πίσω

 

ΕΛΛΗΝΕΣ ΡΩΜΑΙΟΙ

ΣΥΝΕΡΓΑΣΙΑ ΚΑΙ ΔΙΑΦΟΡΟΠΟΙΗΣΗ 

ΜΙΑ ΑΠΟΨΗ ΤΟΥ ΦΡΑΓΚΟΥ ΑΡΧΑΙΟΛΟΓΟΥ ΚΑΙ ΚΑΘΗΓΗΤΗ Π. ΒΕΙΝ ΠΕΡΙ ΕΛΛΗΝΩΝ ΡΩΜΑΙΩΝ 

 

Ας αφήσουμε όμως την εποχή της κατάκτησης. Στην αυτοκρατορική εποχή, δεν θα υπάρχουν πλέον «δημαγωγοί» και δεν θα ακούγονται ανατρεπτικές απόψεις. οι κοινωνικές συγκρούσεις θα περάσουν στο παρασκήνιο και θα μετατραπούν σε πρόβλημα των προυχόντων, που θεωρούνταν από τον αυτοκράτορα υπεύθυνοι για την πειθαρχία του πλήθους μέσα στην πόλη τους. Παρόλα αυτά, οι Ρωμαίοι δεν θα γίνουν ποτέ αρεστοί. Οι δύο τάσεις, ανάμεσα στις οποίες είχε διαιρεθεί η Ελλάδα, θα συνεχίσουν να υπάρχουν μέχρι το τέλος: η «συνεργασία» θα μεταβληθεί σε νομιμοφροσύνη σε έναν αυτοκράτορα που θεωρείται ότι υπερβαίνει τις εθνικές διαφοροποιήσεις, και η ταυτοτική υπερηφάνεια θα μεταβληθεί σε αίσθημα διαφοράς και νοσταλγία της αρχέγονης ανεξαρτησίας. Ο Δίων ο Προυσαεύς την χρησιμοποίησε για να γράψει τον λόγο τους προς τους Ροδίους.


Πλέον, δεν θα έχουμε την ευκαιρία, κατά την περίοδο της αυτοκρατορίας, να ξανακούσουμε τις λυσσαλέες επιθέσεις ενάντια στους φιλοσόφους «δημαγωγούς». οι διανοούμενοι, εφεξής, συμμερίζονταν τις πολιτικές θέσεις της ανώτερης τάξης απ’ όπου στρατολογούνταν το κοινό τους, και στην οποία ανήκαν, όταν δεν χρηματοδοτούνταν από αυτή. Με μοναδική εξαίρεση τη σχολή των κυνικών, των οποίων οι εξτρεμιστές λαϊκοί προπαγανδιστές προκαλούσαν την αποστροφή 31. Και όμως, μεσούντος του «χρυσού αιώνα», στο τέλος της βασιλείας του Αντωνίνου του Ευσεβούς, συνέβη ένα εξαιρετικό γεγονός: ένας Έλληνας φιλόσοφος «προσπάθησε να πείσει τους Έλληνες να πάρουν τα όπλα εναντίον των Ρωμαίων». Ονομαζόταν Περεγρίνος Πρωτέας και ανήκε στην κυνική σχολή32. [ ]

 

Obverse, Tetradrachm of Nero

ΝΕΡΩΝ ΑΝΑΓΡΑΦΕΙ ΕΛΛΗΝΙΚΑ  NERO KLAU KAIS SEB GER AU


Όταν πρόκειται για την ελληνική ανεξαρτησία, ο («φιλορωμαίος» σ.τ.μ.) Πλούταρχος γίνεται άλλος άνθρωπος. Φθάνει μέχρι το σημείο να αλλάξει την προφητεία που είχε εφεύρει για τον Νέρωνα προς το επιεικέστερο, αφού εκείνος, ανανεώνοντας, επί των ημερών του, τη χειρονομία του Φλαμινίνου, «ανακήρυξε την ελευθερία της Ελλάδας»33, κερδίζοντας έτσι συγχώρεση για πολλές από τις αμαρτίες του στο υπερπέραν, εκεί όπου τιμωρούνται οι κακοί πριν τη μετεμψύχωση. Όπως αναφέρει ο μύθος του Πλουτάρχου34, ο Νέρων επρόκειτο να μετεμψυχωθεί σε έχιδνα (ζώο που καταβροχθίζει τη μητέρα του στη γέννησή του),  όταν «μια μεγάλη λάμψη φάνηκε ξαφνικά και ακούστηκε μια φωνή, η οποία πρόσταξε να ενσαρκωθεί αυτή η ψυχή σε ένα πιο ήπιο είδος. επειδή, πρόσθεσε η φωνή, ο Νέρων ξεπλήρωσε τα εγκλήματά του και οι ίδιοι Θεοί τού όφειλαν κάποιες χάρες, εφόσον είχε αποδώσει την ελευθερία του στον λαό που ήταν ο καλύτερος και ο αγαπημένος των θεών μέσα στην αυτοκρατορία»35.


Ο βιογράφος του Πλουτάρχου δεν θα πρέπει να ξεχνά ότι ο ηθογράφος της Χαιρώνειας μόλις έκλεινε τα είκοσι χρόνια του στην Αχαΐα. θα πίστευε κανείς πώς είχαμε γυρίσει τέσσερις αιώνες πίσω, στην εποχή της Ελλάδας πριν τη Χαιρώνεια36. Ο νεαρός δεν ήταν ο μόνος που συγκινήθηκε. Ο Απολλώνιος ο Τυανεύς (ή ο βιογράφος του, όποιος και αν είναι) περιφρονούσε τον Νέρωνα, όπως όλοι. αλλά, όταν ο διάδοχός του, ο Βεσπασιανός, κατήργησε την ανεξαρτησία της Αχαΐας, έγραψε στον αυτοκράτορα ότι «κάνοντας την Ελλάδα δούλη και πάλι πίστεψε πως ήταν πιο δυνατός από τον Ξέρξη ενώ, στην πραγματικότητα, είχε πέσει πιο χαμηλά και από τον Νέρωνα37». Και έχουμε ήδη δει πόσο μεγάλη ήταν η συγκαταβατικότητα του Παυσανία απέναντι στον απελευθερωτή της Ελλάδας. Πέρα από την υποχρεωτική ή συμφεροντολογική αποδοχή της Pax Romana, οι Έλληνες εξέφραζαν την πικρία τους για το ότι έχασαν μια ανεξαρτησία που δεν είχε αποκτηθεί με το τίμημα της επανάστασης και της αναρχίας.


Η νοσταλγία τους για την ανεξαρτησία βασίζεται σε μια πολιτιστική ταυτότητα που παρέμενε αλώβητη και θεωρούνταν ανώτερη. Αντιπαραθέτουν και θα αντιπαραθέτουν εσαεί Ελλάδα και Ρώμη, με μόνη εξαίρεση τους «αυτοκρατορικούς» δημόσιους λειτουργούς. Δύο τυχαία παραδείγματα είναι εκείνα του Σέξτου Εμπειρικού38 και του Γαληνού. ο τελευταίος, όπως δίχως άλλο η πλειοψηφία των συγχρόνων του, διαιρούσε τον κόσμο με τρεις τρόπους: ανάμεσα σε Έλληνες και βαρβάρους. ανάμεσα στους Έλληνες «και εκείνους που, αν και βάρβαροι εκ γενετής, μιμούνται τον ελληνικό τρόπο ζωής». και τέλος, «ανάμεσα στους Ρωμαίους και τους λαούς που τους υπακούουν»39. Ο Λιβάνιος θα επαναλάβει τα ίδια μετά από έξι αιώνες ρωμαϊκής ηγεμονίας και ενιαίας αυτοκρατορίας: απευθυνόμενος στον αυτοκράτορα αυτοπροσώπως, για να του ζητήσει οι αυτοκρατορικοί νόμοι να προστατεύουν όλους τους πολίτες, ακόμα και τους ειδωλολάτρες, τονίζει πως υποστηρίζει με θέρμη την αυτοκρατορία που έχει δώσει σε όλους πολιτικά δικαιώματα, εντούτοις, μέσα στην έκκλησή του, ο διαχωρισμός είναι σαφής: οι «Ρωμαίοι» παραμένουν «Ρωμαίοι». Την ίδια εποχή, ο Προυτέντιος, ο Αυσόνιος, ή ο Ρουτίλιος Ναματιάνους δεν θα σκέφτοταν ποτέ να αντιπαραθέσουν τους Ισπανούς ή τους Γαλάτες με τους Ρωμαίους, επειδή οι ίδιοι ένιωθαν Ρωμαίοι, γεγονός απολύτως κατανοητό: Η Γαλατία ή η Ισπανία «εκπολιτίστηκαν» σε επαφή με τη Ρώμη, και άλλαξαν τον πολιτισμό τους, ενώ η Ελλάδα ήταν και παρέμενε ο πολιτισμός αυτός καθ’ αυτόν, τόσο στα μάτια των Ελλήνων όσο και των Ρωμαίων οι οποίοι ένιωθαν ένα σύμπλεγμα ανωτερότη­τας/κα­τωτερότητας έναντι των Ελλήνων40. Οι Γαλάτες θα αποδεχθούν εν τέλει ότι αποτελούν μέρος της αυτοκρατορίας, ενώ οι Έλληνες θα συνεχίσουν μέχρι το τέλος να νιώθουν υποταγμένοι στους Ρωμαίους. [ ]


Οι Ρωμαίοι γνώριζαν πολύ καλά πως η ελληνική ταυτότητα παρέμενε ανυπότακτη και ήταν η πραγματική τους αντίπαλος, γι’ αυτό και κανένας αυτοκράτορας δεν ήταν ελληνικής καταγωγής. Ασχολίαστο μοιάζει να έχει μείνει το γεγονός ότι, από τον Αύγουστο έως τον Θεοδόσιο, ανάμεσα στους εκατόν τριάντα αυτοκράτορες ή σφετεριστές, η προέλευση μιας εκατοντάδας από αυτούς είναι γνωστή ή συνάγεται. Όμως είναι όλοι «Ρωμαίοι», και κανένας Έλληνας, εκτός από έναν ή δύο όψιμους σφετεριστές των οποίων η περίπτωση παραμένει αμφίβολη. Ο Ιουλιανός αυτοαποκαλείται Έλληνας ως προς τον πολιτισμό και τη θρησκεία του, αλλά Ρωμαίος, με καταγωγή από τον μέσο Δούναβη ως προς την οικογενειακή προέλευση, ενώ, όπως γνωρίζουμε, οι δεύτεροι Φλάβιοι ήταν Ιλλυριοί. [ ] Ήταν κοινό μυστικό: για να γίνεις αυτοκράτορας στη Ρώμη, ήταν προτιμότερο να έχεις γεννηθεί στην Ισπανία, την Αφρική, την Παννονία, την Αραβία ή τη Συρία, σε κάθε περίπτωση να μην είσαι Έλληνας. Οι πρώτοι, που δεν ήταν παρά βάρβαροι στην καταγωγή, ήταν σαν το λιωμένο κερί που παίρνει το σχήμα της ρωμαϊκής σφραγίδας, ενώ οι Έλληνες είχαν παραμείνει Έλληνες. Η Ρώμη επιβεβαιώνει έτσι την αποκλειστική κλίση της στη διοίκηση. ταυτόχρονα, επιβάλλει τα λατινικά ως τη γλώσσα του δικαίου (συνθήκη που θα ισχύει μέχρι τη βασιλεία του Ιουστινιανού), υποχρεώνοντας τους νεαρούς φιλόδοξους Έλληνες να μάθουν τη γλώσσα για να μπορέσουν να γίνουν δημόσιοι λειτουργοί. Με μια λέξη, που όμως χρειάζεται να επαναλαμβάνουμε διαρκώς, οι Έλληνες μέσα στη ρωμαϊκή αυτοκρατορία θεωρούνται σιωπηρά αλλοδαποί.


Οι Έλληνες πιστεύουν στην ανωτερότητά τους και γι’ αυτό η ταυτότητά τους έχει παραμείνει ακλόνητη. Εντούτοις ήταν υποχρεωμένοι να ομολογήσουν την ήττα τους. Ο Αίλιος Αριστείδης, ο λόγος του οποίου παραμένει έμμεσος και εν τέλει ταπεινώνεται μπροστά στον νικητή πολύ λιγότερο από ό,τι θα μπορούσε κανείς να φανταστεί, προσπαθεί να πείσει τους Ρωμαίους ακροατές του πως αυτή η νίκη ήταν χωρίς αξία: οι πρόγονοί τους είχαν επωφεληθεί μιας πρόσφατης ανακάλυψης, της τέχνης του κυβερνάν, την οποία οι Έλληνες δεν διέθεταν ακόμα, αλλά, εάν την γνώριζαν, θα την χρησιμοποιούσαν καλύτερα, επειδή είναι πιο ευφυείς από όλους τους άλλους λαούς41
Μια πιο ενεργητική αντεκδίκηση ήταν εκείνη που απέδιδε τη ρωμαϊκή κατάκτηση όχι σε αρετές ή ταλέντα, αλλά σε ένα ελάττωμα, τη φιλαργυρία, η οποία είναι ακόρεστη από τη φύση της. Ο Δίων ο Προυσαεύς, βρέθηκε κάποτε και αυτός μπροστά σε ρωμαϊκό ακροατήριο, όπου τους είπε ότι η μανία τους να συσσωρεύουν κατακτήσεις θα τους κατέστρεφε, επειδή, χωρίς την αρετή, μια κυριαρχία δεν είναι ποτέ αυθεντική. Ξαναβρίσκουμε τη θαρραλέα γλώσσα του «Ροδιακού». Η κατάκτηση της Δακίας από τον Τραϊανό, αυτός ο «πόλεμος ανάμεσα τους Ρωμαίους και τους Γέτες που υπήρξε συνέπεια της άγνοιας» του αληθώς Αγαθού, όπως το αποκαλούσε ο Επίκτητος42, αναζωπύρωσε την ελληνική εχθρότητα ενάντια στον ρωμαϊκό ιμπεριαλισμό. ο Δίων, που είχε επισκεφθεί τότε την περιοχή του Δούναβη, είδε εκεί «έναν λαό που πολεμούσε για την ελευθερία του και για την πατρική γη του, ενάντια σε έναν άλλο λαό που πολεμούσε για την κυριαρχία και την ισχύ43». Μισό αιώνα αργότερα, ο Παυσανίας θα επαινέσει τον Αδριανό και τον Αντωνίνο διότι δεν διεξήγαγαν ποτέ κατακτητικούς πολέμους44. [ ]

 

Ο ΑΔΡΙΑΝΟΣ ΑΠΟ ΤΟ ΜΟΥΣΕΙΟ ΣΤΗΝ ΚΥΡΗΝΗ ΤΗΣ ΛΙΒΥΗΣ  


Οι Έλληνες έμοιαζαν να ξεχνούν την ύπαρξη αυτών των ξένων (των Ρωμαίων, σ.τ.μ.) και ο κόσμος τους μοιραζόταν σε δύο μέρη, τους Έλληνες και τους βαρβάρους, και, σιωπηρά, κατέτασσαν τη Ρώμη μεταξύ των βαρβάρων, γεγονός το οποίο ήταν γνωστό στη Ρώμη.[ ] Βέβαια, όταν ένας Έλληνας συγγραφέας διαιρεί την ανθρωπότητα της εποχής του ανάμεσα σε Έλληνες και βαρβάρους, δεν περιλαμβάνει απαραιτήτως τους Ρωμαίους στους τελευταίους, απλώς δεν τους σκέφτεται καθόλου όταν προσφέρει τη λέξη «βάρβαροι» με απόλυτη αθωότητα. Το ίδιο μάλιστα κάνει και όταν απευθύνεται στους ίδιους τους Ρωμαίους: έτσι, σε μια επιστολή που έστειλαν στον κυβερνήτη της επαρχίας, οι Εφέσιοι εγκωμιάζουν τη διάσημη Αρτέμιδά τους, η οποία λατρεύεται όχι μόνο στην «πατρική γη της», αλλά απ’ όλους τους ανθρώπους «μεταξύ των Ελλήνων και των βαρβάρων». ο Απόστολος Παύλος με αυτές της δύο λέξεις περιγράφει όλη την ανθρωπότητα όταν γράφει στην προς Ρωμαίους Επιστολή του, «Ἕλλησί τε καὶ βαρβάροις, σοφοῖς τε καὶ ἀνοήτοις»
45.


Παρ’ όλα αυτά, αυτή η διάκριση είναι μερικές φορές λιγότερο αθώα46. οι βάρβαροι άλλοτε αναφέρονται ως ένα ομοιογενές σύνολο στο εσωτερικό του οποίου δεν είναι δυνατή καμία διάκριση, και άλλοτε μπορεί κανείς να διακρίνει τους Ρωμαίους χωρίς να κατανομάζονται. Υπάρχουν όμως στιγμές που αναφέρονται ρητά: ο Απολλώνιος ο Τυανεύς (ή ο αγιογράφος του), του οποίου η εχθρότητα απέναντι στη Ρώμη είναι γνωστή, τους αναφέρει μία φορά47. Ο Παυσανίας, έξω από την Ελλάδα, δεν βλέπει παρά βαρβαρότητα και γράφει: «ακόμα και οι βάρβαροι, εάν έχουν μάθει ελληνικά, γνωρίζουν την ιστορία της Φαίδρας» και του Ιππολύτου48. Κανένας Έλληνας δεν αγνοούσε τη διεθνή ακτινοβολία της γλώσσας του49. γνώριζε επίσης, ότι οι Ρωμαίοι της καλής κοινωνίας έπρεπε να μαθαίνουν και τις δύο γλώσσες, utraque lingua doctus, και ότι έφθαναν στο σημείο να χρησιμοποιούν ιδιωματικές ελληνικές εκφράσεις ακόμα και στην καθημερινότητά τους50. Οι Ρωμαίοι δεν ήταν παρά μιμητές. Όταν ένας Έλληνας απευθυνόταν σε έναν Ρωμαίο αξιωματούχο που ήταν ή μαθητής ή φίλος του, συχνά του μιλούσε για την κατάσταση υποταγής στην οποία είχε περιπέσει η χώρα του. εν συνεχεία βέβαια, συνήθως, συμπλήρωνε από σεβασμό πως επρόκειτο για την «πιο δίκαιη υποταγή»51. Αν και, παρεμπιπτόντως, προσέθετε: «Να φροντίζετε τους Έλληνες όπως τους πατεράδες που σας ανάθρεψαν», όπως κάνει στο Ρώμης Εγκώμιον ο Αριστείδης, του οποίου δεν πρέπει να παραγνωρίζουμε την υπερηφάνεια.


Αλλά και ο ίδιος ο Κικέρων δεν είχε διαφορετική άποψη. η «μοίρα», έγραφε στον αδελφό του, κυβερνήτη της Ασίας, «δεν σε έκανε κυβερνήτη στους Αφρικανούς, τους Ισπανούς ή τους Γαλάτες, φυλές απάνθρωπες και βάρβαρες, αλλά σε ένα έθνος στο οποίο εγκαταβιώνει η ίδια η humanitas και από το οποίο διαδόθηκε και στους άλλους ανθρώπους»52.


Ο αφελής ελληνικός εγωκεντρισμός φθάνει στο απόγειο του με τον Φίλωνα τον Αλεξανδρέα, ελληνοποιημένο Εβραίο και οπαδό των «καλών» αυτοκρατόρων. «ο Αύγουστος», γράφει, «έχει εξανθρωπίσει και εξημερώσει έθνη που ήταν αφιλόξενα και άγρια, επεξέτεινε την Ελλάδα σε πολλές άλλες Ελλάδες ακόμα, εξελλήνισε τον βαρβαρικό κόσμο στους τομείς που θα έπρεπε»53. [ ] Εξελληνισμός και εκπολιτισμός είναι το ίδιο πράγμα, εφόσον ο ελληνικός πολιτισμός είναι ο πολιτισμός καθ’ εαυτόν. Οι δύο έννοιες της λέξης «Βάρβαρος» συγκλίνουν εδώ: μια και ο βάρβαρος είναι εκείνος που εκπολιτίζεται, όταν η Ρώμη τον εκπολιτίζει, ταυτόχρονα τον εξελληνίζει. κατά δεύτερο λόγο, επειδή ο Βάρβαρος είναι ο μη-Έλληνας, όταν εκπολιτίζεται, γίνεται Έλληνας. Ο Φίλων είναι ταυτόχρονα φιλορωμαίος και Έλληνας στον υπέρτατο βαθμό: η υποταγή στη ρωμαϊκή αυτοκρατορία σημαίνει ταυτόχρονα πως ο πιο δυνατός τίθεται στην υπηρεσία του ελληνισμού.


Εξ άλλου κάθε τι το πολιτισμένο που μπορεί να έχουν οι βάρβαροι, των Ρωμαίων συμπεριλαμβανομένων, είναι εν τέλει ελληνικό. Το ρωμαϊκό δίκαιο επί παραδείγματι. Γύρω στο 235, ο Γρηγόριος ο Θαυματουργός βυθίζεται στη μελέτη αυτού του δικαίου, «αυτών των αξιοθαύμαστων νόμων που ρυθμίζουν σήμερα τις υποθέσεις όλων ανθρώπων που υπάγονται στην εξουσία των Ρωμαίων». αυτοί οι νόμοι, γράφει στον Ωριγένη, «είναι σοφοί, ακριβείς, εξισορροπημένοι, θαυμάσιοι, με μια λέξη είναι απολύτως ελληνικοί»54. Οι Έλληνες δεν πίστευαν ότι θα μπορούσαν πουν τίποτε περισσότερο τιμητικό στους Ρωμαίους από το να τους αποκαλέσουν Έλληνες, να αποδείξουν ιστορικά πως η Ρώμη ήταν μια ελληνική αποικία και τα λατινικά μια ελληνική διάλεκτος, όπως κάνει ένας θαυμαστής των Ρωμαίων, ο Διονύσιος ο Αλικαρνασσεύς. [ ]


Τρεις αιώνες αργότερα, ο αυτοκράτορας Ιουλιανός σκέφτεται όπως ο Διονύσιος και ο Φίλων: στα μάτια του, οι ρωμαϊκές πόλεις είναι ελληνικές. ο Αύγουστος, γράφει το 362, «εκπολίτισε το μεγαλύτερο μέρος του σύμπαντος και διευκόλυνε την υποταγή στους Ρωμαίους δημιουργώντας ελληνικές αποικίες, επειδή οι ίδιοι οι Ρωμαίοι ανήκουν σε ελληνική φυλή»55.


Μερικούς μήνες αργότερα, τον Μάρτιο του 363, ο Λιβάνιος, που είχε φθάσει με πρεσβεία για να εκφωνήσει έναν πανηγυρικό στον αυτοκράτορα, είπε θαρραλέα απευθυνόμενος στον Ιουλιανό: «Μου αρέσει να αντιπαραθέτω τους Έλληνες στους Βαρβάρους πράγμα για το οποίο δεν μπορούν να με κατηγορήσουν οι απόγονοι του Αινεία»56. Αρνούνταν έτσι την ρωμαϊκότητα στους ίδιους τους Ρωμαίους, οι οποίοι ξέφευγαν από τη βαρβαρότητα μόνο μέσα από τον εξελληνισμό τους. [ ] 

 

ΠΛΑΤΩΝΙΚΟ ΣΥΜΠΟΣΙΟ -ΦΑΝΤΑΣΤΙΚΗ ΑΝΑΠΑΡΑΣΤΑΣΗ  

Αντίθετα όταν οι Ρωμαίοι είναι απλώς Ρωμαίοι, οι άνθρωποι του πολιτισμού τούς αγνοούν. Ο Μάξιμος ο Τύρου αδιαφορεί για την ύπαρξή τους. Το θαυμάσιο Κατά Κέλσου του Ωριγένη αναφέρεται στους αρχαίους Αιγυπτίους και Ασσυρίους και ποτέ στους Ρωμαίους57, λιγότερο από απόρριψη, πιστεύω, αλλά μάλλον από αδιαφορία και άγνοια. Ο λατινικός πολιτισμός δεν αναγόταν σε κάποιο αξιομνημόνευτο παρελθόν ενώ, στην καλύτερη περίπτωση, ταυτιζόταν με τον ελληνικό. επιπλέον, η χριστιανική φιλολογία ήταν ως επί το πλείστον ελληνόφωνη. Οι Ρωμαίοι απουσιάζουν επίσης εντελώς από τη μυθιστοριογραφία. η πλοκή των ελληνικών μυθιστορημάτων τοποθετείται στην ανεξάρτητη Ελλάδα των κλασικών αιώνων58 ή σε ένα απροσδιόριστο παρελθόν. κανένας Ρωμαίος δεν αναφέρεται σε αυτά, παρ’ ότι όλοι οι ξένοι, Σύροι, Αιγύπτιοι, περιγράφονται σε γενικές γραμμές με ευνοϊκά σχόλια. Οι Ρωμαίοι δεν είναι τελικά ξένοι όπως οι άλλοι και δεν προκαλούν θετικές σκέψεις. Η Βιβλιοθήκη του Απολλοδώρου συγκεντρώνει όλους τους πιθανούς μύθους, αλλά δεν περιλαμβάνει τον μύθο του Αινεία (που αποτελεί μια μικρή αναφορά μέσα στην Ιλιάδα) και την τρωαδίτικη καταγωγή της Ρώμης. «είτε ο συγγραφέας του αγνοούσε ακόμα και την ύπαρξη της Ρώμης, είτε είχε σκόπιμα αποφασίσει να την αγνοήσει», γράφει ο Frazer 59
Τις ρίζες της πόλεως και την ουσία της Ελλάδας ξαναβρήκε ατόφιες ο Δίων ο Προυσαεύς κάποια μέρα, ή μάλλον προσπάθησε να πείσει και ο ίδιος τον εαυτό του, χρησιμο­ποιώντας το ταλέντο του να εμφανίζει την πραγματικότητα ειδυλλιακή: Πράγματι, βγήκε εκτός των ορίων της αυτοκρατορίας για να επισκεφτεί μια ανεξάρτητη πόλη, την Ολβία, την παλαιά αποικία των Ιώνων στις εκβολές του Δνείπερου, κοντά στην Κριμαία, μεταξύ των Σαρματών.

Ο Δίων της επιστρέφει το παλιό της όνομα Βορυσθένη, από αρχαιομανία αλλά και για να την τιμήσει. Αυτός ο ελληνικός θύλακας μέσα στη βαρβαρική γη είχε αντισταθεί στις επιθέσεις των αιώνων και των Σαυροματών και, σύμφωνα με τον Βορυσθενικό Λόγο60, ο Δίων συναντά εκεί, παρά τα όποια συμπτώματα εκβαρβαρισμού61 ή τις αφελείς εκδηλώσεις62, τα πιο αυθεντικά ελληνικά χαρακτηριστικά. Ο πρώτος έφηβος που συνάντησε ήταν ψηλός και όμορφος, «απόλυτα ιωνικός στους τρόπους», ενώ διατηρούσε εραστές, με απόλυτη εντιμότητα, σύμφωνα με την ιωνική παράδοση63. παρά τα σκυθικά ρούχα του, είχε αυτήν την κομψότητα, αυτούς τους ξεχωριστούς τρόπους που είναι ίδιον των Ελλήνων και μόνο: κρύβει τα χέρια του κάτω από τον επενδύτη του και δεν κάνει χειρονομίες64. Όπως όλοι, γνωρίζει την Ιλιάδα από στήθους. Όταν έφθασε ο ταξιδιώτης, όλοι οι κάτοικοι μαζεύτηκαν γύρω του, διψασμένοι να ακούσουν τις αφηγήσεις του, «σαν αληθινοί Έλληνες που ήταν», και ο Δίων ανακάλυψε με χαρά ότι η όψη τους ήταν ίδια με εκείνη των Ελλήνων της εποχής του Ομήρου: είχαν όλοι τα μακριά μαλλιά των Αχαιών και τα γένια. Όλοι, εκτός από έναν που ξυρίστηκε, «και όλοι έλεγαν, πως δεν το έκανε χωρίς λόγο, αλλά για να κολακεύσει τους Ρωμαίους και να εκφράσει τη συμπάθειά του προς αυτούς» (και προφανώς είχε ανταμειφθεί από τη Ρώμη με τον επίσημο τίτλο του «φιλορωμαίου»65). Ενώ βέβαια «ήταν πανάσχημος». Ο υπαινιγμός ήταν προφανής, και η τόλμη του συγγραφέα αδιαμφισβήτητη. Η άμυνα που προέβαλαν οι Έλληνες απέναντι στο κύμα των γοτθικών και περσικών εισβολών, που ερήμωσαν την ελληνική και συριακή Ανατολή κατά τον 3ο αιώνα, αφύπνισε τον παλαιό πατριωτισμό τους. ως ιστορικός και βιογράφος, ο Δέξιππος66 φαίνεται να ενδιαφέρεται περισσότερο για τη μοίρα της αυτοκρατορίας παρά για την προστασία του ελληνισμού και των πόλεων του. Όπως οι μηδικοί πόλεμοι, οκτώ αιώνες πριν, οι πόλεμοι της εποχής του αποτελούν μια σύγκρουση ανάμεσα στη βαρβαρότητα και τον πολιτισμό, δηλαδή τον ελληνισμό67. Η νοσταλγία για το αρχαίο κλέος της Ελλάδας, η «ρητορική» εξύμνηση των νικών του Μαραθώνα και της Σαλαμίνας, που τόσο ανησυχούσαν τον φιλειρηνικό Πλούταρχο, είχαν αποδώσει καρπούς68. 

31. Ο Αππιανός, αναφερόμενος στον Αθηνίωνα, αν όχι και στο  έτερό του ήμισυ, τον Αριστίωνα, στιγματίζει αυτόν τον προδότη Επικούρειο που υπεράσπισε την Αθήνα ενάντια στον Σύλλα, ενώ ξεσπάει σε μια επίθεση ενάντια στους Κυνικούς της εποχής του, αυτούς τους εξεγερμένους κήρυκες που ξεσήκωναν τον λαό στα σταυροδρόμια (Mithridatica, 28). κάτι ανάλογο σήμερα θα σήμαινε πως αποδίδουμε τη γαλλική ή ρωσική επανάσταση στους αριστεριστές του 1967-1968! Άλλες επιθέσεις ενάντια στους κυνικούς (ανάμεσά τους και εκείνη του Δίωνος, XXXII, 9-10) επισημαίνονται από τον K. P. Charlesworth στο, Cambridge Ancient History, XI, 1936, σ. 10, σημ. 1. μπορείτε επίσης να προσθέσετε ένα γράμμα του Αλκίφρωνος, ΙΙ, 38,1. Για τους εξεγερμένους κήρυκες, βλέπε Ρ. MacMullen, Enemies of the Roman Order: Treason, Unrest and Alienation in the Empire, Harvard, 1966, σσ. 59-62. και M.I. Rostovtseff (που παραπέμπει προφανώς στους Ρώσους λαϊκιστές και τους μπολσεβίκους), Histoire économique et sociale de l’ Empire Romain, ό.π., σσ.97-99.


32.
Λουκιανός, De morte Peregrini, XIX, σ. 343. Στα 165, ο Περεγρίνος αυτοπυρπολήθηκε δημόσια κατά τη διάρκεια των Ολυμπιακών Αγώνων. φαίνεται ότι η έκκλησή του για εξέγερση πραγματοποιήθηκε δύο Ολυμπιάδες ενωρίτερα (Λουκιανός, XX) και ότι είχε και τότε για ακροατές το κοινό των αγώνων. Για την αυτοκαταστροφική τόλμη των δημόσιων καταγγελιών των κυνικών, βλ. Ηρωδιανός 1,9,3-4. Για τον Λουκιανό, ο Περεγρίνος ήταν τρελός. σύμφωνα όμως με τον Aulu-Gelle (Aulus Gellius), ΧΙΙ, 11, ήταν ένας αυστηρός, σταθερός και υψηλόφρων άνθρωπος. βλέπε C. P. Jones, Culture and Society of Lucian, Χάρβαρντ, 1986, σ. 131. Κατά την εποχή των Αντωνίνων, σε άγνωστη ημερομηνία, συνέβη στην Αχαΐα μια εξέγερση (Histoire Auguste, Vita Pii, V, 5) για την οποία κανείς δεν γνωρίζει τίποτα. κατά τη γνώμη μου, είναι πιο πιθανό να υποθέσει κανείς μία στάση σε κάποια πόλη, παρά να συνδέσει αυτή την πληροφορία με τον Περεγρίνο.


33.
Βίος του Φλαμινίνου, ΧΙΙ, 13.


34. De sera numinis vindicta, fin (Moralia, 567 E-F),
μετάφρ. Flacelière. Φυσικά, ο Νέρων προσέφερε αυτή την «ανεξαρτησία» στην Ελλάδα στα πλαίσια της αυτοκρατορίας: η επαρχία της Αχαΐας δεν θα είχε ούτε στρατό ούτε εξωτερική πολιτική! Αυτή η ανεξαρτησία συνίστατο στο ότι οι πόλεις της Αχαΐας δεν υπάκουαν πλέον σε κάποιον κυβερνήτη επαρχίας και απολάμβαναν έτσι την ίδια αυτοδιοίκηση με τις πόλεις της Ιταλίας.


35. Χωρίς την Τύχη που δεν έπαψε να βρίσκεται στο πλευρό της Ρώμης, η αναμφισβήτητη ρωμαϊκή Αρετή δεν θα βοηθούσε σε τίποτα: Η Ρώμη μπόρεσε να ορθώσει το αυτοκρατορικό οικοδόμημα πάνω στα θεμέλια της εξαιρετικής της Τύχης. Εάν δεν είχε την ευκαιρία που της πρόσφερε ο πρώιμος θάνατος του Αλεξάνδρου, η αυτοκρατορία του κόσμου θα βρισκόταν ίσως σε άλλα χέρια. Κατά συνέπεια, η ρωμαϊκή ηγεμονία δεν είναι παρά μια ιδιοτροπία της Τύχης, στην οποία πρέπει να υποταχθούμε. Για να κατανοήσουμε τη fortuna Romanorum, θα πρέπει να ξαναδιαβάσουμε τον Βίο του Δημοσθένη, XIX, 1.
D. Babut, Plutarque et le stoicisme, Παρίσι, 1969, σσ. 480-482, 518, και F. E. Brenk, In Mist Apparelled: Religious Themes in Plutarch, Leyde, Brill, 1977, σσ. 157-163.


36. Φιλόστρατος, Βίος Απολ. του Τυανέως, Β΄ 41.


37. Στο ίδιο. 

38. Σέξτος Εμπειρικός, Πυρρώνειες Υποτυπώσεις 149: «σύμφωνα με τους Ρωμαίους[...], σύμφωνα με τους Ροδίους»; 1,152: «σε μας [...], στους Ρωμαίους [...], στους Πέρσες», 111, 211.


39.
Γαληνός, Άπαντα VI (σ. 480, Köhn); VI (σ. 51) (De sanitate tuenda, I, 10); VI, 483 και 749.


40.
Βλ. K. Dubuisson «Graecus, Graeculus, Graecari», στο Ellhinismos: quelques jalons pour une histoire de l’ identité grecque édités par S. Said, Leyde, 1991, σ. 334)


41. Εγκώμιον της Ρώμης, 51.


42.  Επίκτητος, Διατριβαί, ΙΙ, 22,22.


43.  Δίων, ΧΙΙ, Ὀλυμπι-κὸς ἢ Περὶ τῆς πρώ-της τοῦ θεοῦ ἐννοίας, 20


44.
Παυσανίας, 1, 5, 5, και VIII, 43, 3.45. W. Dittenberger, Sylloge inscr. Graec, 3e ιd., n° 867, γραμμή 32· Die Inschriften von Ephesos, I (H. Wankel), σ. 148, n° 24, γραμμή 11, Habelt, 1979. Απόστολος Παύλος, «Προς Ρωμαίους Επιστολή», I, 14.

46. Ενώ παραμένει αθώα, στον Φίλωνα, παραδείγματος χάριν, Legatio ad Gaium, 8. 141. 145.


47. Φιλόστρατος, IV, 5.


48. Παυσανίας, 1,22,1.


49. Σύμφωνα με τον Βίο του Απολλωνίου –που, κατά περίεργο τρόπο, είναι μάλλον μια απολογία του ελληνισμού παρά της ανατολικής σοφίας– ο βασιλιάς της Βαβυλώνας (δηλαδή της Κτησιφώντος) είναι υπερήφανος για το ότι ομιλεί τέλεια τα ελληνικά (Φιλόστρατος, Βίος Απολλωνίου του Τυανέως, ΙΙ, 31). πρόκειται για τον βασιλιά των Πάρθων, ο οποίος, πράγματι, πρέπει να γνωρίζει τα ελληνικά. Και οι Bραχμάνοι στην Ινδία επιθυμούν να γνωρίζουν ελληνικά οι μαθητές τους (ΙΙΙ, 23).


50. Έτσι συμβαίνει στην αλληλογραφία μεταξύ του Κικέρωνος και  του αυτοκράτορα Δομιτιανού (Suétone, Domitien, Χ, 2; ΧΙΙ, 3; XIV, 2; XVIII, 2). Βλ
. J. Kaimio, The Romans and the Greek Language, Ελσίνκι, 1979.


51. Περί του Υψηλού, XLV, 5.


52. Αίλιος Αριστείδης, XXVI, Ρώμης Εγκώμιον, 96 (σ. 119, 28, Keil).
Cicéro, Ad Quintumfratrem, I, 1,27.


53. Philon, Legatio ad Gaium, 54. Grégoire le Thaumaturge, Remerciement à Origéne, id. Crouzel (
Ιd. du Cerf, συλλ. «Sources chrétiennes», n° 148, 1969), σ. 96.


55. Julien, Sur Hélios-Roi, 30 (152 d).
οι Ρωμαίοι είναι Έλληνες γιατί η Ιταλία κατοικήθηκε από Έλληνες. (Les Césars, 324 a).


56. Λιβάνιος, Λόγοι XV, «Πρεσβευτικός πρός Ιουλιανόν», 25.


57. Εκτός από έναν σύγχρονο υπαινιγμό σε ένα γεγονός γνωστό από ακριτομύθιες: οι πιο ευγενείς Ρωμαίοι μυούνταν στα Μυστήρια (VI, 22,37).


58. E. Oudot, «Images d’Athènes dans les romans grecs»,
στο Le Monde du roman grec, Παρίσι, École Normale Supérieure, 1992, σ. 101.


59. Στον πρόλογό του στην έκδοση του Απολλοδώρου από τον Loeb, σ. ΧΙΙ.


60. Λόγοι XXXVI.


61. Τα ελληνικά που μιλούσαν ήταν παραφθαρμένα και τα ρούχα τους  βαρβαρικά (XXXVI, 7).


62. Έχουν διατηρήσει τον Όμηρο, πράγμα που είναι το πιο σημαντικό, αλλά δεν γνωρίζουν πια τίποτε γι’ αυτόν και του αφιερώνουν μια λατρεία όλο προλήψεις  σαν μεγάλα γερασμένα παιδιά.


63. XXXVI, 7-8. Ο S. Swain, Hellenism and empire, ό.π., σσ. 84 και 214, πίστεψε ότι ο Δίων εδώ καταδίκαζε την παιδεραστία. Είναι το ακριβώς αντίθετο που συμβαίνει: o Δίων εκθειάζει τον αληθινά ελληνικό έρωτα που ισχύει στην Ολβία, τον «πλατωνικό» έρωτα των εφήβων, σύμφωνα με τον Πλάτωνα, και το υπονοεί προσθέτοντας ότι οι βάρβαροι της περιοχής μιμήθηκαν αυτή την παιδεραστία, αλλά αυτοί, σε αντίθεση με τους Έλληνες, φθάνουν μέχρι τη φυσική πράξη.


64. 169. Ο ελληνικός αισθητισμός υποχρεώνει τους εφήβους να κρύβουν τα χέρια τους κάτω από το παλτό τους (Αρτεμίδωρος, 1,54; π. 61,1, Pack). Ένας αγορητής πρέπει να κρατάει τα χέρια κάτω από τα ρούχα του (Αισχίνης, Kατά Τιμάρχου, 25) και να μην κάνει χειρονομίες (Πλουτάρχου, Βίος Νικίου VIII, 6; Βίος Φωκίωνος IV, 3). Το να μιλάει κάποιος κουνώντας τα χέρια ήταν χυδαίο (Κλήμης ο Αλεξανδρεύς, Παιδαγωγός, ΙΙ, 7, 60, 5). Ως προς αυτό, οι Ρωμαίοι ρήτορες διέφεραν από τους Έλληνες (Quintilien, XI, 3,134, και ΧΙΙ, 10,21).


65. 170. XXXVI, 17.


66. Στους πρώτους μεταχριστιανικούς αιώνες, διάφορες φυλές βαρβάρων κατέκλυσαν ολόκληρη σχεδόν την Ευρώπη σπέρνοντας την καταστροφή και αφήνοντας πίσω τους ερείπια. Το 267 μ.Χ., η Αθήνα και η Αττική πέρασαν δύσκολες στιγμές καθώς μία στρατιά Ερούλων (πιθανόν γερμανικής καταγωγής) έφτασε με πεντακόσια πλοία στον Πειραιά και, αφού αποβιβάστηκε εκεί, άρχισε να λεηλατεί το λιμάνι και όλες τις γύρω περιοχές. Από τη μανία τους δεν γλίτωσε σπιθαμή γης παρά μόνο η Ακρόπολη, που σώθηκε χάρη στο τείχος που την προστάτευε. Σύμφωνα με μία διήγηση, την ώρα που οι βάρβαροι ετοιμάζονταν να κάψουν ένα σωρό πολύτιμα χειρόγραφα για να ζεσταθούν, κάποιος γηραιός αρχηγός τους προσπάθησε να τους αποτρέψει λέγοντας ότι έπρεπε να αφήσουν τα χειρόγραφα στους Αθηναίους γιατί όσοι ασχολούνταν με τα γράμματα είναι άνθρωποι ακίνδυνοι. Όμως ο γέρος διαψεύσθηκε πολύ γρήγορα αφού αυτός που κατάφερε τελικά να αναχαιτίσει τούτα τα άγρια στίφη ήταν ακριβώς ένας άνθρωπος των γραμμάτων, ο ιστορικός Πόμπλιος Ερρένιος Δέξιππος, γνωστός για τη ρητορική του δεινότητα και τη μεγάλη του μόρφωση.
Ο Δέξιππος ενθουσίασε με τους πύρινους λόγους του τους Αθηναίους και, αφού οργάνωσε ένα στρατιωτικό σώμα δύο χιλιάδων ανδρών, τέθηκε επικεφαλής τους και συγκρούσθηκε με τους επιδρομείς στην περιοχή της Κηφισιάς υποχρεώνοντάς τους σε άτακτη φυγή. Για την επιτυχία του αυτή οι Αθηναίοι τον τίμησαν με ανδριάντα και τον εξέλεξαν άρχοντα-βασιλιά και αγωνοθέτη στα Μεγάλα Παναθήναια. Ο Δέξιππος φρόντισε να καταγράψει την επιδρομή των Ερούλων στο έργο του Σκυθικά και έτσι διασώθηκαν για τους μεταγενέστερους αρκετές πληροφορίες σχετικά τις φοβερές αυτές επιδρομές στην αττική γη (σ.τ.μ.).


67. B. Bleckmann, Die Reichskrise des 3. Jahrhunderts in der spätantiken und byzantinischen Geschichtsschreibung: Untersuchungen zu Zonaras,
Μόναχο, 1992.


68. L. Robert, Opera minora selecta, V, σ. 658: «Οι καθηγητές της ρητορικής συναγωνίζονται μεταξύ τους σε φλογερές διακηρύξεις για τους μηδικούς πολέμους και τους ήρωες. Δεν πρόκειται απλώς περί μάταιων ασκήσεων: η κλασική πνοή της παλαιάς δόξας εμπνέει ακόμη την κοινωνία του 3ου αιώνα» ενάντια στην απειλή του Πέρση Σαπόρ.

 

Π. Βέιν

 

ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ ΑΡΔΗΝ

διαβάστε εδώ κάτι ακόμα σχετικό

και εδώ επίσης

 

Για να δείτε κάποιες σελίδες πρέπει να έχετε τον flash player που μπορείτε να βρείτε πατώντας στο εικονίδιο δίπλα.

Πνευματικά δικαιώματα © 2009

 Συντελεστές  και επικοινωνία μαζί μας

       SiteLock