πίσω

ΜΙΝΩΙΚΟΙ ΟΙΚΙΣΜΟΙ ΣΤΗΝ ΚΡΗΤΗ

 

ΤΟΠΟΘΕΣΙΑ ΑΓΙΑ ΤΡΙΑΔΑ

Στην περιοχή του ερειπωμένου χωριού Αγία Τριάδα Πυργιωτίσσης δυτικώς της Φαιστού και επί της νότιας όχθης του Γεροποτάμου (Ληθαίου) ανακαλύφθηκε από την Ιταλική Αρχαιολογική Σχολή ο αρχαιολογικός χώρος της Αγίας Τριάδας. Οι ανασκαφές ξεκίνησαν το έτος 1901 και συνεχίζονται μέχρι και σήμερα.. Μέχρι τώρα έχουν έρθει στο φως λίγα νεολιθικά λείψανα, αρχιτεκτονικά λείψανα από δύο κυκλοτερείς τάφους, κεραμική και άλλα ευρήματα της ΠΜ περιόδου, ΜΜ - ΥΜ Ι Βασιλική έπαυλη και ΜΜ οικισμός, μυκηναϊκό μέγαρο που στην πρωτογεωμετρική και γεωμετρική περίοδο χρησιμοποιείται σαν Ιερό και Αγορά της ΥΜ ΙΙΙ Α - Γ και υπομινωικής περιόδου, τάφοι διαφόρων τύπων, κεραμική και άλλα ευρήματα χρονολογούμενα από ΜΜ μέχρι ΥΜ ΙΙΙ Β χρόνων. 

 

ΒΑΣΙΛΙΚΗ ΕΠΑΥΛΗ ΑΓΙΑΣ ΤΡΙΑΔΑΣ

Η έπαυλη κτίζεται τέλη της ΜΜ περιόδου. Βόρεια της έπαυλης βρίσκεται η " Bastione" που καταστράφηκε κατά την ΥΜΙβ περίοδο. Σύμφωνα με την θεωρία του Watrous ( 1984) η έπαυλη της Αγ. Τριάδας αποτελείται από δύο διακριτά αυτόνομα κτήρια (όπως στην περίπτωση της Τυλίσου) δεν είναι απόλυτα σαφής. Η χρήση της έπαυλης ήταν παρόμοια με αυτή των ανακτόρων. Στην διάρκεια της Νεοανακτορικής περιόδου η Αγ. Τριάδα κερδίζει σε σημασία σε αντίθεση με την Φαιστό. Στην Έπαυλη βρέθηκαν 700 σφραγίδες και πινακίδες γραμμικής Α που αποδεικνύουν ότι η έπαυλη χρησιμοποιούταν για καταγραφή, συλλογή και αποθήκευση των αγαθών και της παραγωγής. Η αρχιτεκτονική της είναι ανακτορική με πολύθυρα περιστύλιο, ορθομαρμαρώσεις και τοιχογραφίες

Σαρκοφάγος από την Αγία Τριάδα

Σαρκοφάγος από τάφο της Αγίας Τριάδας στον οποίο απεικονίζονται σκηνές λατρευτικών τελετών. Διακρίνεται η ιέρεια που αδειάζει το αίμα της θυσίας του ταύρου, το οποίο στη συνέχεια μεταφέρεται μέσα σε κάδο από άλλη ιέρεια. Ταυτόχρονα ένας μουσικός παίζει επτάχορδη λύρα. Εικονίζονται ακόμα τρεις άνδρες με δέρματα ζώων να προσφέρουν μόσχους και ένα ομοίωμα πλοίου στο νεκρό που στέκεται δεξιά. Η παράσταση συνεχίζεται και στη στενή πλευρά της σαρκοφάγου με απεικόνιση ενός άρματος που σέρνουν γρύπες και το οποίο μεταφέρει δύο γυναικείες μορφές.

ΑΝΑΣΚΟΠΗΣΗ

ΤΟΠΟΘΕΤΗΣΤΕ ΤΟΝ ΚΕΡΣΟΡΑ ΠΑΝΩ ΣΤΙΣ ΕΙΚΟΝΕΣ ΚΑΙ ΠΑΤΗΣΤΕ ΓΙΑ ΜΕΓΑΛΥΤΕΡΟ ΜΕΓΕΘΟΣ

 

Κύρια αίθουσα του ανακτόρου

Η Αγία Τριάδα βρίσκεται μερικά χιλιόμετρα από τη Φαιστό στη δυτική πλαγιά ενός λόφου 30-40 μέτρα πάνω από την επιφάνεια της θάλασσας και του ανασκαμμένου χώρου που έχει διάσταση  135 επί 135 μέτρα. Ένας σημαντικός οικισμός στην περιοχή γνωστή σήμερα ως Αγία Τριάδα , υπήρχε δε κατά την Πρώιμη Εποχή του Χαλκού, EM Ι. Περαιτέρω στοιχεία της έγκαιρης διευθέτησης της ανασκαφής είναι οι δύο Πρώιμη θολωτοί Μινωικοί τάφοι μαζί με τα ταφικά δωμάτιά τους. Η Αγία Τριάδα κατοικήθηκε καθ 'όλη τη Μέση Μινωική περίοδο, αλλά δεν είναι ακόμη γνωστό πόσο σημαντικός ήταν ο οικισμός εκείνη τη περίοδο . Είναι πιθανό ότι ο οικισμός ήταν τόσο μεγάλος όσο θα έπρεπε να είναι όμως σε μεταγενέστερες περιόδους, αν και δεν υπάρχουν στοιχεία για μεγάλα  κτίρια στην κλίμακα όπως το  Μικρό Παλάτι ή Royal Villa, που χτίστηκαν στη νεοανακτορική περίοδο. 

 

 

Εργαστήρια

Το Μικρό παλάτι χτίστηκε στα τέλη της Μέσης Μινωικής περιόδου , μετά τους σεισμούς που κατέστρεψαν τα παλιά ανάκτορα και η ύπαρξή του έχει εξηγηθεί από ορισμένους ως «θερινό ανάκτορο » για την «βασιλιά» της Φαιστού. Άλλοι έχουν υποστηρίξει ότι η Αγία Τριάδα ήταν η έδρα του τοπικού επικεφαλή άρχοντα . Όπως και στη Φαιστό, και σε αντίθεση με το βόρειο παλάτι, γύψος προτιμήθηκε για  διακόσμηση στις τοιχογραφίες και εδώ οι φωταγωγοί βρίσκονταν στο επίκεντρο των  δωματίων  και όχι στο άκρο του κτηρίου . Το παλάτι δεν ήταν στην κλίμακα της Κνωσού και της Φαιστού, αλλά περιείχε εντούτοις διαμερίσματα, φωταγωγούς  πηγάδια, ιερά, ειδικούς χώρους, εργαστήρια, κλιμακοστάσια, στοές, αυλές κ.λπ. Η βίλα καταστράφηκε από φωτιά στο τέλος της Υστερομινωικής ΙΒ και ευτυχώς δεν λεηλατήθηκε.

 

  

Σκάλα  από τη βόρεια πτέρυγα 
του παλατιού

Τα πολυάριθμα σημαντικά ευρήματα στην περιοχή περιλαμβάνονται πινακίδες της Γραμμικής Α και σφραγίσματα από πηλό, ενδεικτικό της τοπικής γραφειοκρατίας, καθώς και τοιχογραφίες και πέτρινα σκαλιστά αγγεία, από τα οποία τα πιο γνωστά είναι το αγγείο «Πυγμάχος} ( ρυτό με σκηνές της πυγμαχίας, πάλης και ταυροκαθάψια), λαξευμένη σε στεατίτη, καθώς και το αγγείο Harvester, επίσης ρυτό. Η περίφημη σαρκοφάγος, δείχνοντας τα  ταφικά έθιμα πώς εκτελούνται, βρέθηκε κοντά σε ένα μινωικό νεκροταφείο που χρονολογείται από την ίδια περίοδο με το παλάτι.

Τα ευρήματα και η αρχιτεκτονική στην Αγία Τριάδα, εκτελούσαν τις ίδιες λειτουργίες με τα ανάκτορα. Ο πολύ μεγάλος αριθμός των χώρων αποθήκευσης, σε σχέση με το συνολικό μέγεθος της βίλας, σε συνδυασμό με την παρουσία των πινακίδων Γραμμικής Α και σφραγίσματα από πηλό δείχνουν ότι το κτίριο που χρησιμοποιείται κυρίως για την αποθήκευση των προϊόντων και την τήρηση αρχείων. Αυτό δημιουργεί τεράστια ερωτήματα σχετικά με την κοινωνική οργάνωση στην ιστορία αυτής της περιόδου. Ήταν αυτά τα κτήρια τελικά παλάτια ή για άλλες εργασίες; τίθεται  το ερώτημα ,από νεώτερους μελετητές ενώ ο  Evans τα ονόμασε έτσι ,παλάτια δηλαδή,. Έχει επισημανθεί επανειλημμένως ότι πολλές από αυτές τις κατασκευές αποκαλούμενες παλάτια φαίνεται να είναι απίθανο να είναι  έδρες της βασιλικής εξουσίας, δεδομένου την  συχνά υποβαθμισμένη θέση των δωματίων που έχουν χαρακτηριστεί ως βασιλικά διαμερίσματα. Άλλοι προτιμούν να τα δουν όχι ως παλάτια, αλλά ως ναούς που έπαιξαν σημαντικό ρόλο στη διανομή των τροφίμων και άλλων προϊόντων, μεταξύ του τοπικού πληθυσμού. Έκτος κα εάν υπήρξε την εποχή εκείνη το εκπληκτικό φαινόμενο ενός ιδρύματος κοινωνικής πρόνοιας.!!!.

Βήματα στο δικαστήριο των ιερών από την 
βόρεια πτέρυγα του ανακτόρου

 

Αυτό που είναι ενδιαφέρον για την Αγία Τριάδα είναι ότι στην νεοανακτορική περίοδο τα ευρήματα ήταν πολύ πιο πλούσια από ό, τι στη Φαιστό, ενώ κατά την Μέση Μινωική περίοδο τα ευρήματα ήταν πιο πλούσια αυτά της  Φαιστού και φτωχότερα  στην Αγία Τριάδα. Φαίνεται ότι, παρόλο που η Φαιστός συνέχισε να είναι ένα σημαντικό παλάτι καθ 'όλη τη Νεοανακτορική περίοδο, η Αγία Τριάδα απόκτησε μεγαλύτερη σημασία και είχε  πιο πυκνό και σταθερό πληθυσμό από ό, τι η Φαιστός. 

Το Αρχείο σφραγίδων

Το παλάτι αποτελεί το σχήμα ακανόνιστου L γύρω από τις δύο πλευρές μία  πλακόστρωτη αυλή η οποία πήρε το όνομά της από την ιταλική αρχαιολογική ανασκαφή , το «το αίθριο  των Προσκυνημάτων", και το πιο σημαντικό μέρος του κτιρίου βρίσκεται εκεί όπου τα δύο τμήματα ενώνονται σε ένα L. Είναι εδώ που η  κύρια αίθουσα, τα δωμάτια με τους  πάγκους αλλά και το αρχείο των σφραγίδων πρέπει να αναζητηθούν. Το νότιο άκρο ήταν πιθανότατα χώρος υπηρεσίας .  

Βόρεια του ανακτόρου βρίσκεται η πόλη, και βόρειο-ανατολικά της πόλης είναι μια περιοχή ενταφιασμών. Σε ό, τι απομένει από την πόλη, μια  μακριά, στενή πλατεία που  περιείχε οκτώ καταστήματα κατά μήκος της ανατολικής πλευράς και χρονολογείται από την Υστερομινωική περίοδο. Τα σπίτια στα δυτικά από την αγορά έχουν ημερομηνία από δύο διακριτές περιόδους. Το χαμηλότερο από αυτά είναι σύγχρονο με το ανάκτορο και χρονολογούνται από τη Νεοανακτορική περίοδο (1600-1400 π.Χ.), ενώ τα  υπόλοιπα είναι σύγχρονα με την αγορά από την Υστερομινωική περίοδο, (1400-1100 π.Χ.).

Η αγορά στην μινωική πόλη με 
τα οκτώ καταστήματα στη δεξιά πλευρά

 

 

ΤΟ ΝΕΚΡΟΤΑΦΕΙΟ ΤΗΣ ΑΓΙΑΣ ΤΡΙΑΔΑΣ

Στο νεκροταφείο διακρίνονται, ο θολωτός τάφος Α με πλευρικά δωμάτια και περίβολο, ο θολωτός τάφος Β, 10 συνεχόμενα δωμάτια, και τέλος το ορθογώνιο δωμάτιο που βρέθηκε η σαρκοφάγος της Αγ. Τριάδας. Οι τάφοι χρονολογούνται στην προανακτορική και μετανακτορική περίοδο. Είναι χαρακτηριστικό ότι οι τάφοι χρονολογούνται στην προανακτορική και μετανακτορική περίοδο ενώ δεν έχει βρεθεί το νεκροταφείο της Βασιλικής έπαυλης και του οικισμού που χρονολογούνται στη νεοανακτορική περίοδο. Τα υπολείμματα του αποχετευτικού συστήματος που υπήρχε στο παλάτι και στην πόλη μπορούν ακόμα & σήμερα, να τα δούμε  στη βόρεια πλευρά της βόρειας πτέρυγας του ανακτόρου. Δύο μεγάλα κτίρια αργότερα έχουν ανεγερθεί πάνω στα ερείπια της βόρειας πτέρυγας του ανακτόρου, καθώς και αυτές χρονολογούνται από την ίδια περίοδο με την αγορά. Το μεγαλύτερο από τα δύο, στο κέντρο της βόρειας πτέρυγας, είναι ένα μέγαρο μυκηναϊκού τύπου , και πιστεύεται ότι ήταν η κατοικία του Αχαιού ηγεμόνα της περιοχής. Το δεύτερο κτίριο, στα ανατολικά του πρώτου, μπορεί να ήταν ένα ιερό. Η Αγία Τριάδα είναι γενικά μια πολύ ήσυχη περιοχή και είναι μόλις τρία χιλιόμετρα από την Φαιστό. 

 

ΤΟΠΟΘΕΣΙΑ ΑΓΙΟΣ ΓΕΩΡΓΙΟΣ

 

 

ΤΟΠΟΘΕΤΗΣΤΕ ΤΟΝ ΚΕΡΣΟΡΑ ΠΑΝΩ ΣΤΙΣ ΕΙΚΟΝΕΣ ΚΑΙ ΠΑΤΗΣΤΕ ΓΙΑ ΜΕΓΑΛΥΤΕΡΟ ΜΕΓΕΘΟΣ

 

Αίθουσα Α στα αριστερά, με τον θάλαμο περικοπή σχετικά με το δικαίωμα

Η βίλα είναι γνωστή ως Άγιος Γεώργιος, βρίσκεται σε ένα λόφο γνωστό ως Προφήτη Ηλία, που δεν απέχει πολύ από την Πραισό. Η βίλα χτίστηκε σε τέσσερις βεράντες και καλύπτει έκταση 700 τετραγωνικών μέτρων. Τα δυτικά τμήματα και βόρεια του λόφου είναι πολύ απότομες και τμήμα του συγκροτήματος εκεί έχει εξαφανιστεί λόγω κατολισθήσεων. Το κτίριο δεν είναι πολύ καλά διατηρημένο, ενώ οι ανώτερα ευρισκόμενες  βεράντες έχουν επιβιώσει καλύτερα από τις κάτω.

Η περιοχή είχε εισαχθεί μέσω του ανοίγματος δίπλα στον δυτικό τοίχο του δωματίου Α. Θεωρείται ότι αυτό το δωμάτιο μπορεί να χρησιμεύσει ως ένας προθάλαμος για το συγκρότημα, δεδομένης της υψηλής ποιότητας της τοιχοποιίας αυτού του τείχους. Απέναντι η αίθουσα Α, μια αίθουσα που είχε κοπεί πάνω στο βράχο και πιθανότατα ασκεπής. Αυτή φαίνεται επίσης να αποτελεί μέρος της εισόδου του συγκροτήματος.

Η χαμηλότερη βεράντα - το ανατολικό τμήμα του συγκροτήματος - είναι το λιγότερο καλά διατηρημένο μέρος. Η επόμενη βεράντα πάνω, τα δωμάτια Ε, Ζ, Η και Θ, φέρουν σημάδια που δείχνουν μια μεταγενέστερη φάση του κτιρίου. Δυστυχώς δεν είναι δυνατό να κατανοήσουμε πώς θα φαινόταν γιατί χριστιανικές ταφές έχουν πρόωρα κατέστρεψε το μεγαλύτερο μέρος αυτού του τμήματος της περιοχής. 

Η σκάλα στην κορυφή ταράτσα

Τα πιο σημαντικά μέρη του κτιρίου βρισκόταν στην κορυφή με δύο βεράντες και ταράτσα που περιελάμβανε μια σειρά από δωμάτια, τα οποία είχαν πρόσβαση από ψηλά σε  διάδρομο ανοικτό στην ανατολική πλευρά. Έτσι τα δωμάτια Λ, Μ, Ν, Ξ, Ο και Π για το δεύτερο αίθριο ήταν προσβάσιμα από τον IK διάδρομο στα ανατολικά τους. Τα δωμάτια στον τελευταίο όροφο ενώνεται  με σκάλα από το νότο, εκ των οποίων εννέα μέτρα παραμένουν επί τόπου. Στην κορυφή της κλίμακας ήταν εν μέρει ένας πλακόστρωτος διάδρομος που ήταν το κέντρο ολόκληρου του κτιριακού συγκροτήματος. Από εδώ ήταν δυνατό να φτάσει τα δωμάτια του τελευταίου ορόφου και το πιθανότερο είναι και τα δωμάτια του πρώτου ορόφου των κτιρίων για τη δεύτερη βεράντα (Λ, Μ, Ν, Ξ, Ο, Π).

Όπως ο Λευτέρης Πλάτων επισημαίνει, «η ποιότητα της κατασκευής στα δωμάτια στον τελευταίο όροφο ήταν η υψηλότερη σε όλη την δόμηση και δίνει σε αυτό μια πτυχή  ανεξάρτητης μονάδας. Η Πρόσοψη ανατολικά, χτίστηκε με μεγάλους, ασβεστολιθικούς ογκόλιθους και θα είναι πολύ εντυπωσιακό για τους ανθρώπους να ανέβουν από τις δύο σκάλες. Τα δωμάτια είναι ευρύχωρα με διπλό άνοιγμα των θυρών στους  ανάμεσα διαχωριστικούς τοίχους. Η βόρεια και νότια άκρα του πάνω κτιρίου πιθανόν υπήρχαν  βεράντες, τμήματα των οποίων έχουν εξαφανιστεί κάτω από τις κλίσεις. " 

Δωμάτια Ξ, Ο, Π για το δεύτερο αίθριο

Ενώ η κεραμική που βρέθηκε στην τοποθεσία έχουν  ημερομηνία καταστροφής ΥΜ ΙΑ, το γεγονός ότι αυτό το ύφος της αγγειοπλαστικής επέζησε  στην ανατολική Κρήτη μέχρι το τέλος της ΥΜ ΙΒ προτείνεται  μια μεταγενέστερη ημερομηνία καταστροφής.Στο τελευταίο όροφο στις αποθήκες βρέθηκαν εκεί και ορισμένα μεγάλα πιθάρια και άλλα αγγεία. Στα Δωμάτια Β1 και Ψ βρήκαν τον εξοπλισμό, για το στύψιμο του  σταφυλιού με  μυλόπετρες και τροχό αγγειοπλαστικής. Τα πέτρινα παγκάκια βρέθηκαν  εδώ είναι  σχεδόν βέβαιο ότι συνδέονται με τις διαδικασίες παραγωγής που έλαβε χώρα εδώ.Όσον αφορά τη δεύτερη βεράντα, στα δωμάτια Μ, Ν, Ξ, Ο, Π, ένας μεγάλος αριθμός από υφαντικά βάρη βρέθηκαν, που σημαίνει ότι υπήρχαν  αργαλειούς ύφανσης στον πρώτο όροφο. Ο Νικόλαος Πλάτων, θεωρεί αυτή την περιοχή ότι ήταν σπίτια και χώροι κατοικίας  , ιδίως για τις γυναίκες. Η χαμηλότερη βεράντα είχε επίσης ένα άλλο πατητήρι και, ενδεχομένως, μια κουζίνα. Λείπουν , δεν έχουν βρεθεί  στον  χώρο  πολύτιμα αντικείμενα και τα αντικείμενα που έχουν μια θρησκευτική ή τελετουργική σημασία.. Έχει λεχθεί πρόσφατα ότι η βίλα στον Άγιο Γεώργιο, δεν μπορεί  σταθεί λειτουργικά από μόνη της και ότι πιθανότατα υπάρχει ένας μικρός οικισμός γύρω από τον χώρο . Ωστόσο, το κτίριο βρίσκεται στην πιο ευνοϊκή θέση στην κοιλάδα. Η ακριβής σχέση του κτιρίου αυτού για τον περιβάλλοντα οικισμό και προς τα ανάκτορα δεν είναι γνωστή, αλλά είναι πιθανό, όπως ο Λευτέρης Πλάτων υποστηρίζει, ότι «η κύρια λειτουργία είναι η αξιοποίηση των περιορισμένων αγροτικών ζωνών γύρω από αυτό." 


Παροχές Ψ στην κορυφή βεράντα


Δωμάτιο X στην κορυφή βεράντα


Μέση ταράτσα από το Νότο


Μέση ταράτσα εμφανίσεις της ΝΕ


Βόρεια τέλος του τελευταίου ορόφου


Δωμάτια Μ και Ν

 

 

ΤΟΠΟΘΕΣΙΑ ΧΑΜΑΙΖΙ (ΧΑΜΕΖΙ)

ΑΡΧΑΙΟΛΟΓΙΚΗ ΠΕΡΙΟΧΗ ΧΑΜΑΙΖΙΟΥ

 Σε κωνοειδή λόφο γνωστό ως Σουβλωτό Μουρί, βρίσκεται το μοναδικό ελλειπτικό σπίτι της Μεσομινωικής Ια (2100-2000 π.Χ εποχής. Πρόκειται για ενδιάμεσο τύπο μεταξύ κυκλικού και ορθογώνιου κτηρίου. Σώζονται δύο οικοδομικές φάσεις. Τα παλαιότερα κτήρια που ανήκουν στους Πρωτομινωικούς (2800-2300 π.Χ.) χρόνους εκτείνονται και έξω από την ανατολική πλευρά του πρώιμου οικοδομήματος και πρόκειται για κατοικίες Μινωιτών αγροτών. Οι τοίχοι μάλιστα αυτών των κτισμάτων έχουν έντονη καμπυλότητα. Η εύρεση ειδωλίων δημιούργησε την υπόνοια ότι επρόκειτο για ιερό κορυφής, φαίνεται όμως πως στην πραγματικότητα ήταν οικιακό ιερό που είχε ενσωματωθεί στην οικία. Η κεντρική είσοδος της ελλειπτικής οικίας της Μεσομινωικής εποχής (2200-1550 π.Χ.) βρίσκεται στα ΝΑ, ενώ μια δεύτερη αποκαλύφθηκε στα ΒΔ, όπου υπάρχει και μια κλίμακα για τον δεύτερο όροφο. Δομικό πυρήνα της οικίας αποτελεί μια μικρών διαστάσεων υπαίθρια αυλή με την οποία συγκοινωνούσαν με ανοίγματα (θύρες) τα γύρω δωμάτια. Στο ανατολικό τμήμα της υπάρχει πηγάδι-δεξαμενή. ΄Ενα από τα μεγαλύτερα δωμάτια στα ΒΑ ερμηνεύεται ως οικιακό ιερό. Σε παλιότερη φάση ανήκουν τα θεμέλια τριών δωματίων στην ανατολική εξωτερική πλευρά με έντονη επίσης καμπυλότητα. 

 



H οικία του Χαμαιζίου ανασκάφηκε το 1903 από τον Στ. Ξανθουδίδη, ενώ ο D. Mackenzie στα 1907, στην ανασκαφική του έκθεση, διατυπώνει σωστές παρατηρήσεις σχετικά με την αρχιτεκτονική διαρρύθμιση του κτηρίου. Το 1971, σε νεώτερες έρευνες καθαρισμού και στερεώσεων από την Εφορεία Αρχαιοτήτων Ανατολικής Κρήτης που διηύθυνε ο έφορος αρχαιοτήτων Κ. Δαβάρας, ήλθαν στο φως στοιχεία που μετέβαλαν ή ενίσχυσαν κάποια από τα προηγούμενα συμπεράσματα. Παρατηρήσεις για τη χρήση του κτηρίου έκαναν επίσης ο Στ. Αλεξίου και ο Ν.Πλάτων.
 

ΤΟΠΟΘΕΤΗΣΤΕ ΤΟΝ ΚΕΡΣΟΡΑ ΠΑΝΩ ΣΤΙΣ ΕΙΚΟΝΕΣ ΚΑΙ ΠΑΤΗΣΤΕ ΓΙΑ ΜΕΓΑΛΥΤΕΡΟ ΜΕΓΕΘΟΣ

 

 

 

Το δυτικό τμήμα του κτιρίου με τη στέρνα για το δικαίωμα

Το Χαμαίζι  βρίσκεται στο λόφο γνωστό ως Σουβλωτο Μουρί, (= σουβλωτή μούρη, όψη) κοντά στο χωριό Χαμαίζι της ανατολικής Κρήτης .Από την περιοχή, η πόλη της Σητείας μπορεί να ειδωθεί στο βάθος. Το κτήριο  παραμένει σταθερό και  είναι από τη Μεσομινωική Α, και είναι μοναδικό γιατί είναι το μόνο οβάλ κτίριο που μέχρι τώρα έχει ανακαλυφθεί από τη Μινωική εποχή. Μια πρόταση είναι ότι η μικρή κορυφή γύρο του λόφου υπαγορεύει το ελλειψοειδές σχήμα των κτιρίων.

 

 

 

Η δεξαμενή στο προσκήνιο και πίσω από αυτό προς τα δεξιά στην αυλή που σχηματίζεται από το κέντρο του συγκροτήματος

Παρόλο που πολλοί  αρχαιολόγοι έχουν προτείνει ότι το κτίριο ήταν ένα ιερό κορυφής, αυτό φαίνεται μάλλον απίθανο. Είναι πιο πιθανό να έχουν το τελευταίο από μια σειρά οικιών που χρονολογούνται από την Πρωτομινωική περίοδο. Επίσης έχει επισημανθεί ότι, με την καταπληκτική θέα στον κόλπο της Σητείας, το έχουν  κάνει για να είναι  άριστο παρατηρητήριο και  ο Castleden πιστεύει ότι μπορεί να ήταν ένα,  από μια σειρά που χτίστηκαν στην περιοχή, και το κτίριο στην Αγία Φωτιά να αποτελεί ένα άλλο.

 

 

 

 

 

Το ανατολικό τμήμα των κτιρίων

Η τοποθεσία αρχικά ανασκάφηκε από τον Ξανθουδίδη το 1903 και ξανά από τον  Δαβάρα το 1971. Αν και περιφραγμένο, η πύλη φαίνεται να μείνει μόνιμα ανοικτή, ώστε ο χώρος είναι ανοιχτός όλο το χρόνο. 

 

 

 

 

 

 

 Οι παρακάτω φωτογραφίες ξεκινούν  με το πηγάδι, που ακολουθείται από την ανατολική είσοδο. Τα δωμάτια είναι στη συνέχεια αυτών ,φωτογραφήθηκε σε μια δεξιόστροφη κατεύθυνση ξεκινώντας από την πρώτη αίθουσα, στα νότια της ανατολικής εισόδου. Μερικά από τα δωμάτια έχουν φωτογραφηθεί δύο φορές από διαφορετικές οπτικές γωνίες. Φωτογραφίες  .13s και 15s δείχνουν την δυτική είσοδο του συγκροτήματος. Φωτογραφίες 17, 19, 20 και 21 δείχνουν τα ερείπια της δομές έξω από τον κύριο κύκλο.

 

 

ΤΟΠΟΘΕΣΙΑ ΧΑΝΙΑ / ΚΥΔΩΝΙΑ 

Φαίνεται ότι στη Δυτική Κρήτη η κατοίκηση ήταν εκτεταμένη ήδη από τη νεολιθική εποχή, γεγονός που συνεχίστηκε και στα μινωικά χρόνια. Σε αυτό συνετέλεσε το εύφορο έδαφος και τα ασφαλή της αγκυροβόλια. Αλλά ο ορεινός και δασώδης χαρακτήρας της ίσως δεν της επέτρεψε να αναπτυχθεί με τον ίδιο ρυθμό όπως το κεντρικό τμήμα του νησιού.

Η πρωτομινωική περίοδος (2800 - 2100 π.Χ.) αρχίζει με αισθητή την ανθρώπινη επέμβαση στο περιβάλλον. Τώρα φθάνουν στο νησί νέα φυλετικά στοιχεία που ενισχύουν τον προϋπάρχοντα πληθυσμό. Η άφιξή τους σε συνδυασμό με την ίδρυση οικισμών σε ορεινά και δυσπρόσιτα μέρη, όπως η Ντέμπλα Βαρυπέτρου και την έντονη ανθρώπινη παρουσία σε σπήλαια, όπως στα Κεραμειά, γεννά πολλά ερωτηματικά σχετικά με το ειρηνικό κλίμα της εποχής. Εξαπλώνεται η χρήση και η επεξεργασία του οψιανού και μπορεί κανείς να μιλήσει για στενές σχέσεις με τις Κυκλάδες όπου παράλληλα είχε αρχίσει η εξέλιξη του Πρωτοκυκλαδικού πολιτισμού, όπως συμπεραίνεται από την κεραμική και την ταφική αρχιτεκτονική. Στην κοιλάδα των Νέων Ρουμάτων, μακριά από τη θάλασσα, αποκαλύφθηκε τυχαία (το 1980), ένας σημαντικός πρωτομινωικός τάφος που θυμίζει πολύ τους σύγχρονούς του κυκλαδικούς. Είναι μικρών διαστάσεων, θολωτός, χτισμένος με ποταμίσιες πέτρες και περιείχε ένα νεκρό σε πολύ συνεσταλμένη στάση και δύο αγγεία ως κτερίσματα. Αποτελεί καινούργιο στοιχείο για την πρωτομινωική ταφική αρχιτεκτονική, γιατί οι έως τώρα γνωστοί στην Κρήτη τάφοι είναι μεγαλύτερων διαστάσεων, με πιο αντιπροσωπευτικούς τους μεγάλους κυκλικούς της Μεσαράς, όπου φαίνεται ότι θάβονται τα μέλη ενός ολόκληρου γένους.

Ίχνη από πρωτομινωικές εγκαταστάσεις εντοπίστηκαν σε διάφορα υψώματα γύρω από την κοιλάδα των Νέων Ρουμάτων, αλλά ο μέχρι στιγμής πρωιμότερος ανασκαμμένος μινωικός οικισμός βρίσκεται στο λόφο Ντέμπλα Βαρυπέτρου, σε υψόμετρο 542 μέτρων. Το 1971 εντοπίστηκαν τρία σπίτια και τμήμα ενός τέταρτου. Πρόκειται για μονόχωρες κατασκευές, οι τρεις τετράπλευρες και η τέταρτη τριγωνική. Βρέθηκαν ίχνη στέγης που ήταν κατασκευασμένη από κλαδιά και πηλό, καθώς και πήλινα αγγεία διαφόρων τύπων, ανάμεσα στα οποία ξεχωριστό ενδιαφέρον παρουσιάζει η άβαφη πρόχους (κανάτα). Ανασκάφτηκε μόνο το ένα κτίσμα με λίθινο θεμέλιο και τοίχους από φθαρτά υλικά. Μπροστά στην είσοδο είχε διαμορφωθεί ελεύθερος χώρος από πατημένα βότσαλα και όστρακα. Η αρχιτεκτονική και η μελέτη των λεπίδων, των φολίδων και των απολεπισμάτων οψιανού δείχνουν πληθυσμό μάλλον ομαδικό παρά γεωργικό, ενώ η κεραμική παρουσιάζει ομοιότητες με την κεντρική Κρήτη, την ηπειρωτική Ελλάδα, τις Κυκλάδες (Γκρόττα Νάξου) ακόμη και τη Χίο.

Ένας τρίτος σημαντικός οικισμός πρέπει να υπήρχε κοντά στο χωριό Σκουραχλάδα Κεραμειών, σύμφωνα με τα άφθονα ευρήματα που προέρχονται από τα σπήλαια της περιοχής. Σε αυτά συγκαταλέγονται αξιόλογα πήλινα σκεύη, ορισμένα από τα οποία δείχνουν στενή σχέση με τις Κυκλάδες, όπως η απομίμηση και η εγχάρακτη διακόσμηση. Ο πρωτομινωικός οικισμός της Σκουραχλάδας μπορεί να θεωρηθεί ως ένα από τα κύρια κέντρα ανάπτυξης και διάδοσης του εγχάρακτου ρυθμού στο νησί.

Ένας ακόμη πρωτομινωικός οικισμός που συνεχίζει να κατοικείται και κατά τη μεσομινωική περίοδο έχει εντοπιστεί στο παραλιακό ύψωμα Ψαθί της κοινότητας Γαλατά Κυδωνίας. Μέχρι την αρχή της δεκαετίας του 80΄ οι γνώσεις μας για την ύπαρξη μινωικών αρχαιοτήτων στην περιοχή της Κισάμου ήταν ελάχιστες, ενώ οι αντίστοιχες ανασκαφικές έρευνες ανύπαρκτες. Ο μινωικός οικισμός στα Νοπήγεια Κισάμου άρχισε να έρχεται στο φως μόλις το 1983. Βρίσκεται στα βόρεια άκρη του παραλιακού υψώματος Τρουλιά, σε ελάχιστη απόσταση από τη θάλασσα κατά την αρχαιότητα και ιδρύθηκε στην ΠΜ ΠΑ περίοδο. Στην ίδια θέση ήκμασε και οικισμός των κλασικών χρόνων που επέζησε έως τους πρώτους χριστιανικούς αιώνες. Δυτικότερα, σε παραλιακό επίσης λόφο, εντοπίστηκε ο οικισμός στη θέση Βιγλιά Καλυβιανής, που επίσης ιδρύθηκε στα πρωτομινωικά χρόνια. Ένας άλλος οικισμός της ίδιας περιόδου εντοπίστηκε στη βορειοδυτική άκρη του νησιού, στην περιοχή της Φαλάσαρνας, σε παραλιακή θέση νοτιότερα της κλασικής πόλης. Επίσης κάτω από τα ερείπια της ρωμαϊκής πόλης Κισάμου (δηλαδή το σημερινό Καστέλλι), άρχισαν από το 1989 να παρουσιάζονται ψιθυριστά θα 'λεγε κανείς, τα πρώτα μινωικά όστρακα, από τα οποία τα παλαιότερα ανήκουν κι εδώ στην πρωτομινωική εποχή. Μέχρι τις πρόσφατες αυτές αποκαλύψεις, η μοναδική μινωική μαρτυρία για την πόλη της Κισάμου προερχόταν από υστερομινωικό ψευδόστομο αμφορίσκο, που είχε βρεθεί στην περιοχή της παλιάς μητρόπολης.

Συστηματική επιφανειακή έρευνα που πραγματοποιήθηκε τα τελευταία χρόνια στην επαρχία Σφακίων, από μέλη της Καναδικής Αρχαιολογικής Σχολής σε συνεργασία με την Τοπική Εφορεία Αρχαιοτήτων, έχει δείξει ότι αυτή η ορεινή και δυσπρόσιτη περιοχή δεν ήταν αποκομμένη από τον πολιτισμό ήδη από την έναρξη της ΠΜ περιόδου (Ανώπολη, Αράδενα, Ασκύφου). Οπωσδήποτε όμως οι προϊστορικοί κάτοικοί της έδειχναν ιδιαίτερη προτίμηση στις παραλιακές θέσεις (Αγία Ρουμέλη, Λουτρό, Φραγκοκάστελλο). Τα ευρήματα που προέρχονται από τις θέσεις αυτές είναι κυρίως κεραμική και οψιανοί που υποδηλώνουν επαφές με τη βορειοδυτική ακτή της Κρήτης. Ίχνη κατοίκησης ήδη από το τέλος της νεολιθικής περιόδου εντοπίστηκαν και στις Μαδάρες, κοντά σε μιτάτα (ποιμενικές εγκαταστάσεις) και πηγές νερού.

Απρόβλεπτος πρωτομινωικός σταθμός έχει υποδειχθεί και στο ακατοίκητο νησάκι της Γαυδοπούλας. Πρωτομινωική κεραμική αναφέρεται και από το νησί της Γαύδου, το οποίο σύμφωνα με το λυρικό ποιητή Καλλίμαχο ταυτίζεται με τη μυθική Ωγυγία, το νησί της Καλυψούς. Φαίνεται ότι πρωτοκατοικήθηκε στη νεολιθική εποχή και συνέχισε να κατοικείται έως τα χριστιανικά χρόνια. Η έλλειψη πληροφοριών κατά το παρελθόν για προϊστορικές θέσεις σε περιοχές της επαρχίας Σελίνου ήταν εντελώς συμπτωματικό γεγονός, οφειλόμενο κυρίως στην απουσία συστηματικής έρευνας. Εντελώς πρόσφατα μινωική κεραμική εντοπίστηκε στα χωριά Καμπανός, Σούγια (Βόθωνας) και στη Λισό.

Παραλιακός είναι τέλος και ο σημαντικότερος πρωτομινωικός οικισμός του νομού που ανασκάπτεται μέσα στην πόλη των Χανίων, με κέντρο του το λόφο Καστέλλι. Μεγάλα σπίτια με καλοχτισμένα δωμάτια, φροντισμένα δάπεδα με κυκλικά κοιλώματα-εστίες, τοίχοι επιχρισμένοι με βαθύ κόκκινο κονίαμα, κανονικά θυρώματα και κεραμικά προϊόντα εξαιρετικής ποιότητας δείχνουν ότι πρόκειται για ένα σπουδαίο πρωτομινωικό κέντρο. Ο οικισμός αυτός είναι ο σημαντικότερος της Δυτικής Κρήτης. Η θέση του είναι ιδανική, γιατί όχι μόνο γειτονεύει με τη θάλασσα, αλλά περιβάλλεται και από τον πλούσιο χανιώτικο κάμπο, πληρώντας έτσι όλες τις προϋποθέσεις για την ανάπτυξη τόσο της γεωργίας όσο και της αλιείας και του θαλάσσιου εμπορίου. Αυτό επιβεβαίωσαν οι εκτεταμένες ανασκαφικές έρευνες που άρχισαν το 1964 και συνεχίζονται μέχρι σήμερα, πάντα με πολλές δυσκολίες, περιορισμένες στους λίγους ελεύθερους χώρους της πυκνοκατοικημένης περιοχής. Ο λόφος κατοικήθηκε αδιάκοπα από τα πρωτομινωικά χρόνια μέχρι τις μέρες μας, με αποτέλεσμα τα ανασκαφικά στρώματα να είναι πάρα πολλά και συχνά πολύ λεπτά σε πάχος, γεγονός που δημιουργεί ανυπέρβλητες δυσκολίες στη χρονολόγηση και την ταύτισή τους, έτσι ώστε οι ανασκαφές στο χώρο αυτό να θεωρούνται από τις δυσκολότερες στο είδος τους.

Κατά την επόμενη μεσομινωική περίοδο (α΄ μισό της δεύτερης χιλιετίας π.Χ.), ο οικισμός των Χανίων αναπτύσσεται σε δυναμικό κέντρο. Είναι η περίοδος κατά την οποία εμφανίζονται στην Κρήτη οι πρώτες ανακτορικές εγκαταστάσεις. Ενώ η οικονομία παραμένει γεωργική, παράλληλα αναπτύσσεται το εμπόριο και η ναυτιλία. Δημιουργούνται εμπορικοί σταθμοί έξω από το νησί και ιδρύονται αποικίες. Μια τέτοια συνδέει την Κρήτη με το κοντινό νησί των Κυθήρων. Χαρακτηριστική είναι η ομοιότητα της κεραμικής από το Καστέλλι Χανίων και το Καστρί Κυθήρων. Το χανιώτικο κεραμικό εργαστήριο παράγει προϊόντα που ακολουθούν τους ρυθμούς της κεντρικής Κρήτης (σκοτεινόν επί ανοικτού, ανοικτόν επί σκοτεινού, τραχωτό ρυθμό, καμαραϊκό ρυθμό), ενώ δεν λείπουν και οι εισαγωγές κεραμικών από την υπόλοιπη Κρήτη. Δυστυχώς, οι μεσομινωικές οικοδομικές φάσεις του οικισμού του Καστελλιού έχουν αφανιστεί από την εκτεταμένη οικοδομική δραστηριότητα στις αμέσως επόμενες περιόδους και είναι πολύ λίγα τα λείψανα που σώζονται. Κτιριακά λείψανα τόσο των πρωτομινωικών όσο και των μεσομινωικών χρόνων που έχουν εντοπιστεί σε διάφορα σημεία στο σημερινό κέντρο της πόλης των Χανίων (περιοχή Δημοτικής Αγοράς και ανατολικότερα), ίσως υποδηλώνουν μια σπονδυλωτή διάρθρωση του προϊστορικού οικισμού, ενώ κέντρο του παραμένει πάντα ο λόφος στο Παλιό Λιμάνι.

Προς το τέλος της μεσομινωικής περιόδου, στο χώρο του σημερινού χωριού Νεροκούρου, λίγο έξω από τα Χανιά και κοντά στη Σούδα, ιδρύεται εκτεταμένος οικισμός, συγκροτημένος κατά γειτονιές. Το σπίτι που σώζεται σε καλύτερη κατάσταση παρουσιάζει πολύ προσεγμένη αρχιτεκτονική, που ακολουθεί τα ανακτορικά πρότυπα με πλακόστρωτα δάπεδα, πολύθυρο και όροφο. Η πρακτική αυτή συνηθίζεται και στην επόμενη περίοδο (υστερομινωική Ι), σε οικισμούς-δορυφόρους των ανακτόρων. Η θέση του οικισμού Νεροκούρου, πάνω στον οδικό και το θαλάσσιο δρόμο επικοινωνίας των Χανίων με την υπόλοιπη Κρήτη, μπορεί να θεωρηθεί ως σημαντική παράμετρος για την ανάπτυξή του.

Όπως αναφέρθηκε παραπάνω, εκτός από τον πρωτομινωικό υπήρχε και μεσομινωικός οικισμός στο παραλιακό ύψωμα Ψαθί της κοινότητας Γαλατά Κυδωνίας. Μαρτυρίες για την ίδια εποχή έχουν προκύψει από πρόσφατη επιφανειακή έρευνα σε αγροτική περιοχή του κοντινού Σταλού.

Στην Κίσαμο η ζωή συνεχίζεται κατά τη μεσομινωική περίοδο στους οικισμούς των Νοπηγείων, της Καλυβιανής, του Καστελλιού και της Φαλάσαρνας. Στα Νοπήγεια έχουν αποκαλυφθεί τα θεμέλια οικιών διαφόρων φάσεων της περιόδου με αντίστοιχα κινητά ευρήματα, κυρίως κεραμική. Σημαντικός οικισμός φαίνεται ότι εκτείνεται ανατολικότερα, στο δίκορφο ύψωμα της Αγίας Βαρβάρας κοντά στα Νοχιά, ο οποίος παραμένει ανεξερεύνητος. Αρχαιολογικές μαρτυρίες υπάρχουν και για την περιοχή της Καλυδωνίας και Ραβδούχα, ενώ εντελώς πρόσφατα εντοπίστηκε κατοίκηση και στο ακρωτήριο Σπάθα, στη βόρεια άκρη της χερσονήσου Ροδωπού, όπου πολύ αργότερα ήκμασε το Δικτύνναιο ιερό. Αφθονα είναι τα ευρήματα και από διάφορα σπήλαια του νομού, όπως αυτό του Μαμελούκου στα Περιβόλια Κυδωνίας και των Κεραμειών. Στο μικρό αυτό οροπέδιο φαίνεται επίσης ότι η σημερινή διάρθρωση κατά γειτονιές ακολουθεί το ίδιο πρότυπο από τη μινωική εποχή.

Τα περισσότερα μινωικά ευρήματα στο νομό χρονολογούνται στην υστερομινωική περίοδο, δηλαδή στο β΄ μισό της δεύτερης χιλιετίας π.Χ. Την ακμή των χρόνων αυτών μπορεί κανείς να παρακολουθήσει στον οικισμό του Καστελλιού Χανίων, που ίσως αυτή την περίοδο έχει το χαρακτήρα ανακτορικής εγκατάστασης. Στην πρώτη φάση της περιόδου, στην ΥΜ Ι (1550-1450 π.Χ.), η Κρήτη βρίσκεται στο απόγειο της ευημερίας της. Η εποχή χαρακτηρίζεται από υπερπόντια δράση, θρησκευτική ζέση, ίδρυση δευτερευόντων κέντρων και παραγωγή έργων τέχνης. Η πόλη των Χανίων παρουσιάζει οργανωμένο πολεοδομικό σχέδιο κατά τετράγωνα, με επιμελημένες κατασκευές και πλούσιες κατοικίες με "ανακτορικά" αρχιτεκτονικά στοιχεία, όπως συνηθίζεται την εποχή αυτή και στην υπόλοιπη Κρήτη: πολύθυρα, φωταγωγοί, ιδιαίτερα φροντισμένες προσόψεις, αποχετευτικό σύστημα. Ορισμένα από τα στοιχεία αυτά εγκαταλείπονται στις επόμενες φάσεις. Τα κτίρια διαθέτουν αρκετά δωμάτια, ορισμένα πλακοστρωμένα, και δεύτερο όροφο. Την καλύτερη εικόνα μάς δίνει η κοινή ελληνοσουηδική ανασκαφή στην πλατεία Αγίας Αικατερίνης. Σε έκταση 550 τ.μ. και σε βάθος 2 μ. έχουν αποκαλυφθεί τμήματα δύο δρόμων, μιας πλατείας και τεσσάρων οικιών, από τις οποίες έχουμε ολόκληρη την κάτοψη της μίας. Καλύπτει 220 τ.μ. και είχε δεύτερο όροφο, το μεγαλύτερο τμήμα του οποίου ήταν ακάλυπτος χώρος. Ανάμεσα στους χώρους που ανασκάφηκαν, ξεχωρίζουν αποθήκες, αίθουσες διαμονής, διπλό κλιμακοστάσιο, διάδρομοι, κουζίνα με εστία και αργαλειό, όπως δείχνουν τα άφθονα υφαντικά βάρη που βρέθηκαν εκεί. Η εγκατάσταση καταστράφηκε ξαφνικά το 1450 π.Χ. από μεγάλη πυρκαγιά, σφραγίζοντας έτσι τα πιο εντυπωσιακά αρχιτεκτονικά λείψανα στο Καστέλλι.

Όμοιες καταστροφές σημειώνονται ταυτόχρονα και σε πολλά άλλα κέντρα του νησιού, που αποδίδονται από τους περισσότερους επιστήμονες σε εχθροπραξίες. Στην ίδια περίοδο ανήκουν 100 περίπου θραύσματα από πήλινες πινακίδες της Γραμμικής Α γραφής, που διατηρήθηκαν εξαιτίας του τυχαίου ψησίματός τους κατά την πυρκαγιά και υποδηλώνουν την ύπαρξη ανακτόρου στη γύρω περιοχή. Περιέχουν καταγραφές γεωργικών προϊόντων και απογραφές ατόμων ή ζώων, όπως συμπεραίνεται από συγκριτική μελέτη με πινακίδες της Γραμμικής Β γραφής. Μαζί με ένα μεγάλο αριθμό πήλινων σφραγισμάτων και δισκίων μαρτυρούν τη λειτουργίας ενός εξελιγμένου συστήματος διοικητικής οργάνωσης που είχε σχέση με τη συγκεντρωτική οικονομία του οικισμού.

Στη μεταβατική περίοδο από την υστερομινωική Ι στην ΙΙ χρονολογείται το μοναδικό πήλινο σφράγισμα, γνωστό ως Master Impression, ένα από τα σημαντικότερα μινωικά ευρήματα του αιώνα μας. Εικονίζει σε βραχώδες παραθαλάσσιο τοπίο, ένα πολυώροφο συγκρότημα (πόλη ή ιερό ή ανάκτορο) που επιστέφεται με κέρατα καθοσιώσεως. Στην κορυφή, ανδρική μορφή (θεός ή ηγεμόνας) στέκεται σε δεσποτική στάση. Μπροστά στην παράσταση δηλώνεται η θάλασσα (διαστάσεις 0,027 x 0,02 μ.).

Πριν προχωρήσουμε στην επόμενη φάση της υστερομινωικής περιόδου, θα σταθούμε για λίγο σε ένα ξεχωριστό εύρημα. Κατά τις ανασκαφές του 1989, στις νοτιοανατολικές υπώρειες του λόφου Καστέλλι, στη συνοικία Σπλάντζια, αποκαλύφθηκε ένα υπόγειο άδυτο, ή όπως συνηθίζεται να λέμε μια δεξαμενή καθαρμών. Είναι η πρώτη φορά που αποκαλύπτεται τέτοιος χώρος στη Δυτική Κρήτη, γεγονός απρόσμενο αλλά όχι και αφύσικο, αφού το άδυτο αποτελεί χαρακτηριστικό γνώρισμα τις μινωικής ανακτορικής αρχιτεκτονικής των νεοανακτορικών χρόνων. Τα αρχαιολογικά δεδομένα δείχνουν ότι κατασκευάστηκε στα μεταβατικά χρόνια από τη μεσομινωική στην υστερομινωική περίοδο. Ο πεσσός και οι τοίχοι ήταν διακοσμημένοι με τοιχογραφίες μέχρι το πλακόστρωτο δάπεδο. Τα θέματά τους είναι μίμηση ορθομαρμάρωσης χαμηλά και ζωφόρος με τρέχουσα σπείρα ψηλότερα, διάκοσμος όμοιος με του αδύτου στην ανατολική πτέρυγα του ανάκτορου της Κνωσού. Οι τοίχοι έχουν διατηρηθεί έως το ύψος των 0,70 μ. και όλος ο χώρος ήταν γεμάτος από τα συντρίμμια της ανωδομής. Η διατήρηση μέχρι αυτό το ύψος ήταν πράγματι εντελώς ανέλπιστη, στην καρδιά της πυκνοκατοικημένης σημερινής πόλης. Ο ανατολικός τοίχος είναι χαμηλός και επιτρέπει την απρόσκοπτη θέα προς το εσωτερικό του χώρου από τον ισόγειο πλακόστρωτο διάδρομο που βρίσκεται εδώ. Ανατολικότερα, διαμορφώνεται μεγάλος πλακόστρωτος χώρος με πολύθυρα. Η αρχιτεκτονική αυτή διάταξη ίσως έχει σχέση με τα δρώμενα μέσα στο άδυτο και την εξασφάλιση της δυνατότητα προσέγγισης ή αποκλεισμού των θεατών. Κατά την υστερομινωική ΙΑ περίοδο ο χώρος έγινε ισόγειο και στην ΙΒ είχε πλέον αχρηστευθεί. Μετά την καταστροφή του 1450, στην υστερομινωική ΙΙ περίοδο, ορισμένα τμήματα των παλαιότερων κτιρίων του οικισμού ξαναχρησιμοποιούνται, με ή χωρίς μετατροπές. Τα σύγχρονά τους κινητά ευρήματα δείχνουν σχετική ευμάρεια (κνωσιακός και ντόπιος ανακτορικός ρυθμός, εφυραϊκές κύλικες).

Κατά την υστερομινωική ΙΙΙ περίοδο (1400-1100 π.Χ.) η πόλη των Χανίων (σε τέσσερις οικοδομικές φάσεις: ΙΙΙ Α2, ΙΙΙ Β1, ΙΙΙ Β2 και ΙΙΙ Γ1) αλλά και όλος ο νομός παρουσιάζουν εντυπωσιακή ευημερία, ειδικά το 14ο και το 13ο αιώνα π.Χ. Παρ' όλα αυτά σε πρόσφατη έρευνα γίνεται λόγος για μείωση του αριθμού των οικισμών στην περιοχή των Χανίων κατά τα χρόνια αυτά. Τα Χανιά εξελίσσονται σε ένα πολύ σημαντικό κέντρο με μυκηναϊκές, κυπριακές, συροφοινικικές, ιταλικές και αιγυπτιακές εισαγωγές. Στενές είναι οι σχέσεις τους με την Αργολίδα και τη Βοιωτία. Η έντονη μυκηναϊκή παρουσία στην Κρήτη των χρόνων αυτών, που στη Δυτική Κρήτη παρουσιάζεται εντονότερη, εκδηλώνεται στην αρχιτεκτονική, την κεραμική και τη μικροτεχνία. Το τοπικό κεραμικό εργαστήριο των Χανίων, γνωστό ως εργαστήριο της Κυδωνίας, αναδεικνύεται ως ένα από τα σπουδαιότερα στο νησί. Προϊόντα που ξεχωρίζουν για την εξαιρετική ποιότητα του πηλού και του αλειφώματος, βρέθηκαν στο Ρέθυμνο, την Κνωσσό, την ανατολική Κρήτη, την Πάτρα, ακόμα και στην Κύπρο και τη Σαρδηνία.

Η περιοχή των Χανίων φαίνεται ότι υπήρξε το κέντρο ενός σημαντικού υπερπόντιου εμπορικού δικτύου στην ΥΜ ΙΙΙ περίοδο, όπως συμπεραίνεται από τη μελέτη ενός ειδικού τύπου αγγείου, του ενεπίγραφου ψευδόστομου αμφορέα, που χρησίμευε για τη μεταφορά υγρών. Αγγεία αυτού του τύπου έχουν βρεθεί εκτός από τα Χανιά και στο Ρέθυμνο, την Κνωσό, τη Θήβα, τον Ορχομενό, τις Μυκήνες, την Τίρυνθα. Ένα είδος χειροποίητης και τροχήλατης στιλβωτής κεραμικής, γνωστής ως barbarian and grey ware, δεν λείπει και από τα Χανιά. Ορισμένοι τη συνδέουν με την Ιταλία, ενώ άλλοι με την Τρωάδα, τα Κεντρικά Βαλκάνια, και την Ήπειρο. Οι χημικές αναλύσεις έδειξαν ότι τα χανιώτικα προϊόντα ήταν τοπικής παραγωγής.

Εξαιρετικά σημαντικό γεγονός για την ιστορία της πόλης των Χανίων υπήρξε, κατά τη διάρκεια της ελληνοσουηδικής ανασκαφής το καλοκαίρι του 1989 και 1990, η ανεύρεση των πρώτων πινακίδων με Γραμμική Β γραφή, που χρονολογούνται στο 1300 π.Χ. (ΥΜ ΙΙΙ Β1). Μέχρι τότε τέτοιες πινακίδες είχαν βρεθεί μόνο στα ανάκτορα της Κνωσού, της Πύλου, των Μυκηνών, της Τίρυνθας και των Θηβών. Οι πινακίδες των Χανίων υποδηλώνουν συγκεντρωτική διοικητική οργάνωση και πιθανόν ανακτορική εγκατάσταση. Στις πινακίδες αναφέρονται οι θεοί Δίας και Διόνυσος, ιερό του Δία, κύρια ανδρικά ονόματα σε σχέση με πόλεις της Κρήτης και δέκα ζεύγη τροχών. Η αναφορά στο όνομα του Διόνυσου αποτελεί ενδεικτικό στοιχείο για τη λατρεία του θεού ήδη από τη μυκηναϊκή εποχή, όπως συμβαίνει και με άλλες θεότητες του Ολυμπίου Πανθέου, και όχι την εισαγωγή της κατά την αρχαϊκή περίοδο.

Στην περιοχή του Αποκορώνου, κοντά στο χωριό Στύλος, ακμάζει ένας επίσης σημαντικός οικισμός, ίσως ο δεύτερος σε σπουδαιότητα στο νόμο, που σχετίζεται με τη μινωική πόλη Απτάρα. Η ίδρυσή του τοποθετείται στα πρωτομινωικά χρόνια και η εγκατάλειψή του στην υστερομινωική ΙΙΙ Γ περίοδο. Σημαντικό εύρημα είναι η κεραμική κάμινος της υστερομινωικής ΙΙΙ περιόδου. Σώζεται σε ύψος 0,70 μ., και έχει εξωτερική διάμετρο 2,30 μ. και πλακόστρωτο δάπεδο.

Κοντά στο Στύλο, σε υψόμετρο 390 μ., βρίσκεται ο μινωικός οικισμός του Σαμωνά που παρουσιάζει ομοιότητες με τα σημερινά κρητικά χωριά, οργανωμένος κατά γειτονιές. Από τα μέχρι τώρα ανασκαμμένα σπίτια του μεγάρου, ένα ήταν διώροφο με βεράντα και πλακόστρωτη αυλή. Στις αποθήκες του ισογείου βρέθηκαν επτά πιθάρια.

Στη χερσόνησο του Ακρωτηρίου, κοντά στο χωριό Στέρνες, ανασκάφηκε το 1972 τμήμα αγροικίας της υστερομινωικής ΙΙΙ Β περιόδου (13ος αι. π.Χ.) όπου βρέθηκαν υπολείμματα φούρνου που περιείχε καμένα σύκα. Τμήμα παρόμοιας αγροικίας παλαιότερης κατά έναν αιώνα ανασκάφηκε εντελώς πρόσφατα κοντά στο χωριό Μόδι Κυδωνίας. Στο χωριό Νεροκούρου σωστικές ανασκαφές απέδειξαν ότι ο οικισμός συνεχίζει να κατοικείται και αυτή την περίοδο. Το ίδιο συμβαίνει και με τους οικισμούς της Κισάμου που αναφέραμε προηγουμένως. Η αύξηση της κεραμικής που παρατηρείται στα σπήλαια της περιοχής των Κεραμειών κατά την ΥΜ ΙΙΙ Β περίοδο, ίσως φανερώνει την ανάγκη καταφυγής στο ορεινό εσωτερικό του νομού σε ορισμένες δύσκολες στιγμές.

Αρκετοί τάφοι των υστερομινωικών ΙΙΙ χρόνων είναι διασκορπισμένοι σε διάφορα σημεία του νομού. Έχουν αποκαλυφθεί τρεις θολωτοί τάφοι τοπαρχών, ένας στο Μάλεμε, ένας στη Φυλακή, και ένας στο Στύλο. Οι δυο πρώτοι έχουν ασυνήθιστο τετράγωνο θάλαμο, ενώ ο τρίτος του Στύλου, το συνηθισμένο κυκλικό. Ο τάφος του Μάλεμε έχει το μακρύτερο δρόμο, μήκους 13,80 μ. με λιθόκτιστα τοιχώματα και ιδιόρρυθμη επιμέρους διαμόρφωση. Και οι τρεις βρέθηκαν συλημένοι. Μόνο στον τάφο της Φυλακής διασώθηκαν τυχαία μικρά και πολύτιμα κοσμήματα και άλλα κτερίσματα, όπως χρυσό περιδέραιο, σφηκωτήρας, σφραγιδόλιθοι, χάντρες από ημιπολύτιμες πέτρες και δακτυλίδια, από τα οποία τα δύο είναι λίθινα με σφραγίδα στη σφενδόνη. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν πλακίδια από κόκαλο ιπποπόταμου που κοσμούσαν ξύλινο κιβώτιο και φέρουν ανάγλυφη διακόσμηση προτομών κρανοφόρων πολεμιστών, σφιγγών, οκτώσχημων ασπίδων κ.ά. Υπόγειοι θαλαμωτοί τάφοι της ίδιας περιόδου έχουν βρεθεί μέσα στην πόλη των Χανίων σε διάφορα σημεία ανατολικά του κέντρου και κυρίως στην περιοχή των Δικαστηρίων, καθώς και στην περιοχή της Αγίας Κυριακής Χαλέπας, κοντά σε μια παραλιακή εγκατάσταση. Από τάφο στη συνοικία Κουμπέ Χανίων προέρχεται πήλινη λουτηροειδής λάρνακα με διακόσμηση χταποδιών. Είναι η δεύτερη λάρνακα που έχει βρεθεί στο νομό. Η πρώτη προέρχεται από τα Δράμια Αποκορώνου.

Όμοιοι τάφοι έχουν ανασκαφεί και στην περιοχή της Απτάρας, γνωστοί στη βιβλιογραφία ως τάφοι Καλαμίου και Σούδας. Από αυτούς προέρχεται μυκηναϊκός κρατήρας με νεκρική πομπή, καθώς και η περίφημη πυξίδα του εργαστηρίου της Κυδωνίας με την παράσταση του κιθαρωδού. Ο κιθαρωδός, ανάμεσα σε πουλιά, ιερά τέρατα και διπλούς πελέκεις, έχει ερμηνευτεί ως Απόλλων ή Ορφέας, αλλά και ως απλός αοιδός ή ιερέας.

Ξαφνικά, μέσα στην υστερομινωική ΙΙΙ Γ περίοδο (12ος αι. π.Χ.), οι περισσότεροι οικισμοί των Χανίων εγκαταλείπονται, όπως και στην υπόλοιπη Κρήτη. Αυτό είναι βεβαιωμένο τουλάχιστον για τους δύο σπουδαιότερους, την πόλη των Χανίων και το Στύλο. Σιγούν όμως και τα Νοπήγεια, ενώ ο οικισμός των Γριμπιλιανών, στο ύψωμα της Αγίας Ειρήνης κοντά στο Κολυμπάρι, που φαίνεται ότι ακμάζει αυτή την εποχή, δεν γνωρίζουμε πότε ακριβώς εγκαταλείπεται, οπωσδήποτε όμως πριν από το τέλος της περιόδου. Τα αίτια της εγκατάλειψης δεν είναι γνωστά. Οι διάφορες εικασίες στρέφονται γύρω από την εσωτερική αποδυνάμωση και παρακμή του μινωικού πολιτισμού σε συνδυασμό με γενικότερες ανακατατάξεις σε όλη τη λεκάνη της ανατολικής Μεσογείου, με την εμφάνιση των λαών της θάλασσας και την καταστροφή του Χεττιτικού κράτους. Αξίζει να τονιστεί ότι τουλάχιστον η πόλη των Χανίων δεν καταστρέφεται αλλά εγκαταλείπεται. Αυτό δηλώνουν τα σχεδόν άδεια δωμάτια και η παντελής απουσία ενδείξεων καταστροφής. 

ΠΕΡΙΗΓΗΣΗ

ΤΟΠΟΘΕΤΗΣΤΕ ΤΟΝ ΚΕΡΣΟΡΑ ΠΑΝΩ ΣΤΙΣ ΕΙΚΟΝΕΣ ΚΑΙ ΠΑΤΗΣΤΕ ΓΙΑ ΜΕΓΑΛΥΤΕΡΟ ΜΕΓΕΘΟΣ

 Η μινωική πόλη ονομάζεται τώρα Κυδωνίας από πολλούς αρχαιολόγους δεν έχει εντελώς αποκαλυφτεί  επειδή βρίσκεται κάτω από τη σύγχρονη πόλη των Χανίων. Ωστόσο, ορισμένες μικρές περιοχές έχουν ανασκαφεί, η σημαντικότερη των οποίων είναι το χαμηλό λόφο Καστέλλι πίσω από το πρώην τζαμί που βρίσκεται στο μπροστινό μέρος στο λιμάνι.

Το μεγαλύτερο από αυτά είναι στην Αγία Αικατερίνη η  πλατεία έχει ανασκαφεί από μια κοινή ελληνική, σουηδική ομάδα, με επικεφαλής τους Hallager και Τζεδάκης, για αρκετές δεκαετίες. Οι ανασκαφές στην πλατεία αποκάλυψαν μέρος μιας μινωικής πόλης με τέσσερις ή, ενδεχομένως, πέντε οικίες  γύρω από ένα τετράγωνο.

Σπίτι 1 είναι από τα πιο καλά που έχουν ανασκαφεί και αυτό χτίστηκε το ΥΜ  ΙΑ και καταστράφηκαν από την πυρκαγιά στην ΥΜ  ΙΒ. Οι δύο πτέρυγες του κτιρίου καλύπτει 212 τ.μ. και διαθέτει 14 δωμάτια. Ανάμεσα στα δωμάτια των οποίων η χρήση έχει εντοπιστεί υπήρχε Μινωική αίθουσα, κουζίνα, εργαστήρια και αποθήκες στις οποίες ένα μεγάλο μέρος της κεραμικής βρέθηκε. 

 ΠΗΓΕΣ

ΜΑΡΙΑ ΑΝΔΡΕΑΔΑΚΗ ΒΛΑΖΑΚΗ ΑΡΧΑΙΟΛΟΓΟΥ

ΥΠΟΥΡΓΕΙΟ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΥ

UK.DIGISERVE

 

Για να δείτε κάποιες σελίδες πρέπει να έχετε τον flash player που μπορείτε να βρείτε πατώντας στο εικονίδιο δίπλα.

Πνευματικά δικαιώματα © 2009

 Συντελεστές  και επικοινωνία μαζί μας

       SiteLock