πίσω

ΕΓΚΑΤΑΣΤΑΣΗ ΚΑΙ ΕΞΕΛΙΞΗ ΤΟΥ ΑΝΘΡΩΠΟΥ ΣΤΗΝ ΚΡΗΤΗ

ΜΙΑ ΠΕΡΙΛΗΠΤΙΚΗ ΑΝΑΣΚΟΠΗΣΗ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΜΦΑΝΙΣΗ ΤΗΣ ΖΩΗΣ ΣΤΗΝ ΚΡΗΤΗ ΚΑΙ ΤΙΣ ΚΥΡΙΟΤΕΡΕΣ ΠΕΡΙΟΔΟΥΣ ΤΟΥ ΜΙΝΩΙΚΟΥ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΥ

ΠΛΕΙΣΤΟΚΑΙΝΟΣ ΕΠΟΧΗ ΚΡΗΤΗ ΤΟΠΟΓΡΑΦΙΚΟΣ ΧΑΡΤΗΣ ΘΕΣΕΩΝ ΕΥΡΗΜΑΤΩΝ

ΑΠΟ KUSS 1970 ΔΕΜΙΡΤΖΑΚΗΣ 1977 LAX 1996 ΠΟΥΛΑΚΑΚΗΣ 2002 ΘΕΟΔΩΡΟΥ 2000 ΣΥΜΕΟΝΙΔΗΣ 2000

-ΔΕΛΤΙΟ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΓΕΩΛΟΓΙΚΗΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑΣ ΠΡΑΚΤΙΚΑ 1ου 2 ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΣΥΝΕΔΡΙΟΥ ΣΤΗΝ ΠΑΤΡΑ ΜΑΙΟΣ 2010

ΕΠΟΧΗ ΤΟΥ ΛΙΘΟΥ.

Παλαιολιθική και Μεσολιθική εποχή.

Σύμφωνα με παλαιότερες απόψεις η πρώτη εγκατάσταση του ανθρώπου στην Κρήτη έγινε στη Νεολιθική εποχή. Όμως ορισμένα κατάλοιπα αποτελούν ενδείξεις ότι το νησί είχε κατοικηθεί από τη Μεσολιθική ή και τη Νεώτερη Παλαιολιθική περίοδο. Σχετικά σίγουρη ένδειξη παλαιολιθικού πολιτισμού στο νησί χρονολογείται στο 8.000 π.Χ. ή και παλαιότερα ακόμη, στα τέλη δηλαδή της Παλαιολιθικής εποχής, οπότε χαράχθηκαν στο δάπεδο του μυχού ενός σπηλαίου με μικρό βάθος, κοντά στο χωριό Ασφέντου Σφακίων, οι πρώτες γνωστές βραχογραφίες της Κρήτης που ανακαλύφθηκαν στις αρχές της δεκαετίας του 1960. Το μικρό σπήλαιο βρίσκεται σε μια απόκρημνη πλαγιά στο δρόμο από Ασφέντου προς Καλλικράτη και έχει μπροστά του ένα πλάτωμα με έκταση 2000 περίπου τετραγωνικά μέτρα. Τα χαράγματα, που έγιναν σε διαφορετικές χρονικές στιγμές, γι΄αυτό και συχνά επικαλύπτονται, είναι εικονιστικά (παραστάσεις ελαφιού ή αντιλόπης, τόξου με βέλη, ακοντίου, ίσως πλοίου και μικρού κλαδιού) ή αφηρημένα (γραμμικά και τεκτονικά, όπως και άλλα που σχηματίζονται από μικρές σκαλιστές κουκκίδες). Αποδεικνύουν την ύπαρξη κυνηγών στα Σφακιανά βουνά που είτε ήταν παλαιότεροι των νεολιθικών είτε επιβίωσαν σε νεολιθικούς χρόνους, απομονωμένοι, συνεχίζοντας μια παράδοση χιλιετιών.

ΒΡΑΧΟΓΡΑΦΙΕΣ ΣΠΗΛΑΙΟΥ ΑΣΦΕΝΔΟΥ


Άλλες σημαντικές ενδείξεις για την ύπαρξη μεσολιθικού πολιτισμού στην Κρήτη επισημάνθηκαν στις αρχές του αιώνα στην παραλία Τρυπητή του Ηρακλείου και ανατολικότερα ως τις Ρουσσές (περιοχή του σημερινού αεροδρομίου) από τον Γάλλο ερευνητή Φρανσέ. Ήταν μικρολιθικά εργαλεία από πυριτικό πέτρωμα και κατεργασμένες λεπίδες οψιανού. Η ύπαρξη απολεπισμάτων οψιανού μαζί με λεπίδες, κυρίως μέσα και γύρω από τετράγωνα ρηχά κοιλώματα σε βράχια (δάπεδα καλυβιών), δείχνει ότι η επεξεργασία του ξενόφερτου υλικού γινόταν επι τόπου. Ένα παρόμοιο κοίλωμα εντοπίστηκε τα νεώτερα χρόνια σε ανασκαφές στον Κατσαμπά Ηρακλείου. Παράλληλα με τα μικρολιθικά ο Φρανσέ είχε επισημάνει και μεγάλα εργαλεία, πελέκεις από ντόπιο ασβεστόλιθο, που μπορούν να χρονολογηθούν την Παλαιολιθική εποχή. Τα μικρολιθικά εργαλεία χρονολογούνται στην 7η π.Χ. χιλιετία και αντιπροσωπεύουν το πολιτιστικό στάδιο που προηγήθηκε του ακεραμεικού ή προκεραμικού της
Κνωσού, μιας περιοχής δηλαδή που αποτελεί την ενδοχώρα της παραλιακής ζώνης Τρυπητής-Ρουσσών.

Νεολιθική και Υπονεολιθική εποχή.

Οι νεολιθικοί χρόνοι στην Κρήτη αρχίζουν γύρω στο 6200 ή 6100 π.Χ. και διαρκούν ως τα μέσα περίπου της 3ης π.Χ. χιλιετίας. Διαιρούνται σε τρεις περιόδους, την Αρχαιότερη, τη Μέση και τη Νεώτερη. Η τελευταία καταλήγει σε μια Τελική Νεολιθική ή Υπονεολιθική εποχή.
Από τη μέση νεολιθική φάση, οι κάτοικοι του νησιού αρχίζουν να χτίζουν πρωτόγονους οικισμούς, σχεδόν πάντα κοντά σε πηγές και σε χώρους των οποίων η καλλιέργειά τους δίνει τα αναγκαία για να ζήσουν. Ο πιο εκτεταμένος και πιο πλούσιος οικισμός σύμφωνα με τα στιγμής δεδομένα είναι της
Κνωσού. Οι μεγάλες επιχώσεις μαρτυρούν τη μακρόχρονη διάρκεια ζωής, που εδώ ειδικά αρχίζει από την πρώιμη ήδη νεολιθική φάση. Αξιοπρόσεκτα είναι και τα λείψανα οικισμών στη Φαιστό και στον Κατσαμπά Ηρακλείου. Τα οικοδομικά υλικά είναι πέτρες, συνήθως ακατέργαστες, για τα θεμέλια, πλίνθοι για τους τοίχους, κλαδιά για τη στέγη.

 


Η δημιουργία οικισμών δε σημαίνει ότι οι άνθρωποι εγκαταλείπουν την ασφάλεια πουν προσφέρουν οι σπηλιές. Οι περισσότερες από αυτές κατοικούνται έως και το τέλος της ύστερης νεολιθικής φάσης. Οι πιο σημαντικές είναι: του Ακρωτηρίου κοντά στα Χανιά, της Πλατυβόλας στο χανιώτικο οροπέδιο των Κεραμειών, του Γερανίου κοντά στο Ρέθυμνο, του Ελληνόσπηλιου στο Αμάρι Ρεθύμνης, της Ειλείθυιας κοντά στην
Αμνισό, της Τράπεζας και της Μιαμούς. Στις σπηλιές κατοικούνται τα κοντά στην είσοδο διαμερίσματα, ενώ τα βαθύτερα χρησιμοποιούνται για την ταφή των νεκρών, κυρίως όμως για θρησκευτικές τελετές.

ΠΗΛΙΝΟΙ ΚΕΡΝΟΙ ΜΕ ΚΩΝΙΚΑ ΚΥΠΕΛΛΑ ΠΡΟΣΦΟΡΩΝ  ΤΑΦΟΣ ΠΥΡΓΟΥ  3200-2500 Π.Χ.

 

Σαν ταφικοί χώροι χρησιμεύουν και φυσικές κοιλότητες έξω από τις σπηλιές. Ειδικοί χώροι μέσα στις σπηλιές διαμορφώνονται κατάλληλα για την αποθήκευση διαφόρων υλικών, που χρησιμοποιούνται για την κατασκευή εργαλείων. Στη σπηλιά του Γερανίου βρέθηκε ένας λάκκος γεμάτος με κόκαλα ζώων και δίπλα ένα πλήθος από μικρά και μεγάλα οστέινα εργαλεία. Η λείανση εξάλλου των πέτρινων εργαλείων δίνει ένα ιδιαίτερο χρώμα στις ποταμίσιες με πολύχρωμες φλεβώδεις πέτρες. Πελέκια σφύρες με τρύπα στη μέση για ξύλινο κοντάκι, είναι τα κυριότερα όπλα του νεολιθικού ανθρώπου. Παράλληλα, κοινές είναι οι λεπίδες από οψιανό (ηφαιστειακή πέτρα της Μήλου και Νισύρου).

ΕΥΡΗΜΑ ΑΠΟ ΤΟ ΣΠΗΛΑΙΟ ΤΟΥ ΓΕΡΑΝΙΟΥ


Τα αγγεία είναι κυρίως λεκανοειδή γίνονται με το χέρι και ψήνονται στη φωτιά της εστίας. Από τη μέση νεολιθική φάση τα τοιχώματα των αγγείων είναι λεπτότερα, η επιφάνεια παίρνει χρώμα γυαλιστερό και πολλές φορές έχει εγχάρακτα γεωμετρικά κοσμήματα. Στην ύστερη νεολιθική φάση τα σχήματα των αγγείων πληθαίνουν, η Τεχνική τελειοποιείται και νέες φόρμες εμφανίζονται, κυρίως κλειστές. Η επιφάνεια τέλος των αγγείων παίρνει μια κοκκινόμαυρη απόχρωση και είναι ιδιαίτερα στιλπνή.
Γενικά η ζωή στη νεολιθική περίοδο είναι ειρηνική και οι κάτοικοι του νησιού προσπαθούν συνειδητά να καλυτερέψουν τους όρους της διαβίωσης τους και να εντείνουν την επίδοση τους για καλλιτεχνικά δημιουργήματα, με τα μέτρα φυσικά της εποχής.

ΕΠΟΧΗ ΤΟΥ ΧΑΛΚΟΥ

Προανακτορική περίοδος (2800/2600-2000/1900 π.Χ.).

 

Η πρώτη προανακτορική φάση έχει χαρακτήρα ακόμη υπονεολιθικό και μεταβατικό, όπως φαίνεται κυρίως στην κεραμική, όπου τα παλιά στοιχεία επιβίωσαν και εξελίχθηκαν σε νέους ρυθμούς. Η χρησιμοποίηση, για πρώτη φορά, κλειστού καμινιού για το ψήσιμο των αγγείων έκανε δυνατή τη δημιουργία τολμηρότερων σχημάτων και νέων διακοσμητικών τρόπων. Οι κύριοι νέοι ρυθμοί είναι του Πύργου (από ένα ταφικό σπήλαιο στη βόρεια κεντρική Κρήτη, κοντά στο χωριό Γούβες) και του Αγίου Ονούφριου (από ένα θολωτό τάφο της Μεσαράς, κοντά στη Φαιστό). Τα αγγεία του ρυθμού Πύργου έχουν μαύρη ή γκρίζα επιφάνεια και στιλβωτή διακόσμηση που μιμείται ίνες ξύλου, με συστάδες γραμμών που συχνά και σπανιότερα με κύκλους ή σπείρες. Τα σχήματα τους είναι ποικίλα, με πιο χαρακτηριστικό το αμφικωνικό κύπελλο. Ο ρυθμός του Αγίου Ονούφριου έχει κόκκινη ή μελανωπή διακόσμηση σε ανοιχτό κιτρινωπό βάθος, με συστήματα γραμμών που συχνά σχηματίζουν πλέγμα όπως οι ψάθες. Από τα σχήματά τους διακρίνονται οι πρόχοι με το σφαιρικό σώμα, τον στρογγυλό πυθμένα και τη ραμφόσχημη προχοή. Άλλος χαρακτηριστικός ρυθμός είναι της Λεβήνας (σημερ. Λέντα), με θέματα ανάλογα του ρυθμού Πύργου, που αποδίδονται, όμως με λευκό χρώμα σε πυρρό συνήθως βάθος. Τα αγγεία έχουν, συχνά, τολμηρές λαβές, κάποτε σε μορφή ζώων. Η εισαγωγή και μίμηση κυκλαδικών αγγείων, και μάλιστα από τη θέση Πηλός της Μήλου, δείχνουν τις στενές σχάσεις των δύο νησιών στην πρώιμη αυτή φάση. Για την οικιστική αρχιτεκτονική δεν έχουμε πολλά στοιχεία από τους πρώιμους αυτούς χρόνους. Στην ταφική αρχιτεκτονική έκαναν την πρώτη εμφάνισή τους οι θολωτοί τάφοι (Λεβήνα, περιοχή Μονής Οδηγήτριας Αστερουσίων). Ο ανατολικότερος μέχρι σήμερα γνωστός θολωτός τάφος ανακαλύφθηκε στη Μυρσίνη Σητείας.
Πολύ πιο σημαντική για την εξέλιξη του πολιτισμού είναι η δεύτερη προανακτορική φάση. Οι κύριες εγκαταστάσεις φαίνεται ότι έγιναν στη νότια κεντρική και στην ανατολική Κρήτη. Στη Μεσαρά και στις ακτές του Λυβικού βρέθηκαν τα πιο χαρακτηριστικά ταφικά μνημεία της εποχής, οι μεγάλοι θολωτοί τάφοι, χωρίς όμως να εντοπιστούν και οι οικισμοί των ανθρώπων που θάβονταν εκεί. Στην Κνωσό, όπως και στη Φαιστό, φαίνεται ότι οι οικίες των δυο πρώτων προανακτορικών φάσεων αποκόπηκαν όταν ισοπεδώθηκαν οι λόφοι για την ίδρυση των πρώτων ανακτόρων. Αντίθετα δυο προανακτορικοί οικισμοί έχουν αποκαλυφθεί στην ανατολική Κρήτη, στον Ισθμό της Ιεράπετρας: κοντά στο χωριό Βασιλική ο ένας και κοντά στο χωριό Μύρτος ο άλλος, ενώ οικίες της ίδιας φάσης απαντούν και στα γειτονικά Γουρνιά.
Στην ανατολική και αργότερα στη βόρεια κεντρική Κρήτη, ο τύπος των τάφων που επικράτησε ήταν τα ορθογώνια ταφικά περιφράγματα, που χωρίζονταν σε περισσότερα διαμερίσματα (Ελληνικά και Καστρί
Παλαικάστρου, Ζάκρος, Τουρτούλοι Πραισού, Χρυσόλακκος Μαλίων, Φουρνί Αρχανών). Οι νεκροί είτε αφήνονταν στο έδαφος είτε θάβονταν μέσα σε πιθάρια ή σαρκοφάγους, οι παλαιότερες από τις οποίες βρέθηκαν στο ταφικό σπήλαιο Πύργου. Άλλες ταφές γίνονταν σε σπήλαια, στέγαστρα ή σχισμές βράχων (Παχυάμμος, Σφουγγαράς Γουρνιών, Φαράγγι των Νεκρών Ζάκρου) και μικρές σαρκοφάγους σε αμμουδιές. Στους τάφους του Μόχλου και της Μεσαράς βρέθηκαν πολύ αξιόλογα κοσμήματα από χρυσό, ημιπολύτιμους λίθους και φαγεντιανή, όπως και οι πρώτες σφραγίδες από ελεφαντόδοντο και στεατίτη. Στη χρυσοχοϊκή έχουν χρησιμοποιηθεί όλες σχεδόν οι Τεχνικές (ελάσματα και φύλλα χρυσού, χρυσοκολλητική, συρματοτεχνική και κοκκίδωση). Οι ελεφάντινες σφραγίδες είναι κυλινδρικές ή κωνικές ή έχουν μορφή κεφαλής ζώου και βρέθηκαν σε τάφους του Μόχλου, της Μεσαράς και του Σφουγγαρά.
Στην Τρίτη προανακτορική φάση, η στενή σχέση με τις Κυκλάδες διακόπηκε και δεν υπήρχε άμεση επαφή με την ηπειρωτική Ελλάδα. Στη φάση αυτή μπορούν να αποδοθούν διάφορα κτήρια των κέντρων της Κρήτης (
Βασιλικής, Παλαιόκαστρου, Ζάκρου, Αγιάς Φωτιάς, Ψείρας και Μόχλου) και μερικά της κεντρικής, όπως στους οικισμούς Κουμάσας, Απεσωκάρι, Αγίας Τριάδας και Τυλίσσου, καθώς και οι σημαντικές οικίες που βρέθηκαν κάτω από τις αυλές των ανακτόρων Κνωσού, Φαιστού και Μαλίων. Στη φάση αυτή ανήκουν και οι περισσότερες σφραγίδες που βρέθηκαν στους τάφους, από διαφορετικά υλικά και με ποικίλες παραστάσεις. Προς το τέλος της περιόδου οι παραστάσεις άρχισαν να παίρνουν συμβολικό χαρακτήρα σαν γραφή με εικόνες. Η τρίτη προανακτορική φάση έχει χαρακτήρα μεταβατικό προς τη μεγάλη ανακτορική εποχή. Οι Μινωίτες έχουν ήδη μερικές μικρές εγκαταστάσεις έξω από το νησί τους, όπως στη Φυλακωτή της Μήλου και στα Κύθηρα, αλλά και στις θάλασσες κυριαρχούν ακόμη τα πολύκωπα κυκλαδίτικα καράβια.

Ανακτορικός πολιτισμός (1900-1380π.Χ.)

Περίπου το 1950 π.Χ. χτίζονται τα πρώτα ανάκτορα στην Κνωσό, στη Φαιστό και στα Μάλια: είναι έδρες των τοπικών αρχηγών πριγκίπων, κέντρα διοικητικά και θρησκευτικά. Ο πρίγκιπας της Κνωσού εξουσιάζει ολόκληρο το νησί, όπου επικρατεί ειρήνη και ασφάλεια. Οι Κρήτες θαλασσοκράτορες αποικίζουν τα γύρω νησιά και η μινωική παρουσία είναι αισθητή σε διάφορα σημεία της Μεσογείου. Τα αρχαιολογικά ευρήματα μαρτυρούν για τον πλούτο των ηγεμόνων και το υψηλό πολιτιστικό επίπεδο της εποχής. Αριστουργήματα δημιουργούνται σε κάθε τομέα της τέχνης. Ένας ισχυρός σεισμός, περίπου το 1643 π.Χ. καταστρέφει σχεδόν ολοκληρωτικά τα τρία ανάκτορα. Δε σημειώνεται όμως διακοπή του πολιτισμού.
Τα ανάκτορα δεν αργούν να ξαναχτιστούν, πολύ μεγαλοπρεπέστερα. Χτίζεται και το ανάκτορο της Ζάκρου στην ανατολική Κρήτη. Οι Μινωίτες ιδρύουν νέους εμπορικούς σταθμούς. Μετά την καταστροφή όμως αυτή επέρχεται μια αλλαγή της πολιτειακής δομής: δημιουργείται ένα πλήθος τοπικών αρχόντων με πολυτελείς κατοικίες, οι οποίοι είναι υποτελείς του κεντρικού άρχοντα. Είναι η περίοδος της μεγάλης ακτινοβολίας του Μινωικού πολιτισμού που φτάνει στο απόγειο του. Περίπου το 1450 μια μεγάλη καταστροφή ισοπεδώνει όλα τα μινωικά κέντρα. Τα περισσότερα από αυτά εγκαταλείπονται, αλλά η Κνωσός ανοικοδομείται. Η ζωή συνεχίζεται, αλλά τώρα οι άρχοντες είναι Μυκηναίοι. Οι οποίοι  είναι ολιγάριθμοι και σιγά-σιγά θα συγχωνευθούν με τους παλιούς κατοίκους.
Περίπου το 1380-1350 π.Χ. επέρχεται η ολοκληρωτική καταστροφή του ανακτόρου της Κνωσού, που δεν ξαναχτίζεται πια. Η Κνωσός και η Φαιστός εξακολουθούν να είναι πυκνοκατοικημένες, και υπάρχει πλήθος άλλων πόλεων στην Κρήτη. Η μεγάλη όμως εποχή για την Κρήτη έχει περάσει. Χάνει τη θαλασσοκρατορία της και η τέχνη παρακμάζει. Περίπου το 1100 π.Χ. οι περισσότεροι οικισμοί εγκαταλείπονται και οι κάτοικοι τους εγκατασταίνονται σε απρόσιτες ορεινές περιοχές.

Ο ΜΙΝΩΙΚΟΣ ΑΠΟΙΚΙΣΜΟΣ      

                                                                                                                                                                                                  ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ ΕΔΩ


Η ελληνική παράδοση μιλά συχνά για εγκαταστάσεις Κρητών, υπό την αρχηγία βασιλέων και πριγκίπων της εποχής του Μίνωα, στον αιγαιακό νησιώτικο χώρο. Ο Ραδάμανθυς π.χ., εγκαταστάθηκε στην Εύβοια και η ακολουθία του σε μικρότερα νησιά (ο Στάφυλος στην Πεπάρηθο - σημερινή Σκόπελο -, ο Οινοποίων στην Χίο, ο Άνιος στη Νάξο, ο Ευάνθης στη Θάσο). Αυτοί έφεραν μαζί τους και μετέδωσαν τη γνώση της καλλιέργειας των δημητριακών, του αμπελιού και της ελιάς. Ο ίδιος ο Μίνωας, κατά την αρχαία παράδοση, ίδρυσε αποικίες στην Κέα και τη Μεγαρίδα. Πολλές πόλεις με την ονομασία "Μινώα" υπήρχαν στα νησιά του Αιγαίου και στην περιοχή της δυτικής Μεσογείου. Ο Αλθαμένης εγκαταστάθηκε στη Ρόδο, ο Σαρπηδών μετανάστευσε στη Λυκία, ενώ ο Μίλητος ίδρυσε ομώνυμη πόλη στην Καρία. Οι Κάρες και οι Λύκιοι είχαν πάντοτε θεωρηθεί κρητικής καταγωγής και πολλά τοπωνύμια της ΝΔ Μικράς Ασίας και της Κρήτης, είναι συγγενικά. Αλλά και τα πιο σημαντικά ελληνικά ιερά, των Δελφών, της Ολυμπίας και της Ελευσίνας, συνδέονται σε ορισμένους μύθους με την Κρήτη. Στα Κύθηρα, η λατρεία της Αφροδίτης ήταν πολύ συγγενική με εκείνη της μινωικής θεότητας, όπως και η λατρεία της Παφίας Αφροδίτης, στην Κύπρο.
Έμμεσο συσχετισμό με την Κρήτη δείχνουν παραδόσεις για την προέλευση των μυκηναϊκών δυναστειών από μακρινές χώρες, την Αίγυπτο, τη Φοινίκη και τη Λυκία, όπου είναι γνωστό ότι υπήρχαν μινωικές εγκαταστάσεις. Οι Μινύες, με όνομα συγγενικό με εκείνο του Μίνωα, εγκαταστάθηκαν στην Ιωλκό και ο πολιτισμός τους είχε κρητομυκηναϊκό χαρακτήρα. Οι ανασκαφικές έρευνες απέδειξαν ότι κάτω από τον μυθικό μανδύα κρύβεται η ιστορική πραγματικότητα της αποικιακής εξάπλωσης των Μινωιτών. Στη Μήλο, π.χ., ιδρύθηκε στις αρχές της Νεοανακτορικής εποχής μια από τις σπουδαιότερες αποικίες. Η ακμή του λεγόμενου δεύτερου οικισμού της Φυλακωτής, με στοιχεία πολύ γνώριμα από την κρητική αρχιτεκτονική, συμπίπτει με τη δεύτερη νεοανακτορική φάση. Την ίδια εποχή άκμασε, στην Αγία Ειρήνη της Κέας, ένας πολύ ανάλογος οικισμός, προστατευμένος προς το εσωτερικό με τείχος που είχε πύλες και πύργους, όπως της Φυλακωτής. Πολύ ιδιότυπο είναι το ιερό του κοντά στην ανατολική πύλη, με πρόναο, σηκό, άδυτο και δωμάτια διακονικού, στο οποίο αποκαλύφθηκαν τα μεγαλύτερα γνωστά πήλινα ειδώλια της μινωικής θεάς. Στη Θήρα, στη θέση Ακρωτήρι, ανακαλύφθηκε κάτω από παχύ στρώμα ελαφρόπετρας και τέφρας ένας από τους σημαντικότερους και καλύτερα διατηρημένους μινωικούς οικισμούς του Αιγαίου. Ο πλούτος των οικιών του, με τα δύο ή τρία πατώματα, τις ωραίες τοιχογραφίες και τις μεγάλες αποθήκες τους, δείχνει εκλεπτυσμένη ζωή, ανάλογη με την ανακτορική της Κρήτης. Στη Σκόπελο ανακαλύφθηκε βασιλικός τάφος με κτερίσματα κρητομυκηναϊκής τέχνης στην τοποθεσία Στάφυλος. Στα Κύθηρα ανασκάφηκε κρητική αποικία. Στη Ρόδο, στη θέση Τριάντα, υπήρχε μινωικός οικισμός, ενώ μινωικοί λαξευτοί τάφοι βρέθηκαν στην Κώ και στην Κάρπαθο. Εγκαταστάσεις που δείχνουν στενή σχέση με τον μινωικό πολιτισμό βρέθηκαν στη Μίλητο και στην Ιασό της Καρίας και πραγματικές μινωικές αποικίες στη Φοινίκη, ιδίως στην Ουγκαρίτ (σημερ. Ρας-Σάμρα). Ο μινωικός πολιτισμός δίδαξε πολλά στους Αχαιούς, που μπορεί να ήταν ένοχοι για το χαμό του. Στις Μυκήνες βρέθηκαν αρκετά είδη, που μιλούν για την κρητική επίδραση. Οι Αχαιοί διδάχτηκαν από τους Κρητικούς τη γεωργία και τη ναυτιλία. Οι Αχαιοί ήταν μαχητικοί. Οι Μυκήνες είναι φρούριο. Μέχρι σήμερα διατηρούνται τα κυκλώπεια τείχη των. Ο μυκηναϊκός πολιτισμός δεν διατήρησε τη φινέτσα του μινωικού.

Μετανακτορικός πολιτισμός (1380/1350-1100 π.Χ.).

Η καταστροφή του ανακτόρου της Κνωσού δεν σήμανε ολοκληρωτική παρακμή της Κρήτης. Ο Μινωικός πολιτισμός συνεχίστηκε, μολονότι είναι φανερή η σταδιακή παρακμή. Οι Μυκηναίοι κυριαρχούν πλέον στο Αιγαίο και στις αγορές της Ανατολής, υποσκελίζοντας τους άλλοτε κραταιούς Μινωίτες. Ο Κρητικός Πολιτισμός επηρεάζεται από τον Μυκηναϊκό, αλλά δεν αφομοιώνεται πλήρως από αυτόν. Αν και επαρχία του μυκηναϊκού κράτους, η Κρήτη διατηρεί τους δεσμούς με το ένδοξο παρελθόν της. Η ανάμνησή της είναι ζωντανή μέχρι τα χρόνια του Ομήρου, ο οποίος αναφέρει την Κνωσό και τον Μίνωα, τον Ραδάμανθυ, τον Δαίδαλο και τον "χορό", δηλαδή το χοροστάσιο που κατασκεύασε για την Αριάδνη. Ακόμη και στα χρόνια του Τρωϊκού πολέμου, η Κρήτη αποτελούσε αξιόλογη δύναμη, αφού ο Ιδομενέας, βασιλιάς της Κνωσού, πήρε μέρος σάυτόν με 80 πλοία.
Η καταστροφή του 1380/1350 π.Χ. που ίσως οφειλόταν σε αιφνιδιαστική επίθεση δεύτερου κύματος Αχαιών, θα συνετέλεσε οπωσδήποτε στη μαζικότερη εγκατάσταση αχαϊκών στοιχείων από την Αττική και την Πελοπόννησο και επιβεβαιώνεται από πολλά τοπωνύμια στην Κρήτη και από την ελληνική παράδοση. Η εμφάνιση όμως γνήσιων μυκηναϊκών στοιχείων έγινε μόνο ύστερα από πενήντα χρόνια. Από τους μετανακτορικούς οικισμούς, που πρέπει να ήταν πολλοί -αν κρίνει κανείς από τους πολυάριθμους τάφους της εποχής- έχει ανασκαφεί μόνο ένας, στο Κεφάλι του Χόνδρου Βιάννου. Μέρη οικισμών της ίδιας εποχής έχουν ανασκαφεί στον Στύλο και στον Σαμωνά Αποκορώνου, όπως και στο Καστέλι Χανίων. Εγκαταστάσεις μετανακτορικών ιερών σε ερείπια παλαιότατων κτηρίων βρέθηκαν σε πολλά μέρη, όπως στην Κουμάσα, στη Μητρόπολη Γόρτυνας, στα Γουρνιά και στο Παλαίκαστρο. Η κεραμική, οι θολωτοί και λαξευτοί τάφοι, η σφραγιδογλυφία, συνέχισαν το τελευταίο στάδιο εξέλιξης του ανακτορικού ρυθμού. Άρχισαν όμως να παρακμάζουν όλα αυτά στην τελευταία φάση της περιόδου.
Η τελευταία μετανακτορική φάση συμπίπτει με την αναστάτωση που προκάλεσε στην ανατολική Μεσόγειο η κάθοδος των λαών της θάλασσας. Ένας από τους κυριότερους λαούς που μαζί με άλλους επιτέθηκαν στην Αίγυπτο και αποδιώχθηκαν με κόπο, για να εγκατασταθούν στη νότια Παλαιστίνη, ήταν οι Φιλισταίοι, που πιστεύεται πως προέρχονταν από την Κρήτη.

 

ΕΙΔΩΛΙΟ ΕΦΙΠΠΗΣ ΓΥΝΑΙΚΕΙΑΣ ΘΕΟΤΗΤΑΣ ΑΡΧΑΝΕΣ ΠΡΩΤΟΓΕΩΜΕΤΡΙΚΗ 1000-850 ΠΧ

ΕΠΟΧΗ ΤΟΥ ΣΙΔΗΡΟΥ

Υπομινωική και Πρωτογεωμετρική περίοδος(1100-900 π.Χ.).

Η Υπομινωική εποχή συμπίπτει με την μετακίνηση των Δωριέων, οι οποίοι έφτασαν στην Κρήτη από την Πελοπόννησο. Σύμφωνα με την παράδοση η πρώτη δωρική δυναστεία στο νησί ιδρύθηκε από τον Ηρακλείδη Τέκταμο ή Τεύταμο γιο του Δώρου, που ήταν επικεφαλής μιας μικτής φυλετικής ομάδας από Πελασγούς, Μυκηναίους Αχαιούς και Δωριείς. Για το φυλετικό μωσαϊκό της Κρήτης ομιλεί και ο Όμηρος στην Οδύσσεια.

Όταν έφθασαν στην Κρήτη οι πολεμικοί Δωριείς, την βρήκαν σε παρακμή. Ο πληθυσμός της είχε σημαντικά ελαττωθεί από πολεμικές περιπέτειες και, όπως αναφέρει ο Θουκυδίδης, από πείνα και λοιμό. Όμως η υποταγή του στον εισβολέα δεν έγινε χωρίς αγώνες και η μοίρα του εξαρτήθηκε ακριβώς από τη μεγαλύτερη ή μικρότερη αντίστασή του. Αυτοί που αντιστάθηκαν περισσότερο έγιναν δούλοι που μοιράστηκαν με κλήρο στους κατακτητές (κλαρώται). Άλλοι έγιναν εξαρτημένοι δουλοπάροικοι, καλλιεργητές των κτημάτων, με συγκεκριμένη όμως νομική κάλυψη (μνωίται). Όσοι δεν αντέδρασαν σθεναρά έγιναν υποτελείς με πολλές ελευθερίες, αλλά χωρίς πολιτικά δικαιώματα (περίοικοι).

Αυτοί όμως που δεν θέλησαν να υποταχθούν κατέφυγαν στα βουνά, κυρίως στις απότομες κορυφές του Λασιθίου και στην ορεινή ανατολική Κρήτη. Η περιοχή γύρω από την Πραισό ονομάστηκε χώρα των Ετεοκρητών, που, όπως δείχνουν επιγραφές που βρέθηκαν εκεί, διατήρησαν τη γλώσσα τους, την πολυσύνθετη μινωική ελληνική, ως τις αρχές της Κλασικής εποχής.

Ο 11ος π.Χ. αιώνας (Υπομινωική εποχή) χαρακτηρίζεται από την επιβίωση πάμπολλων μινωικών στοιχείων στη ζωή, την τέχνη και τη θρησκεία, ενώ στον 10ο (Πρωτογεωμετρική εποχή) έγινε πλατιά χρήση του διαβήτη και του χάρακα στην αγγειογραφία και η τέχνη επηρεάστηκε γενικότερα από το νέο γεωμετρικό πνεύμα. Από τους αιώνες αυτούς είναι γνωστοί αρκετοί οικισμοί στην Κρήτη, που στη μορφή και τη δόμηση των οικιών τους δείχνουν την αδιάσπαστη συνέχεια της μινωικής παράδοσης. Από τα σημαντικότερα υπομινωικά κέντρα ή καταφύγια είναι ο οικισμός στη δυσπρόσιτη κορυφή Καρφί του Λασιθίου. Σύγχρονος οικισμός είναι ο οικισμός στο Βρόκαστρο, στο Καβούσι, ανατολικά από τον Ισθμό της Ιεράπετρας, της Πραισού στην ανατολική Κρήτη, της Κνωσού, της Φαιστού, της Γόρτυνας και του Πρινιά στην κεντρική. Στη δυτική Κρήτη δεν έχουν ως τώρα βρεθεί τόσο πρώιμες εγκαταστάσεις, ένδειξη όμως ότι θα υπήρχαν είναι η ύπαρξη πρωτογεωμετρικών νεκροταφείων, όπως αυτά κοντά στο χωριό Μόδι Χανίων.
Ένα ωραίο παράδειγμα οικίας της εποχής, είναι το πήλινο ομοίωμα που βρέθηκε στον Τεκέ Ηρακλείου (περιοχή Κνωσού) και δείχνει χτίσιμο με πελεκητές πέτρες, μεγάλη ξύλινη πόρτα με φεγγίτη διακοσμημένη με ομόκεντρους κύκλους και με ανάγλυφο περιθύρωμα, παράθυρα στις πλάγιες όψεις, τριγωνικά ανοίγματα πίσω και σωληνωτή καμινάδα. Ο υπομινωικός και πρώιμος ελληνικός οικισμός της Κνωσού δεν έχει βρεθεί ακόμη. Τα πλούσια όμως νεκροταφεία της περιοχής δείχνουν μια μακρά διάρκεια κατοίκησης από το 1100 π.Χ. ως το 630 περίπου π.Χ. Τότε φαίνεται ότι εγκαταλείφθηκε η Κνωσός προσωρινά, για να ξανακατοικηθεί τον 6ο π.Χ. αιώνα. Ήταν σίγουρα ένα ακμαίο κέντρο με πλατιά ακτινοβολία σε όλο το νησί και πολλές σχέσεις με τον έξω κόσμο.

Γεωμετρική και Ανατολίζουσα περίοδος (900-650 π.Χ.)

Στη Γεωμετρική εποχή, κυρίως τον 8ο αιώνα, άρχισαν να ιδρύονται οι ελληνικές πόλεις-κράτη, όπως η Δρήρος, η Λατώ η Ετέρα, η Ριζηνία (Πρινιάς) και η Αξός. Από τα πιο χαρακτηριστικά παραδείγματα πόλης με εξελιγμένη οικιστική οργάνωση είναι η Λατώ η Ετέρα, νοτιοδυτικά από τον σημερινό Άγιο Νικόλαο, που είχε ένα μακρό διάστημα ζωής, από τους υπομινωικούς ως τους ελληνικούς χρόνους. Εξελιγμένη οικιστική οργάνωση παρουσιάζει και η Δρήρος -ΒΑ από τη σημερινή Νεάπολη- που είχε ένα πολύ πρώιμο ναό του Δελφινίου Απόλλωνος και συνεχόμενη αγορά. Από τους παλαιότερους ναούς ήταν και ο ναός στην ακρόπολη της Γόρτυνας, που ιδρύθηκε στα τέλη του 9ου π.Χ. αιώνα. Οι κρητικοί ναοί δεν απέκτησαν ποτέ μνημειακό μέγεθος και περίσταση όπως οι ελληνικοί. Ακόμη και ο τύπος του ναού "εν παραστάσι", με 2 ή 3 κίονες ανάμεσα στις παραστάδες της πρόσοψης, δεν απαντά στην Κρήτη παρά στην Ελληνιστική εποχή. Τον 8ο π.Χ. αιώνα είναι φανερή η αττική επίδραση στα μεγάλα αγγεία της Κνωσού (τεφροδόχοι κάλπες από τη Φορτέτσα), ενώ στα μικρότερα, (τους αρύβαλλους και τις κοτύλες) είναι φανερή η πρωτοκορινθιακή επίδραση. Για πρώτη φορά εικονίστηκαν μυθολογικές παραστάσεις, όπως του Διός με τον κεραυνό μπροστά στον μαντικό τρίποδα και την εμφάνιση της Γης κάτω από αυτόν. Το κνωσιακό εργαστήριο κεραμικής επηρέασε μεγάλες περιοχές όπως την Ελεύθερνα προς τα δυτικά, τους Αρκάδες (στο Αφρατί) και τη Μεσαρά νότια. Αλλά η ακραία ανατολική Κρήτη έμεινε ανεπηρέαστη από αυτό. Αγγεία από το Καβούσι, τους Αδρόμυλους της Συκιάς Σητείας, την Επισκοπή του Πισκοκέφαλου και το Μπεράτι Σητείας έχουν καμπυλόγραμμη διακόσμηση με ελεύθερο χέρι σε άτακτες διατάξεις. Κατά τον &ο αιώνα τα ανατολίζοντα διακοσμητικά θέματα μπήκαν σε αυστηρή γεωμετρική διάταξη. Μινωική ίσως κληρονομιά είναι η πολυχρωμία που αναπτύχθηκε από το 700 περίπου π.Χ. στις τεφροδόχους κάλπες, με κόκκινο, γκρι-μπλε και κίτρινο χρώμα πάνω σε λευκό επίχρισμα και τα δικτυωτά από ψευδοπαπύρους. Η κεραμική από τους Αρκάδες έχει μεγαλύτερες ανατολικές επιδράσεις από της Κνωσού, αλλά και ιδιότυπο τοπικό ύφος. Πολλά αξιόλογα τοπικά εργαστήρια αυτής της περιόδου μας άφησαν σπουδαία αντικείμενα κεραμικής, γλυπτικής και μικροπλαστικής από διάφορα υλικά. Παραδείγματα: χάλκινες ασπίδες από το Ιδαίον Άντρο και το Παλαίκαστρο, ωραία χρυσά κοσμήματα του ανατολίζοντος ρυθμού από τάφο του Τεκέ, χάλκινη ζώνη και φαρέτρα από τάφους της Φορτέτσας, τα ονομαστά ξόανα της Βριτομάρτεως-Αρτέμιδος στην Ολούντα και της Αθηνάς στην Κνωσό.

 

Αρχαϊκή περίοδος (650-500 π.Χ.)

Οι πρώτες δεκαετίες της αρχαϊκής περιόδου είναι εποχή μεγάλης ακμής της κρητικής σχολής. Τα μεγαλύτερα κέντρα της είναι η Ελεύθερνα, ο Πρινιάς, η Δρήρος, η Γόρτυς, η Αξός. Από τα πιο αντιπροσωπευτικά δείγματα της "δαιδαλικής" πλαστικής είναι ο κορμός της Ελεύθερνας, οι θεές και η πομπή των πολεμιστών από τον Πρινιά, τα χάλκινα σφυρήλατα αγαλματίδια της "απολλώνιας τριάδας" από τη Δρήρο και η σειρά των πήλινων ειδωλίων από τη Γόρτυνα και την Αξό.
Η αρχαϊκή περίοδος είναι η τελευταία εποχή ακμής και πραγματικής πολιτιστικής ανέλιξης στο νησί. Η ιδιομορφία, που από την εποχή των πρώτων μινωικών ανακτόρων χαρακτηρίζει την Κρήτη, εξαφανίζεται με το τέλος του 6ου π.Χ. αιώνα. Οι καλύτεροι γλύπτες (Δίποινος και Σκύλλις) και αρχιτέκτονες (Χερσίφρων και Μεταγένης) μεταναστεύουν στην Πελοπόννησο και στην Ιωνία. Η αφαίμαξη αυτή είναι αποτέλεσμα της φθοράς των πνευματικών δυνάμεων του νησιού, αλλά και του αυστηρού δωρικού τρόπου ζωής, που έχει μεταβάλει το πνεύμα και το έχει προσαρμόσει στα γνωστά από τη μητρόπολη Σπάρτη πλαίσια.
Στις επόμενες περιόδους τόσο η γλυπτική όσο και η κεραμική δεν έχουν να παρουσιάσουν αξιόλογα προϊόντα. Τα ευρήματα των ανασκαφών μαρτυρούν μίμηση ελλαδικών και κυρίως αττικών προτύπων, και μάλιστα κακή. Η κοσμητική διατηρείται σε κάποιο υψηλότερο επίπεδο. Χαρακτηριστικά είναι τα ασημένια κοσμήματα (πόρπες, περόνες, δακτυλίδια) από την Τάρρα. Αντίθετα τα νομίσματα των ελληνιστικών χρόνων είναι πολύ καλής ποιότητας και δείχνουν ότι η παράδοση δεν έχει ξεχαστεί τελείως. Τέλος στη ρωμαϊκή περίοδο ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν τα γυάλινα, πολλές φορές πολύχρωμα αγγεία. Ένα από τα πιο σημαντικά εργαστήρια υαλοτεχνίας βρισκόταν στην Τάρρα.

 

ΠΗΓΕΣ -  ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΑ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΑ

 

·          cretanhistory.tripod.com

·          ΦΩΤ  ΜΑΡΙΑ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ

·          ΑΡΧ ΜΟΥΣΕΙΟ ΗΡΑΚΛΕΙΟΥ

·          ΥΠ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΥ   

 

 

Για να δείτε κάποιες σελίδες πρέπει να έχετε τον flash player που μπορείτε να βρείτε πατώντας στο εικονίδιο δίπλα.

Πνευματικά δικαιώματα © 2009

 Συντελεστές  και επικοινωνία μαζί μας

       SiteLock