πίσω

ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΠΡΟΪΣΤΟΡΙΚΗ  ΝΑΥΣΙΠΛΟΪΑ

Πώς αποδεικνύεται το γεγονός ότι οι έλληνες ήσαν οι πρώτοι ναυτικοί;

http://www.sakketosaggelos.gr/Images/Uploaded/image004(234).jpg
Χάρτης της μορφής περιοχής του Αιγαίου την εποχή των Πελασγών (προ 11.000 περίπου ετών), τότε που οι βυθομετρικές καμπύλες ήταν διαφορετικές και η στάθμη της θάλασσας χαμηλή. Η Τζια, η Εύβοια και η Αττική ήταν ενιαία ξηρά καθώς και μεγάλη έκταση των Κυκλάδων. (Από το βιβλίο του ναυάρχου Χ. Σολιώτη «Η Ναυτική Ψυχή του Γένους»).

Δείτε πώς η λαμπαδηδρομία, που άρχισε στο Αιγαίο πριν 10.000 χρόνια, συνεχίζεται και σήμερα προς όλα τα σημεία της υδρογείου, από τους Έλληνες, τους απογόνους εκείνων που πρώτοι τόλμησαν ν’ αφήσουν την πτωχή γη τους και ν’ αναζητήσουν τα πεπρωμένα τους στα πέλαγα γιατί, από τότε, με τα κύματα του Αιγαίου, που είναι η θάλασσά μας, συνυφάνθηκαν οι τύχες της Φυλής μας!.. 

ΙΘΑΚΗ ΠΑΛΑΤΙ ΟΔΥΣΣΕΑ ΕΓΧΑΡΑΚΤΟΣ ΛΙΘΟΣ- ΑΝΑΤΥΠΩΣΗΣ

ΕΛΛΗΝΕΣ ΗΤΑΝ ΟΙ ΠΡΩΤΟΙ ΝΑΥΤΙΚΟΙ

     Είναι γνωστό ότι ο άνθρωπος πρωτογνώρισε το υγρό στοιχείο πλέοντας στα ποτάμια και τις λίμνες. Χρειάστηκαν χιλιάδες χρόνια για να μπορέσει να ταξιδέψει για πρώτη φορά, στην γαλάζια θάλασσα. Όμως σε ποια περιοχή του πλανήτη μας έγινε αυτό;
     Για αιώνες οι άνθρωποι δεν τολμούσαν ν’ ανοιχθούν στην επικίνδυνη κι εχθρική γι’ αυτούς θάλασσα τότε που τους τρόμαζε με τις φουρτούνες και τα τέρατά της, αυτά που φαινόντουσαν από μακριά, τα κήτη δηλαδή που ξεφυσούσαν συντριβάνια από νερό, τα πελώρια χταπόδια και τ’ άλλα θαλάσσια τέρατα. κι ενώ έβλεπαν στις παραλίες πολυάριθμα ψάρια δεν ήξεραν πώς να τα πιάσουν.
     Έτσι για πολλές χιλιάδες χρόνια οι πρωτόγονοι πρόγονοί μας που ζούσαν σαν θηρία στις σπηλιές, αγνοούσαν την καλλιέργεια της γης και τρεφόντουσαν από ρίζες, αγρίους καρπούς και κυρίως από το κυνήγι. Ήταν τότε τόσο σκληρές οι συνθήκες διαβιώσεως ώστε ο μέσος όρος ζωής τους ήταν τα 22 ως 24 χρόνια.
     Ήταν η περίοδος που, μετά τους παγετώνες, η υγρή γη γέμισε από βλάστηση και ιδίως χορτάρι, που το βόσκαγαν αμέτρητα κοπάδια ζώων κάθε λογής. Έτσι οι άνθρωποι, με το κυνήγι, εύκολα εξασφάλιζαν την διατροφή τους. Όμως με τον καιρό αυξήθηκαν τα δάση και λιγόστευαν οι βοσκές και τα ζώα. Γι’ αυτό αναγκάστηκαν να στραφούν στο υγρό στοιχείο για να συμπληρώσουν την διατροφή τους με ψάρια. Ήταν τότε που η σωματική δύναμη έδωσε το προβάδισμα στην εξυπνάδα, η εποχή που οι άνθρωποι σοφίστηκαν το αγκίστρι και τα πρωτόγονα πλεούμενα, κυρίως από κορμούς δένδρων. Μετά από τις λίμνες και τα ποτάμια στρέφονται προς την γαλάζια κι απέραντη θάλασσα. Όμως την φοβούνται, γι’ αυτό, στην αρχή, ψαρεύουν από την ξηρά ή κοντά στις παραλίες με σχεδίες από ξύλα η καλάμια.
     Με τέτοια λοιπόν πλωτά μέσα που κινούν με τα χέρια τους, παίρνουν την απόφαση να πλεύσουν μέσα σε ήσυχους και σίγουρους ορμίσκους. Έτσι ξεκίνησαν οι πρώτοι ναυτικοί — για να γνωρίσουν την θάλασσα...
     Αλλά αργότερα αποκτούν τόσο θάρρος ώστε ανοίγονται περισσότερο. Όμως δεν απομακρύνονται πολύ από την ξηρά. Φοβούνται το ατέλειωτο πέλαγος με τις φουρτούνες του και πιο πολύ τους αγέρηδες που μπορούν να τους σπρώξουν στο άγνωστο — εκεί από όπου δεν θα ξαναγυρίσουν ποτέ.
     Μπορεί, επί χιλιάδες χρόνια, λαοί της ανατολικής Μεσογείου να ταξίδευαν σε ποτάμια, στον Ευφράτη και τον Νείλο με ψάθινα ιστία και κουπιά, όμως οι λαοί αυτοί δεν τολμούν ν’ ανοιχθούν στην θάλασσα με τους αμέτρητους κινδύνους. Περιορίζονται στην ποταμοπλοία.
     Αντίθετα, στον ελληνικό χώρο, οι έλληνες που με την επαφή τους με την θάλασσα, την γνωρίζουν καλύτερα, βάζουν ένα κουπί για να τιμονεύουν τις πρωτόγονες σχεδίες τους. Όμως, παρά την πρόοδο κι’ «επανάσταση» αυτή, της δημιουργίας δηλαδή πηδαλίου, τα σκάφη της μακρινής αυτής εποχής, δεν έχουν καμιά ασφάλεια και παρασύρονται από τα κύματα και τους ανέμους. Γι’ αυτό τότε δεν πρόφθαναν τα «πλεούμενα» να σαπίσουν γιατί ναυαγούσαν...
     Από τότε οι άνθρωποι και ιδίως οι έλληνες, πλήρωσαν με πολλούς χαμούς την τόλμη τους να ταξιδέψουν στις γαλάζιες θάλασσες. Όμως, με τα ταξίδια τους, οι πρόγονοί μας αποκτούσαν ναυτική πείρα γιατί, στην περιοχή που ζούσαν, δεν υπήρχαν μεγάλα ποτάμια για να μάθουν χωρίς κίνδυνο τα πρώτα γράμματα της ναυσιπλοΐας.
       Έτσι οι έλληνες έγιναν ατρόμητοι ναύτες αφού απαρχής αγωνίστηκαν με τους παιδεμούς της θάλασσας.
     ’Ηταν τότε που στην περιοχή τού Αιγαίου οι πρόγονοί μας της μεσολιθικής εποχής, κάτοικοι της ανατολικής Πελοποννήσου, τόλμησαν ν’ ανοιχθούν στο πέλαγος και να ταξιδέψουν με πρωτόγονα ξύλινα σκάφη που άντεχαν στον κυματισμό. Αυτό έγινε προ 10.000 χρόνων. Ήταν οι Πελασγοί, οι πρώτοι ναυτικοί του κόσμου. Ήταν αυτοί που πρώτοι είχαν το κουράγιο να «πελαγοδρομήσουν» και να φθάσουν σε νέους τόπους.
     Και έχουμε αδιάψευστα στοιχεία για τα ταξίδια αυτά, Γνωρίζουμε δηλαδή πως 8.000 χρόνια π.Χ. κάτοικοι της περιοχής της Ερμιόνης ταξίδεψαν από κει κι έφθασαν στην Μήλο από όπου μετέφεραν τον τότε πολύτιμο οψιδιανό λίθο, το σκληρό δηλαδή αυτό ηφαιστειογενές πέτρωμα με το όποιο κατασκεύαζαν όπλα κι εργαλεία. Ήταν το «ατσάλι» της εποχής εκείνης που έχει το πλεονέκτημα να χωρίζεται σε λάμες κοφτερές — σαν ξυράφια.
     Οψιδιανό καθώς όπλα και εργαλεία, από το σκληρό αυτό πέτρωμα, βρήκαμε στο σπήλαιο Φράγχθι*, κοντά στην Ερμιόνη, που κατοικείτο συνεχώς από ανθρώπους από την περίοδο των παγετώνων. Μετά από επιστημονική έρευνα και με την ραδιοχρονομέτρηση, (δοκιμασία που χρησιμοποιήθηκε για τον καθορισμό της ηλικίας των σεληνιακών πετρωμάτων, που οι αστροναύτες μας έφεραν στην Γη), εξακριβώθηκε πως ο οψιδιανός των εργαλείων και όπλων αυτών έχει ηλικία 10.000 περίπου ετών και πως «εξερεύχθη», από ηφαίστειο της Μήλου προ τόσων χρόνων και αυτό γιατί τα πετρώματα αυτά της Μήλου έχουν τα ίδια ακριβώς χαρακτηριστικά. Τέτοια πετρώματα δεν υπάρχουν στην ηπειρωτική Ελλάδα. Τα μικρολιθιακά εργαλεία από οψιδιανό τού σπηλαίου Φράγχθι της Ερμιονίδος μπορεί να θεωρηθούν ως η πιο παλιά απόδειξη για την μεταφορά αγαθών από την θάλασσα σε οποιοδήποτε μέρος του κόσμου.
     Έχουμε λοιπόν αδιάψευστη μαρτυρία πως «ο προϊστορικός άνθρωπος διακινδύνευσε με φορτηγά πλοιάρια σε μια απόσταση τουλάχιστον 90 μιλίων, όσο απέχει η Μήλος από τις ακτές της Ερμιονίδος, για να φέρει στην Πελοπόννησο την πολύτιμη πέτρα».
      Ήταν ο προγονός μας αυτός που πρώτος ανοίχθηκε στο πέλαγος, με το πρωτόγονο πλοιάριο του, για να γνωρίσει καινούριους τόπους. Δίχως αμφιβολία το κάλεσμα της θάλασσας πρώτη το ένιωσε η ανήσυχη ψυχή των προγόνων μας, την εποχή που ο άγνωστος κόσμος τους τραβούσε σαν μαγνήτης. Άλλωστε για τους ¨Ελληνες, οι κίνδυνοι και η περιπέτεια «αποτελούσαν το αλάτι της ζωής».
     Έτσι άρχισε η σκληρή πάλη των ελλήνων με τα κύματα, ο αγώνας με το αδάμαστο υγρό στοιχείο που άρχισε προ 100 αιώνων και συνεχίζεται ως σήμερα. Οι έλληνες άνοιξαν τους θαλασσινούς δρόμους που σαν γέφυρες ένωναν τους διαφόρους τόπους. Μ’ αυτό τον τρόπο η θάλασσα, χάρη στα καράβια, δεν χώριζε πια τους ανθρώπους μα τους ένωνε, τότε που το Αιγαίο Πέλαγος έγινε η Ναυτική Σχολή των προγόνων μας.


    http://www.sakketosaggelos.gr/Images/Uploaded/image002(520).jpg

Το σπήλαιο Φράγχθι, κοντά στην Ερμιόνη, στις ανατολικές ακτές της Πελοποννήσου, όπου βρέθηκαν τα πολύτιμα κομμάτια του οψιδιανού. Ήταν κατοικία των προγόνων μας, που ντυνόντουσαν με δέρματα και ζούσαν μέσα σε τέτοια σπήλαια.

Φυσικά το πρώτο ταξίδι, σαν αυτό από την Ερμιόνη στην Μήλο, ήταν κάτι σαν «ταξίδι προς το άγνωστο» γιατί τότε οι κάτοικοι των ανατολικών παραλίων της Πελοποννήσου, δεν γνώριζαν τι βρίσκεται πέρα στον γαλάζιο ορίζοντα. Ήταν ταξίδι προς το άγνωστο και κάποτε ταξίδι χωρίς επιστροφή γιατί πολλοί θα χάθηκαν παλεύοντας με τα κύματα. Θα μπορούσε μάλιστα να λεχθεί πως αυτό ήταν πιο δύσκολο και από το... ταξίδι στην Σελήνη γιατί οι πρωτόγονοι εκείνοι ναυτικοί είχαν σκάφη πιο αβέβαια ακόμη και από την τύχη αφού η μοίρα τους εξαρτιόταν από την πνοή των ανέμων. Το χειρότερο ήταν πως δεν γνώριζαν, στην πρώτη τους τουλάχιστον πελαγοδρομία, ότι ανατολικά της Πελοποννήσου, υπάρχει ξηρά, μια και αγνοούσαν την ύπαρξη της πολυνησίας του Αιγαίου και φυσικά δεν είχαν καμιά επαφή με τους δικούς τους.
      Δεν αποκλείεται η ανακάλυψη της Μήλου να ήταν τυχαία — όπως ακριβώς και η ανακάλυψη τού κόσμου, χιλιάδες χρόνια μετά, την εποχή των μεγάλων εξερευνήσεων με τα ιστιοφόρα τότε που η δύναμη των ανέμων έσπρωχνε τα καράβια σε κάθε γωνιά της Γης, οπότε γνωρίσαμε την μορφή τοΰ πλανήτη μας.
      Αλλά οι ελληνες θα έπρεπε να ήταν πιο τολμηροί κι από τους μεγάλους θαλασσοπόρους γιατί ανοίχθηκαν στα πέλαγα με τελείως αδύναμα σκάφη, με ένα φαρδύ κουπί για πηδάλιο στην πρύμη, με ένα βαρύ δερμάτινο ιστίο, που δύσκολα χειριζόντουσαν στους δυνατούς καιρούς και πήγαιναν κι’ εκείνοι στο άγνωστο, δίχως όμως κανένα ναυτιλιακό όργανο, μέσα σε καταιγίδες, τελείως ανυπεράσπιστοι στην μανία των κυμάτων και τα γυρίσματα των καιρών και με σκάφη που στις φουρτούνες ήταν ακυβέρνητα. Ήταν πάντα εκτεθειμένοι στον καυτερό ήλιο μια και τα μικρά πλοία τους δεν είχαν κατάστρωμα ή οποιαδήποτε προστασία για τους ανέμους ή τα κύματα που σκάζοντας στις πλώρες ή τις κουπαστές τα γέμιζαν νερά — οπότε υπήρχε φόβος ανατροπής η βυθίσεως τους.
     Και η πολύωρη κωπηλασία, η τόσο βασανιστική, κατά τις άπνοιες ή τους ενάντιους άνεμους εξαντλούσε τα πληρώματα, όταν αναγκαζόντουσαν να πελαγοδρομήσουν γιατί, εκτός των άλλων, δεν είχαν χώρους για να ξεκουραστούν.
     Έτσι δεν ήταν μόνο επικίνδυνα μα και μαρτυρικά τα ταξίδια τότε και επί πολλές χιλιάδες χρόνια μετά, στην ομηρική εποχή ως και πολύ αργότερα.

     Και όμως συνέχιζαν να αγωνίζονται με τα κύματα γιατί μόνο η θάλασσα είναι εκείνη πού παρακινεί περισσότερο τον άνθρωπο να μετακινηθεί και σ’ άλλες περιοχές και κεντρίζει τον νου και την σκέψη του να επιδιώξει να βρει καινούριους τόπους και να εφεύρει νέα και περισσότερα μέσα ώστε να μπορέσει ν’ ανοιχθεί στον γαλάζιο πόντο.
     Αυτή ακριβώς η έφεση των ανθρώπων φαίνεται πως ήταν η αφορμή της πρωϊμότερης αναπτύξεως εκείνων που ζούσαν σε παράλιες περιοχές και της δημιουργίας ενωρίτερα εκεί του πολιτισμού — όπως στην Ελλάδα.
     Ήταν τότε που οι μακρινοί προγονοί μας «προσπαθούσαν να πλησιάσουν τους άγνωστους γιαλούς τού Αιγαίου» όπως ακριβώς σήμερα προσπαθούν να πετάξουν οι αστροναύτες στο διάστημα, στους κοντινούς πλανήτες, στον Άρη και την Αφροδίτη σε σύγκριση δηλαδή στην... Μήλο και τ’ αλλά νησιά τού Αιγαίου, τον κόσμο αυτό που τους ήταν άγνωστος!!!
     Όμως πως ήταν τα πρωτόγονα «πλεούμενα» των ελλήνων; Ατυχώς δεν έχουμε καμιά μαρτυρία, κανένα στοιχείο για να σχηματίσουμε γνώμη για την μορφή και τις διαστάσεις τους. Ούτε ομοιώματα βρέθηκαν, όπως αργότερα έγινε με τα σκάφη των Μινώων, ούτε σχέδια σε σπηλιές.
     Στα σπήλαια της Αλταμίρας όπως και σ’ αλλά της βορείου Ισπανίας, είδα εξαίρετες εικόνες ζώων σκαλισμένες προ 15.000 χρόνων σε βράχους μέσα σε σπηλιές. Πουθενά δεν βρέθηκαν σχέδια σκαφών, έστω για λίμνες η ποτάμια. Το ίδιο και στην Ελλάδα κι’ αυτό γιατί ο πρωτόγονος άνθρωπος των παραλίων εκεί αισθανόταν δέος για το υγρό στοιχείο που ήταν ξένο προς την φύση του, Γι’ αυτό και κρατήθηκε μακριά του.
     Αν όμως δεν έχουμε κανένα στοιχείο για τα πρώτα σκάφη των κατοίκων της ελληνικής γης, μπορούμε να υποθέσουμε πως περίπου ήταν αυτά, αφού μας είναι γνωστά τα μέσα ως και τα υλικά που διέθεταν οι Πελασγοί — εκείνα με τα οποία τα κατασκεύαζαν. Προ χιλιάδων χρόνων οι Αιγύπτιοι χρησιμοποιούσαν στο Νείλο πλοιάρια από πάπυρο που έμοιαζαν με μεγάλο δεμάτι παπύρου, σε σχέδιο πούρου, με ένα κουπί για τιμόνι και με ιστίο από πάπυρο πλεγμένο σαν ψάθα, που στηριζόταν σε διποδικό κατάρτι με σχήμα λάμδα. Το σκαφάκι αυτό μπορεί να ήταν κατάλληλο για τα ήσυχα νερά τού Νείλου όχι όμως για την ανοικτή θάλασσα. Συνεπώς οι πρόγονοί μας θα χρησιμοποίησαν πιο στέρεα υλικά, δηλαδή ξυλεία που ήταν άφθονη στον ελληνικό χώρο, ώστε τα σκάφη τους ν’ αντέχουν στον κυματισμό και τους ανέμους της ανοικτής θάλασσας. Η επεξεργασία τού ξύλου γινόταν με σκληρές πέτρες μια και δεν διέθεταν, πριν να ταξιδέψουν στην Μήλο, τον σκληρό οψιδιανό και τα μέταλλα τους ήταν άγνωστα — (χρησιμοποιήθηκαν χιλιάδες χρόνια μετά, την εποχή τού χαλκού και του σιδήρου).

 


     Τα πρωτόγονα λοιπόν πλοιάρια των ελλήνων, 8.000 χρόνια π.Χ., θα έπρεπε να ήταν ξύλινα κυρίως από πεύκο στο μήκος κορμού δένδρου κάτι σαν μονόξυλο που επί χιλιάδες χρόνια ήταν το κύριο μέσον ναυσιπλοΐας. Εκτός από μεγάλο κορμό δένδρου που έσκαβαν, για να τον κάνουν «σκάφος» ήταν δυνατόν να κατασκευάζουν μικρά φορτηγά πλοία, όπως εκείνα που μετέφεραν φορτία οψιδιανού από την Μήλο, ενώνοντας μακριά ξύλα σαν σανίδες με φυτικά σχοινιά, λουριά η και σφήνες ξύλινες ώστε ν’ αποτελούν πλοιάρια μήκους 6 έως 7 μέτρων που να είναι στεγανά.
     Θα είχαν ακόμη κουπιά για πηδάλιο καθώς και αλλά για την κίνηση του σκάφους ως και ιστίο που ήδη ήταν γνωστό από τους Αιγυπτίους. Το ιστίο αυτό θα ήταν από δέρμα ζώου, από κομμάτια δηλαδή μικρών ζώων, για να είναι λεπτά, που ράβανε με δερμάτινα λουριά — όπως ακριβώς ράβανε και τα δερμάτινα ρούχα τους, επειδή τότε οι άνθρωποι αγνοούσαν την ύφανση.** Το ιστίο αυτό έδεναν σε ξύλινη λεπτή αντένα που ανέβαζαν στο διποδικό κατάρτι τους με φυτικό σχοινί, το μαντάρι. Οι κωπηλάτες είχαν πάγκους για να κάθονται, κατά την κωπηλασία η για να ξεκουράζονται. Όμως οι ξύλινοι αυτοί πάγκοι έδεναν συγχρόνως και το σκάφος που δεν είχε στραβόξυλα (παίδια) — για να πετσωθεί το σκαρί επάνω σ’ αυτά — όπως γίνεται σήμερα.
     Τόσο τα κουπιά όσο και το κουπί πηδάλιο δενόντουσαν στο σκάφος με δερμάτινα σχοινιά, από πλεγμένα δηλαδή λουριά.
     Φυτικά σχοινιά η λουριά χρησιμοποιούσαν για την στήριξη τού διποδικού άλμπουρου, για σκότες τού ιστίου καθώς και για κάβους — ως έκαναν πολύ αργότερα και οι Κρήτες στα πλοία τους.
     Αν λοιπόν δεχθούμε πως έτσι περίπου ήταν κατασκευασμένα τα πλοία των ελλήνων, θα πρέπει να συμπεράνουμε πως τα ταξίδια στην ανοικτή θάλασσα, με τα σκάφη αυτά, θα ήταν πολύ επικίνδυνα και θα γινόντουσαν μόνο με ούριους ανέμους, οπότε θα έπρεπε οι, πρώτοι αυτοί ναυτικοί, να προβλέπουν με σιγουριά τους καιρούς, γιατί ενάντιοι άνεμοι θα τους πήγαιναν σε άλλους τόπους. Αδιάψευστη μαρτυρία έχουμε τα περιπετειώδη ταξίδια τού Οδυσσέα, έστω κι’ αν αυτά έγιναν 7.000 χρόνια μετά, τότε που ενάντιοι καιροί παρέσυραν τα πλοία του σε αγνώστους τόπους...
     Αλλά, αφού σχηματίσαμε μια περίπου εικόνα των πλοίων των ελλήνων τοϋ 8.000 π.Χ., ας προσπαθήσουμε να γνωρίσουμε και ποιες ήταν τότε οι ναυτιλιακές γνώσεις τους.
     Φυσικά ούτε πού βρίσκονται τα νησιά τού Αιγαίου γνώριζαν, ούτε ποιες είναι οι αποστάσεις τους***. Γι’ αυτό προσπαθούσαν πάντοτε, όταν ταξίδευαν, να μη χάνουν τις στεριές από τα μάτια τους, όταν έπλεαν στον Αργοσαρωνικό ή και από νησί σε νησί στις ακατοίκητες τότε Κυκλάδες, που αυτοί πρώτοι «ανακάλυψαν» και «εξερεύνησαν», ταξιδεύοντας μονάχα κατά την διάρκεια της ημέρας και κατά την θερινή περίοδο. Τα βράδια τραβούσαν το σκάφος τους στην ξηρά, μια και δεν είχαν άγκυρες. Εκεί, στην παραλία ξεκουραζόντουσαν, άναβαν τις νύκτες φωτιές, έτρωγαν και κοιμόντουσαν και την επομένη, αν ο καιρός ήταν καλός, συνέχιζαν το ταξίδι τους. "Αν όχι περίμεναν — ψάρευαν ή κυνηγούσαν.
     Τότε δεν υπήρχε η αγωνία τού χρόνου, όπως στην εποχή μας. Γι’ αυτό σημασία είχε να φθάσει κανείς στον προορισμό του και όχι πότε.
     Συνεπώς το κυκλικό ταξίδι Ερμιόνης — Μήλου —Ερμιονης μπορούσε να κρατήσει για μήνες, ανάλογα με τα γυρίσματα των καιρών. Θα έπρεπε μάλιστα να δεχθούμε πως δεν γινόταν κατ’ ευθείαν αλλά από νησί σε νησί με «σκάλες», δηλαδή από την Ερμιόνη στο Σούνιο και από κει στην Τζια, Κύθνο, Σέριφο, Σίφνο, Κίμωλο και τέλος Μήλο. Η ίδια, αντίστροφα όμως, ήταν η διαδρομή επιστροφής. Έτσι κι’ ασφάλεια υπήρχε και καθημερινή ξεκούραση κατά τις νύκτες. Αυτή άλλωστε πορεία, κατά τον πηγαιμό κυρίως, ακολουθούσαν γιατί οι βόρειοι άνεμοι που επικρατούν συνήθως στο Αιγαίο βοηθούσαν να κάνουν ουριοδρομία, από νησί σε νησί — έστω κι’ αν τα 90 μίλια Ερμιόνης-Μήλου μ’ ευθεία πλεύση, γινόντουσαν 250 η και περισσότερα. Στην ιστιοπλοΐα, πολλές φορές, ο πιο μακρύς δρόμος είναι ο πιο... σύντομος — αρκεί να βρει κανείς κατάλληλους ανέμους και να μη ριψοκινδυνεύει.
     Αν αντιθέτως ταξίδευαν κατ’ ευθείαν υπήρχε κίνδυνος να παρασυρθούν τ’ αδύναμα σκάφη του

 

 

Για να δείτε κάποιες σελίδες πρέπει να έχετε τον flash player που μπορείτε να βρείτε πατώντας στο εικονίδιο δίπλα.

Πνευματικά δικαιώματα © 2009

 Συντελεστές  και επικοινωνία μαζί μας

       SiteLock