του καταγωγή από την αρχαία Ελλάδα. Αργότερα ο Μανουήλ Β' Παλαιολόγος απευθυνόμενος στα τέλη του 4ου αι. στους πολιορκημένους Θεσσαλονικείς τους θύμιζε ότι πατρίδα τους ήταν η πατρίδα του Φιλίππου και του Αλεξάνδρου. Γι' αυτό και ο J. B. Bury εύστοχα συνοψίζει ότι "ο πολιτισμός του Βυζαντινού κράτους έχοντας βαθειές ρίζες στο παρελθόν, ήταν η τελευταία φάση του αρχαίου ελληνικού πολιτισμού".
       Το δίκαιο των Βυζαντινών βασιζόταν στο ρωμαϊκό, αλλά σε αυτό είχαν ενσωματώσει το αρχαίο ελληνικό εθιμικό δίκαιο. "Εις την Ανατολήν", γράφει ο Γ.Α. Πετρόπουλος, "νέον ιδιωτικόν δίκαιον ήρξατο διαπλασόμενον, δικαίως καλούμενον ρωμαϊκοελληνικόν, διότι ο σκελετός και τα θεμέλια παραμένουν ρωμαϊκά, το υπόλοιπον δε οικοδόμημα, και δη το εσωτερικόν, είναι ελληνικόν". Η Βυζαντινή μουσική έχει και αυτή αρχαιοελληνικές ρίζες. Όπως παρατηρεί ο Σίμων Καράς "στην παλιά έχει τις ρίζες και την αρχή της η νέας και χωρίς τη γνώση του συστήματος εκείνης, αδύνατο να κατανοήσομε τη νέα στη σημερινή της μορφή. Στη νέα έχει η παλιά τη ζωντανή έκφρασή της, και χωρίς της νέας τη συνδρομή, αδύνατο να εξηγήσομε και να ελέγξομε ως αληθινά, όσα διαβάζομε σε ιστορίες και συγγράμματα ή βλέπομε στα κείμενα της αρχαίας και της βυζαντινής μουσικής".
        Το ελληνικό Βυζάντιο οφείλει, ασφαλώς, πολλά στην Ορθόδοξη Εκκλησία. Κατά το Ρουμάνο βυζαντινολόγο Ν. Γιόργκα, "η Εκκλησία υπήρξε ο κύριος παράγοντας εξελληνισμού της Αυτοκρατορίας", ενώ ο Έσσλινγκ επισημαίνει ότι "η Εκκλησία ένωσε τα στοιχεία της ελληνικής πραγματικότητας, όπως δεν έκανε καμιά πολιτική δύναμη προηγουμένως". Βασικά η Εκκλησία χρησιμοποίησε στη λατρεία την ελληνική γλώσσα και μ' αυτή διέδωσε το Χριστιανισμό σε όλο τον κόσμο. Ο ελληνικός χαρακτήρας όμως είναι έντονος στη μουσική, την αγιογραφία, ακόμη και την αρχιτεκτονική της. Είναι ευρύτατα γνωστό ότι και τα τρία Πατριαρχεία της Ανατολής (Αλεξανδρείας, Αντιοχείας και Ιεροσολύμων) διατηρούν την ελληνορθόδοξη ονομασία και χαρακτήρα τους. Στο έργο του "Η Ορθόδοξος Ανατολική Εκκλησία" ο Χρυσόστομος Παπαδόπουλος, που υπήρξε Αρχιεπίσκοπος Αθηνών και Ακαδημαϊκός, συνοψίζει: "Η διάδοσις του Χριστιανισμού πολλαχού μεν διηυκολύνετο υπό του Ελληνισμού, ενιαχού δε συνεπήγετο την διάδοσιν του Ελληνισμού, εν αις επαρχίαις ούτος δεν επεκράτει, ου μόνον εντός της Μικρασιατικής Χερσονήσου αλλά και εκτός αυτής, εν Αρμενία και εν Αφρική, ενμέρει δε και εν Αραβία και Αιθιοπία. Το πρώτον δε αι Χριστιανικαί παροικίαι της Ασιατικής Ελλάδος ωργανώθησαν διοικητικώς συμφώνως προς τας αρχάς του Χριστιανισμού και επί τη βάσει των αρχαίων ελληνικών πολιτευμάτων.(...) *


http://www.sakketosaggelos.gr/Images/Uploaded/image001(433).jpg

Μέγας Κωνσταντίνος, Θεοδόσιος και Ιουστινιανός: Οι παρεξηγημένοι αυτοκράτορες οι οποίοι είχαν στο ενεργητικό τους πολλά και χρήσιμα στοιχεία για την επιβίωση του Ελληνισμού και την πολιτισμικής του ταυτότητας μέσα στο χρόνο και στο χώρο!.. Διαβάστε το κείμενο που ακολουθεί!...

 

Μέγας Κωνσταντίνος - Θεοδόσιος

Αν και τυπικά η Βυζαντινή ιστορία αρχίζει από το 395 μ.Χ. (με το χωρισμό της Αυτοκρατορίας σε ανατολική και δυτική), ουσιαστικά αρχίζει στις αρχές του 4ου μ.Χ. αιώνα με τη μονοκρατορία του Κωνσταντίνου και το κτίσιμο της Κωνσταντινούπολης.
Μετά το διάταγμα των Μεδιολάνων (316 μ.Χ.) και το θάνατο του Μαξιμίνου απέμειναν δύο κύριοι της αυτοκρατορίας: ο Κωνσταντίνος στη Δύση και ο Λικίνιος στην Ανατολή. Σιγά - σιγά όμως οι αντιθέσεις ανάμεσα στους δύο οξύνονταν και όλα έδειχναν πως τη λύση θα την έδιναν τα όπλα. Ο πόλεμος ξανάρχισε το 323 μ.Χ. Οι δύο στρατοί συγκρούστηκαν το 324 μ.Χ. στην πεδιάδα της Αδριανούπολης και η μάχη έληξε με νίκη του Κωνσταντίνου. Ο Λικίνιος υποχώρησε και οι δυο στρατοί συναντήθηκαν πάλι στην Χρυσούπολη. Ο Λικίνιος ηττήθηκε και ο Κωνσταντίνος απέμεινε ο μόνος κύριος της Αυτοκρατορίας.
Ο Κωνσταντίνος, αφού έμεινε πια μόνος κύριος, αποφάσισε να μεταφέρει την πρωτεύουσα της Αυτοκρατορίας στην Ανατολή, και συγκεκριμένα στο αρχαίο Βυζάντιο. Ο βασικότερος λόγος που ανάγκασε τον Κωνσταντίνο να μεταφέρει την πρωτεύουσα της Αυτοκρατορίας στην Ανατολή ήταν ότι η Ρώμη είχε παύσει να αποτελεί πια το οικονομικό κέντρο της Αυτοκρατορίας. Οι πόλεις της Δύσης, με πρώτη τη Ρώμη, βάδιζαν συνεχώς προς ολοένα και μεγαλύτερο οικονομικό μαρασμό, ενώ η Ρώμη ζούσε από τους φόρους των ανατολικών επαρχιών.
Αντίθετα, οι περιοχές της Ανατολής δυνάμωναν οικονομικά - παρά τη σκληρή φορολογία - συνεχώς. Ένας άλλος σπουδαίος λόγος ήταν και η εξωτερική απειλή εναντίον της Ρώμης από διάφορες φυλές, που μετακινούνταν στα νότια. Επίσης η νέα πρωτεύουσα αποτελούσε και κόμβο που είχε, εκτός από οικονομική και στρατηγική σημασία. Τα εγκαίνια της νέας πρωτεύουσας έγιναν το 330 μ.Χ.
Ο Κωνσταντίνος είχε ανακηρύξει επίσημη θρησκεία του κράτους το χριστιανισμό. Οργάνωσε το κράτος διοικητικά. Οργάνωσε στρατό και τελικά κατόρθωσε να αμβλύνει τις εσωτερικές αντιθέσεις και να τερματίσει τους πολέμους. Με το θάνατό του όμως ξανάρχισε ο αλληλοσπαραγμός ανάμεσα στους διαδόχους του, αγώνας ο οποίος έληξε με την επικράτηση του Θεοδοσίου το 378.
Ο Θεοδόσιος τον πρώτο χρόνο της βασιλείας του δεν πήρε θέση στη διαμάχη ανάμεσα σε εθνικούς - χριστιανούς, αλλά τον επόμενο χρόνο βαφτίστηκε από τον ορθόδοξο επίσκοπο Ασχόλιο.
Καταπολέμησε κάθε τι το ειδωλολατρικό, έκλεισε με τη βία τους ναούς και τα θυσιαστήρια και έδιωξε τους ιερείς τους. Το 381 συγκλήθηκε στην Κωνσταντινούπολη η Β' Οικουμενική Σύνοδος, η οποία καταδίκασε τον αρειανισμό και αναγνώρισε την πρωτοκαθεδρία Πατριάρχη Κωνσταντινούπολης έναντι του Πατριάρχη Αλεξανδρείας. Την εποχή του Θεοδοσίου χρησιμοποιήθηκαν, πρώτη φορά, Βάρβαροι (Γότθοι) στο Βυζαντινό στρατό. Ο Θεοδόσιος προσπάθησε να κρατήσει ενωμένη τη Δύση με την Ανατολή, αλλά λίγο μετά το θάνατό του, το 410, η Ρώμη καταλήφτηκε από τους Βησιγότθους και η Δύση αποκόπηκε από την Ανατολή.

Ιουστινιανός

Το Θεοδόσιο ακολούθησε μια σειρά από αυτοκράτορες ως το 527 μ.Χ., που ανέβηκε στο θρόνο του Βυζαντίου ο Ιουστινιανός. Το έργο του Ιουστινιανού σημαδεύεται από την προσπάθειά του να ενώσει την Ανατολή με τη Δύση και να αποκαταστήσει την ενότητα της Αυτοκρατορίας. Σημαντικό ήταν όμως και το ειρηνικό έργο του. Για να αποκαταστήσει την προηγούμενη ενότητα της Αυτοκρατορίας, αλλά και στη δημιουργία των θεσμών και της κρατικής μηχανής, ο Ιουστινιανός διέθετε ένα επιτελείο που το αποτελούσαν ο Ιωάννης Καππαδόκης, ανώτατος κρατικός υπάλληλος, ο Τριβωνιανός, νομικός μεγάλου κύρους και οι στρατηγοί Βελισσάριος και Ναρσής.
Προκειμένου ο Ιουστινιανός να πολεμήσει στη Δύση σύναψε ειρήνη με τον Πέρση βασιλιά Χοσρόη. Κατόπιν έστειλε στρατό, με επικεφαλής το Βελισσάριο, κατά των Βανδάλων, στη Βόρεια Αφρική. Ο Βελισσάριος νίκησε και υπέταξε τους Βανδάλους.
Τον επόμενο χρόνο επιτέθηκε εναντίον των Οστρογότθων, οι οποίοι αφού υπέστησαν μερικές ήττες στην αρχή, έφεραν αργότερα το Βελισσάριο σε αρκετά δύσκολη θέση σε πολλές περιπτώσεις. Σε βοήθεια του Βελισσάριου στάλθηκε ο Ναρσής και, αφού υπέταξαν τους Βησιγότθους, η Ιταλία έγινε επαρχία του Βυζαντίου και ο Ναρσής πρώτος έπαρχος. Όσον καιρό συνεχιζόταν η προσπάθεια για την κατάκτηση της Ιταλίας ο βασιλιάς των Περσών, αφού νίκησε το βυζαντινό στρατό στην Αρμενία, μπήκε στη Μεσοποταμία. Εναντίον του στάλθηκε ο Βελισσάριος, ο οποίος όμως ηττήθηκε στη μάχη που έγινε και ο Ιουστινιανός αναγκάστηκε να υπογράψει συνθήκη ειρήνης με όρους, που έβαλε ο Πέρσης βασιλιάς.
Παράλληλα με το στρατιωτικό έργο του Ιουστινιανού, το οποίο είχε μεγάλη σημασία για την επιβίωση του Βυζαντίου, επίσης μεγάλη σημασία είχε και το ειρηνικό - νομοθετικό έργο του.
Η κατάσταση στον τομέα του Δικαίου ήταν ως τότε χαώδης. Υπήρχε τρομερή πολυνομία και επειδή υπήρχαν αντιφατικές διατάξεις οι δικαστές δε γνώριζαν ποιός κανόνας δικαίου ισχύει. Είναι χαρακτηριστικό ότι ίσχυαν ως τότε παράλληλα τα έργα των πέντε Ρωμαίων νομικών και ο Θεοδοσιανός Κώδικας. Εξάλλου είχε δημιουργηθεί σε πολλές περιοχές τοπικό εθιμικό δίκαιο, που ερχόταν σε αντίθεση με το παλιό αστικό ρωμαϊκό δίκαιο. Επίσης ίσχυαν σε πολλές επαρχίες διατάξεις δικαίου των ανατολικών λαών και του αρχαίου ελληνικού δικαίου. Μπροστά σ' αυτή την κατάσταση ο Ιουστινιανός αποφάσισε να συστηματοποιήσει το δίκαιο. Την κωδικοποίησή του ανέλαβε μια επιτροπή από δέκα άτομα με επικεφαλής τον Τριβωνιανό, η οποία και συστηματοποίησε τις αυτοκρατορικές διατάξεις και δημιούργησε τον πρώτο κώδικα το 529, ο οποίος όμως δεν ίσχυσε για πολύ χρόνο.
Μετά την κωδικοποίηση των αυτοκρατορικών διατάξεων ο Ιουστινιανός αποφάσισε να κωδικοποιήσει ολόκληρο το δίκαιο, όπως είχε ερμηνευτεί από τους Ρωμαίους νομικούς. Καταρτίστηκε νέα επιτροπή, την οποία αποτελούσαν 17 μέλη με επικεφαλής τον Τριβωνιανό.
Το έργο τελείωσε μετά από τρία χρόνια και απλώθηκε σε 150.000 στίχους. Τέθηκε σε ισχύ από τις 30 Δεκεμβρίου του 533 μ.Χ. και ονομάστηκε Πανδέκτης (Digesta). Τον Πανδέκτη αποτελούσαν πενήντα βιβλία. Τα βιβλία διαιρούνται σε τίτλους. Κάθε τίτλος διαιρείται σε αποσπάσματα και κάθε απόσπασμα σε παραγράφους.
Συγχρόνως με τον Πανδέκτη τέθηκαν σε ισχύ και οι Εισηγήσεις. Οι εισηγήσεις εκδόθηκαν για να συμπληρώσουν την κωδικοποιητική προσπάθεια και προορίζονταν για τους σπουδαστές της νομικής επιστήμης. Η σύνταξη των εισηγήσεων ανατέθηκε από τον Τριβωνιανό στους καθηγητές του δικαίου Θεόφιλο και Δωρόθεο. Οι εισηγήσεις αποτελούνταν από τέσσαρα βιβλία. Τα βιβλία των εισηγήσεων διαιρούνταν σε τίτλους και οι τίτλοι σε παραγράφους.
Μετά την έκδοση του Πανδέκτη και των εισηγήσεων έγινε αναγκαία η αναθεώρηση του Κώδικα, που είχε συνταχθεί το 529 μ.Χ. Την επιτροπή, η οποία θα επεξεργαζόταν τον Κώδικα, αποτελούσαν 5 μέλη με επικεφαλής τον Τριβωνιανό. Στο νέο κώδικα προστέθηκαν πολλές νέες διατάξεις. Αποτελείται από 12 βιβλία που διαιρούνται σε τίτλους, διατάξεις, παραγράφους. Ο νέος Κώδικας εκδόθηκε το 534 μ.Χ.
Τα τρία μέρη του Cοrpus Juris Civilis, δηλ. ο Κώδικας, ο Πανδέκτης και οι εισηγήσεις αποτελούν ένα ενιαίο σύνολο. Οι "Νεαρές", που εκδόθηκαν μετά από δραστηριότητες του Τριβωνιανού ανήκουν στο Cοrpus Juris Civilis, αλλά είναι έξω από το κύριο σώμα του. Οι "Νεαρές" εκδόθηκαν στην ελληνική οι περισσότερες. Ονομάζονται έτσι επειδή εκδίδονταν μετά από τα άλλα τρία μέρη του Cοrpus Juris Civilis.
Το Cοprus Juris Civilis αποτελεί γραπτό δίκαιο και είναι πηγή κανόνων δικαίου. Η σπουδαιότητα του έργου αυτού είναι μεγάλη, γιατί μ' αυτό τερματίστηκε η πολυνομία με τις αντιφάσεις της και το δίκαιο πια ανταποκρινόταν στις συναλλακτικές απαιτήσεις των καιρών και αποτέλεσε την κυριότερη πηγή δικαίου. Στην Ελλάδα ίσχυσε το 1964, οπότε εκδόθηκε ο Αστικός Κώδικας.
Εκτός από το πολεμικό και νομικό έργο του, ο Ιουστινιανός κατόρθωσε να οργανώσει την κρατική μηχανή και να αποκαταστήσει την τάξη στο εσωτερικό της Αυτοκρατορίας. Στην προσπάθειά του να γίνει η μοναδική πηγή εξουσιών, κτύπησε τους τελευταίους εκφραστές του λαού, που ήταν οι παρατάξεις των Βένετων και των Πρασίνων. Οι δήμοι τότε εξεγέρθηκαν, αρχικά στο ιπποδρόμιο, μετά την εκτέλεση των πρωταιτίων όμως η εξέγερση γενικεύτηκε και ο λαός απειλούσε το παλάτι.
Αρχικά ο Ιουστινιανός σκέφτηκε να φύγει και να παραδώσει την εξουσία. Παρέμεινε όμως είτε μετά από παρέμβαση της Θεοδώρας ή των αυλικών. Τότε ο Ναρσής ανέλαβε να δωροδοκήσει τη μια από τις δύο παρατάξεις. Μ' αυτό τον τρόπο διασπάστηκαν οι λαϊκές δυνάμεις και η εξέγερση πνίγηκε στο αίμα. Πολλοί πιστεύουν ότι σφάχτηκαν πενήντα χιλιάδες άτομα. Η εξέγερση ονομάστηκε από το σύνθημα που φώναζαν οι εξεγερθέντες ("Νίκα - Νίκα") "στάση του Νίκα". Κατά τη στάση του Νίκα κάηκε και ο μικρός ναός της Αγίας Σοφίας, τον οποίο ο Ιουστινιανός ξανάχτισε από την αρχή καθιστώντας τον, το μεγαλύτερο ναό της Χριστιανοσύνης.
Παρ' όλο που το έργο του Ιουστινιανού είναι σημαντικότατο, κληροδότησε στους διαδόχους του, πολύ δύσκολα και άλυτα προβλήματα. Παρ' όλες τις νίκες του στους πολέμους και το ειρηνικό έργο του, δεν μπόρεσε να δώσει λύση σε βασικά προβλήματα, όπως ήταν το βιοτικό πρόβλημα του λαού, αφ' ενός γιατί το βασιλικό ταμείο είχε εξαντληθεί από τους πολέμους και τα τεχνικά έργα, αφ' ετέρου γιατί η φορολογία ήταν πολύ βαριά και οι καταχρήσεις έφθασαν σε τέτοιο βαθμό ώστε όπως γράφει ο ιστορικός Βασίλιεφ: "βασίλευε παντού η φτώχεια και οι αρρώστιες".
Τον Ιουστινιανό διαδέχτηκαν οι αυτοκράτορες, Τιβέριος, Μαυρίκιος και Φωκάς. Για την περίοδο μετά τον Ιουστινιανό και μέχρι τον Ηράκλειο παρατηρεί χαρακτηριστικά ο Φίνλεϋ ότι "δεν υπάρχει άλλη περίοδος της ιστορίας κατά την οποία η κοινωνία να βρισκόταν σε τέτοια κατάσταση διεθνούς αποσύνθεσης". Το 609 ξέσπασε επανάσταση κατά του αυτοκράτορα Φωκά και ο έξαρχος Αφρικής Ηράκλειος έστειλε στην πρωτεύουσα στόλο με αρχηγό τον ανηψιό του Ηράκλειο. Όταν ο Ηράκλειος έφτασε στην πρωτεύουσα ξεσηκώθηκαν και οι δήμοι (Πράσινοι, Βένετοι). Ο Φωκάς δολοφονήθηκε και ο Ηράκλειος έγινε δεκτός ως ελευθερωτής. Το 610 μ.Χ. ο Ηράκλειος ανακηρύχτηκε αυτοκράτορας. *

* Βασική πηγή: "Ηλεκτρονικό Ερμηνευτικό Εγκυκλοπαιδικό Λεξικό ΜΑΤΖΕΝΤΑ", Έκδοση 2006.

ΑΓΓΕΛΟΣ ΣΑΚΚΕΤΟΣ  2010

 

 

 

Για να δείτε κάποιες σελίδες πρέπει να έχετε τον flash player που μπορείτε να βρείτε πατώντας στο εικονίδιο δίπλα.

Πνευματικά δικαιώματα © 2009

 Συντελεστές  και επικοινωνία μαζί μας

       SiteLock