πίσω

ΕΝΑ ΜΕΡΟΣ ΑΠΟ ΤΟ ΟΜΩΝΥΜΟ ΒΙΒΛΙΟ ΤΟΥ ΑΝΤΩΝΗ Θ. ΒΑΣΙΛΑΚΗ ΜΕ ΤΟΠΩΝΥΜΙΑ ΤΗΣ ΑΡΧΑΙΑΣ ΚΡΗΤΗΣ

 

Ελεύθερνα, η. ΒΔ. του σημερινού χωριού Πρινές Μυλοποτάμου.

Ελεύθερνα, η. Μία από τις σπουδαιότερες πόλεις της αρχαίας Κρήτης, ΒΔ του χωριού Πρινές της επαρχίας Μυλοποτάμου, χτισμένη πάνω σε λόφο που ονομάζεται <<Λεύτερνα>>. Απαντά και με τις ονομασίες Ελεύθερνα, Ελευθέρα, Ελευθεραί. Αναφέρονται και τρεις αρχαιότερες ονομασίες: Σάντρα (Σάτρα), αναγόμενη στην εποχή των Πελασγών, Άωρος από τη νύμφη Αώρα καιΑπολλωνία από τον πολιούχο θεό της πόλης Απόλλωνα. Επικράτησε όμως η ονομασία Ελεύθερνα κατά μια άλλη από το επίθετο της Δήμητρας Ελευθούς. Πότε ιδρύθηκε η πόλη είναι άγνωστο. Ο αρχαιολόγος Pendlebury βρήκε υπομινωικά, πρωτογεωμετρικά και πολλά ρωμαϊκά λείψανα, πιστεύεται δε, ότι η ίδρυση της πόλης χρονολογείται κατά τη γεωμετρική περίοδο, το 970-820 π.Χ. Οι κάτοικοί της ασχολούνταν με τη γεωργία, το εμπόριο και τη ναυτιλία. Επειδή διέθετε λιμάνι, το Παντομάτριο, που ο Ν.Πλάτων τοποθετεί στον όρμο Φόδελε, είχε αποκτήσει σημαντική ναυτική δύναμη. Η πόλη βρισκόταν σε φιλικές σχέσεις με τους Πτολεμαίους και τίμησε με ανδριάντα τον Πτολεμαίο Ευεργέτη (247-221 π.Χ.). Η Ελεύθερνα ήταν αντίπαλος της Κνωσού, κατά τον εμφύλιο πόλεμο όμως των Κρητών, το 220 π.Χ., έγινε ΄σύμμαχος της. Όταν οι δυο πόλεις πολιορκήθηκαν από τον αντίπαλο συνασπισμό των κρητικών πόλεων και βοηθών των Αχαιών και Μακεδόνων, αναγκάστηκαν να προσχωρήσουν σε αυτούς. Η πόλη, όπως και άλλες πόλεις του νησιού, ψήφισαν ασυλία του ιωνικού ιερού του Διονύσου στην Τέω. Το 170 π.Χ. η Ελεύθερνα συγκαταλέγεται μεταξύ των τριάντα κρητικών πόλεων που συμμάχησαν με τον Ευμένη Β’ της Περγάμου. Κατά τη ρωμαϊκή κατάκτηση της Κρήτης από τον Καικίλιο Μέτελλο, οι κάτοικοι, βασιζόμενοι στην οχυρότητα της θέσης τους, αντιστάθηκαν σθεναρά στις ρωμαϊκές λεγεώνες. Μερικές περίεργες παραδόσεις σχετίζονται με την άλωση της πόλης από τους Ρωμαίους, αλλά η πλέον πειστική αναφέρει ότι η πόλη έπεσε μετά από προδοσία. Η Ελεύθερνα ευημερούσε και μετά τη ρωμαϊκή κατάκτηση και εξακολουθούσε η ευημερία της και στην πρώτη βυζαντινή περίοδο, όποτε ήταν έδρα της επισκοπής Ελεύθερνας που αναφέρεται στην Δ’ Οικουμενική Σύνοδο το 451. Στις αρχές του 9ου αιώνα η πόλη αναφέρεται ότι καταστράφηκε από τους Άραβες, διότι στο Πρακτικό του Βασίλειου Βουλγαροκτόνου, του 980, αναφέρεται ο τίτλος επισκόπου Αυλοποτάμου και όχι Ελεύθερνας. Ο ίδιος τίτλος του μητροπολίτη διατηρείται μέχρι σήμερα. Από την Ελεύθερνα καταγόταν οΔιογένης Απολλωνιάτης, ο επικαλούμενος Φυσικός. Φιλόσοφος που έζησε τον 5ο π.Χ. αιώνα και ήταν μαθητής του Αναξιμένη. Ο Αμήτωρ, πρώτος κιθαριστής ερωτικών ωδών, του οποίου οι οπαδοί ονομάστηκαν Αμητορίδαι. Ο αρχαίος ποιητής Λίννος και ο γλύπτης Τιμοχάρης. Επίσης ο μουσικός (ύδραυλος) Αντίπατρος, που τιμήθηκε στους Δελφούς. Ως ανεξάρτητη πόλη η Ελεύθερνα, έκοψε δικά της νομίσματα, τα οποία στη μια πλευρά απεικόνιζαν τον Απόλλωνα Στυρακίτη, καθισμένο σε βράχο με μια σφαίρα στο δεξί χέρι και το τόξο στο αριστερό, ενώ στην άλλη πλευρά είχαν την Άρτεμη ως κυνηγό, με φαρέτρα και τόξο και συνοδευόμενη από το σκύλο της. Νομίσματα έκοψε η πόλη και κατά τη ρωμαϊκά περίοδο. Η διάλεκτος που χρησιμοποιούσαν στην Ελεύθερνα διατηρούσε πολλά στοιχεία του προδωρικού γλωσσικού υποστρώματος. Οι χρήσεις του ιν- αντί εν- και του όνυ αντί όδε είναι μάλλον προδωρικές επιβιώσεις. Στην Ελεύθερνα βρέθηκαν πολλές αρχαίες επιγραφές με περιεχόμενο νομικής φύσεως που μιλούν για τις σχέσεις καλλιτεχνών και πολιτείας. Μια επιγραφή της αρχαϊκής περιόδου περιέχει τη λέξη <<απαμία>>, που πιθανώς αναφέρεται στην καλλιεργήσιμη γη την οποία εκμεταλλεύονταν οι καλλιτέχνες και σχετίζεται με τη λέξη <<αφαμιώται>>, περισσότερο γνωστή από τη μεταγενέστερη γραπτή παράδοση. Μια άλλη ενδιαφέρουσα, αλλά κακοδιατηρημένη επιγραφή του 3ου-2ου π.Χ. αιώνα επισημαίνει ότι οι Κόσμοι (κυβερνήτες) της πόλης ασκούσαν δικαιώματα πάνω στους αρτεμήτες. Οι τελευταίοι αποτελούσαν ένα είδος κλειστής κοινωνικής ομάδας, συγκροτημένη σε χωριό ή ακόμη και σε πολλά χωριά εγκατεστημένα στο γειτονικό χώρο της Ελεύθερνας, και ίσως συνδέονταν με την εγχώρια λατρεία της Αρτέμιδας. Από το περιεχόμενο της επιγραφής συμπεραίνεται ότι οι αρτεμήτες δεν είχαν το δικαίωμα να μετακινούνται ελεύθερα και επομένως, αν δεν ειδοποιούσαν τους κόσμους για μια τέτοια απόφαση, ήταν δυνατό να τιμωρηθούν με αποβολή από την κοινότητα της πόλης.

Στην Ελεύθερνα, κατά τη διάρκεια παλαιών ανασκαφών, βρέθηκαν ειδώλια και ζώδια γεωμετρικά, ελληνιστικά και κλασικά. Ένα από τα αξιολογότερα ευρήματα είναι το άνω μισό τμήμα του κορμού πώρινου αγάλματος, το οποίο παριστάνει γυναικεία ενδεδυμένη μορφή, η γνωστή << Κυρία Ελευθέρνης >>. Ανήκει στο λεγόμενο δαιδαλικό ρυθμό που αναπτύχθηκε τον 7ο αιώνα π.Χ. Ονομάστηκε έτσι από το παρόμοιο τύπο της <<κυρίας της Ωξέρ>>.Ένα μικρό κρητικό άγαλμα από μαλακό σχετικά ασβεστόλιθο (0.65μ.) μιας γυναικείας μορφής με κρητικό <<σάλι>> να σκεπάζει τους ώμους (αποτελούσε μέρος της Κρητικής ενδυμασίας), βρισκόταν άλλοτε στη μικρή γαλλική πόλη Auxerre και σήμερα στο Μουσείο του Λούβρου.Εξαιτίας αυτής της ομοιότητας, ορισμένοι συμπεραίνουν ότι το ξενιτεμένο άγαλμα προέρχεται από την Ελεύθερνα.

<< Η Ελεύθερνα είναι πόλη της Κρήτης και πέιρε το όνομά της από το όνομα ενός από τους Κουρήτες. Οι πολίτες λέγονταί Ελευθερναίοι και Ελευθερνεύς>> (Στ.Βυζ.)

Ελλωτίς. Η Γόρτυνα.

<<Ελλωτίς. Η Γόρτυνα παλαιότερα ονομαζόταν Ελλωτίς. (διότι έτσι ονομαζόταν από τους Κρήτες η Ευρώπη>> (Στ.Βυζ.). ( Βλέπε Γόρτυν).

Ελτυνία, η . Κουνάβοι Πεδιάδος.

Η Ελτυνία ή Έλτυνα ή Ελτυναία ήταν πόλη αυτόνομη στην Κρήτη. Η ύπαρξη και αυτονομία της έγινε γνωστή από μια επιγραφή που ανακαλύφθηκε από τον Halbherr, και αναφέρεται στη συμμαχία των κρητικών πόλεων με τον Ευμένη Β΄ βασιλιά της Περγάμου, το 183 π.Χ.. Η επιγραφή αναφέρει τους <<Ελτυναιείς>> αμέσως μετά τους Ελυρίους και τους Υρτακινίους και προ των Αραδηνίων. Από αυτό υποθέτουν ότι πρέπει να βρίσκεται στην επαρχία Σελίνου. Αναφέρεται όμως ότι προσαρτήθηκε από την Κνωσό, άρα πρέπει να ήταν κοντά της. Έτσι, έλεγαν, ίσως είναι σωστή η άλλη υπόθεση ότι η πόλη βρίσκεται στους Κουνάβους. Στους Κουνάβους όμως βρέθηκε το 1918, με ανασκαφή του Στ. Ξανθουδίδου, όταν γινόταν ο δρόμος προς το συνοικισμό Ζαγουριάνοι, επιγραφή σε βουστροφηδόν γραφή όπου αναφέρονται οι λέξεις <<Ελτυναιείς>> και <<Ελτυνιείς>>, και ταύτισε την πόλη, που ήταν γνωστή από τις άλλες επιγραφές. Η επιγραφή αυτή είναι μια πλάκα μήκους 2,5 μ. και φέρει 11 στίχους με γράμματα. Είναι τεμάχιο νόμου περί οικιών και ανήκει στην εποχή της Μεγάλης Επιγραφής της Γόρτυνας. Έχει πολύ ενδιαφέρον από παλαιογραφικής, από γλωσσικής και από πραγματικής άποψης. Αποδεικννύει ότι η Ελτυναία υπήρχε ήδη κατά τον 7ο ή τις αρχές του 6ου π.Χ. αιώνα ως αυτόνομη και ελεύθερη κοινότητα με την δική της νομοθεσία. Αργότερα ίσως υπαγόταν στην Κνωσό. Τα ερείπια της απλώνονται σε μεγάλη έκταση στις θέσεις Ζαγουριάνους, (Σ)Κεντέρι ή Ζάγουρας και Ελλενικά. Έχουν ανακαλυφθεί αρχιτεκτονικά μέλη (δωρικά κιονόκρανα) δημοσίων οικοδομημάτων, όστρακα πίθων, μελαμβαφών αγγείων, μια βάση με τον κατώτερο σπόνδυλο κίονα, ένα δωρικό αρχαϊκό κιονόκρανο και επιγραφές. Στο Σκεντέρι το 1937, ο Ασημιανάκης Δ. , κάνοντας κύλισμα βρήκε ανάγλυφα πλακίδια με έφιππη μορφή νεαρού άνδρα, που μάχεται με δράκοντα. Παρ’ όλο που τα πλακίδια είναι σύγχρονης κατασκευής δεν έχουν την ίδια τέχνη, ούτε είναι απολύτως όμοια ως προς την κατεύθυνση του αλόγου, τη στολή του ιππέα κλπ. Αν και δεν ανήκουν στη Χριστιανική εποχή αλλά μάλλον στην Ελληνιστική-Ρωμαϊκή, έχουν ομοιότητες με την παράσταση του Αγ. Γεωργίου. Στον ίδιο χώρο βρέθηκαν όστρακα, πίθοι και άλλα αγγεία και ένας κεραμικός κλίβανος. Ως φαίνεται ήταν εκεί αγγειοπλαστείο και τα πλακίδια ήταν μάλλον αποθηκευμένα για εμπόριο. Εδώ πρέπει να υπενθυμίσω την εικόνα που φέρει το μαχαίρι που βρήκε ο Γ.Σακελλαράκης στα Ανεμόσπηλια με την παράσταση του δράκοντα (<<μειξογενές ζώο>> γράφει ο Γ.Σακελλαράκης), για να μπορέσομε να κάνομε διάφορες σκέψεις για την προέλευση του.

Το 1967 βρέθηκε μια σημαντική ανάγλυφη επιτύμβια στήλη, η οποία εικονίζει γυναικεία μορφή που κρατά στεφάνι και λουλούδι, και αποτελεί ένα από τα ελάχιστα γνωστά γλυπτά των πρώιμων κλασικών χρόνων στην Κρήτη (490 π.Χ.). Σε αβαθή λάκκο στο νεκροταφείο βρέθηκε ένας κέρνος με αμφορίσκο και κυπελλίδιο συγκολλημένα πάνω στο χείλος, καθώς και ένα ενδιαφέρον ιδιότυπο σκεύος: Πρόκειται για έναν <<κέρνο>> (λεκανίδα) με δυο ειδώλια πουλιών και τέσσερα ζώων, κολλημένα στο χείλος, ένα μεγαλύτερο κινητό ειδώλιο πουλιού πάνω σε βάση, τοποθετημένο στον πυθμένα του σκεύους, και επίσης με ένα ειδώλιο συγκολλημένο στο εσωτερικό τοίχωμα, που παριστάνει μια γυναίκα θρηνωδό με τα χέρια στο κεφάλι, στη γνωστή χειρονομία που εκφράζει την οδύνη για τον θάνατο

 

Η περιοχή της Έλτυνας (Κουνάβοι-Καταλλαγάρι-Πεζά-Αγ.Παρασκιές) ήταν απο την μινωική εποχή το μεγαλύτερο εργοτάξιο παραγωγής και εξαγωγής προϊόντων οιναμπέλου στο Αιγαίο. Την περιοχή είχε αναπτύξει η Κνωσός και πιθανόν οι πρώτοι κάτοικοι της Έλτυνας να προέρχονται από τους οιναμπελουργούς της Κνωσού. Σύμφωνα με σφράγισμα που βρέθηκε στη Σαμοθράκη πρόσφατα, ιερογλυφικής γραφής, όμοιο με σφραγίδα από την Κνωσό, εξήγαγαν εκτός από οίνο και καταβολάδες οιναμπέλου. Από το τέλος της 2ης χιλιετίας π.Χ. η Έλτυνα φαίνεται αυτόνομη πόλη.

Έλυρος, η. Ανατολικά του σημερινού χωριού Ροδοβάνι Σελίνου, στο λόφο Κεφάλα.

Έλυρος. Πόλη της Κρήτης, η πιο σημαντική του ΝΔ τμήματος του νησιού. Εκεί τιμούσαν ιδιαίτερα τον Απόλλωνα και τους ήρωες Φυλακίδη και Φίλανδρο, γιο του Απόλλωνα και της νύμφης Ακακαλλίδας. Οι Ελύριοι έστειλαν στους Δελφούς, ανάθημα, ένα χάλκινο σύμπλεγμα, που παρίστανε μία κατσίκα να θηλάζει τους δυο αυτούς ήρωες όταν ήταν νήπια. Βρισκόταν στη σημερινή επαρχία Σελίνου, κι είχε για επίνειά της τη Συία (τώρα Σούγια) και τη Λισσό, στο σημερινό κόλπο του Αγίου Κύρκου. Έκοψε νομίσματα και συγκαταλέγονται ανάμεσα στις τριάντα πόλεις που συμμάχησαν το 183 π.Χ. με το βασιλιά της Περγάμου Ευμένη Β’. Πρώτος ο Pashley οδηγούμενος από τα σχετικά χωρία των αρχαίων συγγραφέων και των επιγραφών, όρισε τη θέση της κοντά στο σημερινό χωριό Ροδοβάνι της κοινότητας Καμπάνου της επαρχίας Σελίνου. Ο Thenon εξέτασε τα ερείπια αυτής προσεκτικότερα και ανακάλυψε επιγραφή, που έγραφε <<έδοξε τη πόλει των Ελυρίων>>, με την οποία επικυρώθηκε η γνώμη του Pashley.

<< Η Έλυρος είναι πόλη της Κρήτης όπως γράφει ο Ξενίων στα Κρητικά. Ο πολίτης λέγεται Ελύριος>> (Στ.Βυζ.).

Ερώνος (ή Ερράνος). Παπούρα Λασιθίου ;

Η ύπαρξη της πόλης έγινε γνωστή από τις συνθήκες των κρητικών πόλεων με την Τέω της Ιωνίας, αναφορικώς με την ασυλία του Ιερού του Διονύσου. Μεταξύ των εν λόγω κρητικών πόλεων αναφέρεται και η Έραννος, η οποία κατά την σχετική επιγραφή είχε πολλούς ναούς, εκ των οποίων ο ένας ήταν <<το ιερόν του Ασκληπιού>>. Στην επιγραφή αυτή οι κάτοικοι φέρονται Εράννιοι: <<ο δάμος ο Εραννίων - ταν Εραννίων εύνοιαν - πολίτας Εραννίων και τας των Εραννίων πόλιος>>, αλλά και Ερώνιοι εκαλούντο επίσης: <<έδοξεν Ερωνίων τοις κόσμοις - α πόλις των Ερωνίων>>. Η πόλη συγκαταλέγεται επίσης σ΄αυτές που συνθηκολόγησαν με το Ευμένη της Περγάμου, σ΄αυτή την επιγραφή οι κάτοικοι λέγονται Ερώνιοι. Από αυτές φαίνεται ότι ήταν σε χρήση και τα δύο εθνικά ονόματα. Αλλά το πιο ενδιαφέρον είναι ότι από τις συνθήκες αποδεικνύεται η αυτονομία της πόλης, στην οποία αποδίδονται μερικά νομίσματα που έχουν βρεθεί.

Ερταία. Η πόλη αυτή της Κρήτης ήταν αυτόνομος και είχε νομίσματα (Svoronos Numism. Σελ. 137). Η ύπαρξη της έγινε γνωστή από μια επιγραφή που ανακάλυψε στην Κνωσό, ο καθηγητής του Γυμνασίου Ηρακλείου Κρήτης, Ι. Περδικάρης και την δημοσίευσε την 24 Απριλίου 1888 στο υπ΄αρίθ. 591 δελτίο της Εστίας. Οι κάτοικοι της λεγόταν Ερταίοι.

Ζάκρος.

Στην περιοχή της Κάτω Ζάκρου, 500 μ. από την παραλία, παρατηρήθηκαν πρώτη φορά από τον Άγγλο ναυτικό Σπράττ, το 1832, ενδείξεις ύπαρξης αρχαιότατης πόλης. Τα τέλη του ίδιου αιώνα οι Ιταλοί αρχαιολόγοι Halbherr και Mariani, έκαναν δοκιμαστικές ανασκαφές και βρήκαν διάφορα αγγεία με πολυτελή διακόσμηση. Μερικά από αυτά ανήκαν στην πιο καλή μυκηναϊκή περίοδο της Κνωσού. Στην περιοχή αυτή από την Κάτω Ζάκρο ως την Απάνω, όπως διαπίστωσαν οι ανασκαφές, υπήρχε μια αρκετά μεγάλη πόλη τη Μινωική αλλά και τις νεώτερες εποχές, ακόμη και τη ρωμαϊκή, όπως πιστοποιούν τα λείψανα ρωμαϊκών οικιών, που βρέθηκαν στη θέση Καλή Στράτα. Ο Μαριάνι παρατήρησε και Θέρμες με υπόγειο θέρμανση κάτω από το πάτωμα, το λεγόμενο <<υπόκαυστο>>. Η προϊστορική πόλη της Ζάκρου ήταν η πιο μεγάλη των Ετεοκρητών, μετά την Πραισό. Στα γύρω υψώματα στον Τραόσταλο κ.λ.π., το Φαράγγι των Νεκρών, όπου ήταν τα νεκροταφεία της, υπάρχουν πολλοί τάφοι της ίδιας περιόδου. Το όνομα της Ζάκρου είναι Μινωικό και σχετίζεται με τους Ζακαρού, μινωικό λαό, που αναφέρεται σε αιγυπτιακά κείμενα. Η Κρητική αυτή αρχαία πόλη μάλλον δεν αναφέρεται από τους γνωστούς αρχαίους συγγραφείς. Δεν αποκλείεται η πόλη να είχε το ίδιο όνομα με το σημερινό, όπως η Δρήρος που δεν αναφέρεται, παρά μόνο τυχαίως από το γραμματικό Θεόγνωστο ως παράδειγμα ορθογραφίας. Μην ξεχνούμε όμως ότι πολλές πόλεις της Κρήτης δεν έχουν ακόμα ταυτιστεί. Υπάρχει όμως και η περίπτωση στην περιοχή αυτή κατά την μινωική εποχή να κατοικούσαν αυτοί που φρόντιζαν το ξακουστό ιερό του Δικταίου Δία στο Παλαίκαστρο. Αυτός ή αυτή που φροντίζει τον ναό, στα αρχαία ελληνικά, λέγεται Ζάκορος. Εκτός του ιερού αυτού υπήρχε και ξακουστός ναός της Μεγάλης Μητέρας στο Ακρωτήρι Σίδερο, όπως αναφέρει η πρώτη Ετεοκρητική επιγραφή της Πραισού. Έτσι ίσως έχομε, η Ζάκορος -> η Ζάκ(ο)ρος-> η Ζάκρος.

Το 1901 ο Άγγλος Αρχαιολόγος Hogarth έκανε ανασκαφή στην πλαγιά του λόφου, βορειοανατολικά του ανακτόρου και αποκάλυψε μέρος του αρχαίου οικισμού. Βρήκε σπουδαία αντικείμενα της Μυκηναϊκής περιόδου, πίθους, χάλκινα εργαλεία και όπλα, διπλούς πελέκεις, σμίλες, μαχαίρια και σ΄ένα δωμάτιο ένα σωρό από 500 πήλινα σφραγίσματα, λείψανα εμπορικών συναλλαγών. Πολλά έχουν δαιμονικές παραστάσεις, οι οποίες αποτελούν τον προ της Γραμμικής Α, τύπο γραφής για να γράφονται λέξεις της <<προϊστορικής>> Ελληνικής. Όπως εξακριβώσαμε από την ανάγνωση μερικών από αυτά, αναφέρονται στην εμπορία φαρμάκων και μάλιστα δηλητηριωδών τα οποία εξήγαγαν από θαλάσσιους η φυτικούς οργανισμούς. Εντυπωσιακό είναι το παράδειγμα του σφραγίσματος το οποίο χαρακτηρίζουν ως <<ο ελαφοκέφαλος>>, το οποίο αναφέρεται στην εμπορία στρυχνίνης. Το σχέδιο του σφραγίσματος αυτού παριστάνει πράγματι το φυτό στρύχνον, με τις ρίζες του, τα κλαδιά του και τους καρπούς του, ευδοκιμεί σε απόκρημνες παραλίες. Βρήκε επίσης δύο λάκκους γεμάτους αγγεία καμαραϊκά και μυκηναϊκά και σε σπηλαιώδεις τάφους πρωτομινωικά αγγεία και λύχνους. Από αυτές τις ανασκαφές δεν σώζεται τίποτε. Ο δεύτερος παγκόσμιος πόλεμος άφησε και εδώ την καταστροφική του σφραγίδα όπως στον Δραγμό. Αφορμή της νέας ανασκαφής ήταν η ανεύρεση ξίφους, που βρήκαν ο Μανόλης Φυγετάκης και ο Νικ. Καραντώνης στην περιοχή του ανακτόρου, που το παρέδωσαν στην αρχαιολογική υπηρεσία, και μια βάση κίονα, που βρέθηκε στη θέση του ανακτόρου.

Το 1952 ο Νικ. Πλάτων άρχισε ανασκαφικές εργασίες στην ανατολική πλαγιά του υψώματος του Αγ. Αντωνίου. Εξετάζοντας την περιοχή ο Πλάτων παρατήρησε στην επιφάνεια του εδάφους, μέσα στα περβόλια με μπανάνες, μεγάλους πελεκητούς πωρόλιθους, στην δυτική άκρα της κοιλάδας της Κάτω Ζάκρου. Ένδειξη ότι εκεί υπήρχε κάποιο επίσημο κτήριο. Αυτή ήταν η αρχή της αποκάλυψης το 1961 ενός Μινωικού ανακτόρου, του τετάρτου ύστερα από τα ανάκτορα της Κνωσού, της Φαιστού και των Μαλίων. Η επιμελημένη κατασκευή της οικοδομής, οι πολλές αποθήκες, η πλούσια κεραμική, οι μεγάλες ποσότητες πρώτων υλών, ως το ελεφαντοκόκαλο και ο χαλκός σε μορφή <<ταλάντων>>, που βρέθηκαν με την πρόοδο της ανασκαφής, επιβεβαίωσαν τη γνώμη, ότι πρόκειται για ανάκτορο. Η έκταση του υπερβαίνει τα 8000 τ.μ. Το ανάκτορο εκτείνεται γύρω από μια κεντρική αυλή, όπως και τα άλλα Μινωικά ανάκτορα.

Το ανάκτορο της Ζάκρου, παρ΄όλο που έχει βασικές ομοιότητες, στις κύριες γραμμές, με τα άλλα Μινωικά ανάκτορα, έχει ορισμένες ιδιοτυπίες, που δεν υπάρχουν στα άλλα, πολύτιμες για τη μελέτη της Μινωικής αρχιτεκτονικής. Στα κτήρια του ανακτόρου χρησιμοποιήθηκε ξεστός πωρόλιθος, που τον έφερναν με τα πλοία από άλλο μέρος, αφού δεν υπάρχει στην περιοχή της Ζάκρου. Σε πολλούς τέτοιους ξεστούς πωρόλιθους είναι χαραγμένα τα γνωστά τεκτονικά σημεία, ο διπλούς πέλεκυς, το τρίαιχμο (Ψ), ο οβελός και ο αστέρας. Οι προσόψεις των δωματίων ήταν κτισμένες με ξεστές πέτρες με τα παραπάνω μινωικά σύμβολα. Το ανάκτορο είχε μόνο δύο ορόφους, καταστράφηκε απότομα και ολοκληρωτικά και δεν ξανακτίστηκε στη θέση του νέο. Από κομμάτια ηφαιστειακής μάζας, που έφθασαν στη Ζάκρο, προφανώς με την εκτίναξη από το ηφαίστειο της Θήρας, που βρέθηκαν στο χώρο του ανακτόρου, και από παρατηρήσεις για τις μετατοπίσεις των τοίχων κατά την καταστροφή, προέκυψαν νέες ενδείξεις, ότι η καταστροφή οφείλεται στον τρομερό σεισμό, που έγινε κατά την έκρηξη του ηφαιστείου της Θήρας το 1450 π.Χ. Η απότομη αυτή καταστροφή και η πυρκαϊά που ακολούθησε σκέπασε κάτω από τα ερείπια ότι υπήρχε στο ανάκτορο. Έτσι εγκαταλείφτηκε και ξεχάστηκε αιώνες δίχως να συληθεί. Αυτό είναι η αιτία που βρέθηκαν πολλά και ανυπολόγιστης αξίας αντικείμενα τέχνης, που βρίσκονται σήμερα στα Μουσεία Σητείας, Αγίου Νικολάου και Ηρακλείου Κρήτης. Μεταξύ των σπουδαίων αντικειμένων από κάθε ύλη είναι και οι 13 πήλινες πινακίδας της μινωικής Γραμμικής Α, γραφής, μέσα σε τρεις ψηλές πλίθινες κόγχες στο νότιο τοίχο του αρχειοφυλακείου. Το βαθύ κεραμιδί χρώμα της επίχωσης στο σημείο που βρέθηκαν οι πινακίδες δείχνει ότι αρχικά ήταν πολύ περισσότερες, σώθηκαν όμως μόνο αυτές που ψήθηκαν από τη φωτιά την ώρα της καταστροφής του δωματίου. Επίσης σπουδαία είναι τα δυο ρυτά για σπονδές που βρέθηκαν στο ανάκτορο. Το ένα είναι λίθινο με ανάγλυφο παράσταση ιερού κορυφής και το ρυτό σε πλαστική μορφή ταύρου, από χλωρίτη, παρόμοια του οποίου υπάρχου μόνο τρία. Ένα της Κνωσού, ένα των Μυκηνών και ένα όμοιο με της Κνωσού, το οποίο βρέθηκε στην Αίγυπτο.

Ηράκλεια

Ο Στ. Βυζάντιος μεταξύ των εικοσιτριών πόλεων που αναφέρει με αυτό το όνομα, γράφει ότι η δέκατηευδομη στη σειρά βρίσκεται στην Κρήτη. Το εθνικό όνομα είναι Ηρακλεύς και Ηρακλειώτης και Ηρακλεώτης και Ηράκλειον και Ηρακλεωτικόν>> (Στ.Βυζ.) Βλ. λέξη Ηράκλειο.

Ηράκλειον, το. Το σημερινό Ηράκλειο Τεμένους.

Κατά τον Πλίνιο Ηράκλεια 4,12,59. Κατά τον Tournefort, σελ. 74, και τον Bursian, 2,560, ελέγετο στην αρχαιότητα και Μάτιον. Από τον Στράβωνα αναφέρεται δύο φορές. Την μια ως επίνειο της Κνωσού :<<έχει η Κνωσός επίνειο το Ηράκλειο>>, που εβρίσκετο απέναντι της νήσου Δίας: << Η νήσος Δία που βρίσκεται απέναντι στο Ηράκλειο της Κνωσού>> Στρ. 10,476 και 484. Η ίδια πληροφορία είναι και στους Σταδιασμούς, σελ. 348 και 349 : <<Από την Αστάλη μέχρι το Ηράκλειον η απόσταση είναι 100 σταδίες. Είναι πόλη. Έχει λιμάνι και νερό. Σε απόσταση 20 σταδίων βρίσκεται η πόλη Κνωσός, και δυτικά σε απόσταση 40 σταδίων βρίσκεται νήσος. Αυτή ονομάζεται νήσος του Διός. Από το Ηράκλειο στη Χερρόνησο η απόσταση είναι πάλι 100 σταδίες>>. Ο Pape ξεχώριζε το Ηράκλειο από την Ηράκλεια, θεωρεί το μεν πρώτο ως ναό και κόλπο στη βόρεια παραλία του νησιού, κατά Πτολ. 3,17,6 και Πλιν. 4,20, τη δεύτερη δε πόλη σύμφωνα με τον Στ. Βυζάντιο.

Ο Spratt αντίθετα από τον Tournetort και τον Bursian τοποθετεί την Ηράκλεια επί του σημερινού Ηρακλείου, το δε Μάτιον, θεωρεί ιδιαιτέρα πόλη, την πόλη τοποθετεί ανατολικά των εκβολών του Αμνισού ποταμού, του σημερινού Καρτερού. Εάν το σημερινό Ηράκλειο ονομαζόταν από την αρχαιότητα Ηράκλειο ή Ηράκλεια τότε θα μπορούσε να θεωρηθεί τούτο απόδειξη για την ορθότητα της γνώμης εκείνων, οι οποίοι τοποθετούσαν σ΄αυτό την αρχαία Ηράκλεια ή Ηράκλειο. Στη Δεύτερη Οικουμενική Σύνοδο τον 381, υπογράφουν οι Κρήτες επίσκοποι, Σύμφορος Ιεραπύτνης, ο Κυδώνιος Κυδωνίας, ο Εύκισσος Κισάμου και ο Μαυσώνιος Ηρακλείου, το δε Ηράκλειο αναφέρεται στον κατάλογο αυτό, που είναι συνταγμένος λατινικά, ως Ηράκλεια.

Ως γνωστό, όμως η σημερινή πόλη θεμελιώθηκε από τους Άραβες με το όνομα Χάντακ = Χάνδαξ, ονομαζόταν έκτοτε Candia από τους Ενετούς και τους Τούρκους, από δε τους ντόπιους Μεγάλο Κάστρο ή κατεξοχήν Κάστρο, μόλις δε πριν ένα αιώνα της δόθηκε το όνομα Ηράκλειο με πρωτοβουλία των λογιότερων της εποχής εκείνης. Το έκαμαν δε από εθνική φιλοτιμία για να αντικαταστήσουν το αραβικό ή ενετικό όνομα με ελληνικό. Το σημερινό λοιπόν όνομα δεν είναι απόδειξη ότι η αρχαία συνώνυμος πόλη περί τα βόρεια μέρη της Κνωσού, στην απέναντι της νήσου Δία παραλία, ήταν στην σημερινή θέση. Στο μεγάλο και καταστρεπτικό σεισμό της 29 Μαίου 1508, ώρα 2 μετά τα μεσάνυκτα, έμειναν κατοικήσιμα τέσσερα ή πέντε σπίτια και σκοτώθηκαν μόλις 300 άνθρωποι. Το 1810 καταστράφηκε η πόλη του Ηρακλείου από σεισμό και έχασαν τη ζωή τους 2 χιλιάδες άνθρωποι. Επίσης στο σεισμό του 1856, στις 30 του Σεπτέμβρη, στις 2.30 μετά τα μεσάνυκτα καταστράφηκαν 6.512 σπίτια, σκοτώθηκαν 538 άνθρωποι και τραυματίστηκαν 637. Τότε κατέπεσε ο καθεδρικός ναός του Αγίου Τίτου και ο ναός της μονής Φραγκισκανών, έμειναν μόνο 18 σπίτια κατοικήσιμα. Οι αριθμοί των καταστροφών ποικίλουν στις διάφορες πηγές. Από το Ηράκλειο κατογόταν ο εκ των Αγίων Δέκα, Ευάρεστος.

Ήτις ( ή Ητεία) Η θέση της τοποθετείται στο μικρό συνοικισμό Πετράς της Σητείας

Ήτις ή Ήτεια,η. Πόλη της βορειοανατολικής Κρήτης, στο δυτικό μυχό του Κόλπου Διδύμου ή της Σητείας, κοντά στο χωριό Πετράς, όπου έχουν εντοπιστεί ερείπια πολυγωνικού τείχους και άλλα λείψανα αρχαίων οικοδομημάτων. Σύμφωνα με το Διογένη Λαέρτιο, εκεί γεννήθηκε ο φιλόσοφος Μύσων. Η Ητεία ήταν λιμάνι της Πραισού στη βόρεια θάλασσα. Όταν οι Ιεραπύτνιοι κατέστρεψαν την Πραισό, οι Πραισίοι που διασώθηκαν κατέφυγαν στην Ητεία, η οποία έγινε έπειτα πρωτεύουσα του νέου πραισιακού κράτους, που έκοψε νομίσματα και έδωσε το όνομα της σε ολόκληρη τη χερσόνησο, την αρχαιότερη εστία, μινωικού πολιτισμού. Σε επιγραφή του 3ου π.Χ. αιώνα, που βρέθηκε στην Πραισό, αναφέρονται δυο φορές οι Σηταήται, όπως έλεγαν τότε τους Σητειακούς. Το όνομα Σητεία φαίνεται ότι το πήρε στους Βυζαντινούς χρόνους.

Η Σητεία υπήρχε την υστερομινωική περίοδο, διατηρήθηκε την Ελληνική, τη Ρωμαϊκή, την πρώτη Βυζαντινή, την Αραβική, τη δεύτερη Βυζαντινή και τη Βενετική περίοδο. Τη δεύτερη βυζαντινή περίοδο η τούρμα της Σητείας αποτελούσε ιδιαίτερη επισκοπή με έδρα την πόλη της Σητείας, που αργότερα, από το φόβο των πειρατών μεταφέρθηκε στο χωριό Επισκοπή της Σητείας, όπως και όλες οι άλλες παραθαλάσσιες επισκοπές της Κρήτης. Στα χρόνια της Βενετοκρατίας ήταν έδρα του διαμερίσματος Σητείας στο οποίο υπαγόταν και η καστελανία της Ιεράπετρας. Στην περίοδο της Βενετοκρατίας η πόλη της Σητείας, φέουδο της οικογένειας Παυλίνα, καταστράφηκε τρεις φορές. Το 1508 την κατάστρεψε τρομερός σεισμός και το 1538 ο Χαιρεντίν Μπαρμπαρόσα, το φόβητρο των παράκτιων πληθυσμών της Μεσογείου το 16ο αιώνα. Από τα 400 σπίτια που είχε, μόνο 10 έμειναν όρθια. Το 1648 πολιορκήθηκε από τους Τούρκους και εγκαταλείφθηκε από τους κατοίκους της. Για δυο αιώνες έμεινε ακατοίκητη. Η θέση των ερειπίων της παλιάς πόλης αγοράστηκε με ενέργειες των πασάδων Αβνή και Κωστή Αδασίδη, και χτίστηκε το 1870 η νέα πόλη που οι Τούρκοι ονόμασαν Αβνιέ και οι Έλληνες Λιμάνι της Σητείας. Από τη Σητεία κατάγεται ο μεγάλος Έλληνας ποιητής Βιτσέντζος Κορνάρος, που έγραψε το επικολυρικό ποίημα <<Ερωτόκριτος>>.

Ανατολικά της πόλης σώζονται ελάχιστα ερείπια του βενετσιάνικου φρουρίου, που το κατάστρεψαν οι ίδιοι οι Βενετοί για να μην πέσει στα χέρια των Τούρκων (1651).

Σειρά νομισμάτων αποδίδεται, αλλά με αμφιβολία, σε αυτήν, επειδή οι αρνούμενοι τούτο δεν τη θεωρούσαν αυτόνομο αλλά υποτελή στην Πραισό.

<<Η Ήτις είναι δήμος της Λακωνικής και πόλη της Κρήτης, από την οποία κατάγεται ο Μύσων ο Ητείος, το οποίο αναφέρει ο Πλάτωνας στον Πρωταγόρα, όπου το γράφει και Χηνέα. Ο Δίδυμος στα συμποσιακά τον ονομάζει Ητείον>>. (Στεφ. Βυζ.).

Θεναί, αι

Θενές (-αι),αι. Πόλη της Κρήτης κοντά στην Κνωσό. Η ακριβής θέση της είναι αμφισβητήσιμη.  Άλλοι την τοποθετούν κοντά στο Κανλί-Καστέλλι, ενώ άλλοι στο χωριό Σαμπά Πεδιάδος. Η πόλη μνημονεύεται στον Καλλίμαχο και στον Στέφανο Βυζάντιο. Επίσης αμφισβητήσιμη είναι η αυτονομία της, αφού είναι ζήτημα εάν ανήκε σαυτήν κρητικό νόμισμα. (Svoronos).

<< Οι Θενές είναι πόλη της Κρήτης, αλλά μερικοί την θεωρούν πόλη της Αρκαδίας, άλλοι πάλι ότι είναι όρος. Το εθνικό είναι Θεναίος και Θεναία και Θενείς>> (Στ.Βυζ.).

Σύμφωνα με τις προηγούμενες απόψεις και περιγραφές περί του τόπου όπου βρισκόταν οι Θενές, πιθανώς να ήταν σε τοποθεσία η οποία να συγκέντρωνε όλα τα προηγούμενα στοιχεία. Τέτοια τοποθεσία είναι αυτή των ανασκαφών του Γαλατά, νότια του Σαμπά, ορεινή και κοντά στους Αρκάδες των οποίων η επικράτεια έφθανε μέχρι αυτήν την περιοχή.

Θεράπναι, αι Μεταξύ Ελεύθερνας και Κυδωνίας ;

Θεράπναι. Πόλη της Κρήτης, μια από τις σημαντικότερες κατά τον Πλίνιο. Φαίνεται ότι έγινε ιδιαίτερα σημαντική με τη δωρική εγκατάσταση στο νησί. Η θέση της δεν έχει εξακριβωθεί, αλλά μάλλον πρέπει να αναζητηθεί κοντά στην Ελεύθερνα. Φαίνεται ότι αρχές του Μεσαίωνα, ή καταστράφηκε ή εγκαταλείφθηκε.

Θήβη, η. Σίβα Πυργιωτίσσης.;

Ιδαίον ή Αρκαίνσιον Άντρον. Λατρευτικό σπήλαιο της Κρήτης στη βόρεια πλαγιά της Ίδης, στο οροπέδιο Νίδα, όπου κατά την παράδοση ανατράφηκε ο Δίας. Τα πολυάριθμα αναθήματα που βρέθηκαν εκεί μαρτυρούν ότι η λατρεία στο σπήλαιο αρχίζει από τη μινωική εποχή μέχρι και τον 4ο μ.Χ. αιώνα. Από τα ευρήματα (ειδώλια, φιάλες, τρίποδες), πολλά από τα οποία έχουν ανατολική προέλευση, σημαντικότατες είναι οι ανάγλυφες χάλκινες ασπίδες του 8ου και 7ου π.Χ. αιώνα, στις οποίες διακρίνεται η βαθμιαία απομάκρυνση από τα ανατολικά, ασσυριακά και φοινικικά πρότυπα. Οι ανασκαφές και τα κείμενα που αποκάλυψαν την απίστευτη πολυπλοκότητα των ιεροπραξιών που γνώρισε αυτό το σπήλαιο, συνέδεσαν άρρηκτα τις λατρευτικές αυτές πρακτικές με την πόλη της Αξού που είχε υπό τον έλεγχο της τους γειτονικούς ορεινούς πληθυσμούς. Η Αγχιάλη, για παράδειγμα, σύζυγος του Δία και μητέρα των Δακτύλων της Ίδας, ανατρέφει τους γιους της μέσα στο σπήλαιο καταλαμβάνοντας τη γη της Αξού (Απολλώνιος Ρόδιος, Αργοναυτικά) και θεωρείται μάλιστα, μάνα του ιδρυτή της πόλης. Οι αναθηματικές ασπίδες , οι λέβητες, οι τρίποδες, τα κύμβαλα και οι αιχμές βελών και δοράτων βρέθηκαν δεξιά από την είσοδο του σπηλαίου στο σημείο που τοποθετεί ο Θεόφραστος τα αναθήματα. (Φυτ. Ιστ. ΙΙΙ, 3-4). Κατά τη Μυθολογία, ο Δίας είχε γονείς τη Ρέα και τον Κρόνο και γεννήθηκε στο Δικταίον Άντρον και από εκεί μετεφέρθη στο Ιδαίον Άντρον. Ο Κρόνος ήθελε να καταπιεί το Δία για να σώσει την ουράνια βασιλεία του. Η Ρέα για να τον ξεγελάσει σπαργάνωσε ένα λίθο. Ο Κρόνος ανύποπτος τον κατάπιε. Οι νύμφες Αδράστεια και Ίδη τον ανάθρεψαν με το γάλα της κατσίκας Αμάλθειας και άγριο μέλι. Όταν έκλαιγε, οι Κουρήτες τον προστάτευαν χτυπώντας τα σπαθιά στις ασπίδες τους.

Το σπήλαιο είχαν επισκεφθεί κατά την μεγάλη του ακμή ο Πυθαγόρας, ο Πλάτωνας και πιθανόν ο Σόλων, ο οποίος κατά τον Δίσκο του Φαιστού είχε πάει στη Φαιστό.

Ιερά νήσος

<< Η Ιερά νήσος βρίσκεται στο Κρητικό πέλαγος όπως αναφέρει ο Χάραξ. Υπάρχει και κοντά στην Αίγυπτο Ιερά νήσος. Ο κάτοικος λέγεται Ιερονησίτης ή Ιερονήσιος >> (Στ.Βυζ.).

Ιεράπολις, η. Λεβήν; ή Μάλια.

Ιεράπολις. Ο Στ. Βυζάντιος αναφέρει μεταξύ άλλων πόλεων με το ίδιο όνομα, δεύτερη αυτή πού βρίσκεται στην Κρήτη και ότι το εθνικό είναι Ιεραπολίται>> (Στ. Βυζ..).

Ιεράπυτνα, η. Ιεράπετρα (36 χιλ. Από τον Άγ. Νικόλαο)

Ιεράπυτνα, η (αρχ.) πόλη στη νότια παραλία της ανατολικής Κρήτης, στο στενότερο σημείο του νησιού (Στραβ. 10,475), στη θέση της σημερινής Ιεράπετρας. Κατά την παράδοση, ονομαζόταν αρχικά Κύρβα, από το όνομα του ιδρυτή της, του Κύρβαντα, ενός από τους Κορύβαντες. Κατόπιν ονομάστηκε Κάμιρος, Πύτνα και τελικά Ιεράπυτνα ή Ιεράπυσνα. Οι παλιότερες ονομασίες της Κύρνα και Κάμιρος, φανερώνουν κάποια σχέση με τη Ρόδο και είναι πολύ πιθανό οι πρώτοι άποικοι, που ήταν Δωριείς, να έφθασαν στην Ιεράπυτνα από τη Ρόδο. Οι Δωριείς αναμίχθηκαν με το γηγενές ετεοκρητικό στοιχείο, το οποίο αρχικά ήταν ισχυρό. Από την πρώιμη όμως εποχή λίγα στοιχεία σώζονται. Αρχικά η Ιεράπυτνα ήταν άσημη πόλη. Είχε ανεπτυγμένο κυρίως τον στόλο της, που ήταν –ως ένα βαθμό- πειρατικός. Έτσι, το 204-201 π.Χ., όταν μερικές κρητικές πόλεις συμμάχησαν με τους Μακεδόνες εναντίον της Ρόδου και των συμμάχων της, ο στόλος της Ιεράπυτνας χτύπησε την Κω και την Κάλυμνο.

Το 201-200 π.Χ., όμως η Ιεράπυτνα μεταστράφηκε και συμμάχησε με τη Ρόδο, η οποία προσπαθούσε να καταστείλει την πειρατεία. Το 185 περίπου π.Χ. η Ιεράπυτνα συνήψε φιλικές σχέσεις με τον Ευμένη Β’ της Περγάμου. Από το 145-140 π.Χ., όποτε η πόλη κατέστρεψε τη γειτονική της Πραισό και την ενσωμάτωσε στη δική της επικράτεια άρχισε η άνοδος της Ιεράπυτνας και η εξέλιξή της σε μια από τις σημαντικότερες κρητικές πόλεις (Στραβ. 10, 479). Στην επικράτειά της περιήλθαν επίσης η Λάρισσα και η Ώλερος. Η γειτνίαση όμως με την Ίτανο οδήγησε σε εχθροπραξίες για τα όριατων δυο περιοχών, που ρυθμίστηκαν μόνο το 112/111 π.Χ., παρά τις συνεχείς προσπάθειες των Ρωμαίων. Στους Ρωμαίους υποτάχθηκε τελευταία από όλες τις κρητικές πόλεις το 68/67 π.Χ. Ακολούθησε περίοδος ακμής κατά τους αυτοκρατορικούς χρόνους και ο Σέρβιος αναφέρει ότι από τις κρητικές πόλεις μόνο αυτή και η Κνωσός επιβιώνουν, κάτι όμως που δεν επιβεβαιώνεται από αλλού. Περισσότερες πληροφορίες για τις λατρευόμενες θεότητες δίνουν τα νομίσματα της πόλης. Τα παλαιότερα χρονολογούνται μεταξύ 400-350 π.Χ., με επιγραφή και απεικόνιση κάπρου ή αετού. Αργότερα, γύρω στο 300 π.Χ. απεικονιζόταν κεφαλή Διός και φοίνικας ή αετός. Τα νομίσματα του 200 π.Χ., ακολουθούσαν τον αθηναϊκό τύπο, τα μεταξύ 200-167 π.Χ. απεικόνιζανγυναικεία κεφαλή με πυργόμορφο πόλο, φοίνικα ή αετό και σε αυτά των ρωμαϊκών χρόνων κεφαλή Διός και φοίνικα. Από τις επιγραφές και τα σύμβολα των νομισμάτων, καθώς και από τα ανασκαφικά δεδομένα, συνάγεται ότι στην Ιεράπυτνα λατρευόταν ο Ζευς, η Ήρα, η Αθηνά και ο Απόλλων. Το 1508 μ.Χ. καταστράφηκε από σεισμό η μεγάλη πόλη της Ιεράπετρας και έχασαν τη ζωή τους 30 χιλιάδες άνθρωποι. Δούκας της Κρήτης ήταν τότε ο Ιερώνυμος Δονάτος. Επίσης στο σεισμό του 1780 μ.Χ. καταστράφηκε το κάστρο της Ιεράπετρας και σκοτώθηκαν 300 Τούρκοι.

<< Η Ιεράπυτνα είναι πόλη της Κρήτης, παλαιότερα την έλεγαν Κύρβα έπειτα Πύτνα, έπειτα Κάμιρο και μετά Ιεράπυτνα. Το εθνικό όνομα είναι ΙΙεραπύτνιος>> (Στ.Βυζ.).

Ιλλατία, η. Μεταξύ Αλλαρίας και Συβρίτου;

<<Η Ιλαττία είναι πόλη της Κρήτης, όπως αναφέρει ο Πολύβιος, το εθνικό όνομα είναι Ιλάττιος>> (St. Buf.).

Ιναχώριο. Ιναχώριον Κισάμου.

Ιναχώριο, το. Πόλη στη Δυτική Κρήτη, που τοποθετείται στην περιοχή των Εννέα Χωριών. Αναφέρεται σε αρχαίες πηγές. (Πτολεμαίου Γεωγραφικά 3,15,2), όπως επίσης και σε καταλόγους αρχαίων πόλεων της Κρήτης (Creta Sacra τομ.1, σελ.124). Συχνά γράφεται και Ινναχώριο. (εγκ.Π.Λ.Μ.).

Ιπποκορώνιον, το. Ο Στράβων (Ι, 472) αναφέρει το τοπωνύμιο : Ιπποκόρωνά τε της Αδραμυττηνής και Ιπποκορώνιον εν Κρήτη. Πιστεύουν ότι είναι όνομα πόλης, που ήταν δυο μίλια νοτιοδυτικά του Νέου Χωριού Αποκορώνου, πάνω στο λόφο του Αγ. Μάμα, όπου σωζόταν αρχαία κομμάτια από μάρμαρο ή ανατολικά του χωριού Καλύβες, όπου ήταν το φρούριο Αποκορώνου. Ο Cornelius, αναφέρει: Hippocoronion sive Tanus hodie Castrum Apricornium. Άρα το Ιπποκορώνιον λεγόταν και Τάνος, πόλη της Κρήτης, ιστορικά βεβαιωμένη, κάτοικος Τανίτης, ως αναφέρεται σε νομίσματα και ήταν κοντά στην Κυδωνία (βλέπε Τάνος).

Το Ιπποκορώνιον κατά τον Cornelius ήταν στη θέση του βενετικού φρουρίου Bicorna, που βρισκόταν στον παραθαλάσσιο λόφο ανατολικά από το χωριό Καλύβες. Η ονομασία Αποκόρωνας αναφέρεται από το 1236 στη συνθήκη μεταξύ του Βατάτζη και του δούκα της Κρήτης Ιουστινιάνη. Κατά την Β΄Βυζαντινή περίοδο ονομαζόταν τούρμα Ψυχρού, ίσως από ένα ομώνυμο χωριό που αναφέρει ο Basilicata το 1630.

Γενικά όμως οι απόψεις για την ύπαρξη της πόλης και την ετυμολογία της λέξης είναι πολλές και διαφορετικές. Πρέπει όμως να συμφωνήσουμε με την ιστορική άποψη, ότι η πόλη λεγόταν Τάνος, όπως αναφέρεται και στα νομίσματα. (Βλέπε και Τάνος).

Ιστοί, οι. Άγνωστη θέση.

Ίστρος (ή Ιστρών). Πύργος-Καλό Χωριό Ιεράπετρας.

Ιστρών, . κρητική πόλη, γνωστή και ως Ίστρος. Από επιγραφές μαθαίνουμε ότι υπήρχε εκεί ιερό της Αθηνάς Πολιάδας, και ότι οι άρχοντές της ονομάζονταν <<κόσμοι>>. Τοποθετείται στη βορειοανατολική παραλία της Κρήτης, κοντά στον ποταμό Ιστρώνα, σε θέση όπου σώζονται μερικά ερείπια. Κατά τον Σβορώνο και η πόλη αυτή έκοψε νομίσματα, μη ανακαλειφθέντα όμως ακόμη.

Ο Στ. Βυζάντιος αναφέρει μεταξύ άλλων πρώτη την Κρητική πόλη Ιστρών και ότι ο Αρτεμίδωρος την αναφέρει με αυτό το όνομα.

Ίτανος, η (αρχ.) πόλη της ανατολικής Κρήτης (σημ. Ερημούπολη Σητείας), στη βάση του Σαμώνιου ακρωτηρίου (κάβο Σίδερο), στα βόρεια του Παλαιοκάστρου και βορειοανατολικά της μονής Τοπλού. Τα ερείπιά της απλώνονται σε όλο το πλάτος του λαιμού του ακρωτηρίου. Η πόλη άνθησε κυρίως κατά τους ιστορικούς και ελληνορωμαϊκούς χρόνους, είχε όμως ιδρυθεί σε προελληνική εποχή. Η ονομασία της φαίνεται πως είναι μινωική, αν και ο Στέφανος Βυζάντιος διασώζει την παράδοση που τη θέλει να προέρχεται από τον πρώτο οικιστή της, τον Φοίνικα Ίτανο, ιδρυτή φοινικής αποικίας για το εμπόριο της πορφύρας και τη βιοτεχνία του γυαλιού. Την πρώτη ιστορική μαρτυρία για την πόλη, μας δίνει ο Ηρόδοτος (4, 151), που διηγείται ότι το 630 π.Χ., οι Θηραίοι χρησιμοποίησαν τον Ιτάνιο ψαρά Κωρύβιο για να τους οδηγήσει στη Λιβύη, όπου, σύμφωνα με το χρησμό του μαντείου των Δελφών, ίδρυσαν την Κυρήνη. Το εμπόριο της πορφύρας, του γυαλιού, αλλά και τα έσοδα από το περίφημο ιερό του Δικταίου Διός στο Παλαιόκαστρο, έδωσαν στην Ίτανο πλούτο και δύναμη. Έκοψε επίσης δικό της νόμισμα και στολίστηκε με ωραία μαρμάρινα δημόσια κτίρια και ναούς. Το πολίτευμά της, όμοιο με εκείνο των άλλων δωρικών πόλεων της Κρήτης. Τον 3ο π.Χ. αιώνα, απόπειρα ανατροπής της δημοκρατίας, απέτυχε, με τη βοήθεια του Πτολεμαίου Φιλάδελφου της Αιγύπτου. Προστάτιδα θεά της Ιτάνου, μαζί με θαλασσινές θεότητες και το Δικταίο Δία, ήταν η Αθηνά. Ναός της υπήρχε τόσο μέσα στην πόλη, όσο και στην άκρη του Σαμώνιου ακρωτηρίου, όπου παλαιότερα υπήρχε <<ξακουστός ναός της μεγάλης μητέρας>>. Τη λατρεία της Αθηνάς και τη σημασία της για την Ίτανο, τη δείχνει και η απεικόνισή της σε νομίσματα του 4ου π.Χ. αιώνα, στα οποία αντικαθιστά την πρωιμότερη παράσταση θαλασσινού θεού ή δαίμονα με ουρά ψαριού (Τρίτωνα ή Γλαύκου). Ο θεός αυτός επιβιώνει συμβολικά στη μικρή μορφή που διακρίνεται στην άλλη όψη των ίδιων νομισμάτων, πλάι στο μεγαλόπρεπο αετό του Διός. Η εκμετάλλευση του μεγάλου ιερού του Δικταίου Διός προκάλεσαν το φθόνο των άλλων μεγάλων πόλεων της Κρήτης, Πραισού και Ιεράπετρας, και έγιναν αφορμή για πολέμους και διεκδικήσεις πολλών αιώνων. Η Πραισός κατάφερε κάποτε, κατά τους ελληνιστικούς χρόνους, να προσαρτήσει το ιερό, αλλά η Ίτανος το ξαναπήρε, το 150 π.Χ., με την επέμβαση του Πτολεμαίου του Φιλομήτορος, όπως αναφέρει μεγάλη ιστορική επιγραφή που σώζεται σε πού καλή κατάσταση, εντοιχισμένη σήμερα στην εκκλησία της μονής Τοπλού και καθορίζει τα όρια των πόλεων της περιοχής. Η καταστροφή της Πραισού από την Ιεράπυτνα, το 146 π.Χ., έφερε την Ίτανο σε άμεση γειτονία με τη νικήτρια πόλη και οδήγησε σε ατελείωτες αντιδικίες, τόσο για την κατοχή της νησίδας Λευκής (κύριου κέντρου αλιείας και επεξεργασίας πορφύρας), όσο και του Δικταίου ιερού, αντιδικίες που συνεχίστηκαν, πολλές φορές με την παρέμβαση της Ρώμης , ως τους πρώτους μεταχριστιανικούς αιώνες. Η παρακμή συνεχίζεται με το μεγάλο σεισμό του 795 μ.Χ., ο οποίος προκάλεσε και την καθίζηση του εδάφους της, και με την καταστροφή της από τους Σαρακηνούς, τον 9ο αιώνα. Εξακολούθησε όμως να κατοικείται ως τον 15ο αιώνα, όταν οι επιδρομές των κουρσάρων ανάγκασαν και τους τελευταίους κατοίκους της να αποσυρθούν στο εσωτερικό του νησιού. Δεν αναφέρεται μεταξύ των 30 αυτόνομων πόλεων που συβλήθεισαν με τον Ευμένη Β΄ της Περγάμου.

<< Η Ίτανος είναι πόλη στην Κρήτη, η οποία πείρε το ονομά της από τον Ίτανο τον Φοίνικα ή από ένα Κουρήτα μιγάδα. Οι πολίτες λέγονται Ιτάνιοι. Υπάρχει και ακρωτήρι με αυτό το όνομα>> (Στ.Βυζ.).

Καινώ. Κάϊνος ή Κάνος. Βρίσκεται εκεί που είναι σήμερα το χωριό Κάινα της επαρχ. Αποκορώνου του νομού Χανίων. Την αναφέρει ο Διόδωρος Σικελιώτης (Ε, 76) και πίστευαν ότι στη θέση αυτή είχε γεννηθεί η Βριτόμαρτις Δίκτυννα.

Καίρατος. Αρχαία Φοινικική ονομασία της Κνωσού. (Ίδε Κνωσός).

Καλαμύδη, η. Καστέλι Σέλινου, σημερινή Παλαιόχωρα

Η θέση βρίσκεται νοτιοδυτικά των Χανίων και απέχει 77 χιλ. από τα αυτά. Στη δυτική πλευρά του Όρμου Σέλινο Καστέλι, κοντά στις εκβολές του ποταμού Κακοδικιανού. Οι Βενετοί, που την ονόμαζαν Castel Selino, έχτισαν εκεί το 1279 ένα μικρό οχυρό, το οποίο αναστηλώθηκε αρχικά το 1325 και αργότερα κατά την περίοδο της τουρκοκρατίας, αφού το 1539 το κατέστρεψε οBarbarossa.

Το 1834 ο Pashley βρήκε το Selino Kastelli εντελώς καταστρεμμένο και ακατοίκητο. Υπολείμματα ρωμαϊκής οικίας βρέθηκαν στη θέση Τροχάλοι.

Καλοί Λιμένες. Όρμος κοντά στην πόλη Λασαία, στους σημερινούς Καλούς λιμένες.

Όρμος του Λιβυκού Πελάγους, στις νότιες ακτές του νομού Ηρακλείου, ανάμεσα στα ακρωτήρια Λίθινο και Κεφάλας. Στον όρμο βρίσκονται οι νησίδες Παπαδόπλακα, Μεγαλονήσι, Μοκρονήσικαι Τράφος, ενώ στα παράλια του είναι είναι χτισμένοι οι οικισμοί Καλοί Λιμένες και Πλατιά Περάματα.

Στους καλούς Λιμνιώνες προσορμίστηκε το πλοίο που μετέφερε τον Απόστολο Παύλο στην Ιταλία, ενώ το 1827 ναυάγησε εκεί μια μια αγγλική φρεγάτα. Τα τελευταία χρόνια ο όρμος έχει διαμορφωθεί σε ασφαλές αγκυροβόλιο και έχουν κατασκευαστεί σύγχρονες εγκαταστάσεις ελλιμενισμοί και ανεφοδιασμοί ποντοπόρων πλοίων

Καμάρα . Ο κάτοικος Καμαρίτης ή κατ’ άλλους Καμαραίος. Άγιος Νικόλαος Κρήτης.

Λατώ προς Καμάραν. Επίνειο της Λατούς της Ετέρας, στον κόλπο του Μεραμπέλου, κοντά στον Άγιο Νικόλαο. Αν και είχε ιδρυθεί από τους αρχαϊκούς χρόνους, γνώρισε ιδιαίτερη ακμή μετά τον 2ο αιώνα π.Χ., όταν –όπως μαρτυρούν επιγραφές- οι κάτοικοι της Λατούς της Ετέρας, εγκατέλειψαν την πόλη τους και εγκαταστάθηκαν στα παράλια. Οι δυό πόλεις αποτελούσαν μια διοικητική ενότητα. Λάτρευαν την ίδια θεότητα, την Ειλειθυία, προστάτιδα των τοκετών. Έκοβαν τα ίδια νομίσματα που από το ένα μέρος εικόνιζαν την Ειλειθυία ή την Άρτεμη και από το άλλο τον Ερμή με τη λέξη Λατίων και είχαν δική τους οικονομία. Οι Λάτιοι είχαν καλές σχέσεις με τις γειτονικές πόλεις Ελούντα, Δρήρο, Μίλατο και Μινώα. Στα χρόνια της Ενετοκρατίας (1204-1669), χτίστηκε από το Γενοβέζο αρχιπειρατή Enrico Pescatore το 1206, φρούριο πάνω στο λοφίσκο της πόλης όπου βρίσκεται σήμερα το Διοικητήριο. Το ονόμασαν <<Μιραμπέλο>> γιατί από τη θέση του έβλεπαν ολόκληρο τον ομώνυμο κόλπο. Τα ερείπιά του σώζονταν μέχρι το 1942 που ανεγέρθηκε το Διοικητήριο. Η πόλη του Αγίου Νικολάου φαίνεται ότι παρήκμασε στα χρόνια της Τουρκοκρατίας και μάλλον επανοικίστηκε στη δεκαετία του 1860 από Σφακιανούς φυγάδες, Κριτσώτες και άλλους Κρητικούς. Η λίμνη είναι το στολίδι της πόλης. Οι θρύλοι φέρουν την Αθηνά και την Άρτεμη Βριτομάρτη να λούζονται στα νερά της. Στα χρόνια της Βενετοκρατίας, την έλεγαν Μαντράκιο, δηλαδή μικρό κλειστό λιμάνι. Το 1867 ο Κώστας Αδοσίδης, πασάς χριστιανός διοικητής, ένωσε τη λίμνη με τη θάλασσα με ένα στενό κανάλι και καθάρισαν τα στάσιμα νερά της.

Επειδή με τη λέξη Καμάρα, ονομάζεται και το ακάτιο με στέγη, η στεγασμένη, και η λέμβος (<<ακάτια έχοντες λεπτά… . και κούφα… καλούσι δ’ αυτά καμάρας>>, Στράβων), πιθανώς και η πόλη να έλαβε το όνομα από το ότι ήταν επίνειο με λέμβους τέτοιου είδους. Ίσως μάλιστα να μαρτυρεί το είδος της ναυπηγικής τέχνης των κατοίκων της Λατούς.

<< Η Καμάρα είναι πόλη της Κρήτης και ο πολίτης λέγεται (Καμαρίτης όπως αναφέρει ο Ξενίων στα Κρητικά. Την έλεγαν και Λατώ>> (Στ. Βυζ.).

Κάντανος. Κάντανος Σελίνου.

Το σημερινό χωριό διασώζει το όνομα της αρχαίας Καντάνου. Από όλους τους αρχαίους συγγραφείς αναφέρεται Κάντανος και οι νεότεροι το έκαμαν Κάνδανος, αλλοιώνοντας το αρχαιότατο όνομα.

Η αρχαία Κάντανος ήταν κατά τον Pashley (II, 116) νοτιότερα από το σημερινό χωριό, κοντά στα χωριά Κάδρος, Σπανιάκο και Κάλαμο, πάνω σε κωνοειδή λόφο στην ανατολική όχθη του ποταμού Βλιθιά, Κακοδικιανού ή Στράτου. Την γνώμη του Pashley δεν παραδέχεται ο De Sanctis, ο οποίος τοποθετεί την αρχαία Κάντανο στη θέση της σημερινής. Από τον αρχαιολόγο Θεοφανίδη ανασκάφηκε προπολεμικά μεγάλο οικοδόμημα, με πλευρά 30 μ. ρωμαϊκών χρόνων, με 900 τ.μ. δάπεδο στρωμένο με μωσαϊκά, με γραμμικά σχήματα, κύκλους και ρόμβους, όπου βρέθηκε η βάση αγάλματος αφιερωμένου στο ρωμαίο αυτοκράτορα Σεπτίμιο Σεβήρο (193-211 π.Χ.). Πιθανόν ήταν το πραιτόριο της περιοχής, που χρησιμοποιήθηκε και κατά τους βυζαντινούς χρόνους, αφού τροποποιήθηκε καταλλήλως, ίσως ως βασιλική. Η Κάντανος εξακολούθησε να υπάρχει και κατά τη Βυζαντινή περίοδο, οπότε ήταν έδρα επισκόπου. Η Κάντανος καταστράφηκε φαίνεται από τους Άραβες και δεν ανοικοδομήθηκε έπειτα και γι΄αυτό δεν αναφέρεται στο Τακτικόν του Βασιλείου του Βουλγαροκτόνου του 980. Η επισκοπή ξαναϊδρύθηκε, φαίνεται, τη Β΄Βυζαντινή περίοδο, αφού το 1210-1212 υπήρχε.

<<Η Κάντανος είναι πόλη της Κρήτης όπως αναφέρει ο Ξενίων, το εθνικό είναι Καντάνιος>> (Στ.Βυζ.)

Καρνησσόπολις, η. Λύκτος.

<<Καρνησσόπολη ονόμαζαν την Κρητική Λύκτο>> (Ησύχ.). (βλ. λέξη Λύκτος).

Κάτρη, η. Στη θέση του Βατέ η Στέρνα, στο λεκανοπέδιο της Κράπης κοντά στο Ασκύφου. Ο P. Faure, υποθέτει πως η Κάτρη ήταν στο Κάδρος του Σελίνου.

Κάτρη. Αρχαία πόλη της Κρήτης. Ιδρύθηκε από τον ήρωα Κατρέα, στον οποίο οφείλει και το όνομά της (Παυσ. 8, 53, 4). Ο Κατρέας ήταν γιος του Μίνωα. Κατά τη μυθολογία, ο Μενέλαοςβρισκόταν στην Κάτρη, όπου τον φιλοξενούσε ο Κατρέας, όταν ο Πάρις <<έκλεψε>> την Ελένη από τη Σπάρτη. Όνομα παραπλήσιο σώζεται σήμερο << ο λαγκός του Κατρέ>> πάνω από το οροπέδιο της Κράπης της επαρχίας Αποκορώνου στην είσοδο του στενού της Κράπης, το όποίο φέρει στο Ασκύφου Σφακίων.

<<Η Κάτρη είναι Ιωνική πόλη της Κρήτης, όπως αναφέρει ο Ηρωδιανός, γράφοντας περί της Ολύκρης. Το εθνικό όνομα είναι Κατραίος όπως Ασκραίος>> (Στ.Βυζ.).

 

 

ΠΗΓΕΣ-ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΑ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΑ

ΑΠΟ ΤΟ ΟΜΩΝΥΜΟ ΒΙΒΛΙΟ

kairatos.com.

 

Για να δείτε κάποιες σελίδες πρέπει να έχετε τον flash player που μπορείτε να βρείτε πατώντας στο εικονίδιο δίπλα.

Πνευματικά δικαιώματα © 2009

 Συντελεστές  και επικοινωνία μαζί μας

       SiteLock