πίσω

ΣΧΕΣΕΙΣ ΤΩΝ ΛΑΩΝ ΤΗΣ ΜΕΣΟΓΕΙΟΥ

ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ ΑΠΟ ΕΚΘΕΜΑΤΑ ΜΟΥΣΕΙΟΥ ΚΥΚΛΑΔΙΚΟΥ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΥ « ΠΛΟΕΣ... ΑΠΟ ΤΗ ΣΙΔΩΝΑ ΣΤΗ ΧΟΥΕΛΒΑ. ΣΧΕΣΕΙΣ ΛΑΩΝ ΤΗΣ ΜΕΣΟΓΕΙΟΥ 16ΟΣ -6ΟΣ  ΑΙ. Π.Χ. » ΑΝΑΛΥΟΝΤΑΣ ΤΑ ΕΚΘΕΜΑΤΑ ΤΟΥ ΜΟΥΣΕΙΟΥ ΚΥΚΛΑΔΙΚΟΥ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΥ Ο ΚΑΘΗΓΗΤΗΣ ΒΓΑΖΕΙ ΟΡΙΣΜΕΝΑ ΧΡΗΣΙΜΑ ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ .

ΝΙΚ0ΛΑ0Σ ΧΡ. ΣΤΑΜΠΟΛΙΔΗΣ

11ος - 6ος αι. Π. Χ.

 

Εικάζεται, πρόωρο να εξαχθούν συμπεράσματα, πιθανότατα, είναι δύσκολο να θεωρήσει κανείς, φαίνεται, , νομίζω ότι θα μπορούσε ίσως, υποθέτω , Αν αναρωτηθεί, Είναι πολλές φορές δύσκολο να δηλωθεί, Εάν οι χρονολογήσεις είναι ορθές,

ΑΥΤΕΣ ΕΙΝΑΙ ΟΙ ΛΕΞΕΙΣ ΚΑΙ ΤΟ ΠΝΕΥΜΑ ΑΥΤΟΥ ΤΟΥ ΠΟΝΗΜΑΤΟΣ ΚΑΙ ΕΙΝΑΙ ΜΙΑ ΠΡΟΣΕΓΓΙΣΗ ΤΟΥ ΚΑΘΗΓΗΤΗ  ΠΟΥ ΚΑΤΑ ΜΙΑ ΘΕΩΡΗΣΗ ΤΟΥ ΜΠΟΡΟΥΣΑΝ Η ΕΓΙΝΑΝ ΤΟΥΣ ΚΑΙΡΟΥΣ ΕΚΕΙΝΟΥΣ ΟΙ ΑΡΙΘΜΟΙ ΕΚΘΕΜΑΤΩΝ ΠΟΥ ΑΝΑΦΕΡΟΝΤΑΙ ΣΤΟ ΚΕΙΜΕΝΟ  ΕΙΝΑΙ Η ΑΡΙΘΜΗΣΗ ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΚΘΕΣΗ  

Για την Περιοχή της Ανατολικής Μεσογείου, ο 12ος και εν μέρει ο 11ος προχριστιανικός αιώνας έχουν χαρακτηριστεί από πολλούς σύγχρονους ερευνητές ως περίοδος αναστάτωσης, αναταραχών και κρίσης (βλ. Ward-Joukowsky 1992), αφού στη χρονική τους διάρκεια τοποθετείται, με τα σημερινά δεδομένα, μια σειρά από γεγονότα, όπως η πτώση της "ομηρικής" Τροίας -1196 π.Χ. σύμφωνα με την παραδοσιακή χρονολογία -η κατάλυση της κεντρικής εξουσίας στα μυκηναϊκά βασίλεια συμπεριλαμβανομένης και της υστερομινωικής Κρήτης καθώς επίσης οι καταστροφές και οι ανακατατάξεις που επέφεραν οι επιδρομές των "λαών της θάλασσας", ιδιαίτερα στην περιοχή ης Συροπαλαιστίνης (βλ. Sandars 1985· Redford 1993, 241-256· Stager 1994, 332 κ.εξ.). Οι επιδρομές μπορεί να αναχαιτίσθηκαν από τον Ραμσή τον Γ στη μάχη του Πηλουσίου (1149 π.Χ.) αλλά και εδώ η κεντρική εξουσία είχε αρχίσει να ξεθωριάζει και η δύναμη της Αιγύπτου δεν ήταν ικανή να αποτρέψει την εγκατάσταση ορισμένων από τους επιδρομείς σε ένα χώρο των άμεσων συμφερόντων της, όπως η Νότια Χαναάν (βλ. Jidejian 1996, 57).

Είναι ακόμα πρόωρο να εξαχθούν συμπεράσματα, εάν και κατά πόσο ένα μεγάλο μέρος αυτών των αναταραχών προκλήθηκαν για την αναζήτηση και τη δημιουργία ενός όπλου που, αν δε χάριζε την υπεροχή του κατόχου του έναντι των αντιπάλων του, τουλάχιστον θα τον εξασφάλιζε ουσιαστικά. Κι αυτό, γιατί τα γεγονότα από τη μια μεριά και η ολοένα και μεγαλύτερη χρήση του σιδήρου από την άλλη, σύμφωνα με τα σημερινά αρχαιολογικά δεδομένα, συμπίπτουν και κανένα προς το παρόν δε φαίνεται να προηγείται με σιγουριά (βλ. Mubly 1988, 25 κ.εξ., 52-53· Waldbaum 1980, 69 κ.εξ.· Snodgrass 1988, 335 κ.εξ.· Muhly 1985, 67-84· Sherratt 1994, 76 κ.εξ.).

Όπως και να έχουν τα πράγματα, οι αναταραχές αυτές και οι μετακινήσεις δημιούργησαν μιαν ανασφάλεια στους θαλασσινούς δρόμους και, επομένως, μια δυσκολία επικοινωνίας στην ανατολική Μεσόγειο κατά τον 12ο  και 11ο  αι. π.Χ. Ωστόσο, από τα στοιχεία που διαθέτουμε σήμερα, φαίνεται ότι οι επαφές μπορεί να μειώθηκαν σε μεγάλο βαθμό αλλά, πιθανότατα, δε σταμάτησαν. Ή ακόμα κι αν συνέβη κάτι τέτοιο για ένα μικρό χρονικό διάστημα, οι παραδοσιακοί δρόμοι δεν ξεχάστηκαν. Παρά τους συνεπαγόμενους κινδύνους (καιρικούς, πειρατείας, άρνησης ελλιμενισμού κλπ.), τμήματα μικρά ή μεγαλύτερες θαλάσσιες διαδρομές από το νότο προς το βορρά ή το αντίθετο ή από το Αιγαίο και την Κρήτη προς την Ανατολή και το αντίθετο, φαίνεται ότι βελτιώνονταν συν τω χρόνω. Ιδιαίτερα μάλιστα, είναι δύσκολο να θεωρήσει κανείς ότι οι επικοινωνίες σταμάτησαν εντελώς, τουλάχιστον στις περιοχές που αφορούν στην παρούσα Έκθεση, αν σκεφθεί πως ένα τμήμα της άρχουσας τάξης (elite) του μυκηναϊκού κόσμου μαζί με πολεμιστές, τεχνίτες Και θαλασσόλυκους, οι οποίοι και θα τους οδήγησαν προς την Ανατολή, αφού οι ίδιοι γνώριζαν τους δρόμους, μετανάστευσε και εγκαταστάθηκε σ' ένα νησί, την Κύπρο (βλ. Κarageorghis 1992, 79 κ.εξ: Stager 1994, 337· Vanschoonwinkel 1994, 109-132· Iakovou 1994, 149-165), που δύσκολα μπορείς να αγνοήσεις μέσα στο δίκτυο των θαλάσσιων δρόμων της ανατολικής Μεσογείου. Τουλάχιστον η επαφή της Κύπρου με την Κρήτη μέσω Δωδεκανήσου και το αντίθετο, φαίνεται να μη χάθηκε ολότελα ούτε στα χρόνια των αναταραχών, όπως, κατά η γνώμη μου, αφήνει να διαφανεί και η διαδρομή του Τεύκρου (βλ. Schwenn 1934, 1122-1131) από την πατρίδα του στην Κρήτη αρχικά και κατόπιν στην Κύπρο. Αν, μάλιστα, ο άγνωστος λαός των Tjeker ή Tjekru που συμμετέχει μαζί με τους άλλους λαούς ης θάλασσας στην επιδρομή εναντίον της Αιγύπτου και στη συνέχεια εγκαθίσταται στη νότια Χαναάν (Φιλισταία-Παλαιστίνη) ερμηνευτεί, όπως πιστεύω, ως Τευκροί (οπαδοί του Τεύκρου), τότε η συγγένεια και η σχέση αυτή αντανακλά και στο κομμάτι επικοινωνίας ανάμεσα στη Συροπαλαιστίνη, την Κύπρο και την Κρήτη στην ταραγμένη αυτή περίοδο και συνάμα γέρνει την πλάστιγγα υπέρ της υπόθεσης ότι οι περισσότεροι "λαοί της θάλασσας" προέρχονται από την περιοχή του Αιγαίου και της Μικράς Ασίας (βλ. και Redford 1993, 252· στο χάρτη ης σελ. 246 αναφέρονται ως Τεύκριοι της Τρωάδας). Μια ακόμα ισχυρή ένδειξη για τη θαλάσσια επικοινωνία στο ανατολικότερο τμήμα της Μεσογείου παρέχεται από το ταξίδι του Ουέν Αμμούν από την Αίγυπτο στη Βύβλο και από τη Βύβλο στην Κύπρο και στη συνέχεια ξανά προς την Αίγυπτο στα τέλη του 12ου ή τις αρχές του 11ου αι. π.Χ. (βλ. Lefebure 1949, 204 κ.εξ.· Dunand 1973, 88 κ.εξ.· Casson 1995, 41-46). Είναι, άλλωστε, χαρακτηριστικό τόσο για την ερμηνεία μας σχετικά με τους Τευκρούς και την ηγετική φυσιογνωμία του Τεύκρου στην περιοχή, ότι το όνομα του βασιλιά της Βύβλου, Tjekerbaal, στη διήγηση του Ουέν Αμμούν, έχει ως πρώτο συνθετικό τη λέξη Tjeker. Αν, τώρα, στην παραπάνω ερμηνεία προσθέσουμε και την πληροφορία για την ίδρυση της Αμυκής, μιας πόλης στις ακτές της βόρειας Συρίας από Κρήτες και Κύπριους, τότε η ίδρυση του εμπορίου της ΑΙ Mina από Έλληνες, Κυρίως Ευβοείς, τουλάχιστον από τον 9ο αι. π.Χ. και μετά (βλ. Boardman 1980α, 35-54 και 1990· Coldstream 1982, 262· Murray 1988, 91-93· Braun 1982, 7-11) όχι μόνο δε μοιάζει ξαφνική και ξεκρέμαστη αλλά φαντάζει και αρκετά λογική. Όπως γνωρίζουμε από την παράδοση, η Αμυκή (ή Κιτία, πρβλ. Κίτιον) ιδρύθηκε από Κρήτες και Κύπριους. Η πληροφορία δηλαδή ότι ο Κρης Κάσος (όπως και το ομώνυμο νησί της Δωδεκανήσου ανάμεσα στην Κρήτη και τη Ρόδο) και η Αμυκή (ή Κιτία) κόρη του Σαλαμίνιου (βασιλιά της Κύπρου) ενώθηκαν και ίδρυσαν την πόλη, αντανακλά, πιθανότατα, ένα πρωιμότερο στάδιο επικοινωνίας -και πάντως μετά την ίδρυση της Σαλαμίνας της Κύπρου από τον Τεύκρο. Τουλάχιστον με αυτό τον τρόπο νομίζω ότι μπορεί να ερμηνευθεί σημειολογικά η ονοματολογία των προσώπων καθώς και η χρονική τοποθέτηση της ίδρυσης της Αμυκής μια χρονική στιγμή μετά της ίδρυση της Σαλαμίνας, δηλαδή πιθανότατα στον 11o αι. π.Χ. Μολονότι η ακριβής θέση αυτής της Αμυκής, των Κρητών και των Κυπρίων, μάς είναι άγνωστη έως σήμερα, η ύπαρξη του ονόματος Amuq στην περιοχή της ΒΔ Συρίας, κοντά στην Αντιόχεια, είναι γνωστή από τα προϊστορικά χρόνια. Σημειολογικά, εξάλλου, η ονομασία του ποταμού, από τον οποίο έλαβε το όνομά του το Κούριο, νομίζω ότι θα μπορούσε ίσως να συνδεθεί πιο λογικά με την Κρήτη παρά με έναν ιδρυτή που ονομάζεται Κουρεύς, όπως τον φαντάστηκε και τον απέδωσε η ελληνιστική παράδοση. Αν αναρωτηθεί δηλαδή κανείς για την κλίση του ονόματος Κούρις είναι φυσικό να καταλήξει ότι στη γενική και αιτιατική πτώση ο τύπος θα ήταν του Κούριος, τον Κούριν, μόνο εάν δεχθούμε ότι η ορθογραφία της λέξης με ιώτα είναι ορθή. Σε αντίθετη περίπτωση, που δεχθεί κανείς μιαν ορθογραφία του ονόματος με ήτα, τότε ο τύπος θα ήταν του Κούρητος, τον Κούρητα, γεγονός που θα έκανε προφανή τη σύνδεση με τον Κούρητα ή τους Κουρήτες, δηλαδή τους Κρήτες. Προς την κατεύθυνση αυτή είναι χαρακτηριστικό να αναφέρει κανείς την ύπαρξη ενός ακόμη χειμάρρου στο μεγαλύτερο από τα δύο νησιά ανάμεσα στη Ρόδο και την Κρήτη, δηλαδή την Κάρπαθο, με το όνομα Κούρης.

Ένας άλλος θαλάσσιος δρόμος, που τον διηγείται με γλαφυρότητα ο Όμηρος στην Οδύσσεια (ξ 256-262) και, επομένως, αναφέρεται στο χρονικό διάστημα γύρω στα 708 π.Χ., αφού, σύμφωνα και με τις πιο πρόσφατες έρευνες, η καταγραφή των ομηρικών επών -εκτός από ορισμένους στίχους- δεν μπορεί να κατέβει χρονολογικά πέρα από τις αρχές του 7ου αι. π.Χ. (βλ. τελευταία Stampolidis 1996β, 183 σημ. 184), φανερώνει την πορεία από την Κρήτη (υποθέτω τη νότια ή την ανατολική) προς το Δέλτα του Νείλου και τη χρονική του διάρκεια μέσα σε πέντε μόνο μέρες με ούριο άνεμο "Την έβδομη μέρα μπαρκάραμε απ' την πλατιά την Κρήτη και πλέαμε εύκολα με καλό βοριά κυλώντας με το ρεύμα των κυμάτων... σε πέντε μέρες (αφού είχαμε αφήσει την Κρήτη) φτάσαμε στην Αίγυπτο και δέσαμε στην εκβολή του Νείλου τα πλοία μας με τα αμφισπειροειδή άκρα". Η αντίστροφη πορεία δηλαδή από το Δέλτα του Νείλου προς ην Κρήτη δεν αναφέρεται. Μπορεί, φυσικά, αυτό να είναι σύμπτωση. Ωστόσο, φαίνεται ότι θα ήταν δύσκολο ένα αντίστροφο ταξίδι, ειδικά εάν πνέει βόρειος άνεμος. Άλλωστε και στην περιπέτεια του Σαμιώτη Κωλαίου, που περιγράφει ο Ηρόδοτος (Ιστορ., Δ 150 κ.εξ.), ο ανατολικός άνεμος τον εμπόδισε να φτάσει στην Αίγυπτο, ενώ, αντίθετα, τον έσπρωξε στα δυτικά έως την Ταρτησσό. Οι πληροφορίες αυτές συνδυασμένες με πρόσφατες έρευνες (βλ. Mantzourani- Theodorou 1991, 39-44) για τα θαλάσσια ρεύματα στην ανατολική Μεσόγειο, και μάλιστα σε συγκεκριμένες εποχές του έτους, συνάδουν με την ευκολία πλεύσης από τα ΒΔ προς τα ΝΑ αλλά όχι απαραίτητα και το αντί-θετο και, επομένως, υποθέτω, μια επιστροφή από την Αίγυπτο προς τις ακτές της Συροπαλαιστίνης, την Κύπρο, τη νότια Μ. Ασία και τα Δωδεκάνησα προς την Κρήτη και το Αιγαίο θα πρέπει να Θεωρείται δεδομένη. Δύο επιπλέον λόγοι επιβεβαιώνόυν μια τέτοια πορεία: α) το ναυάγιο του (Mu Burun (βλ. Bass 1989) και β) οι ενδιάμεσοι εμπορικοί σταθμοί και τα λιμάνια προσέγγισης για μεταπρατικό εμπόριο.

Οι σχέσεις αυτές, που προαναφέραμε μεταξύ Κρήτης και Κύπρου κατά τον 12ο και 11ο αι. π.Χ. αλλά και με τη Συροπαλαιστινιακή ακτή, παρά τη δυσκολία, ορισμένες φορές, αναγνώρισης του υλικού, είναι δεδομένες, όπως μπορεί κανείς να δει από τη συγγένεια κεραμεικών τύπων και διακοσμητικών μοτίβων της ΥΚ ΙΙΙΒ / ΚΓΙ και της Υπομινωικής περιόδου (πρβλ. τα αντικείμενα αρ. 29, 33, 42 και 43, 44 και 45, 47 και 48, για να μη μιλήσει κανείς εδώ για τους υπ' αρ. 36 και 37 τριποδικούς πήλινους υποστάτες για τους οποίους Θα γίνει διεξοδικότερος λόγος παρακάτω).

Είναι πολλές φορές δύσκολο να δηλωθεί εάν η συγγένεια προέρχεται από επιβιώσεις ή αναβιώσεις αλλά στην περίπτωση των πήλινων αμφοροειδών κρατήρων αρ. 38 και 31 από τη μία μεριά και αρ. 82 από την άλλη, παρά τις μικρές διαφορές στις αναλογίες και φυσικά στη διακόσμηση, το σχήμα φαίνεται να επιβιώνει και στα δύο νησιά, ακολουθώντας μεταλλικά πρότυπα, όπως μπορεί να δει κανείς και από τη σύγκριση με τον υπαρ. 55 χάλκινο αμφοροειδή κρατήρα της Παντάνασσας, το terminus ante quem του οποίου βρίσκεται μέσα στον 11ο αι. π.Χ. Οι αναλογίες και το περίγραμμα του αγγείου αρ. 82 αλλά και οι λεπτομέρειες, όπως για παράδειγμα οι φαρδιές λαβές του και κυρίως η ένωσή τους με το πλατύ χείλος και τον ώμο, παραπέμπουν σαφώς σε μεταλλικά πρότυπα, όπως το υπ' αρ. 55. Έτσι, η σχέση Κύπρου και Κρήτης γίνεται πιο απτή στη διάρκεια του 11ου αι. π.Χ. Ενδεχομένως, την εξελιγμένη επιβίωση του σχήματος αποδίδουν οι μικροί πήλινοι αμφοροειδείς κρατήρες αρ. 32 και 83 μέσα στα πρωτογεωμετρικά χρόνια.

Εάν οι χρονολογήσεις, που κατά καιρούς έχουν δοθεί σε ορισμένα μεταλλικά τέχνεργα, τα οποία έχουν βρεθεί στην Κρήτη και την Κύπρο, είναι ορθές, τότε η μεταλλουργία είναι περισσότερο ικανή να διαγράψει τις επαφές μεταξύ των δύο νησιών από τη μια μεριά και τη χρονική συνέχεια επικοινωνίας τους από την άλ-λη. Αυτό τουλάχιστον δηλώνεται από μια σύγκριση ανάμεσα στους χάλκινους ραβδωτούς τρίποδες αρ. 56 και 57από την Κύπρο και αρ. 274-276 από την Κρήτη, για να μην αναφερθεί κανείς στην πρόσφατη μελέτη του Hemingway (1996) σχετικά με τα ευρήματα εργαστηριακών καταλοίπων μεταλλουργίας στο Παλαίκαστρο της Κρήτης, ανάμεσα στα οποία βρέθηκαν και μήτρες ραβδωτών τριπόδων, που χρονολογούνται τουλάχιστον από το β μισό του 13ου αι. π.Χ.

Προς την ίδια κατεύθυνση οδηγεί και η σύγκριση των ευρημάτων και από τα δύο νησιά χάλκινων λεβήτων, λεκανών ή φιαλών με τις χαρακτηριστικές τοξωτές λαβές που απολήγουν σε άνθος λωτού (σπάνια σε προτομή αιγάγρου), άλλοτε με πλεξοειδή αντιστηρίγματα κι άλλοτε χωρίς (πρβλ. αρ. 278-284).

http://www.ics.forth.gr/isl/yppo_site/fokas/anatolikh_mesogios/pictures_with_text/page105-279.gifαρ.279

 

Δεν υπάρχει αμφιβολία, όσο γνωρίζουμε και από άλλα ανασκαφικά σύνολα -κυρίως ταφικά- ότι ανάλογοι ραβδωτοί τρίποδες υποβάσταζαν χάλκινους λέβητες ή λεκάνες. Θα ήταν, ωστόσο, μια από τις σπάνιες περιπτώσεις όπου οι συγκεκριμένοι ραβδωτοί τρίποδες και οι συγκεκριμένοι λέβητες (ή λεκάνες) αποτελούσαν κοινά σύνολα και -άρα ;- Θα ήσαν προϊόντα ενός συγκεκριμένου εργαστηρίου, εάν ήμασταν βέβαιοι ότι το υπ' αρ. 277 χάλκινο από τμήμα, που βρέθηκε μαζί με μικρά κυλινδρικά από τμήματα στηριγμάτων τρίποδα και με τις υπ' αρ. 282 λαβές στο αποτεφρωτήριο της Ελεύθερνας, προέρχεται όντως από στεφάνη χάλκινου υποστάτη (πρβλ. και ΑΑC 1992, αρ. 56) και όχι από λαιμό καδοειδούς αγγείου. (situla).

http://www.ics.forth.gr/isl/yppo_site/fokas/anatolikh_mesogios/pictures_with_text/page105-284.gif 

αρ. 284

http://www.ics.forth.gr/isl/yppo_site/fokas/anatolikh_mesogios/pictures_with_text/page105-281.gif

αρ. 281

 Δυστυχώς, η αποσπασματική διατήρηση τετράπλευρων χάλκινων υποστατών, που γνωρίζουμε τόσο από ταφικά σύνολα της Κνωσού όσο και από υστερότερα χρονολογικά αναθηματικά του Ιδαίου Άντρου, δεν επέτρεψε τη μετακίνη-ση και την παρουσίασή τους στην Έκθεση. Ωστόσο, χάλκινοι τετράπλευροι υποστάτες μικρού συνήθως μεγέθους -το μεγαλύτερο γνωστό έως σήμερα είναι το απότμημα από το Ιδαίο Αντρο που παριστά τμήματα πλοίου με κωπηλάτες και πολεμιστές, συνολικού ύψους περίπου 0.65μ.- είναι γνωστοί στην Κύπρο ήδη από τον 13ο αι. π.Χ. Άλλοτε στηριζόμενοι σε άξονες με τροχούς και άλλοτε χωρίς αυτούς, είναι αρκετά διαδεδομένοι στην ανατολική Μεσόγειο και κατά τη διάρκεια του 12ου, του 11ου και του 10ου αι. π.Χ., όπως φανερώνουν τα παραδείγματα της Κρήτης στα οποία αναφερθήκαμε παραπάνω αλλά και τμήματα από το Λευκαντί της Εύβοιας (βλ. Lefkandi III, πίν. 141). Εάν πράγματι πρόκειται για τέτοιου είδους χάλκινα αντικείμενα, Θα πρέπει να σημειωθεί εδώ και η αναφορά της παρουσίας των mehonof στο κείμενο της Βίβλου για χρήση στο ναό του Σολομώντα. Η αγάπη και η διάδοση τόσο των χάλκινων τετράπλευρων όσο και των τριποδικών υποστατών αλλά και των λεβήτων ή λεκανών (φιαλών) με άνθη λωτού και η διαχρονική τους συνέχεια καταδεικνύεται και από τις πήλινες απομιμήσεις τους, όπως π. χ. το πήλινο αντίγραφο τετράπλευρου υποστάτη από το Καρφί της Κρήτης, που χρονολογείται στα τέλη του 12ου ή στις αρχές του 11ου αι. π.Χ. (βλ. Pendlebury - Coutts, 1937-38, πίν. 34), οι πήλινοι τριποδικοί υποστάτες αρ. 36 και 37 από το Αφρατί και το Κυπριακό Μουσείο αντίστοιχα, του 11ου/10ου αι. π.Χ., καθώς και ο αρκετά υστερότερος, υστερογεωμετρικός πήλινος υποστάτης αρ. 233 από τους Αμπελοκήπους Κνωσού.

Ακόμα τα πήλινα ομοιώματα φιαλών, όπως λ.χ. το υπ' αρ. 231 φιαλίδιο του μελανόχριστου ρυθμού (Black Slip ware) από τον αποθέτη του ναού στο Κίτιο της Κύπρου του 9ου αι. π.Χ. (βλ. Moscati 1988, 161).

http://www.ics.forth.gr/isl/yppo_site/fokas/anatolikh_mesogios/pictures_with_text/page105-231.gif 

αρ. 231

Μια σειρά από χάλκινες πρόχους της Ηρώιμης Εποχής του Σιδήρου (11ος - 9ος αι π.Χ.) με λωτόσχημη διακόσμηση στη λαβή, αρ. 268-270, υπήρξαν πολύ επιτυχημένες δημιουργίες Αιγυπτίων τεχνιτών που, πιθανότατα, μέσω της Συροπαλαιστίνης έφθασαν στην Κύπρο, την Κρήτη και το Αιγαίο (Θήρα, Εύβοια, Πελοπόννησο). Από αυτές, οι περισσότερες έως σήμερα, και μάλιστα οι πιο πρώιμες, έχουν βρεθεί στο Ιδαίον Αντρο. Ένας διαχωρισμός ως προς την κατασκευή διαπιστώνεται από τον Culican (βλ. Lefkandi 1, 249-258) ανάμεσα σε πρόχους καθαρά αιγυπτιακής κατασκευής, οι οποίες φέρουν έναν ή περισσότερους διακοσμητικούς ήλους ανάμεσα στους ακραίους καθαρά λειτουργικούς, σε αντίθεση με τα παραδείγματα από τα οποία αυτοί ελλείπουν και τα οποία ο ίδιος θεωρεί φοινικικά. Επίσης, διάσταση υπάρχει ως προς τη διάδοσή τους αφού ο μεν Catling (βλ. ΚΝC, 565), βασιζόμενος κυρίως στα παραδείγματα του βορείου νεκροταφείου της Κνωσού, τα Θεωρεί προσωπικά δώρα που κατασκευάστηκαν είτε στην Ανατολή είτε στην Κρήτη, ενώ, αντίθετα, ο Matthaus (1985, 258 κ.εξ.) ως δείγματα φοινικικού εμπορίου. Όπως και να έχουν τα πράγματα, τόσο η κατασκευή όσο και η χρονολόγησή τους μιλά εύγλωττα για βέβαια αιγυπτιακά ή φοινικικά προϊόντα που καταδεικνύουν την κίνηση ανθρώπων ή αντικειμένων (ή και τα δυο) στη διάρκεια του 11ου και 10ου αι. π.Χ. Δυστυχώς, η μικρή πρόχους με τον κυλινδρικό λαιμό και τη λαβή, αρ. 271, που βρέθηκε στο Ιδαίον Άντρο και η οποία προέρχεται, πιθανότατα, από την περιοχή της Παλαιστίνης δεν είναι επακριβώς χρονολογημένη. Αν, όμως, ανήκει τελικά στο β μισό του 12ου ή στον 11ο/10ο αι. π.Χ., τότε και αυτή θα πρέπει να προστεθεί στη χορεία των μεταλλικών αντικειμένων που φανερώνουν διακίνηση των προϊόντων από τη Συροπαλαιστινιακή ακτή προς την Κρήτη σ' αυτό το πρώιμο στάδιο.

Μια σειρά από σχήματα αγγείων, διακοσμητικά μοτίβα αλλά και ειδώλια φανερώνουν τις σχέσεις μεταξύ Κύπρου και Κρήτης καθώς επίσης και με τα Δωδεκάνησα όχι μόνο σε εμπορικό και ανταλλακτικό αλλά και σε ιδεολογικό επίπεδο. Εδώ, η χρονική σειρά ξεπερνά πολλές φορές τον 11ο και 10οαι. και προχωρεί και στον 9ο και 8ο αι. π.Χ.

Για παράδειγμα, το διακοσμητικό μοτίβο του χτενιού εμφανίζεται σύμφωνα με τον Coldstream (1979, 258-259) στην Κύπρο σε ψευδόστομους αμφορείς του 11ου αι. π.Χ. (Proto-White Painted) και μεταφέρεται στην Κρήτη, όπου υιοθετείται πριν τα τέλη του 10ου αι. π.Χ., όπως π.χ. στον ψευδόστομο ηθμοειδή αμφορέα αρ. 85.

http://www.ics.forth.gr/isl/yppo_site/fokas/anatolikh_mesogios/pictures_with_text/page106-85.gif 

αρ. 85 λεπτομέρια

Δεν είμαι, ωστόσο, βέβαιος εάν η διακόσμηση του υπ' αρ. 27 ψευδόστομου αμφορέα από την Κω αποδίδει το μοτίβο του χτενιού, όπως το είδαμε παραπάνω, αφού, σ' αυτόν, οι οδόντες αναπτύσσονται σε μεγάλη έκταση οριζοντίως και δεν διαθέτουν φαρδύ οριζόντιο στέλεχος. Από την άλλη μεριά δεν υπάρχει, κατά τη γνώμη μου, αμφιβολία ότι οι Κύπριοι αγγειογράφοι του 11ου αι. π.Χ. απέδωσαν το συγκεκριμένο μοτίβο αντιγράφοντας πραγματικά μυκηναϊκά χτένια που μάς είναι γνωστά κυρίως από ελεφαντόδοντο (πρβλ. Μυκηναϊκός Κόσμος 1988, αρ. 250). Ανάλογα μονά ή διπλά χτένια αποδίδονται τόσο σε κυπριακά πινάκια του 9ου και 8ου αι. π.Χ. (βλ. και AAC 1992, αρ. 76) όσο και στο υπ' αρ. 214 ανθρωπόμορφο αγγείο των υστερογεωμετρικών / πρωτοαρχαϊκών χρόνων από τους Αρκάδες. Στο τελευταίο, μάλιστα, φαίνεται να στολίζει το άκρο των βοστρύχων ή τις κυματοειδείς ταινίες που επικρέμανται από την ταινιόσχημη κόσμηση στη βάση του λαιμού. Δεν αποκλείεται το συγκεκριμένο αγγείο να περιείχε ρευστό προϊόν που σχετιζόταν με τον καλλωπισμό των βοστρύχων (πρβλ. Coldstream 1979, 258-259).

αρ. 239 http://www.ics.forth.gr/isl/yppo_site/fokas/anatolikh_mesogios/pictures_with_text/page106-329.gif

Από τη νεκρόπολη της Σιδεροσπηλιάς στον Πρινιά, τέλος, προέρχεται και το υπ' αρ. 329 χρυσό περίαπτο των ΥΓ/ΠρΑ χρόνων σε σχήμα χτενιού με τριγωνική θηλιά ανάρτησης, ανάλογο με αυτό του ηθμοειδούς αμφορέα αρ. 85. Ίσως πρόκειται για σύμπτωση αλλά το μοτίβο του διπλού χτενιού απαντά, συχνότερα, σε κυπριακά αγγεία από το β μισό του 8ου αι. π.Χ., όπως για παράδειγμα τα υπ' αρ. 87 και 88.

 

αρ. 87. http://www.ics.forth.gr/isl/yppo_site/fokas/anatolikh_mesogios/pictures_with_text/page106-87.gif

http://www.ics.forth.gr/isl/yppo_site/fokas/anatolikh_mesogios/pictures_with_text/page106-88.gifαρ. 88.

Προφανώς σε σχέση με την Κρήτη και τον μυκηναϊκό κόσμο και μια χωρίς διακοπή συνέχεια στην Κύπρο φαίνεται να διαμορφώνεται ο εικονογραφικός ρυθμός, όπως μάς δείχνουν παραδείγματα του κυπριακού κεραμεικού τροχού ήδη από τον 11ο αι. π.Χ. (βλ. τελευταία και Υon 1994, 189 κ.εξ.) αλλά και μετά (πρβλ.την υπ'αρ. 43 πυξίδα, την υδρία από το Λευκαντί (βλ. Lefkandi 1,127, σχ. 4, 348 αρ. 8 51.2, πίν. 210c και 270d) και ανάλογα παραδείγματα από την Κρήτη).

Η έρευνα δεν έχει ακόμη καταλήξει σχετικά με την καταγωγή των πτηνόμορφων αγγείων, αφού κάθε φορά νέα ευρήματα ανατρέπουν παλαιότερες θεωρίες. Το βέβαιο είναι ότι τα πτηνόμορφα αγγεία έχουν μακρά παράδοση τόσο στην Κρήτη όσο και στην Κύπρο αλλά και στα Δωδεκάνησα (βλ. παραπάνω, Κάντα, Εισαγωγή Α' Μέρους, σελ. 32 και 46-47 για τα πτηνόμορφα αγγεία της Ύστερης Εποχής του Χαλκού και της Πρώιμης Εποχής του Σιδήρου· για τα ανάλογα της Κύπρου στον 11ο αι. π.Χ. βλ. Lemos 1994). Ένα πολύ ενδιαφέρον παράδειγμα από το δωδεκανησιακό χώρο και από την περίοδο που εξετάζουμε (10ος αι. π.Χ.) είναι και το υπ' αρ. 214 από την Κω.

Εάν χρειαζόταν να ορίσει κανείς την κυρίαρχη θεότητα στην Κύπρο κατά την Ύστερη Χαλκοκρατία, δε θα δυσκολευόταν, νομίζω, να καταλήξει στη γυμνή θηλυκή θεότητα μόνη ή κουροτρόφο. Αν, ωστόσο, αναρωτιόταν αντιστοίχως και για το τι συμβαίνει στην Πρώιμη Εποχή του Σιδήρου, θα κατέληγε ότι, ανάμεσα σε άλλες ανδρικές θεότητες, η κυρίαρχη γυναικεία θεότητα παρουσιάζεται πρώτον ντυμένη και δεύτερον με υψωμένα χέρια, δηλαδή, στον κατ' εξοχήν κρητομυκηναϊκό τύπο. Δε χωρεί αμφιβολία ότι ο τύπος αυτός εισάγεται στην Κύπρο με τους επήλιδες Αχαιούς της Κρήτης και της Πελοποννήσου, τουλάχιστον από τις αρχές του 11ου αι. π.Χ. Μια σύγκριση ανάμεσα στα ειδώλια της θεότητας με υψωμένα χέρια από την Τίρυνθα του 12ου αι. π.Χ. (βλ. Μυκηναϊκός Κόσμος 1988, αρ. 168), του υπ' αρ. 68 της Έκθεσης από τα Βασιλικά Ανώγεια και του παρόμοιου από τη Συλλογή Πιερίδη (βλ. Κarageοrghis κ.ά. 1985, 214, αρ. 213) είναι ικανή όχι μόνο να διαγράψει αλλά και να ορίσει την ισχυρή κρητομυκηναϊκή θρησκευτική επιρροή στην Κύπρο από τον 11ο αι. π.Χ. και μετά. Η λατρεία της θεάς με υψωμένα χέρια συνεχίστηκε και αρκετά υστερότερα, όπως καταδεικνύεται από το υπ'αρ. 69 ειδώλιό της των γεωμετρικών χρόνων και εξακολούθησε και στα αρχαϊκά χρόνια (βλ. Φλουρέντζος 1988). Η μυκηναϊκή επίδραση στο νησί νομίζω ότι δηλώνεται εύγλωττα και από την ύπαρξη ενός μοναδικού, για τη σημασία του, ευρήματος: του χάλκινου οβελού από τον τάφο 49 στις Σκάλες της Παλαιπάφου (βλ. Καraeοrghis 1983, 61· Masson 1983, 411-415· Jalkotzy-Deger 1994, 11 κ.εξ.) που χρονολογείται στον 11ο αι. π.Χ., πάνω στον οποίο είναι χαραγμένη σε κυπροσυλλαβική, βέβαια, γραφή ένα καθαρά αρκαδικό, δηλαδή ελληνικό, όνομα: ΟΦΕΛΤΟΥ. Η υιοθέτηση του μυκηναϊκού τύπου γραφής και η ίδρυση των βασιλείων στην Κύπρο του 11ου αι. π.Χ. (βλ. Iakovou 1994, 149-165), που διατηρήθηκε έως τα ελληνιστικά χρόνια, είναι χαρακτηριστικά δείγματα συνέχειας και διατήρησης στοιχείων από το μυκηναϊκό παρελθόν και άρα στοιχεία συντήρησης μιας μνήμης που επιθυμούσαν να διατηρηθεί. Μακριά από τα γεγονότα που τους απομάκρυναν από τη μητροπολιτική Ελλάδα, ευθύς μόλις η εξουσία τους εδραιώθηκε σε διάφορα σημεία και πόλεις του νησιού, θα ξεκίνησαν ξανά τις δραστηριότητές τους και, πιθανόν, με περισσότερη ορμή.

Από όλα τα παραπάνω, επομένως, γίνεται φανερό ότι μάλλον η απομόνωση για την Κύπρο, την Κρήτη και τα Δωδεκάνησα δεν ισχύει και ότι ο χαρακτηρισμός της περιόδου ως σκοτεινής θα πρέπει σιγά-σιγά να διαφοροποιηθεί και ίσως να αλλάξει αργότερα, όταν η ανασκαφική έρευνα θα έχει προσθέσει, πιθανότατα, περισσότερα στοιχεία για την περίοδο του 11ου και 10ου αι. π.Χ.

Όπως σημειώνει o Burkert (1992, 9) στην ανατολική Μεσόγειο, εκτός από την Αίγυπτο, ο αστικός πολιτισμός και η γραμματοσύνη επεβίωσαν στις περιοχές της Κιλικίας, της Συρίας και της Παλαιστίνης. Μια ισχυρή παράδοση Χεττιτικού πολιτισμού φαίνεται ότι συνέχισε να δεσπόζει από την Κιλικία έως την βόρεια Συρία. Αραμαίοι σύχναζαν στη νότια Συρία, ενώ παλιοί κάτοικοι της Χαναάν και άλλες ανομοιογενείς ομάδες από τη συροπαλαιστινιακή περιοχή συγκεντρώθηκαν στη λωρίδα ανάμεσα στην ακτή της Μεσογείου και το όρος Αίβανος, όπου άκμαζαν οι πόλεις-κράτη της Βύβλου, της Σιδώνας και της Τύρου (βλ. Manfredi 1997, 25) που θα γίνονταν πασίγνωστοι με το όνομα Φοίνικες, που τούς χάρισαν οι Έλληνες. Οι Φοίνικες δεν προσδιορίζονταν ως λαός αλλά ως κάτοικοι της γης Χαναάν ή, κυρίως, ως κάτοικοι μεμονωμένων πόλεων (Τύριοι, Σιδόνες, -ιοι κλπ.) και φαίνεται ότι δεν έφτασαν σε μορφή πολιτικής ενότητας, αντίθετα με τους Έλληνες (βλ. Manfredi 1997, 29 και 109). Ισχυρή υπήρξε πάντοτε στην περιοχή η αιγυπτιακή επιρροή κατά την Ύστερη Εποχή του Χαλκού και λιγότερο στην Πρώιμη Εποχή του Σιδήρου. Νοτιότερα της Χαναάν, στη λωρίδα της Γάζας, οι εγκατεστημένοι λαοί της θάλασσας με άλλες ομάδες όριζαν τη Φιλισταία-Παλαιστίνη, ενώ ανατολικά της περιοχής των Φιλισταίων και της Χαναάν, κατά τη διάρκεια του 12ου αι. π.Χ., σύμφωνα με τη θεωρία της διείσδυσης, εγκαθίστανται βαθμιαία οι Ισραηλίτες. Γύρω στο 1000 π.Χ., έχουν δημιουργήσει το Ισραηλιτικό βασίλειο, το οποίο διασπάστηκε αργότερα σε δύο τμήματα: στο βόρειο βασίλειο του Ισραήλ και το νότιο βασίλειο ης Ιουδαίας. Ισχυροί βασιλείς του Ισραήλ, όπως ο Σαούλ, ο Δαυίδ και ο Σολομών, στη διάρκεια του 10ου αι. π.Χ. διατηρούν σχέσεις με έντονες διακυμάνσεις κυρίως με τους Φιλισταίους αλλά και με τους βασιλείς των παραλιακών πόλεων.

Για την, έστω και περιορισμένης ακτίνας, κίνηση των θαλάσσιων (εμπορικών) δρόμων στη διάρκεια του 11ου και των αρχών του 10ου αι. π.Χ. μιλήσαμε πιο πάνω. Η βαθμιαία βελτίωση των συνθηκών ζωής έκανε και τις θαλάσσιες επικοινωνίες συστηματικότερες από τα τέλη του 10ου αι. και σε όλη τη διάρκεια του 9ου και 8ου αι. π.Χ., παρά τους κινδύνους που εξακολουθούσαν να ελλοχεύουν (κυρίως τρικυμίες και πειρατεία, όπως πολλές φορές αναφέρεται στην ομηρική Οδύσσεια). Ένας ισχυρός παράγων για την ανάπτυξη των θαλασσίων οδών θα υπήρξε σίγουρα η ανάγκη για πρώτες ύλες, κυρίως σε μέταλλα (χαλκό και σίδηρο) που θα ώθησαν άρχοντες να ναυλώσουν πλοία ικανά να διασχίσουν τις θάλασσες, επανδρωμένα σωστά για να αντιμετωπίσουν τους κινδύνους και να προωθήσουν το εμπόριο και τη ναυτιλία. Το πλοίο του ναυαγίου του Ulu Burun μάς χαρίζει την εικόνα ενός εμπορικού πλοίου της Ύστερης Εποχής του Χαλκού. Το κάτω τμήμα του, που διατηρήθηκε σχετικά καλά, δίνει στοιχεία για μια εξελιγμένη τεχνική ναυπήγησης με ξυλεπένδυση που συνδεόταν με τόρμους και εντομές (βλ. Basch 1987, 156 κ.εξ.· Σπαθάρη 1994, 57 κ.εξ.· Manfredi 1997, 71-71). Το μήκος του έφθανε τα 17μ. και το βάρος που μετέφερε ξεπερνούσε τους 6 τόνους. Ένα εμπορικό της Εποχής του Σιδήρου δε φαίνεται ότι διέφερε πολύ από το πλοίο του ναυαγίου στο Ulu Burun. Και αυτό θα ήταν κατασκευασμένο με ξυλεπένδυση από βελανιδιά ή πεύκο. Οι κέδροι του Λιβάνου, επίσης, θα είχαν χρησιμοποιηθεί, πιθανόν, και για την κατασκευή τέτοιων πλοίων και όχι μόνο για τα ταφικά πλοία των Φαραώ της Αιγύπτου. Το πλοίο της Πρώιμης Εποχής του Σιδήρου θα είχε τετράγωνα πανιά, μεγάλο κατάρτι, ένα πρωραίο ιστό και μια σειρά κουπιά καθώς και πηδάλιο. Τα γεωμετρικά αγγεία μάς δίνουν την εικόνα τέτοιων πλοίων, όπως εξάλλου και πολεμικών πλοίων με είκοσι και πενήντα κουπιά αντιστοίχως. Τα μεγέθη των τελευταίων θα ξεπερνούσαν τα δέκα μέτρα σε μήκος και τα τρία σε πλάτος (βλ. Manfredi 1997, 72-73). Ως πρωτοπόροι από την πλευρά του Αιγαίου, σύμφωνα με τα σημερινά ανασκαφικά δεδομένα, φαίνεται να ήσαν οι Ευβοείς και ακολουθούσαν οι Κυκλαδίτες και οι Ρόδιοι, αφού μια σειρά από ευβοϊκούς σκύφους βρίσκονται στα Δωδεκάνησα, την Κύπρο και τη Συροπαλαιστίνη ήδη από τα τέλη του 10ου και τις αρχές του 9ου αι. π.Χ. (πρβλ. νεκροταφείο Αμαθούντας). Μπορεί στην ΑΙ Mina να κυριαρχεί η ευβοϊκή παρουσία αλλά οι Σόλοι (η λέξη σόλος σημαίνει χάλκινο τάλαντο) της Κιλικίας γνωρίζουμε ότι είναι αποικία των Λινδίων, τουλάχιστον από τον 8o αι. π.Χ., και ότι η σχέση τους με τη μητρόπολη έχει τόσο βαθιές ρίζες ώστε ακόμη και στη διάρκεια των ύστερων ελληνιστικών χρόνων καλλιτέχνες με καταγωγή από τους Σόλους να δρουν στη Λίνδο (βλ. Σταμπολίδης 1991, 484). Η διαδρομή που θα ακολουθούσαν οι Ευβοείς προς την Ανατολή θα ήταν μέσω των Κυκλάδων και της Ρόδου προς την νότια ακτή της Μ. Ασίας και στη συνέχεια μέσω Κύπρου προς την ακτή της Συρίας. Ως εναλλακτική λύση και ανάλογα με τα ενδιαφέροντα-συμφέροντά τους θα μπορούσε να σκεφθεί κανείς μια διαδρομή μέσω των Κυκλάδων προς την Κρήτη και κατόπιν προς τη Ρόδο, τη Μ. Ασία, την Κύπρο και τη Συροπαλαιστίνη. Τα μεμονωμένα κινητά ευρήματα ανατολικής προέλευσης από τα τέλη του 10ου/αρχές 9ου αι. π.Χ. στο Λευκαντί ή η υπ' αρ. 286 χάλκινη φιάλη με τη φοινικική επιγραφή από το βόρειο νεκροταφείο της Κνωσού, σύμφωνα με τα παραπάνω, μπορούν να εκληφθούν τόσο ως εισαγωγές εμπόρων από το Αιγαίο (Ευβοέων, Κυκλαδιτών, Ροδίων) όσο και, αντιστρόφως, εμπόρων από την Ανατολή (Κυπρίων, Φοινίκων) προς το Αιγαίο. Η εμπορική αυτή δραστηριότητα -και από τη μια μεριά και από την άλλη- φαίνεται να μην ήταν μικρής χρονικής διάρκειας στα λιμάνια και τους τόπους συναλλαγών, όπως μπορεί να συναγάγει κανείς και από το χωρίο της Οδύσσειας, όπου Φοίνικες έμποροι συναλλάσσονται σε ελληνικό χώρο επί ένα ολόκληρο έτος (ο 453-455 "οί δ΄ ενιαυτόν άπαντα παρ΄ημίν αύθι μένοντες έv νηϊ γλαφυρή βίοτον πολύ εμπολόωντο"). Άλλωστε, κάτι ανάλογο συνέβαινε και στην ελληνική επικράτεια -τουλάχιστον μέχρι τη δεκαετία του 1960- με εμπόρους και τεχνίτες που έφερναν την πραμάτεια και την τεχνογνωσία τους και παρέμεναν στον τόπο συναλλαγής όσο χρονικό διάστημα χρειαζόταν για να ξεπουλήσουν το εμπόρευμά τους και ορισμένες φορές να κατασκευάσουν και καινούρια αντικείμενα (έτσι π.χ. οι Σιφνιοί τσουκαλάδες στο λιμάνι των Χανίων).

Τεχνίτες, καλλιτέχνες, μουσικοί και γιατροί - ιερείς είναι ορισμένα από τα επαγγέλματα που, εκτός από τους εμπόρους, φαίνεται ότι μετακινούνταν από περιοχή σε περιοχή και για διάφορους λόγους ή αιτίες τόσο κατά την Εποχή του Χαλκού όσο και κατά την Εποχή του Σιδήρου. Ήδη από την Εποχή του Χαλκού, η μετακίνηση τεχνιτών τουλάχιστον σε περίοδο ειρήνης φαίνεται να μη συναντούσε δυσκολίες. Επιστολές από το Μάρι κάνουν λόγο για έναν αρχιτέκτονα ή για έναν μεταλλουργό που μετακινείται χωρίς να εμποδίζεται από την κεντρική εξουσία, μολονότι γνωρίζουμε ότι στο Μάρι πάλι οι τεχνίτες οργανώνονταν από τους βασιλείς σε κινητά συνεργεία ώστε να εργάζονται όπου υπήρχε δυνατότητα ή ανάγκη (βλ. Sasson 1968, 47 κ.εξ.· Burkert 1992, 24). Ακόμα, ποιητής και μουσικός και γιατροί ήταν αντιστοίχως ο Ορφέας και οι Μαχάων και Ποδαλείριος, που ταξίδεψαν μακριά από την πατρίδα τους στη διάρκεια της αργοναυτικής εκστρατείας. Στον 10ο αι. π.Χ. ο βασιλιάς Χιράμ της Τύρου έστειλε μια σειρά από τεχνίτες στο Σολομώντα για το χτίσιμο του ναού της Ιερουσαλήμ (βλ. Βασιλ. Ι. 5, 32, 15-25 και Rollig 1982, 22). Στο μυθιστόρημα του Αχικάρ, ο Φαραώ ης Αιγύπτου παραγγέλλει στο βασιλιά της Νινευή να τού στείλει έναν αρχιτέκτονα (βλ. Nau 1909, 204· Burkert 1992, 24). Η εικόνα που μάς παρέχουν τα έπη είναι επίσης μια εικόνα δυνατότητας μετακίνησης για τους τεχνίτες (βλ. p 383-385) και Ασσύριοι τεχνίτες φαίνεται ότι εργάζονταν στην Urartu (βλ. Βιιrkert 1992, 23). Και πάλι ένας ποιητής και μάλιστα επικός, ο Εύμηλος, ταξίδεψε μακριά από την πατρίδα του συνοδεύοντας τον Αρχία, τον αρχηγό των Κορινθίων στα τέλη του 8ου αι. π.Χ., κατά ην περίοδο της ίδρυσης των Συρακουσσών, αν πιστέψουμε τον Παυσανία (Ελλ. Περιηγ., B, 1). Ο Ονομάκριτος ο Λοκρός, γιατρός, μάντης και καθαρτής, ταξίδεψε στην Κρήτη στα τέλη του 8ου ή τις αρχές του 7oυ αι. π.Χ. (βλ. Burkert 1992, 42-43), ενώ ο μαθητής του Θαλήτας στα 670 π.Χ. λύτρωσε η Σπάρτη από λοιμό. Αργότερα, ένα ακόμα επάγγελμα θα προστεθεί στην κατηγορία των οδοιπόρων. Έλληνες και Κάρες κυρίως, μισθοφόροι θα αναζητήσουν την τύχη τους στην Ανατολή και την Αίγυπτο. Κι αν όλες αυτές οι ομάδες ανθρώπων ταξίδεψαν για μια καλύτερη τύχη σε περίοδο ειρήνης, τότε σε περίοδο πολέμου οι μετακινήσεις θα ήσαν, ίσως, πυκνότερες και διαφορετικού χαρακτήρα, όπως θα δούμε αμέσως παρακάτω.

Τα αλληλοσυγκρουόμενα συμφέροντα μεταξύ Φιλισταίων, Ισραηλιτών, Φοινίκων και Αραμαίων φαίνεται ότι υπήρξαν κύριοι λόγοι διείσδυσης της αιγυπτιακής παρουσίας στην περιοχή, τουλάχιστον έως τον 9ο αι. π.Χ. Παράλληλα, η παραδοσιακή φιλία των Αιγυπτίων με τις παραλιακές πόλεις της Χαναάν συνεχίστηκαν, ιδιαίτερα με τη Βύβλο (αλλά και η Σιδώνα), όπως φαίνεται από τα αγάλματα των Φαραώ Σεσόνγκ Α' και Οσοκρόν Α και B' (βλ. Redford 1993, 334). Ωστόσο, ο 9ος αι. π.Χ. αναδεικνύει μιαν ακόμα μεγάλη δύναμη στην Ανατολή, ουσιαστικά μια πρώτη παγκόσμια δύναμη, με ισχυρό στρατό, που ήδη στη διάρκεια της βασιλείας του Ασουρνασιρπάλ (884-858 π.Χ.) έχει φθάσει για πρώτη φορά στις ακτές της Μεσογείου και επί Σαλμανάσαρ του Γ (858-824 π.Χ.) οι παραλιακές πόλεις της Τύρου και της Σιδώνας αναγκάστηκαν να πληρώσουν φόρο υποτελείας (841 πιΧ.), όπως επίσης επτά χρόνια αργότερα (834 π.Χ.) έγινε με την Ταρσό της Κιλικίας. Αν η υπόθεσή μας για την Αμυκή ισχύει και η κρητοκυπριακή εγκατάσταση στην περιοχή της βόρειας Συρίας εξακολουθούσε να υφίσταται στο α' μισό του 9ου αι. π.Χ., τότε αυτή πιθανότατα αποτέλεσε και τον πρώτο ελληνικό αποδέκτη των αποτελεσμάτων της επαφής της με την ασσυριακή δύναμη. Αν, πάλι, είχε πάψει να υπάρχει, οι Έλληνες της Κύπρου ή αυτοί της Ταρσού στην Κιλικία θα ήταν οι πρώτοι που θα γνώριζαν από κοντά την ασσυριακή δύναμη και, επομένως, θα είχαν τα υπέρ και τα κατά μιας τέτοιας επαφής. Είναι πολύ πιθανό, κατά τη γνώμη μου, ο φόβος της επερχόμενης ασσυριακής κυριαρχίας ή ακόμη και η άσκηση της κυριαρχίας αυτής (είναι συγκλονιστική η εικονογράφηση σκηνών από κατακτημένες πόλεις, όπως αυτές αποδίδονται στις χάλκινες επενδυτικές ζωφόρους των θυρών του Σαλμανάσαρ του Γ, για τις οποίες βλ. Κing 1915) σε τμήματα των πληθυσμών των πόλεων της βόρειας και δυτικής Συρίας αλλά και της Κιλικίας και των παραλιακών πόλεων της φοινικικής ακτής να δημιούργησε ένα πρώτο κύμα φυγής. Η αναζήτηση καλύτερων συνθηκών ζωής σε μέρη που τούς ήταν γνωστά από ακούσματα και ανθρώπινες επαφές και επειδή κάποιοι απ' αυτούς γνώριζαν θαλασσινούς εμπόρους με τους οποίους είχαν εμπιστοσύνη να ταξιδέψουν είτε επειδή ήταν αναγκασμένοι πολιτικά να το πράξουν, είτε, τέλος, επειδή κάποιοι ως απόγονοι παλαιότερων μεταναστών ξαναθυμήθηκαν την Κύπρο και το Αιγαίο, όπου οι συνθήκες ζωής θα φάνταζαν ειρηνικές και δημιουργικές ύστερα από την ασσυριακή λαίλαπα, τους έφεραν στο δρόμο του ξενιτεμού. Δεν είναι, άλλωστε, τυχαίο το γεγονός ότι με τα χρόνια αυτά συμπίπτει η μετακίνηση των Φοινίκων προς την Κύπρο και το Κίτιο γίνεται μια φοινικική πολιτεία (βλ. Karageorghis 1976α· Frankestein 1979, 263 κ.εξ.). Δεν την φαντάζομαι αυτή την πρώτη ουσιαστική μετακίνηση από την Ανατολή προς τα δυτικά αποτελούμενη μόνο από τεχνίτες (βλ. Boardnian 1980α, 56 κ.εξ. με αφορμή κάποια ευρήματα τάφων στον Τεκκέ του Ηρακλείου).

Από τα ευρήματα στην Ελεύθερνα



Η αρχαιολογική σκαπάνη αποκάλυψε τρεις γυναίκες ιέρειες ή πριγκίπισσες, δύο κορίτσια 16 με 17 χρόνων και μία ηλικιωμένη 65 με 70 χρόνων, στολισμένες με εξαιρετικής τέχνης χρυσά κοσμήματα, οι οποίες βρέθηκαν θαμμένες, σχεδόν αγκαλιά, σε μεγαλοπρεπή κτιστό τάφο στην Αρχαία Ελεύθερνα. 
Ο καθηγητής αποκάλυψε ένα τετράγωνο οικοδόμημα (3,5Χ3,5 μ.) που σωζόταν σε ύψος 2,10 μ. και θύμιζε έντονα τους θαλάμους των μυκηναϊκών τάφων. Με τη διαφορά πως οι μυκηναϊκοί τάφοι χτίζονταν από τον 17ο έως τον 10ο αι. π.Χ. και το νέο εύρημα στην Ελεύθερνα (το οποίο κρυβόταν κάτω από δυο- τρεις πυρές στην περιοχή του Μεγάλου Τύμβου) είναι κατά δύο αιώνες νεώτερο, καθώς ανήκει στα τέλη του 8ου αι. π.Χ. ,γεγονός που κάνει τους αρχαιολόγους να μιλούν για μοναδική ανακάλυψη, καθώς αποδεικνύει πως οι αναμνήσεις από τη μυκηναϊκή εποχή ήταν ακόμη έντονες .Εντυπωσιακότερη, όμως, ήταν η συνέχεια, όταν δίπλα στα δεκάδες άδεια αγγεία (τα οποία προφανώς περιείχαν λάδι ή κρασί) εντόπισαν τα οστά τριών γυναικών που είχαν ταφεί η μία σχεδόν πάνω στην άλλη. Η πρώτη είναι άνω των 65 ετών, ενώ οι δύο άλλες είναι 16-17 ετών, σύμφωνα με τις πρώτες εκτιμήσεις του καθηγητή Φυσικής Ανθρωπολογίας και Αρχαιολογικής Ανθρωπολογίας στο Πανεπιστήμιο Αdlephi της Νέας Υόρκης, Αναγνώστη Αγελαράκη. 
Το εντυπωσιακότερο όλων ήταν όταν η σκαπάνη έφτασε κοντά στα κρανία των τριών γυναικών. Εκεί το χώμα άλλαξε υφή, απόδειξη πως είχε αναμειχθεί με οργανικά υλικά, πιθανότατα με υφάσματα και στραφτάλιζε, καθώς τα υφάσματα φαίνεται πως ήταν κεντημένα με χάντρες από φαγεντιανή και χρυσό. Λίγο πιο δίπλα ήταν διάσπαρτα περίτεχνα χρυσά περίτμητα κοσμήματα με λίθους και προσεγμένη κοκκίδωση, χάλκινα βραχιόλια, χάντρες και σφραγιδόλιθοι από φαγεντιανή, κεχριμπάρι, αιγυπτιακό μπλε και ορεία κρύσταλλο (πολλοί με εγχάρακτα σύμβολα), πόρπες, ενώτια και σφικτήρες για τα μαλλιά. 
Την παράσταση από τούτο τον θησαυρό κλέβουν τα έξι χρυσά επιστήθια κοσμήματα. Όχι μόνο λόγω του πολύτιμου υλικού τους, αλλά επειδή είναι διακοσμημένα με λίθους, γεγονός μοναδικό για την εποχή, καθώς τέτοιου είδους κοσμήματα είναι γνωστά μόνο στην ελληνιστική εποχή. Λιοντάρια- χαρακτηριστικά σύμβολα δύναμης και εξουσίας της εποχής που έχουν βρεθεί σε ασπίδες - αλλά και νεαροί θεοί απεικονίζονται στα μοναδικής σημασίας κοσμήματα, δεδομένου πως ενώ πραγματοποιούνται 200 χρόνια ανασκαφές στην Κρήτη μόνο δύο ανάλογα κοσμήματα αυτής της περιόδου (8ου7ου αιώνα π.Χ.) έχουν βρεθεί στο Ιδαίον Άντρον και στον Τεκκέ Ηρακλείου και αυτά χωρίς λίθους. 
Υπάρχει ένα κόσμημα που δείχνει πολεμιστές κρανοφόρους που είναι επίσης σημαντικό γιατί αυτό έχει να κάνει με το νεαρό Δία που γεννιέται και πεθαίνει και έχει άμεση σχέση με τους Κουρήτες, ένας από τους οποίους ήταν και ο ιδρυτής της πόλης της Ελεύθερνας, ο Ελευθήρ. Υπάρχει αμεσότερη σχέση της πίστης και θρησκείας των ανθρώπων της Ελεύθερνας με το Ιδαίον Άνδρο και πιθανότατα αυτές οι γυναίκες στην πόλη τους θα ήταν ιέρειες ενός τέτοιου θεού.

Από τα ευρήματα στην Ελεύθερνα

Μάλιστα, για την οικογένεια των χρυσοχόων που ξαναχρησιμοποίησε ένα μινωικό Θολωτό τάφο στην Κνωσό γύρω στα 800 π.Χ., διατηρώ μεγάλες επιφυλάξεις ιδιαίτερα αν συγκριθούν τα τεκμήρια από τα ανασκαφικά δεδομένα με τα στοιχεία που παρέχουν τα ομηρικά κείμενα καθώς και η σύγχρονη τότε πρακτική. Μου φαίνεται, δηλαδή, απίθανο να πρόκειται για τάφο Ανατολίτη τεχνίτη διότι πιστεύω ότι ο χρυσός που βρέθηκε εκεί, ακόμα και αν πρόκειται για υπολείμματα εργαστηρίου, δεν ανήκε στον δημιουργό αλλά στον άρχοντα και ιδιοκτήτη του, όπως τουλάχιστον προκύπτει από το χωρίο της Οδύσσειας (γ 440 κ.εξ. και κυρίως 455-457) όπου χρυσώνει μεν τα κέρατα ο τεχνίτης Λαέρκης αλλά ο Νέστορας, ο βασιλιάς της Πύλου, τού προμηθεύει το χρυσό. Αλλά, ακόμα κι αν συνέβαινε να ανήκει ο χρυσός στον τεχνίτη, πολύ δύσκολα θα σκεφτόταν κανείς ότι δε θα άφηνε το πολύτιμο υλικό της τέχνης του στο γιο του (ή το μαθητή του) αφού η συνέχεια του επαγγέλματος από τον πατέρα στο γιο στους ανατολίτες τεχνίτες (αλλά και στους Έλληνες) διαρκεί για ολόκληρες γενιές (βλ. Burkert 1992, 25). Τεχνίτες, κυρίως μετακινούμενοι μεταλλουργοί, που η κατάκτηση δεν τούς επέτρεπε να εξασκήσουν την τέχνη τους δημιουργικά, ιερείς οι οποίοι εμποδίζονταν στην άσκηση των καθηκόντων τους από τους κατακτητές και το δικό τους ιερατείο, γιατροί, μουσικοί, ποιητές και καλλιτέχνες, αγύρτες και τυχοδιώκτες, μεμονωμένα άτομα ή ομάδες, κάποιες φορές πιθανότατα και με γυναικείο πληθυσμό, θα ήσαν όλοι αυτοί που αναζήτησαν διέξοδο, όπως φαίνεται ότι συνέβη περίπου εκατό χρόνια αργότερα επί Σαργκόν του Β. Για την τελευταία πιθανότητα, δηλαδή της μετακίνησης και γυναικείου πληθυσμού -που συμβαίνει σπάνια, όσο γνωρίζουμε και από τις ελληνικές μετακινήσεις προς τη Δύση (βλ. Manfredi 1997, 43, 68) - αρκεί να αναφερθεί εδώ η ίδρυση της Καρχηδόνας στα τέλη του 9ου αι. (814 π.Χ., σύμφωνα με την παραδοσιακή χρονολογία, από την Ελίσσα ή Διδώ), η οποία εμπίπτει μέσα σ' αυτό το πλαίσιο μετακινήσεων της ασσυριακής απειλής ανεξαρτήτως της ενδο-οικογενειακής διαμάχης του βασιλικού οίκου της Τύρου (βλ. Jidejian 1996). Δεν είναι ακριβείς οι χρονολογίες ίδρυσης της Ταρσού (βλ. Boardman 1980α, 45), της Al Mina και του Tell Sukas (βλ. Riis 1970). Οι πιο πρώιμες χρονολογήσεις, σύμφωνα με τα έως σήμερα ευρήματα, κυμαίνονται στη νεότερη έρευνα από τα μέσα έως τα τέλη του 9ου αι. π.Χ. Είναι, επομένως, δύσκολο να αποφασίσει κανείς εάν προηγούνται ή συμπίπτουν με την ασσυριακή προέλαση προς τη Μεσόγειο ή εάν έπονται των κατακτήσεων του Ασουρνασιρπάλ και του Σαλμανάσαρ και, επομένως, δεν αποτελούν παρά το επακόλουθο της μετακίνησης των ομάδων για τις οποίες μιλήσαμε πιο πάνω. Δηλαδή, τα ακούσματα για τον πλούτο της Ανατολής και η απόδειξη της αλήθειας αυτής από τα αντικείμενα που κατά καιρούς είχαν ταξιδέψει από την Ανατολή και που τώρα η παρουσία και οι διηγήσεις των προσφύγων έκαναν μεγαλύτερα καθώς, τέλος, οι εμπορικές δυνατότητες που δημιουργούνταν έτσι στην Συροπαλαιστινιακή ακτή, αφού μια μεγάλη δύναμη, όπως η Ασσυρία, θα εξασφάλιζε πια τους χερσαίους εμπορικούς δρόμους (βλ. Casson 1995, 54-56) και τους δρόμους των καραβανιών από τον Ευφράτη μέχρι η Μεσόγειο στη βόρεια και κεντρική Συρία, συνάδουν με η δεύτερη εναλλακτική λύση. Άλλωστε, μια περίοδος ησυχίας φαίνεται να ακολούθησε το τέλος ης βασιλείας του Σαλμανάσαρ και η κατακτητική δύναμη των Ασσυρίων φαίνεται να ξαναγυρνά δυο-τρεις γενιές αργότερα με την καταστροφή της Urartu και την υποταγή της Τύρου και ης Βύβλου από τον Τιγκλαθπιλισάρ τον Γ (745-727 π.Χ.).

Όποιες, όμως, κι αν είναι οι αιτίες μετακίνησης ομάδων πληθυσμών από την Ανατολή προς τη Δύση, αυτές θα ακολούθησαν τους εμπορικούς θαλάσσιους δρόμους, των οποίων η χρήση είχε αρχίσει να γίνεται συστηματική από τα τέλη του ίσου και τις αρχές του 9ου αι. π.Χ. και μετά. Μια βέβαιη θαλάσσια διαδρομή από τις ακτές της Συροπαλαιστίνης ή της Κιλικίας προς την Κύπρο, τη ΝΔ Μικρά Ασία, τα Δωδεκάνησα και την Κρήτη θα διχαζόταν, ίσως, στο ΒΑ άκρο του νησιού, άλλοτε περιπλέοντας τη βόρεια Κρήτη, όπως τουλάχιστον δείχνουν ευρήματα από την περιοχή της Κνωσού και του Ηρακλείου από τον 9ο αι. π.Χ. και μετά, ανάμεσα στα οποία η υπ' αρ. 286 χάλκινη φιάλη με τη φοινικική επιγραφή (ως πρωιμότερο δείγμα) και οι φοινικικοί cippi αρ. 348-349 (ως υστερότερα δείγματα), ή τα ευρήματα από η νεκρόπολη της Ελεύθερνας, ανάμεσα στα οποία και ένας cippus για το οποίον βλ. Stampolidis 1990β, και άλλοτε, συχνότερα, περιπλέοντας τη νότια ακτή του νησιού θα έφθανε στον Κομμό (πρβλ. τα ευρήματα του ιερού τουλάχιστον από τον 90 αι. π.Χ. και μετά, ή, τέλος, αυτά του Ιδαίου Άντρου είτε από τη νότια είτε από τη βόρεια οδό επικοινωνίας) και στη συνέχεια στην ακτή της Κυρηναϊκής απ' όπου, ακολουθώντας την ακτογραμμή της βόρειας Αφρικής, θα έφθανε έως τις Ηράκλειες Στήλες και έξω από αυτές. Το νότιο αυτό δρόμο θα γνώριζαν και οι Αιγαιοπελαγίτες έμποροι με ενδιάμεσο σταθμό την Κρήτη και την αντίστοιχη διακλάδωση από την νότια ακτή της προς την Αίγυπτο ή την Κυρηναϊκή, όπως φαίνεται από το ταξίδι του Οδυσσέα για το οποίο έγινε λόγος παραπάνω (βλ. σελ. 103) ή όπως το ταξίδι του Κρήτα Κορώβιου με τους Θηραίους αποίκους του Βάττου ή του Σάμιου Κωλαίου για τα οποία θα γίνει λόγος στη συνέχεια (βλ. σελ. 131-132).

Αν για την ανάπτυξη των θαλάσσιων εμπορικών δρόμων τους οποίους ακολουθούσαν και οι ομάδες των μετακινούμενων, χρησιμοποιήθηκαν θαλάσσιοι ή αστρονομικοί χάρτες, οι οποίοι δυστυχώς δεν έχουν σήμερα σωθεί, ή μόνο η ναυτική εμπειρία, είναι δύσκολο να πει κανείς με ακρίβεια. Ωστόσο, υπάρχουν ενδείξεις ότι κάποια είδη χαρτών Θα πρέπει να υπήρχαν, όπως τουλάχιστον αναγνωρίζεται σε ένα τμήμα της ομηρικής περιγραφής για τη διακόσμηση της ασπίδας του Αχιλλέα (Σ 485-489) πάνω στην οποία αποδίδονται οι θέσεις των άστρων. Η ελληνική παράδοση, άλλωστε, αποδίδει στο Μιλήσιο Αναξίμανδρο τους πρώτους χάρτες του ουρανού και της γης (βλ. πρόσφατα Manfredi 1997, 101). Αλλά και το κεφάλαιο 10 της Γενέσεως στη Βίβλο φαίνεται να απηχεί ανάλογες γνώσεις που διέθεταν και οι Ανατολίτες. Τέλος, από τον Ησίοδο (Έργα και Ημέραι, 663-665 και 678-681) γνωρίζουμε ότι η καταλληλότερη περίοδος πραγματοποίησης των θαλάσσιων ταξιδιών είναι στη διάρκεια της άνοιξης και στα τέλη Αυγούστου-Σεπτεμβρίου.

Οι σχέσεις, εμπορικές, ιδεολογικές ή άλλες, και οι θαλάσσιες διαδρομές μεταξύ Συροπαλαιστίνης, Κύπρου, Δωδεκανήσου και Κρήτης, για το χρονικό αυτό διάστημα από το β' μισό του 9ου και το α' μισό του 8ου αι. π.Χ., γίνονται περισσότερο απτές από μια σειρά τέχνεργων που περιλαμβάνονται στην παρούσα Έκθεση.

Ένα σύνολο από τρίλοβα ληκύθια (αρ. 123-130), που έχουν βρεθεί σε διάφορα σημεία της κεντρικής και ανατολικής Κρήτης, θα μπορούσαν να είναι απόγονοι -ως προς το σχήμα και τις αυλακώσεις ή τις επίθετες ραβδώσεις- ΥΚ ΙΙΙ και ΚΓ Ι ληκύθων και οινοχοών (Ribbed bucchero ware και Black Slip Ι-ΙΙ), όπως για παράδειγμα τα εδώ εικονιζόμενα καθώς και τα υπ' αρ. 98 και 99, αντιστοίχως.

Θα μπορούσε, πάλι, να πρόκειται για μια ανεξάρτητη παραγωγή αλλά η χρονική τους σχέση και η χρήση τους φέρνει τα προϊόντα και των δύο νησιών αρκετά κοντά για να είναι άσχετα μεταξύ τους. Να πρόκειται, μήπως, για ένα προάγγελο της υστερότερης μίμησης κυπριακών Και κυπροφοινικικών ληκυθίων από Κρήτες για να τοποθετηθούν εντός τους προϊόντα κρητικής παραγωγής; Η Κρήτη, άλλωστε, έχει μακρά παράδοση για τα παράγωγα της μήκωνος υπνοφόρου Και τις θεραπευτικές τους ιδιότητες, όπως γνωρίζουμε και από το ειδώλιο της γνωστής μινωικής θεάς (βλ. Μαρινάτος1937) καθώς επίσης Και σε βότανα (βλ. τελευταία StαιιτροΙidis 1996β, 118-111) και θεραπευτές (Πολύειδος, Θαλήτας, Επιμενίδης). Ή μήπως πρόκειται για μια κρητική Παραγωγή φαρμακευτικού οπίου που διαδόθηκε από μετανάστες Κύπριους οιητήρες στο β μισό του 9ου αι. π.Χ., οι οποίοι μεθόδευσαν τη συσκευασία σε ανάλογα με τα οικεία τους από την Κύπρο αγγεία;

 αρ. 126

Ο γνωστός τύπος του πτηνόμορφου αοκού, που είδαμε να είναι εξίσου αγαπητός τόσο στο Αιγαίο και τα Δωδεκάνησα όσο στην Κρήτη και την Κύπρο κατά την προηγούμενη περίοδο, συνεχίζει και στον 9ο και 8o αι. π.Χ. είτε ατόφιος, όπως για παράδειγμα στα υπ' αρ. 216 και 218 είτε ως ιππαλεκτρυών, όπως στα παραδείγματα υπ' αρ. 215 και 217 του τέλους του 9ου και των μέσων του 8ου αι. π.Χ. αντιστοίχως.

 αρ. 215

Ο ιππαλεκτρυών αρ. 215 είναι αποτέλεσμα της πλούσιας κρητικής δημιουργικής φαντασίας και λεπτότητας σε συνδυασμό με κυπριακά διακοσμητικά μοτίβα. Εκείνο, ωστόσο, που θεωρώ άξιο να τονιστεί εδώ είναι ότι οι ιππαλεκτρυόνες και οι πτηνόμορφοι ασκοί αυτής της περιόδου διαθέτουν μια εξαιρετικά ισχυρή ανάμνηση δισκοσμητικών μοτίβων και τυπολογικών χαρακτηριστικών της Κρητομυκηναϊκής τέχνης. Δεν είναι μόνο τα δρεπανοειδή ανάγλυφα φτερά του ιππαλεκτρυόνα αρ. 215 που απαντούν και στο υπ' αρ. 46 πτηνόμορφο αγγείο από το Νίρου Χάνι, το οποίο χρονολογείται στις αρχές του 14ου αι. π.Χ., ή το σχηματοποιημένο δένδρο που απαντά από τα Υπομυκηναϊκά χρόνια και το οποίο ξαναβρίσκουμε στο υπ΄αρ. 216 αγγείο.

Είναι και η πλήρωση των οπών πάνω στη λαβή και το σώμα του τελευταίου από άλλο υλικό που μοιάζει με φαγεντιανή, χαρακτηριστικό ορισμένων Υστερομηκυναίκων αμφορέων από τάφους που έχει ανασκάψει στην Βούντενη και στις Πόρτες Αχαΐας ο Λ. Κολώνας και τους οποίους πρόκειται να παρουσιάσει στην υπό έκδοση διδακτορική του διατριβή. Η χρησιμοποίηση αυτών των μυκηναϊκών στοιχείων μαζί με τον μικρό κεκμηκότα ιππέα μοιάζει περίεργη για το χρόνο και για τον τόπο απόδοσης της θα έλεγε κανείς ότι στο β΄ μισό του 9ου και στον πρώιμο 8ο π.Χ. η Κρήτη ξαναθυμάται ένα μινωικό (μυκηναϊκό) παρελθόν εμβολιασμένο με κυπριακά και ανατολικά στοιχεία.

'Ένα ανάλογο παράδειγμα τέτοιας μείξης με ισχυρότερη την ανατολική, συριακή πιθανότατα, παράδοση στις τρεις ζωφόρους όπου παριστάνονται αριστερόστροφες σφίγγες και ισχυρότερη τη μινωική-μυκηναϊκή στο Θέμα του Πότι Θηρών και του ήρωα που μάχεται με λιοντάρι στις δύο κεντρικές ζωφόρους του, είναι και η υπ'αρ. 321 χάλκινη ανάγλυφη επένδυση φαρέτρας των αρχών του 8ου αι. π.Χ. από τη Φορτέτσα.

Η ισχυρή απήχηση του θέματος δεν περιορίζεται μόνο στη μεταλλοτεχνία, όπως φανερώνει και το υπ' αρ. 334 περίτμητο χρυσό έλασμα των μέσων του 8ου αι. π.Χ., που βρέθηκε σε τεφροδόχο αγγείο τάφου στο βόρειο νεκροταφείο της Κνωσού, αλλά έχει υιοθετηθεί και από τον κνωσιακό κεραμεικό τροχό, όπως διαπιστώνει κανείς από την παράσταση στην επιφάνεια έδρασης του πινακίου αρ. 230 των υστερογεωμετρικών χρόνων από τους Αμπελοκήπους Κνωσού. Παρά την περιληπτική απόδοση της σύνθεσης του τελευταίου, εξαιτίας της κατασκευής του θέματος πάνω σε μήτρα, οι ομοιότητες είναι χαρακτηριστικές με τα μεταλλικά έργα και φανερώνουν την επιμονή των καλλιτεχνών της Κνωσού στο συγκεκριμένο θέμα σε όλη τη διάρκεια του 8ου αι. π.Χ.

Οι σχέσεις, άμεσες ή έμμεσες, ης Κρήτης με την Ανατολή και ιδιαίτερα με την περιοχή της βόρειας Συρίας, και πάντως πριν τα τέλη του 9ου αι. π.Χ., διαπιστώνονται και στο χάλκινο φιαλίδιο αρ. 306 που βρέθηκε στο Ιδαίον Άντρο. Μια ανάλογη χάλκινη φιάλη διαφορετικής, ωστόσο, τεχνοτροπίας εντοπίστηκε και στον αθηναϊκό Κεραμεικό του β' μισού του 9ου αι. π.Χ. (βλ. Κϋbler 1953, 25 κ.εξ.).

Τις σχέσεις μεταξύ Κύπρου και Κρήτης φανερώνει και μια σειρά από χάλκινες ημισφαιρικές φιάλες με λαβή ή με οπές ανάρτησης, που περιλαμβάνονται στην Έκθεση (αρ. 287-291) και χρονολογούνται από τον 9ο έως τον 7ο αι. π.Χ. Για ορισμένες που βρέθηκαν στην Κρήτη, όπως για παράδειγμα η υπ' αρ. 290, είμαστε σίγουροι ότι είναι προϊόν κυπριακού εργαστηρίου και δεν μιμείται απλά τον κυπριακό τύπο. Χαρακτηριστικός είναι και ένας τύπος δύσκολα προσδιοριζόμενος -θα μπορούσε, ανάλογα και με το μέγεθός του, να θεωρηθεί μεγάλη φιάλη ή λεκανίδα, χέρνιβα- η δισκοειδής βάση του οποίου υψώνεται ελαφρά, δημιουργώντας έναν κοίλο εσωτερικά πυθμένα, ενώ το υπόλοιπο σώμα είναι πεπλατυσμένο ανερχόμενο βαθμιαία προς την εξωτερική του περίμετρο και το χείλος (βλ. αρ. 294). Δυστυχώς, το υπ' αρ. 294 παράδειγμα από τη νεκρόπολη της Ελεύθερνας δεν έχει ακόμη μελετηθεί για να καταλήξει κανείς στην ακριβή χρονολογική του τοποθέτηση. Το βέβαιο είναι ότι ως terminus ante qnem έχει τα ΥΓ χρόνια και ότι ως πρόγονό του έχει ανάλογα ΥΚ ΙΙΙ χάλκινα αγγεία που εκτίθενται σήμερα στο Βρετανικό Μουσείο. Μολονότι διαφέρει ως προς η διαμόρφωση του χείλους από την ΥΚ ΙΙΙ χάλκινη χέρνιβα αρ. 59 -σήμερα στο Μουσείο της Λευκωσίας- στα γενικά τους χαρακτηριστικά τα δύο αγγεία είναι όμοια ακόμη και στα μεγέθη. Πιθανότατα, η φιάλη της Ελεύθερνας έχει κυπριακή καταγωγή. Με την ΥΚ ΙΙΙ χέρνιβα από τα Κούκλια, ωστόσο, ως προς το γενικό σχήμα και τη λεπτομέρεια του ταινιόσχημου έξω νεύοντος χείλους -αλλά σαφώς περισσότερο εξελιγμένη- συγκρίνεται η υπ' αρ. 316 χάλκινη χέρνιβα, πάλι από την Ελεύθερνα, η οποία, πιθανότατα, χρησιμοποιήθηκε και ως καπάκι. Το αγγείο αυτό, που ανασυντέθηκε από δεκάδες μικρά κομμάτια και το οποίο χρονολογείται στον 8o αι. π.Χ., παρουσιάζει μια εκπληκτική διακόσμηση, αποδομένη με την έκκρουστη τεχνική, από ελάφια που βόσκουν σε σχηματοποιημένο ορεινό τοπίο και ανάλογα σχηματοποιημένα ποτάμια. Όσο σχετικά εύκολος μοιάζει ο προσδιορισμός του τύπου του αγγείου, στον οποίο αναφερθήκαμε ήδη, άλλο τόσο δύσκολος είναι ο προσδιορισμός των διακοσμητικών του προτύπων ή η πηγή έμπνευσής τους. Η Nimrud αλλά και η Urartu μπορεί να μην αποκλείονται, ωστόσο στην επικείμενη δημοσίευση του αντικειμένου (βλ. Stampolidis, Idaioi, υπ. έκδ.) θα μπορέσει κανείς να αποφανθεί με περισσότερη ακρίβεια. Ανάλογο σχήμα και διακόσμηση διαθέτουν και τα χάλκινα αγγεία αρ. 317-318, για τα οποία θα γίνει λόγος παρακάτω (βλ. σελ. 127).

Εξαιρετικά σημαντικό είναι το υπ' αρ. 319 έκθεμα, μια χάλκινη "ασπίδα" τύπου Ιδαίου Αντρου, για η δυνατότητα μιας νέας πραγμάτευσης που παρέχει σχετικά με τη χρήση, την τεχνοτροπία και τη χρονολόγηση παρόμοιων αντικειμένων. Είναι αδύνατο στο πλαίσιο αυτής της Εισαγωγής να δοθούν εδώ όλα τα στοιχεία και η ακολουθία πραγμάτευσης των λεπτομερειών, των συγκρίσεων και των αποτελεσμάτων που αφορούν στο χάλκινο αυτό αντικείμενο, τη στιγμή μάλιστα που αποτελεί ένα από τα κύρια σημεία αναφοράς και ανάλυσης του βιβλίου "Idaioi", το οποίο ετοιάζεται. Θα σταθώ μόνο σε κάποια χαρακτηριστικά σημεία από το σκεπτικό του προς έκδοση βιβλίου. Η χρονολόγησή του ανάμεσα στο 820/800 και 730/10 π.Χ. θεωρείται βέβαιη, αφού κάλυπτε μια τεφροδόχο κάλπη του τέλους του 9ου αι. π.Χ., ενώ πλάι και πάνω του βρέθηκαν κάλπες και ένα ληκύθιο τύπου Πραισού των ΥΓ χρόνων.

αρ. 319 (λεπτομέρια)

αρ. 229 (λεπτομέρια)

 

αρ. 328 (λεπτομέρια)

Η θέση εύρεσης του συγκεκριμένου χάλκινου αντικειμένου μέσα στον ασύλητο θαλαμοειδή τάφο Α1/Κ1 της νεκρόπολης της Ελεύθερνας, το μικρό μέγεθος της διαμέτρου του και η λεπτότητα των τοιχωμάτων του, σε συνδυασμό με το γεγονός ότι μέσα σ' αυτόν τον τάφο όσα όπλα ανασύρθηκαν (αιχμές δοράτων και ακοντίων, σπαθιά, μαχαίρια κλπ.) ήταν όλα χρηστικά, δημιουργεί την πεποίθηση ότι το συγκεκριμένο αντικείμενο δεν μπορεί να ήταν χρηστική ασπίδα. Επιπλέον, τόσο κατά την ανασκαφή όσο και κατά τη συντήρηση, η εσωτερική του επιφάνεια δεν απέδωσε κανένα ίχνος φθαρτού υλικού (δέρματος ή ξύλου) που θα μπορούσε να του είχε χρησιμεύσει ως επένδυση. Από την άλλη βέβαια μεριά, η ομοιότητά του με αρκετές από τις λεγόμενες ασπίδες του Ιδαίου Άντρου (πρβλ. εδώ την υπ' αρ. 320 χάλκινη κεφαλή λιονταριού από ανάλογο αντικείμενο) είναι δεδομένη.

Επιπροσθέτως, ανάμεσα στα ευρήματα του Ιδαίου Άντρου, δεν στάθηκε δυνατό να εντοπίσω αναθήματα-όπλα, ανάμεσα στα οποία θα μπορούσαν να ενταχθούν και οι λεγόμενες ασπίδες. Τέλος, τεχνικές λεπτομέρειες μεταξύ των οποίων και η γωνίωση με την ελαφρά ανύψωση στο άκρο ης περιφέρειας του αντικειμένου, εγείρει σοβαρές υποψίες ότι δεν πρόκειται για άντυγα ασπίδας αλλά, πιθανότατα, για περιχείλωμα σε καπάκι χάλκινου προφανώς λέβητα του τύπου με τους γωνιώδεις ώμους, πολλοί από τους οποίους βρέθηκαν μέσα στο ίδιο ταφικό σύνολο και ένας από τους οποίους, ο υπ αρ. 285, παρουσιάζεται στην Έκθεση.

 αρ. 226

Βέβαια, και στην περίπτωση αυτή το χάλκινο σκεύος ασπίζει, προφυλάσσει, το περιεχόμενο τη ταφικής κάλπης ή του λέβητα, δηλαδη τα λείψανα του νεκρού. Εάν η ερμηνεία που προτείνουμε είναι ορθή, τότε προφανώς τα σύνολα αυτά (λέβητες με καπάκια) θα πρέπει να σχετίζονται με κάποιες τελετουργίες (ιεροπραξίες, τελετές μύησης, ταφικές τελετουργίες, έπαθλα ταφικών αγώνων κλπ.). Αξιοσημείωτο είναι ότι στο Ιδαίον Άντρο, ενώ δεν έχουν βρεθεί όπλα-αναθήματα, αντιθέτως έχουν βρεθεί λέβητες ή τμήματά τους σε διάφορα μεγέθη. Εξάλλου, η ερμηνεία των χάλκινων παρόμοιων αντικειμένων από το Ιδαίον Άντρο ως ασπίδων έχει δη-μιουργηθεί με αφορμή δημοσίευση πρόσφατων ευρημάτων και από παρερ-μηνεία (βλ. Σακελλαράκης 1987, 253) του χωρίου του Θεοφράστου (Φυτών Ιστορ., Γ, 3-4), ο οποίος αναφέρεται στις λεύκες (αιγείρους) "... αιγείροι ... δέ πλείουσι εισί μια μέν έν τω στομίω τού άντρον τού έν 'Ιδη, έν ώ τά αναθήματα ανάκειται" Σαφώς στο κείμενο δε γίνεται αναφορά σε ασπίδες αλλά σε αναθήματα που βρίσκονται μέσα στην ιερή σπηλιά. Διοτι εαν ο Θεοφραστος επιθυμουσε να αναφερθεί σε αναθήματα που βρίσκονται κρεμασμένα και μάλιστα πάνω στο δέντρο, τότε θα έγραφε "έφ' ής" ή "έφ η "αντί του "έν ω", αφού η λέξη " άγειρος" είναι θηλυκού γένους (βλ. Stanipolidis 1997 υπ. έκδ.). Είναι προφανές ότι η εκπληκτική διατήρηση του υπ' αρ. 319 χάλκινου αντικειμένου συμβάλλει σημαντικά σε μια πραγμάτευση ης τεχνοτροπίας του. Τόσο η κεφαλή του λιονταριού στις λεπτομέρειές της (ρυτίδες μετώπου, τρόπος διαμόρφωσης των αυτιών, ένθετα μάτια, ρυτίδες στη ράχη της μύτης, κυματοειδής διαμόρφωση του ρύγχους, δόντια κλπ.) όσο και η διαμόρφωση της προτομής και των πρόσθιων ποδιών με πέντε σχεδόν ανθρώπινα δάκτυλα, αντί για τα συνήθη των αιλουροειδών, παραπέμπουν σε βορειοσυριακά σχήματα, όπως αυτά έχουν διαμορφωθεί στον ύστερο 9ο και 8 αι. π.Χ. (βλ. KNC, 606). Η γυμνή Πότνια με τα αθωρικά χαρακτηριστικά της κεφαλής (μεγάλα μάτια, φενάκη με ελικοειδείς απολήξεις) που πατά ουσιαστικά στο λαιμό και τη ράχη του προβαλλόμενου ζώου, έχει ως πρότυπα αντίστοιχες μορφές, όπως τη γυναικεία από το τμήμα της χάλκινης ιπποσκευής του 9ου αι. π.Χ., που βρέθηκε μεν στο Ιερό της Ήρας στη Σάμο, έχει όμως αραμαϊκή καταγωγή γεγονός που διαπιστώνεται και από την επιγραφή που είναι χαραγμένη πάνω του (βλ. Burkert 1992, 18, εικ. 2). Από τέτοιου είδους μορφές φαίνεται να εμπνέεται και η παράσταση της γυμνής Πότνιας στο υπ' αρ. 322 χάλκινο διακοσμητικό εξάρτυμα ιπποσκευής από τη Σαλαμίνα της Κύπρου.

Βέβαια η δική μας γυναικεία μορφή διαφέρει αρκετά τεχνοτροπικά από εκείνη στο εξάρτημα του Ηραίου τόσο στην απόδοση των χαρακτηριστικών του προσώπου όσο και στις αναλογίες και, κυρίως, στην αντικίνηση του φέροντος τμήματος του σώματος. Ιδιαίτερα τα τελευταία στοιχεία παραπέμπουν σε ολόγλυφα χάλκινα ειδώλια από το Ιδαίον Αντρο, τα οποία παρουσιάσθηκαν πρόσφατα (Λαγογιάννη 1996, υπ. έκδ.).

 αρ. 227

Επίσης, τα λιοντάρια ένθεν και ένθεν ης θεάς με τις ουρές να ελίσσονται κάτω από τα σκέλη και τις "ταινιωτές" διακοσμήσεις Πάνω στο σώμα φαίνεται ότι έχουν πρότυπα από αντίστοιχα λίθινα ανάγλυφα λιοντάρια του ανακτόρου-ιερού του Tell Halaf (βλ. Oppenheim 1955, τ. ΙΙΙ, 63-64, πίν. 44, 45α). Η διακόσμηση, ωστόσο, της χαίτης των λιονταριών με δικτυωτό πλέγμα και αναγλυφικά εξάρματα ομοιάζει με την ανάλογη των λεόντων στην υπ' αρ. 321 χάλκινη φαρέτρα από τη Φορτέτσα. Τέλος, ανάμεσα στις ζωφόρους παρουσιάζεται το γνωστό κρητικό σχοινοειδές μοτίβο. Αν και είναι πρόωρο να καταλήξει κανείς, αφού δεν έχει ολοκληρωθεί η μελέτη του αντικειμένου, από τα παραπάνω στοιχεία συνάγεται ότι ίσως πρόκειται εδώ για ένα από τα πρωιμότερα αντικείμενα ης τεχνοτροπίας που θα μπορούσε να ονομαστεί πρωτοανατολίζουσα της Κρήτης, εννοώντας ην τεχνοτροπία που μάλλον αναπτύχθηκε σε κρητικά εργαστήρια με έντονη την ανατολική επίδραση από τη μια μεριά και την επιβίωση κρητομυκηναίκών στοιχείων από την άλλη.

 αρ. 228

Αδιάψευστοι μάρτυρες της επίδρασης αναλόγων αντικειμένων της μεταλλουργίας στην κεραμική, που ταιριάζουν με την ερμηνεία που δώσαμε πιό πάνω στη χρήση του αντικειμένου αποτελούν και μία σειρά από πήλινα καπάκια που εκτίθενται εδώ (βλ. αρ. 225-228). Η χρονολόγηση των τελευταίων ξεκινά από τα ΠρΓ Β χρόνια και φθάνει έως και τα ΠρΑ. Το σύνολο θα μπορούσε να το φανταστεί κανείς ανάλογο με ην υπ. αρ. 223 μικρή λεβητοειδή πυξίδα της ΠρΓ Β - ΠΓ, που βρέθηκε μαζί με το καπάκι της στον θαλαμοειδή τάφο 4 των Αμπελοκήπων της Κνωσού.

Η επίδραση εξάλλου που ασκήθηκε από ολόκληρα αντικείμενα, όπως αυτό της Ελεύθερνας ή από επιμέρους διακοσμητικά μοτίβα, όπως η προτομή του λιονταριού, φαίνεται καθαρά τόσο πάνω στο υπ' αρ. 229 μόνωτο κύπελλο τών ΥΓ χρόνων από το βόρειο νεκροταφείο ης Κνωσού όσο και στο υπ' αρ. 328 χρυσό περίαπτο από το Ιδαίο Άντρο, στις μετόπες του οποίου αναπτύσσονται δυναμικά οι αντίστοιχες προτομές των αιλουροειδών, μόνο που εδώ οι θεές δεν πατούν πια επάνω στα ζώα κι ούτε είναι γυμνές. Τέτοιου είδους διαφορές, όπως θα δούμε και παρακάτω, ορίζουν και την καθ' αυτό ανατολίζουσα τέχνη που αναπτύχθηκε τόσο στην Κρήτη όσο και στην υπόλοιπη Ελλάδα, αφού πρώτα είχε καλά χωνευτεί μέσα στο χρονικό διάστημα δύο ή τριών γενεών από τις οποίες απέχει σε σχέση με την πρωτοανατολίζουσα κρητική τεχνοτροπία.

Ένα ακόμη μεταλλικό έκθεμα, το υπ' αρ. 323, διαγράφει συγγένειες και ομοιότητες με αντίστοιχα κυπριακά παραδείγματα. Πρόκειται για ένα ζευγάρι σιδερένιων κρατευτών με αρκετούς οβελούς και τμήματά τους που βρέθηκαν στον θαλαμοειδή τάφο Α1/Κ1 ης Ελεύθερνας. Για τον χάλκινο οβελό του Οφέλη από την Κύπρο έγινε ήδη λόγος παραπάνω με διαφορετική αφορμή. Μολονότι η οριστική μελέτη των ελευθερνιώτικων κρατευτών δεν έχει ολοκληρωθεί,η χρονολόγησή τους στο α μισό του 8ου αι. π.Χ. θεωρείται βέβαιη και από τα συνευρήματα στην άμεση γειτνίασή τους. Είναι παρόμοιοι με ζεύγος σιδερένιων κρατευτών με οβελούς από την Κύπρο, της ΚΑ Ι περιόδου, όπως το παράδειγμα αρ. 324 από το ΙΙατρίκι. Η διαφορά τους συνίσταται στο γεγονός ότι οι κυπριακοί κρατευτές διαμορφώνονται σε σχήμα πλοίου με μυτερή πλώρη και καμπύλη πρύμνη. Μοιάζουν, δηλαδή, οι τελευταίοι με το ανάλογο παράδειγμα των ΥΓ χρόνων από το Αργος (βλ. Courbin 1957, 370 κ.εξ· Coldstream 1977, 146-148), ομοιότητα που παραπέμπει ακόμη μια φορά στις σχέσεις της Κύπρου με την Πελοπόννησο και τους Μυκηναίους φυγάδες της, δέκα περίπου γενιές προγενέστερα. To ελευθερνιώτικο παράδειγμα, πρωιμότερο από τα μέχρι σήμερα γνωστά, διαθέτει το γενικό, αφηρημένο σχήμα καμπύλων ακρόπρυμνων με πραγματικώς λειτουργικά βαθμιδωτά εξάρματα, στα καμπύλα άκρα αριστερά και δεξιά.

Μολονότι αρκετά ταλαιπωρημένα και τσαλακωμένα, στα δύο χρυσά ορθογώνια ελάσματα, αρ. 332 και 333, από τη νεκρόπολη της Ελεύθερνας, διακρίνονται, έστω και με δυσκολία, μινωικά θέματα, όπως η ενδεδυμένη θεά με υψωμένα χέρια και πόλο στην κεφαλή, αποδομένη κατενώπιον με ένα μυθικό, προφανώς, ζώο στο κάτω τμήμα μπροστά της. Και τα δυο χρονολογούνται, πιθανότατα, στα ΠρΓ Β-ΠΓ χρόνια. Ως προς η γενική μορφή τους, τα ελάσματα φέρουν στο νου τα αντίστοιχα ΚΓ Ι πλακίδια από την Παλαίπαφο, αρ. 330 και 331, με την ενδεδυμένη θεά που φέρει ανάλογο πόλο να αποδίδεται εδώ σε κατατομή προς τα δεξιά. Η κυπριακή μορφή φαίνεται να κρατά στο χέρι της βολβώδες φυτό, όπως αντίστοιχα ανάλογα θα πρέπει να ερμηνευθούν και τα ανάγλυφα εξάρματα στο δεξί χέρι της θεάς των κρητικών παραδειγμάτων. Βέβαια, η μεγάλη χρονική απόσταση από τη μια μεριά και η διαφορά στη χρήση των αντικειμένων από ην άλλη (τμήματα από στέμμα-τιάρα πιθανότατα τα κυπριακά πλακίδια, ενώ τα κρητικά ίσως ήταν επίρραπτα ή επικολλημένα σε υφάσματα ή ξύλο) τα απομακρύνει αρκετά. Πάντως, ντυμένη σε κατατομή ή γυμνή με υψωμένα χέρια, όπως τη γνωρίζουμε και από χρυσά πλακίδια της ΚΓ ΙΙΙ περιόδου (βλ. Gjerstαd 1934, 188-189), η γυναικεία uεότητα tης Κύπρου έχει ανατολικές και κρητικές επιδράσεις.

Στενότερη, ωστόσο, παρουσιάζεται η τεχνική στην κοσμηματοτεχνία ανάμεσα στα δύο νησιά, την Κρήτη και την Κύπρο, εάν συγκρίνει κανείς το υπ. αρ. 325 περιδέραιο από το πυθμένα του αποτεφρωτηρίου της Ελεύθερνας με το υπ' αρ. 326 περιδέραιο της λεγόμενης Ελληνίδας πριγκίπισσας από τη Σαλαμίνα της Κύπρου. Από ορεία κρύσταλλο και χρυσό και τα δυο, έχουν ανάλογες χάντρες και επεξεργασία ακόμα και στα χρυσά κυλινδρικά τους ελάσματα, τα οποία επενδύουν εσωτερικά την οπή διάτρησης ορισμένων από τις κυλινδρικές χάνδρες ορείας κρυστάλλου. Παρά τις μικροδιαφορές στην ποιότητα της κρυστάλλου και του χρυσού, πού στο κρητικό παράδειγμα μπορεί να οφείλεται και στην ταλαιπωρία που υπέστη το αντικείμενο από τη φωτιά, η ομοιότητα στη σύλληψη, διάρθρωση και τεχνική είναι πασιφανής. Ως ουσιαστική διαφορά θα μπορούσε να εκληφθεί μόνο η περισσότερο πιεσμένη αμφικωνική εμφάνιση των χρυσών ψήφων του κυπριακού κοσμήματος σε σχέση με τις ελευθερνιώτικες, η οποία όμως μπορεί να οφείλεται είτε στη χρονική τους διαφορά είτε σε επίδραση από αντίστοιχες ψήφους που προέρχονται από την Ανατολή. Ανάλογες, δηλαδή, αμφικωνικές ψηφίδες με διαμήκεις εγχαράξεις από φαγεντιανή μας είναι γνωστές από περιδέραια που προέρχονται από τη Hama της Συρίας, σήμερα στο Μουσείο τουΑleppo, και τα οποία χρονολογούνται στα τέλη της 2ης ή τις αρχές της 1ης χιλιετίας π.Χ. Ανάλογες χάνδρες περιδεραίων, πάλι από φαγεντιανή, έχουν βρεθεί σε ταφικά σύνολα του 8ου αι. π.Χ. από τη νεκρόπολη ης Ορθής Πέτρας στην Ελεύθερνα.

Δισκοειδείς και κυλινδρικές, μικρότερες ή μεγαλύτερες, χάνδρες από φαγεντιανή διαφόρων χρωμάτων, που προέρχονται από εργαστήρια της Εγγύς Ανατολής (Συρία - Φοινίκη), έχουν διαπιστωθεί σε πρώιμα χρονολογικά ταφικά σύνολα τόσο στην Κύπρο όσο και η Ρόδο, την Κω και την Κρήτη. Μια ιδέα γι' αυτά παρέχουν τόσο οι χάνδρες του συνόλου αρ. 264 από τη νεκρόπολη της Ορθής Πέτρας στην Ελεύθερνα, ο χρονολογικός ορίζοντας των οποίων βρίσκεται στο β' μισό του 9ου αι. π.Χ., όσο και το σύνολο αρ. 265 από την Κάμιρο που χρονολογείται από τα μέσα του 9ου έως τα μέσα του 8ου αι. π.Χ.

Πιθανότατα κατασκευασμένα μέσα στο α μισό του 8ου αι. π.Χ., τα υπ' αρ. 236-238 αμφορόσχημα ληκύθια από φαγεντιανή με την κυανόχρωμη εφυάλωση, που βρέθηκαν σε ΜΓ/ΥΓ ταφικά σύνολα στη νεκρόπολη της Ελεύθερνας, μιλούν με το δικό τους τρόπο για τις εμπορικές ή άλλες σχέσεις, άμεσες ή έμμεσες, της Κρήτης με την παραγωγό τους χώρα. Δεν χωρεί αμφιβολία ότι προέρχονται από την Ανατολή, πιθανότατα από την περιοχή της Ασσυρίας. Άμεσα χρονολογικά παράλληλά τους, δε στάθηκε κατορθωτό να εντοπίσω έως σήμερα και, δυστυχώς, Το υπ' αρ. 241 άωτο ληκύθιο από τη Λευκωσία, που διαθέτει το ίδιο υλικό και ανάλογα τεχνικά χαρακτηριστικά, δεν έχει προέλευση καθώς δωρήθηκε από αρμένιο δωρητή χωρίς να αναγράφεται στο δελτίο του ο τόπος προέλευσής του. Θα ήταν, δηλαδή, ενδιαφέρον να γνωρίζαμε, εάν προερχόταν από κάποιο ανασκαφικό σύνολο στην Κύπρο, μολονότι και αυτή η γνώση, με τη σειρά της, δεν θα ήταν ικανή από μόνη της να λύσει το πρόβλημα καταγωγής του συγκεκριμένου εργαστηρίου φαγεντιανών εφυαλωμένων αγγείων. Η αρμενική καταγωγή του δωρητή υποψιάζει για μια προέλευσή του από την περιοχή ης Συρίας ή του Λιβάνου. Εξάλλου, και η ίδια η Κύπρος δεν διαθέτει αρκετά φαγεντιανά αγγεία και όσα υπάρχουν ήδη από τις ΥΚ ΙΙ και ΙΙΙ περιόδους (πρβλ. αρ. 49-51 αλλά και AAC 1992, αρ. 39-42) έχουν καταγωγή αιγυπτιακή ή συροφοινικική. Πάντως, το υπ' αρ. 51 άωτο αγγείο της ΥΚ ΙΙΙ περιόδου καθώς και το αρκετά υστερότερο χρονολογικά εφυαλωμένο αγγείο (αρ. 242) από την Ελεύθερνα φέρουν στο νου τόσο στο υλικό όσο και στο σχήμα -ιδιαίτερα το πρώτο-το μοναδικό παράδειγμα που εκτίθεται στο Μουσείο Miho ης Ιαπωνίας και του οποίου η καταγωγή από το ΒΑ Ιράκ θεωρείται πολύ πιθανή.

Αρ 251 Sekhmet

Την συριακή-φοινικική(;) καταγωγή τους και τη μείωση των πιθανοτήτων να προέρχονται από μια άλλη χώρα με παράδοση στη φαγεντιανή τεχνική, όπως η Αίγυπτος, ενισχύει η συνεύρεση των υπ' αρ. 237 και 238 φαγεντιανών ληκυθίων με το υπ αρ. 251 περίαπτο από φαγεντιανή της αιγυπτιακής θεότητας Sekhmet. Το γεγονός ότι η επιγραφή στον πεσσό, που αναπτύσσεται στην πλάτη ης αιγυπτιακής θεότητας, δεν είναι ιερογλυφική, υποδηλώνει, πιθανότατα, την προέλευσή του από τη Συροπαλαιστίνη. Η πρώιμη χρονολόγηση του φαγεντιανού περίαπτου στα ΜΓ/ΥΓ χρόνια, που ενισχύεται και από το χρονολογικά προγενέστερό του παράδειγμα από τη Φορτέτσα (βλ. Brook 1957, αρ. 264) συνδυασμένη με την εύρεση των φαγεντιανών εφυαλωμένων ληκυθίων καθώς και την εύρεση των υπ' αρ. 108 και 188 κυπριακών τρίλοβων οινοχοών της ΚΓ ΙΙΙ/ΚΑ Ι περιόδου στον τάφο Α1/Κ1 της Ελεύθερνας, δηλώνει με σαφήνεια τις σχέσεις της Συροφοινικικής περιοχής -μέσω της Κύπρου- με την Κρήτη στην σχετικά ήρεμη περίοδο που ακολούθησε στο τέλος της βασιλείας του Σαλμανάσαρ του Γ (824 π.Χ.) και την αρχή της βασιλείας του Τιγκλαθπιλισάρ του Γ (745 π.Χ.) στη Συροπαλαιστίνη.

ΑΠΟ ΚΡΑΤΗΡΑ 7ος ΑΙΩΝΑΣ Π.Χ. ΝΑΥΜΑΧΙΑ ΕΛΛΗΝΙΚΟΥ ΠΛΟΙΟΥ –ΑΡΙΣΤΕΡΑ ΚΑΙ ΦΟΙΝΙΚΙΚΟΥ –ΔΕΞΙΑ .

Η σχετική αυτή ηρεμία από το τέλος του 9ου και σ' όλη διάρκεια του α μισού του 8ου αι. π.Χ. καθώς και η σταθεροποίηση των θαλάσσιων επικοινωνιών στην περιοχή της Ανατολικής Μεσογείου φαίνεται να έδωσε και το έναυσμα για μια επέκταση των θαλασσίων οδών προς τη Δύση σε μονιμότερη, όμως, βάση (βλ. Χάρτη σελ. 278-279). Δεν μπορεί να πει κανείς με ακρίβεια, εάν η παραδεδομένη χρονιά ίδρυσης της Καρχηδόνας από τους Φοίνικες (814 π.Χ.) θα πρέπει να εκληφθεί ως πραγματική, αφού τα έως σήμερα ανασκαφικά δεδομένα δεν έχουν αποδώσει υλικά κατάλοιπα που υπερβαίνουν τα μέσα του 8ου αι. π.Χ. (βλ. Manfredi 1997, 48). Ούτε πάλι μπορεί κανείς να πει με απόλυτη ακρίβεια γιατί οι δρόμοι αυτοί "μοιράστηκαν" ανάμεσα στους Φοίνικες και τους Έλληνες. Όπως, όμως, εισπράττει κανείς την εικόνα από τα δεδομένα που διαθέτουμε σήμερα, πιθανότατα, οι λόγοι είναι ουσιαστικά γεωγραφικοί. Ο νότιος δρόμος (Συροπαλαιστίνη - Κύπρος - νότια Κρήτη - Κυρηναϊκή - Καρχηδόνα - Ηράκλειες Στήλες - Ταρτησσός) χρησιμοποιήθηκε κυρίως αλλά όχι αποκλειστικά από τους Φοίνικες και ο βόρειος (Συροπαλαιστίνη - Κύπρος - νότια Μ. Ασία - Ρόδος - Κρήτη ή/και Κυκλάδες-Εύβοια - Κύθηρα - Ιόνια νησιά - Σικελία - Ετρουρία - Φώκαια - Βαλεαρίδες - Ισπανία -Ηράκλειες Στήλες - Ταρτησσός) κυρίως από τους Έλληνες, αρχικά δηλαδή Κύπριους και Ευβοείς. Τα σημεία συνάντησης ή διακλάδωσης των δρόμων α. ανάμεσα στη νότια Κρήτη και την Κυρηναϊκή και β. κυρίως ανάμεσα στην Καρχηδόνα και τη Σικελία, συντροφικά στην αρχή, έμελλε πολύ αργότερα, στη δεύτερη περίπτωση, να αποτελέσουν πεδίο σύγκρουσης. Η σύγκρουση, όμως, αυτή δεν μας αφορά στην παρούσα Έκθεση. To βέβαιο είναι ότι γύρω στο 778 π.Χ. οι Ευβοείς είχαν ήδη ιδρύσει τις Πιθηκούσες στην Ίσκια και πιθανότατα το 734 π.Χ. τη Νάξο στη Σικελία, γεγονότα που ταιριάζουν χρονολογικά με τα αντίστοιχα ανασκαφικα δεδομένα της Καρχηδόνας σε αμιλλόμενους μεταξύ τους ναυτικούς λαούς στην προσπάθειά τους για την εκμετάλλευση, αρχικά, των μεταλλευτικών πόρων της Δύσης.

Ίσως το πιο ενδιαφέρον κεφάλαιο στην ιστορία του πολιτισμού γενικότερα φαίνεται -από τα μέχρι σήμερα δεδομένα, αφού κάθε καινούριο εύρημα μπορεί να ανατρέψει ολότελα την εικόνα- ότι ξεκινά μέσα στο α΄ μισό του 8ου αι. π.Χ. και αφορά στις σχέσεις των Ελλήνων με τους Φοίνικες. Όπως αναφέραμε παραπάνω (βλ. σελ. 187) με αφορμή τον ενεπίγραφο οβελό της Παλαιπάφου, η ελληνική γλώσσα γραφόταν στην Κύπρο με τον μυκηναϊκό τύπο, δηλαδή συλλαβικά (κυπροσυλλαβική) και εξακολούθησε έτσι έως τα ελληνιστικά χρόνια. Το φοινικικό σύστημα γραφής, στοιχεία για το οποίο έχουν αποκαλυφθεί ήδη από τον 12ο αι. π.Χ. (πρβλ. το αλφάβητο από το lzbet Sartah για το οποίο βλ. Demsky 1986, 186-197· Burkert 1992, 28) πολύ πιο εξελιγμένο από τον συλλαβικό τύπο, δυστυχώς, δεν περιείχε φωνήεντα.

Η ύπαρξη της επιγραφής σε φοινικική γλώσσα και γραφή πάνω στην υπ' αρ. 286 χάλκινη φιάλη από την Κνωσό, που χρονολογείται γύρω στο 988 π.Χ., δεν μπορεί να χρησιμεύσει ως ένδειξη για μια τόσο πρώιμη υιοθέτηση της συγκεκριμένης γραφής στο νησί (μολονότι, απ' όσο γνωρίζουμε, το αλφάβητο της Κρήτης είναι ένα από τα πρωιμότερα καθώς δεν χρησιμοποιεί ορισμένα από τα πρόσθετα γράμματα του ελληνικού αλφαβήτου), αφού η γνώση μας για την πρωιμότερη ελληνική επιγραφή στο νησί προέρχεται από ένα γεωμετρικό πίθο της Φαιστού, ο οποίος χρονολογείται μόλις γύρω στο 788 π.Χ. (βλ. Heubeek 1979, 125).

 

αρ. 289

Βέβαια, πρωϊμότερη της επιγραφής της Φαιστού είναι η ύπαρξη ενός ακόμη στοιχείου του φοινικικού "αλφαβήτου" (W, sin), το οποίο έχει χαραχθεί στην εξωτερική επιφάνεια της ταινίας του χείλους στον τον υπ' αρ. 86 πιθαμφορέα από το Γαβαλομούρι Κισσάμου, η διακόσμηση του οποίου, κατά τόν ανασκαφέα, παρουσιάζει έντονη επίδραση της τέχνης της Δωδεκανήσου. Το στοιχείο αυτό χαράχθηκε στον πηλό πριν την όπτηση και η βαφή της περιθέουσας ταινίας του χείλους έχει παρεισφρήσει εντός του άνω τμήματος του στοιχείου. Ωστόσο, η Κρήτη Θα μπορούσε να είναι ένας από τους ισχυρούς υποψήφιους υιοθέτησης του φοινικικού συστήματος γραφής και της περαιτέρω ανάπτυξής του τόσο για τις πρώιμες μεταναστεύσεις ανατολιτών στο νησί ήδη από τα τέλη του 9ου αι. π.Χ., όπως αναφέρθηκε παραπάνω, όσο και για το γεγονός ότι στην Κρήτη αναφέρονται οι αρχαιότεροι γραπτοί νόμοι από οπουδήποτε αλλού στην υπόλοιπη Ελλάδα (βλ. Burkert 1992, 27). Για τον πρώτο λόγο, εξάλλου, και η Κύπρος με τους Φοίνικες στο Κίτιο θα μπορούσε επίσης να είναι ένας πιθανός υποψήφιος, ιδιαίτερα διότι ο χαρακτηρισμός φοινικικά γράμματα (Ηρόδ. Ιστ., Ε 58) φαίνεται να λειτουργεί σε αντιδιαστολή με άλλου είδους γράμματα που υπήρχαν και χρησιμοποιούνταν στην Κύπρο, όπως αναφέρει o Burkert (1992, 27). Η ακτή της Συροπαλαιστίνης, επίσης, δεν αποκλείεται -ιδιαίτερα σε κέντρα ανάμειξης των δύο στοιχείων- αφού ένα ελληνικό χάραγμα έχει βρεθεί σε όστρακο του 8ου αι. π.Χ. στην ΑΙ Mina (βλ. Johnston 1990, 4760). Όμως, το φοινικικό σύστημα γραφής συμπληρωμένο με τα φωνήεντα της ελληνικής εφευρετικότητας, που χάρισαν έτσι το αλφάβητο στο δυτικό κόσμο, τουλάχιστον με τα σημερινά δεδομένα, φαίνεται ότι αναπτύχθηκε στον ιωνικό κόσμο της Εύβοιας, της Αττικής και των Κυκλάδων ή των αποικιών της πρώτης με συμμετοχή των δεύτερων (;) στη Δύση. Αυτό τουλάχιστον φανερώνουν οι αρχαιότερες επιγραφές (όπως λ.χ. το όστρακο του 770 π.Χ. από τη Νάξο και ένα χάραγμα από την Άνδρο του 750-720 π.Χ. για τα οποία βλ. Johnston 1990, 466Α και 466, 52Α αντιστοίχως επίσης, το αγγείο από το Δίπυλο του 735-725 π.Χ. και το κύπελλο του Νέστορα από τις Πιθηκούσες του 730/20 π.Χ. για τα οποία βλ. Heubeck 1979, 109-118), ορισμένες μάλιστα από τις οποίες είναι πλήρεις και αντανακλούν την πρακτική συγγραφής ποιημάτων και βιβλίων (βλ. Imerwahr 1998,18-19). Όπως και να έχουν τα πράγματα, η ανάπτυξη και η διάδοση του ελληνικού αλφαβήτου ως συστήματος γραφής από την Ανατολή (υιοθέτησή του και από τους Φρύγες γύρω στο 725 π.Χ.· σχετικά βλ. Burkert 1992, 169, σημ. 3) έως τη Δύση (ΠιΘηκούσες) φαίνεται να συνέβηκε με ταχύτητα μέσα στο α μισό του 8ου αι. π.Χ., αφού κανένα χάραγμα ή επιγραφή δεν έχει βρεθεί έως σήμερα που να χρονολογείται πριν το 770 π.Χ. Η ανάπτυξή του θα διευκόλυνε τα μέγιστα τις συναλλαγές στον κόσμο της Μεσογείου τουλάχιστον από το 800 π.Χ. και μετά.

Το δεύτερο κύμα μετατόπισης ανθρώπινου δυναμικού από την Ανατολή προς την Κύπρο, τα Δωδεκάνησα, την Κρήτη και το Αιγαίο φαίνεται ότι ξεκίνησε ήδη επί Τιγκλαθπιλισάρ του Γ (745-727 π.Χ.), ο οποίος, αφού συνέτριψε τη δύναμη της Urartu, υπέταξε την Τύρο και τη Βύβλο, αφήνοντας στον Σαργκόν τον Β -που τον διαδέχτηκε πέντε χρόνια αργότερα (722-785 π.Χ.)- να ολοκληρώσει το έργο των κατακτήσεών του συμπεριλαμβάνοντας ακόμη και την Κιλικία ως επαρχία της Ασσυρίας (βλ. Burkert 1992, 13). Ακόμη και η Κύπρος φαίνεται να εξαρτάται από τον Ασσύριο βασιλιά, όπως φαίνεται από μια στήλη που τον παριστά αναφέροντας συγχρόνως τα κατορθώματά του και η οποία βρέθηκε στο Κίτιο, σήμερα στο Μουσείο του Βερολίνου. Επί του διαδόχου του Σεναχερίμπ (705-681 π.Χ.) Καταστράφηκε η Αl Mina γύρω στο 700 π.Χ., η οποία αμέσως μετά ξα-νακτίστηκε. Ο ίδιος ο Σεναχερίμπ κατέστειλε μιαν εξέγερση στην Ταρσό το 696 π.Χ. Γύρω στα τέλη του 8ουαι. π.Χ. έμελλε να τελειώσει και η ηγεμονία των Ευβοέων στους θαλάσσιους δρόμους της Μεσογείου, ανατολικής και δυτικής, με τον πόλεμο για το Λιλάντιο πεδίο. Ως αντικαταστάτες τους σε Ανατολή και Δύση εμφανίζονται πια οι Κορίνθιοι, ενώ οι Ρόδιοι, των οποίων οι σχέσεις με την Κρήτη ήσαν παλιές και δοκιμασμένες, ίδρυσαν μαζί με Κρήτες τη Γέλα στη Σικελία γύρω στο 690 π.Χ.

Χαρακτηριστικά αποδεικτικές για την εγκατάσταση Ανατολιτών (Φοινίκων, Συρίων κλπ.), τουλάχιστον στην Κρήτη από την περίοδο αυτή του ύστερου 8ου και των αρχών του 7ου αι. π.Χ., είναι η παρουσία των φαγεντιανών ειδωλίων θεοτήτων, όπως της Sekhmet και του Nefertum από το ιερό του Κομμού και από το νεκροταφείο της Κνωσού (βλ. παρακάτω σελ. 132) καθώς και μια σειρά τάφων στους Αρκάδες (Αφρατί) που συγκρίνονται με τους συριακούς κοντά στο Καρκεμίς (βλ. Κυτtz-Βοαrdmαη 1971, 173-174).

Όπως είδαμε ήδη παραπάνω, κυπριακές τρίλοβες οινοχόες του ρυθμού μ.ε μελανό διάκοσμο σε ερυθρό επίχρισμα (Black on Red) μαζί με αντικείμενα από τη συροφοινικική περιοχή είχαν αρχίσει να φθάνουν στην Κρήτη ήδη πριν από τα μέσα του 8ου αι. π.Χ. Η διακίνηση αυτή φαίνεται να συνεχίστηκε στο β μισό του 8ου και στον 7ο αι. π.Χ., όπως προκύπτει και από τις υπ' αρ. 100-111 οινοχόες (βλ. Χάρτη σελ. 120-121). Βέβαια, ανάμεσα σ' αυτές, οι υπ' αρ. 107 και 111, έχουν τα ίδια χαρακτηριστικά με αυτές του ρυθμού Black on Red ως προς το σχήμα, το περίγραμμα, τις αναλογίες αλλά η διακόσμησή τους αποδίδεται με μελανή βαφή πάνω σε λευκό επίχρισμα (Λευκός γραπτός ρυθμός ή White Painted). Η προτίμηση στο σχήμα προκύπτει και από την υπ' αρ. 112 οινοχόη με διακόσμηση, ωστόσο, που προσομοιάζει στην ανάλογη των ΚΑ Ι ληκυθίων (βλ. παρακάτω εικόνα). Η στιλπνότητα και η εξαιρετική αφή των αγγείων αυτών, τουλάχιστον όσα διατηρούνται σε πολύ καλή κατάσταση, πιθανότατα μαζί με το περιεχόμενό τους, φαίνεται ότι απετέλεσαν τους βασικούς λόγους για την επιμονή στη ζήτηση από την περιοχή παραγωγής τους σε διάφορα μέρη τόσο στα Δωδεκάνησα όσο και την Κρήτη. Ακόμη και ενδεικτικά μπορεί να δει κανείς, από τα παραδείγματα της παρούσας Έκθεσης, στο χάρτη (βλ. σελ. 120 - 121) με τη διασπορά των θέσεων όπου βρέθηκαν οι συγκεκριμένες κυπριακές οινοχόες, την μεγάλη τους πυκνότητα όσον αφορά στις εξαγωγές τους. Εάν μάλιστα στην υπ' αρ. 100 από την Ελεύθερνα το σπάσιμο στο χείλος είχε συγκολληθεί ήδη από την αρχαιότητα, όπως θεωρούμε, το γεγονός αυτό συνηγορεί υπέρ της προτίμησης και της αγάπης των κατόχων τους για τέτοιου είδους αντικείμενα.

Όπως είναι φυσικό σε αγγεία με μεγάλη εξάπλωση, και όπως, άλλωστε, θα δούμε να συμβαίνει παρακάτω και με τα ληκύθια αρ. 172-174 και τους αρύβαλλους αρ. 175-176, η χαρακτηριστική κυπριακή διακόσμηση με τα πλευρικά ομοκεντρικά συστήματα και τις περιθέουσες επιστέψεις τους επηρεάζει και τα κεραμεικά εργαστήρια της Κρήτης, όπως ανάλογα συμβαίνει και με άλλα κυπριακά διακοσμητικά μοτίβα, λ.χ. τους οφθαλμούς ένθεν και ένθεν των λωβών του χείλους, παραδείγματα των οποίων δεν περιλαμβάνονται στην Έκθεση. Τέλος, ένα ακόμη παράδειγμα τρίλοβης οινοχόης του Δίχρωμου ρυθμού (Bichrome) από την Κύπρο, εντοπίστηκε στο Αρχαιολογικό Μουσείο ης Ρόδου και ταξίδεψε μαζί με τις άλλες για την παρούσα Έκθεση. Πρόκειται για την υπ αρ. 114, η οποία χρονολογείται στην ΚΑ Ι περίοδο.

Την ίδια χρονική περίοδο μια πληθώρα από κυπριακές ληκύθους και ληκύθια (βλ. παραπάνω εικόνα), δίωτα (πρβλ. τα υπ' αρ. 143-150) ή μόνωτα (πρβλ. τα υπ' αρ. 154-160), ταξιδεύουν μαζί με το περιεχόμενό τους σε λιμάνια της ανατολικής Μεσογείου αλλά και στη Δύση. Διαθέτουν την ίδια στιλπνότητα και ανάλογα διακοσμητικά μοτίβα με τις κυπριακές τρίλοβες οινοχόες. Στα Δωδεκάνησα και την Κρήτη βρίσκονται διασπαρμένα σε διάφορες περιοχές, συνήθως σε ταφικά σύνολα ως κτερίσματα. Ο μεγάλος αριθμός τους και η συχνή παρουσία τους φαίνεται να απηχεί μια προσφιλή συνήθεια των ανθρώπων της εποχής και, ενδεχομένως, αντικαθιστούν σε μεγάλο βαθμό τους πρωιμότερους ψευδόστομους αμφορείς των οποίων η χρήση, τουλάχιστον στην Κρήτη, διαπιστώνεται μέχρι και τον 9ο αι. π.Χ. Δυστυχώς, μέχρι σήμερα δεν έχει γίνει ανάλυση του περιεχομένου των αγγείων αυτών. Στο πρόσφατο, ωστόσο, Διεθνές Συμπόσιο για την Ανατολική Μεσόγειο στο Ρέθυμνο, το Μάιο του 1997, ο Β. Καραγιώργης αναφέρθηκε στη μέθοδο Gas Chromatography, η οποία μπορεί, χωρίς καμία βλάβη του αντικειμένου, να καθορίσει με ακρίβεια το περιεχόμενο τέτοιου είδους αγγείων και προέτρεψε τους ανασκαφείς να χρησιμοποιήσουν τις τεχνολογικές διευκολύνσεις που υπάρχουν σήμερα πια. Ανάλυση, επίσης, χρειάζεται να γίνει και στον πηλό των συγκεκριμένων αγγείων για να διαπιστωθεί εάν όλα έχουν κυπριακή καταγωγή. Σε ένα πρόσφατο ταξίδι μου στις παραλιακές φοινικικές πόλεις στο σημερινό Λίβανο είχα την ευκαιρία να δω -εκτός από τα αντίστοιχα παραδείγματα που εκτίθενται στο Μουσείο του Αμερικανικού Πανεπιστημίου της Βηρυτού- σε αρκετές προθήκες παλαιοπωλείων στη Βύβλο, μια σειρα από αυθεντικά δίωτα και μόνωτα ληκύθια των τύπων για τους οποίους συζητούμε και, ρωτώντας, έμαθα ότι τα περισσότερα προέρχονται από τάφους της περιοχής της Τύρου και της Σιδώνας. Εάν η πληροφορία αυτή είναι αληθινή, τότε θα πρέπει να εξεταστεί κατά πόσο τέτοιου είδους αγγεία κατασκευάζονταν μόνο στην Κύπρο ή και στις παραλιακές πόλεις της Φοινίκης και γι' αυτό, φυσικά, μπορεί να αποφανθεί μόνο μια εργαστηριακή ανάλυση. Γενικά, όμως, πιστεύεται ότι περιείχαν αρώματα ή αρωματικά έλαια, τα οποία χρησιμοποιούσαν οι ιδιοκτήτες τους, όσο ήσαν εν ζωή, ή οι φροντιστές των κηδειών στους νεκρούς και γι' αυτό βρίσκονται σε πληθώρα σε ταφές (βλ. τελευταία Stampolidis 1996β, 110-111). Αρώματα για θεούς και ανθρώπους υπήρχαν πολλά στην αρχαιότητα, ανατολικής κυρίως προέλευσης και, ορισμένα εξωτικά, που κατέφθαναν στα λιμάνια της Συροπαλαιστίνης, προέρχονταν ακόμα και από τα βάθη της αραβικής χερσονήσου (βλ. πρόσφατα Groom 1997, 70-75). Βέβαια, η Κύπρος, η Μ. Ασία και η Κρήτη διέθεταν και τα δικά τους από την πλούσια χλωρίδα τους. Ορισμένα, μάλιστα, φαίνεται ότι ήσαν άλλοτε ανώτερης και άλλοτε κατώτερης ποιότητας, συγκρινόμενα με τα ανατολίτικα. Αυτό, τουλάχιστον, προκύπτει από μαρτυρίες αρχαίων συγγραφέων υστερότερων, είναι αλήθεια, από την εποχή που εξετάζουμε (βλ. Διοσκοτιρίδης, Περί ύλης ιατρικής, 1. 97· Πλίνιος, Φυσ. Ιστ., 12. 125 και 26. 47).

Η ευρύτατη διάδοση των ληκυθίων αυτών δεν έμεινε χωρίς μιμήσεις (πρβλ. δίωτα: 151-153, μόνωτιc 161-170). Όπως και σε άλλες περιπτώσεις, οι Κρήτες αντέγραψαν τόσο το σχήμα όσο και τα διακοσμητικά μοτίβα, ακόμη και τα μεγέθη, των αντίστοιχων κυπριακών σε τόσο μεγάλο βαθμό ώστε, ορισμένες φορές, ιδιαίτερα αν έχει ταλαιπωρηθεί το αγγείο, είναι δύσκολο να ορίσει κανείς αν πρόκειται γα πρωτότυπο ή αντίγραφο. Η πλούσια χλωρίδα του νησιού τους και τα παράγωγα προϊόντα της ήταν ικανή να ανταγωνιστεί τόσο στη ντόπια όσο και σε ξένες αγορές κυπριακά ή ανατολίτικα προϊόντα. Σ' αυτή την περίπτωση, το "σήμα κατατεθέν" θα έπρεπε να κατασκευασθεί στην Κρήτη κατ' απομίμηση του πρωτοτύπου. Άλλες πάλι φορές η μίμηση είναι δύσκολο να εντοπιστεί (πρβλ. το κυπριακό ληκύθιο αρ. 177 από τη Γερμασόγεια και το κρητικό αρ. 178 από τους Αρκάδες), αφού οι παραλλαγές είναι αρκετά μεγάλες (αρ. 179-182) ώστε, εκτός από τα βασικά διακοσμητικά μοτίβα, θα πρέπει να μιλάει κανείς με βεβαιότητα για προϊόντα κατεξοχήν της κρητικής κεραμεικής παραγωγής. Τέλος, ίσως υπάρχουν και ανατολικές (δωδεκανησιακές;) αντιγραφές κυπριακών ληκυθίων, όπως για παράδειγμα το υπ' αρ. 191 που βρέθηκε στους Αμπελόκηπους Κνωσού. Μια κατηγορία ανάλογη με τα ληκύθια αποτελούντα υπ' αρ. 131- 135 κυπριακά αλαβαστροειδή ληκύθια και οι υπ' αρ. 136-140 κρητικές απομιμήσεις τους.

Ορισμένες φορές είμαστε στην ευχάριστη θέση να διαπιστώσουμε ότι ορισμένα από τα κυπριακά ληκύθια των παραπάνω κατηγοριών (πρβλ. τα υπ' αρ. 132 και 160), προφανώς προϊόντα του ίδιου εργαστηρίου, όπως φαίνεται από τον πηλό και το επίχρισμά τους, όχι μόνο ταξίδεψαν μαζί και με άλλα αγγεία πάλι από το ίδιο εργαστήρι (πρβλ. την κυπριακή πυξιδίσκη αρ. 224) αλλά και εντοπίστηκαν μέσα στα σύνολα του ίδιου τάφου στην Κρήτη.

Εξαιρετικά ενδιαφέρουσα είναι και η κατηγορία των φοινικικών ληκυθίων με το σφαιρικό σώμα, τον ψηλό λαιμό και τον χαρακτηριστικό πηλό με τις προσμείξεις άμμου και το ερυθρό επίχρισμα (βλ. αρ. 183-186), που έχουν εντοπιστεί τόσο στην Κύπρο όσο και στην Κρήτη, καθώς επίσης οι φοινικικές απιόσχημες λήκυθοι, μικρού και μεγάλου μεγέθους, με το μανιταρόσχημο χείλος (βλ. αρ. 188-189). Ένα χαρακτηριστικό δείγμα μείξης φοινικικών, κυπριακών και κρητικών στοιχείων αποτελεί και το υπ' αρ. 198 ληκύθιο με το σφαιρικό σώμα, τον ψηλό λαιμό και το ιδιαίτερα πλατύ χείλος, που εντοπίστηκε σε τάφο της Φορτέτσας.

Τέλος, σχέσεις και επιδράσεις μεταξύ των χωρών της ανατολικής Μεσογείου και ιδιαίτερα ης Συροπαλαιστίνης και της Κύπρου με τα Δωδεκάνησα και την Κρήτη ανιχνεύονται και στα ανθρωπόμορφα αγγεία του 8ου/πρώιμου 7ου αι. π.Χ., όπως για παράδειγμα στα υπ' αρ. 209-213.

Πιο καθαρά διαγράφεται η διαδρομή των σχέσεων από την Εγγύς Ανατολής στη συροπαλαιστινιακή ακτή αλλά και τη Μ. Ασία με την Κύπρο, τα Δωδεκάνησα και την Κρήτη στη διάρκεια του 8ου και μέσα στον 7ο αι. π.Χ. μέ-σα από τα τέχνεργα της μεταλλοτεχνίας που διαλέξαμε για την Έκθεση. Η μόνη δυσκολία δημιουργείται από την έλλειψη ακριβούς χρονολόγησης για αρκετά μεταλλικά αντικείμενα και δεν εννοώ βέβαια τη χρονολόγηση που μπορεί να προκύπτει με σαφήνεια από ανασκαφικά σύνολα -κυρίως ταφικά- αλλά από το γεγονός ότι η εναπόθεση ενός μεταλλικού αντικειμένου μαζί με κεραμεικά είδη ή άλλα τέχνεργα ασφαλώς χρονολογημένα ορίζουν βέβαια το χρονολογικό ante quem του αλλά όχι απαραίτητα τη χρονολογία κατασκευής του και τη μεγάλη, πολλές φορές, διάρκεια χρήσης του. Έτσι, είναι πολύ δύσκολο να εξαγάγει κανείς συμπεράσματα κυρίως σε συνδυασμό με τα ιστορικά γεγονότα του 8ου αι. π.Χ. στην περιοχή της Ανατολικής Μεσογείου. Είναι λ.χ. κρίσιμο από τη μια μεριά το σημείο της χρονολόγησης ανάμεσα στην σχετικά ήρεμη περίοδο που ακολούθησε το θάνατο του Σαλμανάσαρ του Γ (824 π.Χ.) και που συνδυάστηκε με τη σχετική σταθεροποίηση των οδών του εμπορίουμε την Ασσυρία μέσω των παραλιακών πόλεων της Συρίας και της Φοινίκης και το χρονολογικό όριο ης καταστροφής της Βύβλου και της Τύρου από τον Τιγκλαθπιλισάρ τον Γ (745-727 π.Χ.) μέχρι την επικράτηση του Σαργκόντου Β (722-705 π.Χ.) στην περιοχή της Συρίας, της Φοινίκης και του σημερινού Ισραήλ. Και αυτό, διότι στο σχετικό ήρεμο διάστημα που μεσολάβησε, η παρουσία ανατολικών αντικειμένων στα Δωδεκάνησα και την Κρήτη θα μπορούσε να ερμηνευθεί περισσότερο ως ανάπτυξη και σχέση εμπορική ή ως ομαλή μετακίνηση ανθρώπων, ιδεών και αντικειμένων, ενώ, αντίθετα, οι δηώσεις των πόλεων στη Συροπαλαιστίνη -από τους Ασσυρίους βασιλείς που προαναφέρθηκαν- θα σήμαινε την αναγκαστική μετανάστευση ομάδων ανθρώπων προς η Δύση και μέσω αυτών η μετάδοση γνώσεων και εμπειριών και, επομένως, την ανάπτυξη ενός εξανατολισμένου ρυθμού και τρόπου, αναλογούμε αυτόν που είχε συμβεί στην Κρήτη στο β μισό του 9ου αι. π.Χ.. Τούτη μάλιστα Τη φορά το κύμα μετανάστευσης θα ήταν μεγαλύτερο και με μεγαλύτερη ακτίνα προορισμών τόσο προς την Κρήτη, τα Δωδεκάνησα και το Αιγαίο όσο και προς τη Δύση μέσω της Καρχηδόνας. Κρατώντας στη μνήμη αυτή την παρατήρηση θα προσπαθήσουμε να διαγράψουμε όσο γίνεται πιο καθαρά τη διαδρομή των σχέσεων μεταξύ Εγγύς Ανατολής και Συροπαλαιστινιακής ακτής, αλλά και της Μ. Ασίας, με την Κύπρο, τα Δωδεκάνησα και την Κρήτη στη διάρκεια του 8ου αι. π.Χ. και λίγο αργότερα.

Στην περίοδο της σχετικής ηρεμίας, που ακολούθησε τη βίαιη προέλαση των Ασσυρίων στη βόρεια Συρία και μέχρι τις ακτές της Μεσογείου μετά το θάνατο του Σάλμανάσαρ του Γ , χρονολογείται η υπ' αρ. 299 χάλκινη γλωσσωτή φιάλη από τους Αμπελοκήπους της Κνωσού. Ο τύπος των γλωσσωτών ή ραβδωτών φιαλών (Zungenphialen, Ribbed bowls) που είναι γνωστές σε πολλές παραλλαγές ήδη από τις αρχές της 1ης χιλιετίας π.Χ., αναπτύχθηκε από αιγυπτιακούς και συροπαλαιστινιακούς προδρόμους και καθιερώθηκε από τον 9ο αι. π.Χ. και μετά, όταν δηλαδή εξαπλώθηκε σ' ολόκληρη σχεδόν την Εγγύς Ανατολή από τη βόρεια Συρία, την Ασσυρία, την Urartu έως τη Φοινίκη. Διαδίδεται κυρίως από τον 8o αι. π.Χ. στην Κύπρο σε διάφορες παραλλαγές και εξάγεται τόσο στην Ελλάδα -κυρίως σε ιερά, λ.χ. Ηραίο Άργους, Δελφοί, Περαχώρα- όσο και στην Ιταλία από τον ύστερο 8o αι. π.Χ. και μετά. Στον 6ο αι. π.Χ. η ακτινοβολία του φθάνει ως τα Βαλκάνια και τη νότια Ρωσία και ανιχνεύεται ακόμη και στην Ιβηρική χερσόνησο (βλ. Σταμπολίδης 1994, 118). Στα ΥΓ/ΠρΑ χρόνια χρονολογείται το πιο εξελιγμένο παράδειγμα υπ' αρ. 300, που προέρχεται από την νεκρόπολη της Ελεύθερνας, ενώ στα ΥΓ χρόνια ανήκει η υπ' αρ. 301, μια θαυμάσια διατηρημένη παραλλαγή με χαμηλότατο φαρδύ ομφαλό και τριάντα εννέα έκτυπες γλώσσες πάλι από την Ελεύθερνα. Κρητική απομίμηση αγγείων, όπως η τελευταία, αποτελεί η υπ' αρ. 303 χάλκινη γλωσσωτή φιάλη από το Ιδαίον Άντρο. Ο τύπος της χάλκινης γλωσσωτής φιάλης με ευρεία επίπεδη βάση, κυρτό σε τομή σώμα και περιστόμιο που στρέφεται προς τα έξω, συναντάται κατά τη νεοασσυριακή περίοδο (9ος - 7ος αι. π.Χ.) σε περιοχές όπως το ΒΔ τμήμα του Ιράν, η Ασσυρία, η Συρία και η Παλαιστίνη, ενώ ελάχιστες έχουν βρεθεί και στη Φρυγία. Σ' αυτόν τον τύπο ανήκει η φιάλη αρ. 302 από την Ελεύθερνα, με την επιπλέον προσθήκη του ρόδακα στο μέσον του πυθμένα, που μάς οδηγεί στην υπόθεση ότι κατάγεται από η Συρία, το Luristan ή την Ασσυρία. Η χρονολόγησή της στα ΥΓ/ΠρΑ χρόνια είναι πολύ πιθανή, σύμφωνα με τα συνευρήματά της (βλ. Σταμ.πολίδης 1994, 117).

Τέλος, στα ίδια χρόνια φαίνεται ότι χρονολογούνται και οι υπ' αρ. 295, 296 και 297 χάλκινες αβαθείς ακόσμητες φιάλες με Ω-σχημη λαβή που έχουν βρεθεί στην Κρήτη. Οι δύο πρώτες, από την Ελεύθερνα και το Ιδαίον Άντρο, είναι σχεδόν πανομοιότυπες. Ο χαρακτηριστικός τύπος της λαβής τους βρίσκει τους πιο μακρινούς προγόνους του στο Νέο βασίλειο της Αιγύπτου. Συναντάται επίσης στην Κύπρο κατά την ΥΚ ΙΙ - ΙΙΙ καθώς και την ΚΓ Ι περίοδο. Κατά τον 8o αι. π.Χ. εντοπίζεται στην Ανατολή (Ur, Nimrud κ.α.) και από εκεί, πιθανότατα με φοινικικές επιρροές, ο τύπος περνά στην Κύπρο. Στην Ελλάδα ανάλογα παραδείγματα έχουν εντοπιστεί στους Δελφούς, στο Ηραίο του Άργους, στη Σάμο και τη Λίνδο (βλ. Σταμπολίδης 1994, 112). Τα ιερά, εξάλλου, με τη δύναμη που είχαν αρχίσει να έχουν στη διάρκεια του 8ου αι. π.Χ. αλλά και μετά, έγιναν βαθμιαία κέντρα συγκέντρωσης τέτοιων αγαθών μεγάλης αξίας και πλούτου.

αρ. 307 (σχέδιο)

αρ. 307 (λεπτομέρια)

Σε περισσότερο σταθερό χρονολογικό έδαφος φαίνεται ότι βρισκόμαστε με μια σειρά από χάλκινες κοσμημένες φιάλες του λεγόμενου φοινικικού τύπου (πρβλ. αρ. 307-309). Και οι τρεις έχουν βρεθεί στην Κρήτη, οι δύο πρώτες στο Ιδαίον Άντρο και η τρίτη στην Ελεύθερνα. Πρόκειται για έργα αιγυπτιάζουσας φοινικικής τεχνοτροπίας που παραπέμπουν στην χαλκουργία και την ελεφαντουργία του Arslan Tash και της Nimrud κατά την περίοδο του Σαργκόν του Β. Θεωρούνται, συνήθως, εισηγμένα χωρίς να αποκλείεται και η πιθανότητα δημιουργίας τους από κρητικούς καλλιτέχνες που εμπνεύστηκαν από φοινικικά πρότυπα. Σε συγγενή τεχνοτροπία φαίνεται να ανήκει και η υπ' αρ. 313 χάλκινη φιάλη από την Ελεύθερνα με τις εξαίρετες παραστάσεις των δύο ζωφόρων της: της μικρότερης εσωτερικής με τα βοοειδή και τους λέοντες και της μεγαλύτερης εξωτερικής με τους τοξότες σε σκηνές κυνηγιού. Ότι πρόκειται για ένα έργο, αμάλγαμα θεμάτων και σκηνών από διαφορετικά έργα δεν υπάρχει αμφιβολία. Χαρακτηριστική είναι η στάση των γονατιστών τοξοτών-κυνηγών τους οποίους, εάν δεν μιμείται ο τοξότης της υπ' αρ. 312 ημισφαιρικής ενεπίγραφης φιάλης από την Αρμού της Πάφου, τότε σίγουρα και οι δυο έχουν κοινά πρότυπα. Ο γρύπας που "προσγειώνεται" σε έναν από τους τέσσερις ρόδακες, που διακόπτουν τη σκηνή κυνηγιού σταυροειδώς, είναι παρόμοιος με τον αντίστοιχο ης φιάλης από της Ολυμπία (βλ. Markoe 1985, 316-317, αρ. G3). Τέλος, το μοτίβο του δίσκου μέσα στον οποίο εγγράφεται ρόδακας και ο οποίος φαίνεται να ξεπροβάλλει από έναν ταινιόσχημο ορίζοντα με ανθέμια στα άκρα, ενώ από τα πλάγια δεξιά και αριστερά του εκβλαστάνουν περίεργα "φυτικά" κοσμήματα και ο οποίος επιστέφεται με τριγωνικές ακτίνες, ουσιαστικά εμπνέεται από αιγυπτιακούς ηλιακούς δίσκους του Ρα που πλαισιώνονται με φίδια και ξεπροβάλλουν από έναν αντίστοιχο ταινιωτό ορίζοντα (βλ. Stampolidis 1997 υπ. έκδ.).

αρ. 308 (σχέδιο)

αρ. 308 (λεπτομέρια)

αρ. 309 (λεπτομέρια)

Στον ίδιο χρονολογικό ορίζοντα βρίσκεται και το θραύσμα της υπ' αρ. 310 χάλκινης φιάλης από το Ιδαίον Άντρο με την παράσταση του σκαραβαίου στον κεντρικό δακτύλιο και τη ζωφόρο με τα γεράκια που τον περιβάλλει. Ανήκει στο γνωστό τύπο των φοινικικών φιαλών που o Barnett (1974, 11 κ.εξ.) ονόμασε "marsh pattern group". Εάν το συγκεκριμένο θραύσμα θεωρηθεί ότι είναι εισαγωγή από τη Φοινίκη, τότε η υπ' αρ. 314 χάλκινη φιάλη από τους Αρκάδες σίγουρα θα πρέπει να μιμείται δημιουργίες όπως η προηγούμενη. Αυτό τουλάχιστον φαίνεται από μια ανάλυση των μοτίβων της παράστασής της καθώς και από άλλες, όπως φαίνεται από τις τεχνοτροπικές λεπτομέρειες, που δεν οφείλονται μόνο σε μια υστερότερη χρονολογική βάση.

αρ. 315 (σχέδιο)

Δυσκολίες, για τη χρονολόγησή της, δημιουργεί η υπ' αρ. 315 χάλκινη ημισφαιρική κυπρο(;)φοινικική φιάλη, τις οποίες επιτείνει η κακή διατήρησή της. Ίσως μια πρώιμη χρονολόγηση στα τέλη της περιόδου που τη χρονολογεί o Markoe (1985, 156, 162) να μη βρίσκεται μακριά από την αλήθεια. Κατά τη γνώμη μου, τόσο η καλή ποιότητα της εργασίας όσο και η ομοιότητα των ταύρων που κύπτουν ελαφρά την κεφαλή μπροστά σε ένα άνθος, έτσι όπως ανάλογα αποτυπώνεται το θέμα σε ΚΑ Ι πήλινα αγγεία (όπως το παράδειγμα στην εικ. δεξιά για το οποίο βλ. Καραγιώργης 1978, 90 αρ. 178, πίν. XIII) φέρει στο νου το ανάλογο θέμα του ταύρου μπροστά από παρόμοιο άνθος, όπως το γνωρίζουμε πάνω στον μυκηναϊκό αμφοροειδή κρατήρα Α 1647 του Κυπριακού Μουσείου της Λευκωσίας (εδώ στην εικ. αριστερά για τον οποίο βλ. Μυκηναϊκός Κόσμος 1988, αρ. 134).

Και ο τύπος της χάλκινης χέρνιβας, για τον οποίο μιλήσαμε παραπάνω, συνεχίζεται στα ΥΓ/ΠρΑ χρόνια στο παράδειγμα αρ. 317, από την Ελεύθερνα, με τους ανατολίζοντες λεοντόγρυπες στη ζωφόρο του. Το σχήμα, ωστόσο, εδώ προσομοιάζει περισσότερο στους πήλινους καλάθους που χρησιμοποιούνται συχνά στην Κρήτη από τα ΠρΓ χρόνια και μετά και, ορισμένες φορές, ως καπάκια σε τεφροδόχα αγγεία.

Για την υπ' αρ. 318 χάλκινη χέρνιβα-λεκάνη είναι αδύνατο να γίνει έστω και περιορισμένος λόγος σ' αυτό εδώ το σημείο. Θα περιοριστώ μόνο να αναφέρω ότι το θέμα της παράστασής της είναι γνωστό από αρκετές χάλκινες φιάλες, όπως αυτές λ.χ. από το Ιδάλιο και τη Σπάρτη (βλ. Markoe 1985, Cy3 171-172, 246-247 και 56-59, G8, 328-329 αντίστοιχα· επίσης βλ. και AAC 1992, αρ. 84) καθώς επίσης ότι στα επιμέρους στοιχεία που το συνθέτουν είναι ένα αμάλγαμα. Στοιχεία αιγαιακά, κυπριακά και συρσφοινικικά εντοπίζονται και μπορούν να ξεχωρίσουν με σχετική βεβαιότητα. Το μοτίβο της γυναικείας μορφής με τα ψάρια παραπέμπει σε αιγαιακά πρότυπα. Η γυναικεία καθιστή μορφή αλλά και ο απλός, απέριττος θρόνος και το υποπόδιό του μοιάζουν με ανάλογα πρωτοαρχαϊκά και αρχαϊκά έπιπλα του ελληνικού χώρου, ενώ αντίθετα, τόσο το τραπέζι μπροστά από την καθιστή γυναικεία θεότητα όσο και το διακοσμητικό φυτικό θέμα γύρω από τη ζωφόρο παραπέμπουν στην πέτρινη σαρκοφάγο του Αχιράμ από τη Βύβλο, σήμερα στο Μουσείο της Βηρυτού (Moscati 1988, 293). Τέλος, η μικρή οινοχόη δεξιά πάνω στο ξύλινο έπιπλο αποδίδει, περιληπτικά, αγγεία όπως η υπ' αρ. 192 φοινικική τρίλοβη οινοχόη Του ρυθμού Red Slip από την Αμαθούντα. Τέλος, θραύσματα παρόμοιων αντικειμένων με τη χάλκινη χέρνιβα-λεκάνη ή φιάλη, πάνω στα οποία αναγνωρίζονται τμήματα από Το ίδιο θέμα με τις χειροκρατούμενες που χορεύουν ή κρατούν προσφορές, είναι γνωστά και έχουν βρεθεί τόσο στους Αρκάδες όσο και στο Ιδαίο Άντρο (βλ. Arkades, 374-376, εικ. 490α-c· Κυnze 1931, αρ. 70a, d, πίν. 48 και αρ. 71 bis, πίν. 44· Canziani 1970, 27, 113, αρ. 70-71, πίν. VIII και ΙΧ).

Συνοψίζοντας, στο σημείο αυτό θα πρέπει να τονιστεί ότι ιδιαίτερα η ομοιότητα χάλκινων αντικειμένων αυτής της περιόδου από την Ελεύθερνα και το Ιδαίον Άντρο, που είχαμε την ευκαιρία να επισημάνουμε αρκετές φορές παραπάνω (πρβλ. αρ. 319 και 320, αρ. 295 και 296 και 307-309), ξαφνιάζει και προκαλεί σε μια διατύπωση τουλάχιστον σε επίπεδο υποθέσεων εργασίας, που θα μπορούσαν να την ερμηνεύσουν. Πρόκειται, άραγε, για αντικείμενα παραγωγής του ίδιου εργαστηρίου που βρίσκουν το δρόμο τους προς το παγκρήτιο ιερό-σπήλαιο και την Ελεύθερνα; Προμήθευε το εργαστήριο αυτό της μεταλλουργίας και άλλα κέντρα της Κρήτης, στα οποία ακόμα δεν έχουν εντοπιστεί ανάλογα αντικείμενα; Γιατί, άραγε, από τα χιλιάδες αντικείμενα των εκατοντάδων τάφων των νεκροταφείων της Κνωσού της γεωμετρικής και αρχαϊκής περιόδου -τα πλέον καλά ανασκαμένα και μελετημένα ολόκληρης της Κρήτης- δεν έχουν βρεθεί ανάλογα αντικείμενα; Μπορεί αυτό να αποτελεί απλή σύμπτωση; Πρόκειται, άραγε, για προϊόντα ενός εργαστηρίου ή διαφορετικών μεταξύ τους εργαστηρίων και συμπτωματικά βρέθηκαν τόσο στο Ιδαίον Άντρο όσο και στην Ελεύθερνα; Μήπως κάποια από τα αντικείμενα αυτά είναι κρητικής παραγωγής, ενώ άλλα δεν είναι; Εάν, πάντως, πρόκειται για το ίδιο εργαστήριο παραγωγής,- πού βρισκόταν αυτό, εντός ή εκτός Κρήτης; Και αν βρισκόταν εκτός Κρήτης, σε ποια περιοχή; Στις μεγάλες πόλεις των παραλίων της Συροπαλαιστίνης ή της Φοινίκης, των οποίων οι κάτοικοι ονομάζονται από τον Όμηρο χαλκουργοί, όπως οι Σιδώνιοι; Στην Κύπρο; Και αν βρισκόταν στην Κρήτη, πού; Στον χώρο του ιερού του Δία, στο Ιδαίο, σε κοντινές πόλεις του ιερού και με άμεση πρόσβαση σ' αυτό, όπως η Ελεύθερνα ή η Αξός; (Τις παραπάνω σκέψεις είχα διατυπώσει, μετά την ανακάλυψη των ελευθερνιώτικων αντικειμένων, για πρώτη φορά στο Συνέδριο "Post Minoan Crete", που είχε διοργανωθεί στο Λονδίνο το 1995 και από εκεί, μάλλον, προέρχεται και ο ανάλογος προβληματισμός, που διαβάζει κανείς στις παρατηρήσεις του λήμματος αρ. 284). Βέβαια, τίποτα δεν αποκλείει Οι χάλκινες αυτές φιάλες να είναι προϊόντα εμπορίου, που έβρισκαν το δρόμο μέσω Ελεύθερνας στο Ιδαίον Άντρο. Ούτε πάλι να αποκτήθηκαν με τον έναν ή τον άλλο τρόπο (ως πληρωμή μισθοφορική ή ως λεία πολέμου ή αρπαγή) από κατοίκους της Ελεύθερνας και άλλα από αυτά να κατέληξαν άλλοτε σε οίκους προσωρινούς ή σε αιώνιους και άλλοτε ως αφιερώματα σε οίκους θεών. (Από το βιβλίο Stampolidis, Idaioi, υπ. έκδ.).

Μετά την καμπή από τον 8o προς τον 7ο αι. π.Χ. τοποθετούνται χρονολογικά ένα ζευγάρι χάλκινων φιαλών από την Ελεύθερνα, οι οποίες φαίνεται να αλλάζουν τα έως σήμερα γνωστά μας δεδομένα. Η πρώτη (αρ. 292) είναι μια φιάλη με ημισφαιρικό σώμα στο κέντρο της οποίας υπάρχει ομφαλός που περιβάλλεται από τέσσερις ομόκεντρους πλαστικούς οξυκόρυφης διατομής δακτυλίους. Ο συγκεκριμένος τύπος έχει βρεθεί σε μια ανάλογη με της Ελεύθερνας χρονική βάση και στο σπήλαιο της Ειλειθυίας στην Ίνατο (αρ. 293). Προέρχεται δε από τη Φρυγία, στους ταφικούς τύμβους της οποίας έχουν βρεθεί αρκετές παρόμοιες φιάλες που κατατάσσονται από τον Κnudsen (1961, 162-180) στον τύπο ΙΙα. Παρόμοιες φιάλες, ασημένιες αυτή τη φορά προέρχονται νοτιότερα από το Elmali (βλ. Σταμπολίδης 1994, 115 και 31, εικ. Ζ). Η δεύτερη φιάλη (αρ. 304) έχει ρηχό ημισφαιρικό σώμα στο κέντρο της εσωτερικής επιφάνειας του οποίου υπάρχει πάλι πεπλατυσμένος χαμηλός ομφαλός, τον οποίο περιβάλλουν δύο ανάγλυφοι ομόκεντροι δακτύλιοι, ενώ το υπόλοιπο σώμα φέρει ανάγλυφη διακόσμηση από σχηματοποιημένα άνθη λωτού. Ο τύπος αυτός της φιάλης θεωρείται φρυγική δημιουργία που δανείζεται ασσυριακά, συριακά και φοινικικά διακοσμητικά στοιχεία και κατατάσσεται στον τύπο ΙΙc του Κnudsen. Παρόμοιες φιάλες έχουν βρεθεί στους τύμβους του Γορδίου, στους τύμβους του Elmali, της Άγκυρας και αλλού, ενώ τουλάχιστον από τον πρώιμο 7ο αι. π.Χ. αφιερώνονται και σε ελληνικά ιερά της Περαχώρας και της Ολυμπίας (βλ. Σταμπολίδης 1994, 116).

Η διάδοση των φιαλών αυτών στα ιερά της Πελοποννήσου θα μπορούσε να έχει γίνει από τη Φρυγία μέσω της δυτικής Μικρασιατικής ακτής. Ωστόσο, δεν υπάρχουν ακόμα σήμερα ενδιάμεσοι κρίκοι για μια τόσο πρώιμη σύνδεση του Γορδίου προς την Ιωνία. Η χερσαία αυτή οδός θα ανοίξει αργότερα, όταν στο προσκήνιο θα έρθουν οι Λυδοί. Αντίθετα, η εμφάνιση των φιαλών αυτών στα νότια, το Elmali, δηλώνει σαφώς μια πορεία προς τη Λυκία (ή έστω από το Γόρδιο προς την Κιλικία και από κει με Ρόδιους μάλλον εμπόρους προς τα δυτικά). Η παρουσία, εξάλλου, των Τριών παραπάνω φιαλών σε συνδυασμό με τους υπ' αρ. 193 και 194 αρυβάλλους, που βρέθηκαν στην Ελεύθερνα, καθώς και τον υπ' αρ. 197 αρύβαλλο από τη Φοινικιά Ηρακλείου που και οι τρεις φέρουν η χαρακτηριστική διακόσμηση από δέσμες αγκιστροειδών λεπτών γραμμών (spaghetti), κάνουν πιο χειροπιαστή τη διαδρομή από τη νότια Φρυγία στη Λυκία και από την Περσία της Ρόδου επί της Μικρασιατικής ακτής προς την ίδια τη Ρόδο και στη συνέχεια στην Κρήτη. Στην ίδια διαδρομή θα μπορούσαμε να εντάξουμε τις προγενέστερες χρονολογικά ΥΓ τρίλοβες οινοχόες (αρ. 115 και 116), που βρέθηκαν στην Κρήτη και προέρχονται από την ανατολική Ελλάδα, ως μιμήσεις του κυπριακού ρυθμού με δίχρωμο διάκοσμο σε ερυθρό επίχρισμα (Bichrome Red), παρόμοια παραδείγματα των οποίων εντοπίστηκαν επίσης στην Κω και τη Ρόδο. Φαίνεται ότι μάλλον οι Ρόδιοι υιοθέτησαν το διακοσμητικό μοτίβο των "spaghetti" από την Κύπρο, όπως φανερώνει η ύπαρξή του στον υπ' αρ. 84 αμφορίσκο της ΚΑ Ι περιόδου παρά via versa. Η ύπαρξη, ωστόσο, αρκετών αρυβάλλων του τύπου spaghetti ware στις ροδιακές νεκροπόλεις (πρβλ. αρ. 195 και 196) επιβεβαιώνει την άποψη ότι η Ρόδος υπήρξε ο κύριος τόπος παραγωγής τους με κυπριακά πρότυπα.

Στην ενδυνάμωση των σχέσεων μεταξύ Ρόδου και Κρήτης στα τέλη του 8ου και τις αρχές του 7oυ αι. π.Χ. θα πρέπει να προστεθεί η χαρακτηριστική σύμπραξή τους σε μια υπερπόντια κοινή επιχείρηση, την ίδρυση μιας αποικίας, της Γέλας στη Σικελία (περίπου 690 π.Χ.) κι ακόμη ότι ο Ηρόδοτος (Ιστ., Α 172-173) αναφέρεται στη συγγένεια των κατοίκων της Καύνου (Καρίας) και της Λυκίας με την Κρήτη.

Η σχέση αυτή μεταξύ Φρυγίας (Ρόδου) και Κρήτης εμμέσως ενισχύεται και από το υπ' αρ. 350 ασβεστολιθικό έργο, που βρέθηκε στον τάφο 3 στο χώρο του Πανεπιστημίου στην Κνωσό. Μολονότι φθαρμένο αρκετά, αφήνει χωρίς αμφιβολία να φανεί ότι η ένθρονη γυναικεία θεότητα, που πιθανότατα έφερε πόλο στην κεφαλή, ήταν ενδεδυμένη με μακρύ ποδήρες ένδυμα -πλούσια διακοσμημένο όπως διακρίνει κανείς στο διατηρούμενο τμήμα, στο ύψος των μηρών της, με σχηματοποιημένα ελικοειδή κλαδιά δέντρου που περιβάλλονται από πλοχμό- και με επενδύτη. Δεν χωρεί αμφιβολία, αν τη συγκρίνει κανείς με τις καθιστές γυναικείες μορφές της Γόρτυνας, ότι το ανάγλυφο είναι δημιουργία ενός κρητικού καλλιτέχνη, όπως, άλλωστε, φαίνεται καθαρά και από τους εγχάρακτους γρύπες που κοσμούν το πλούσια διακοσμημένο κάτω τμήμα του Θρόνου σε δύο μετόπες ένθεν και ένθεν των κνημών της. Μια σύγκρισή τους με γρύπες που αποδίδονται συχνά με την έκκρουστη τεχνική ή με χάραξη στην κρητική μεταλλοτεχνία ή με αντίστοιχους από την αγγειογραφία είναι ικανή να διαγράψει τις ομοιότητές τους.

 αρ. 350 σχέδιο

Οι εγχάρακτες, ωστόσο, όρθιες μορφές πάνω στο πλούσια διακοσμημένο ερεισίνωτο του θρόνου, στο ύψος του κορμού της, που στρέφουν εραλδικά προς την καθιστή θεότητα, είναι σαφώς πάρεδροί της. Αν τις παρατηρήσει κανείς με προσοχή, δεν είναι εύκολο να καταλήξει αν πρόκειται για γυναικείες ή ανδρικές, μολονότι φορούν μακρά ποδήρη ενδύματα. Τέτοιου είδους ενδύματα μπορούν να φέρουν επίσης -τουλάχιστον στην αρχαία ελληνική τέχνη- εκτός των γυναικών, και άνδρες μουσικοί και ιερείς. Ο ανδρόγυνος χαρακτήρας τους και τα δυσδιάκριτα αντικείμενα που κρατούν -τουλάχιστον η μια μορφή φαίνεται ότι κρατά, πιθανότατα, κύμβαλα- παραπέμπουν στους παρέδρους-συνοδούς της φρυγικής Μεγάλης Μητέρας, η οποία είναι και προστάτιδα των νεκρών και πολλά ανάγλυφά της έχουν εντοπιστεί σε αρχαϊκά νεκροταφεία της Μ. Ασίας (βλ. Veirmaseren 1977, τ. 1). Η κρητική παράδοση αναφέρει και τα ονόματα δύο παρέδρων της Μεγάλης Θεάς. Θα μπορούσε και εδώ να αναγνωρίσει κανείς τον Τιτία και τον Κυλληνό; (βλ. Κακριδής 1986, τ. B, 298). Όπως, όμως, και να ονομαστούν οι μορφές, είτε οι δυο λατρείες, η φρυγική και η κρητική, αναπτύχθηκαν ανεξάρτητα είτε υπάρχουν διαδρομές Τις οποίες αγνοούμε, η εύρεση του αναγλύφου σε νεκροταφείο και όχι σε ιερό συνηγορεί για μια σχέση που ανιχνεύεται και μέσα από την παράδοση για την Ίδη και τους Ιδαίους Δακτύλους που δύσκολα, ορισμένες φορές, μπορεί να προσδιοριστεί αν αναφέρεται στην περιοχή της Μ. Ασίας ή την Κρήτη (βλ. Stampolidis, Idaioi, υπ. έκδ.).

Ακόμα και από τον επιλεκτικό χαρακτήρα που φυσικά έχουν τα τέχνεργα της παρούσας Έκθεσης ή έστω και τη συνοπτική παρουσίαση αυτών που προηγήθηκε και τα οποία χρονολογούνται στο τελευταίο τρίτο του 8ου και τις αρχές του 7oυ αι. π.Χ., νομίζω ότι δόθηκε μια εικόνα για την αύξηση του αριθμού τους και τη διάχυσή τους προς τα Δωδεκάνησα, την Κρήτη (και το Αιγαίο, όπως γνωρίζουμε από αντικείμενα που δεν συμπεριλαμβάνονται σήμερα εδώ).

Τί, όμως, ακριβώς είναι αυτό που οδήγησε στην άνθηση του ανατολίζοντος ρυθμού όχι μόνο στην Κρήτη και τα Δωδεκάνησα αλλά και στην υπόλοιπη Ελλάδα είναι δύσκολο να πει κανείς. Ίσως οι λόγοι είναι πολλοί. Ανάμεσά τους, σαφώς θα μπορούσε κανείς να συνδέσει αυτήν την έκρηξη εξανατολισμού με αναγκαστικές μεταναστεύσεις μέσα στο τελευταίο τρίτο του 8ου αι. π.Χ., όπως ήδη προαναφέραμε. Ίσως, πάλι, η σταθεροποίηση των εμπορικών δρόμων σε συνδυασμό με την εξασθένιση των Ευβοέων που κατείχαν τα σκήπτρα στο Αιγαίο από - τον 10ο αι. π.Χ. έως τη μάχη του Λιλάντιου πεδίου (περίπου 700 π.Χ.), που έδωσε έτσι την ευκαιρία σε άλλες ελληνικές δυνάμεις να απλωθούν και να δημιουργήσουν τα δικά τους δίκτυα από Ανατολή σε Δύση, όπως για παράδειγμα η Κόρινθος, οι Μικρασιατικές παραλιακές πόλεις και τα νησιά του ανατολικού Αιγαίου, τη βαθμιαία διείσδυση των οποίων παρατηρούμε προς τα Δωδεκάνησα, την Κρήτη, την Κύπρο, τις ακτές της Συροπαλαιστίνης και την Αίγυπτο. Εκείνο που πρέπει, όμως, να τονιστεί είναι ότι ο χαρακτήρας του ανατολίζοντος ρυθμού από τα τέλη του 8ου και μέχρι τουλάχιστον τα μέσα του 7ou αι. π.Χ. είναι διαφορετικός από τον πρωτοανατολίζοντα χαρακτήρα του ρυθμού της Κρήτης. Στον τελευταίο, πρωταγωνιστικό, νομίζω, ρόλο δεν παίζει μόνο η Ανατολή ούτε μόνο οι μετακινήσεις ομάδων τεχνιτών, ιερέων, μουσικών κλπ. για μια καλύτερη τύχη προς την Κρήτη. Σ' αυτόν, κυρίαρχο ρόλο, επίσης, διεδραμάτισε το παρελθόν -μινωικό στην Κρήτη και μυκηναϊκό στην Κύπρο- το οποίο, εμβολιασμένο από τις σχέσεις με την Ανατολή -δηλαδή τη Συροπαλαιστίνη με τα αιγυπτιακά πολιτισμικά στοιχεία που είχαν παρεισφρύσει σ' αυτήν- ξαναγυρίζει με ουσιαστικό ρόλο, μέσω της Κύπρου και των βασιλείων που ιδρύθηκαν εκεί από τον 11ο αι. π.Χ. και μετά, προς τα Δωδεκάνησα και την Κρήτη. Γι' αυτό και οι μνήμες, που περνούν κυρίως στα τέχνεργα της κατηγορίας των αμαλγαμάτων, όπως αναφέραμε και στον Πρόλογο, τα αιγαιακά- μυκηναϊκά στοιχεία, η Ανατολή και η νέα δημιουργία συμπορεύονται. Σιγά-σιγά, η πύκνωση των σχέσεων από τη μια μεριά και οι λόγοι που αναφέραμε λίγο πια πάνω μαζί με άλλους, που ενδεχομένως αγνοούμε σήμερα, οδήγησαν στη δημιουργία και την ανάπτυξη του ανατολίζοντος ρυθμού.

Η Έκθεση περιλαμβάνει ορισμένα δείγματα της κορινθιακής διείσδυσης στην Κρήτη, τα Δωδεκάνησα και την Κύπρο, όπως για παράδειγμα τις υπ' αρ. 94 και 95 κοτύλες καθώς και τις μιμήσεις τους, αρ. 96 και 97, από τον κρητικό κεραμεικό Τροχό. Το πρώιμο και ώριμο στάδιο αυτής της διείσδυσης αντιπροσωπεύεται από την υπαρ. 117 τρίλοβη οινοχόη και την υπ' αρ. 118 όλπη, ενώ σε μεγάλο βαθμό τη θέση των προγενέστερων ληκυθίων καταλαμβάνουν πια, μέσα στον 7ο και στις αρχές του 6ου αι. π.Χ., οι κορινθιακοί αρύβαλλοι (αρ. 198, 199 και 202 από τη Ρόδο· αρ. 200 και 203 από την Κρήτη· αρ. 201 από την Κύπρο) καθώς και τα αλάβαστρα (αρ. 204 και 206 από την Κρήτη· αρ. 205 από την Κύπρο).

Αξιοσημείωτα είναι τα εκθέματα αρ. 89, 91 και 92. Πρόκειται για μια σημαντική κατηγορία πήλινων δίνων με πλαστικά αποδομένες προτομές γρυπών που χρονολογούνται μέσα στον 7ο αι. π.Χ. Όλοι βρέθηκαν στην Κρήτη, αλλά ο ασυνήθιστα μεγάλος λέβης αρ. 92 αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα από την ανατολική Ελλάδα (πιθανότατα από τα νησιά).

αρ. 89 (λεπτομέρια)

αρ. 90

αρ.91 (λεπτομέρια)

 

αρ.92 (σχέδιο)

Μεταλλικός δίνος

Ότι οι δίνοι αυτοί έχουν μεταλλικά πρότυπα δεν υπάρχει καμία αμφιβολία, αν μάλιστα συγκριθούν με αντίστοιχα έργα, ολόκληρα ή αποτμήματα, από τη Σαλαμίνα της Κύπρο, τη Σάμο και αλλού. Σε μια ανάλογη παραγωγή χάλκνων, εξάλλου, παραπέμπει και το κεφαλάκι του γρύπα, αρ. 90, πιθανότατα πρόπλασμα για να κατασκευαστεί πήλινη μήτρα στην οποία θα χυτευόταν χάλκινη προτομή. Η διάδοση των χάλκινων παραδειγμάτων στον ΥΓ/ΠρΑ κόσμο φαίνεται ότι ήταν μεγάλη και η αξία τους σημαντική και γι' αυτό αντιγράφονταν και στον πηλό σε μεγάλους αριθμούς. Αξίζει, εδώ, να αναφερθεί το χωρίο που παραθέτει ο Ηρόδοτος σχετικά με τον Κωλαίο από τη Σάμο, ο οποίος κέρδισε τεράστια ποσά από το εμπόριο μετάλλων με την Ταρτησσό και από το κέρδος του αυτό αφιέρωσε έναν τέτοιο χάλκινο κρατήρα στο μεγάλο πανελλήνιο ιερό της γενέτειράς του. Αναφέρει ο Ηρόδοτος (Ιστ., Δ 154 κ.εξ.) '...τότε ένα σαμιακό καράβι με καπετάνιο τον Κωλαίο ... και φθάσαν οι Σαμιώτες στην Ταρτησσό, που την εποχή εκείνη ήταν εμπορικό κέντρο ανεκμετάλλευτο. Και έτσι, φεύγοντας οι Σαμιώτες από κει είχαν κερδίσει από το φορτίο τους περισσότερα απ' όσα ποτέ κέρδισαν Έλληνες ... Οι Σάμιοι ξεχώρισαν το ένα δέκατο από τα κέρδη τους, συνολικά έξι τάλαντα, και κατασκεύασαν μεγάλο χάλκινο κρατήρα του τύπου του αργολικού, που γύρω-γύρω του εξείχαν κεφαλές γρυπών και τον ανέθεσαν στο Ηραίο τοποθετώντας τον πάνω σε τρεις γονατιστούς χάλκινους κολοσσούς που είχαν ύψος επτά πήχεις'.

Οι σχέσεις της Δωδεκανήσου με την Κρήτη και την Κύπρο εξακολούθησαν στη διάρκεια του 7ou αι. π.Χ., όπως φαίνεται καθαρά και από τις εισαγωγές των υπ' αρ. 119-121 τρίλοβων οινοχοών στους Αρκάδες και την Κνωσό καθώς και από τον υπ' αρ. 93 πήλινο δίνο στην Αμαθούντα.

Μια άλλη παράμετρος των σχέσεων με τη Συρία, τη Φοινίκη και την Αίγυπτο από τα τέλη του 8ου και σ' όλη τη διάρκεια του 7oυ αι. π.Χ. γίνεται εναργής μέσα από μια σειρά αντικειμένων από φαγεντιανή. Στην κατηγορία αυτή εντάσσονται τα υπ' αρ. 252 και 256, ειδώλιο και περίαπτο αντίστοιχα, των αιγυπτιακών θεοτήτων Sekhmet και Nefertum, που βρέθηκαν στο "ιερό των τριών πεσσών" του ναού Β στον Κομμό.

http://www.ics.forth.gr/isl/yppo_site/fokas/anatolikh_mesogios/pictures_with_text/ar251.gif

http://www.ics.forth.gr/isl/yppo_site/fokas/anatolikh_mesogios/pictures_with_text/ar252.gif

http://www.ics.forth.gr/isl/yppo_site/fokas/anatolikh_mesogios/pictures_with_text/ar254.gif

αρ.251

αρ 252

αρ.254

Επίσης το υπ' αρ. 255 ειδώλιο του Nefertum από το βόρειο νεκροταφείο της Κνωσού, που χρονολογείται γύρω στο 700 π.Χ., και τα υπ' αρ. 253 και 254 υστερότερα χρονολογικά περίαπτα της Sekhmet από την Αμνισό και την Κάμιρο αντιστοίχως. Η λατρευτική-αναθηματική παράμετρος των ειδωλίων του Κομμού, η δίχως άλλο αναθηματική των ειδωλίων της Αμνισού και της Καμίρου και η αποτροπαϊκή-συμβολική του βόρειου νεκροταφείου της Κνωσού είναι πολύ ενδιαφέρουσες για τις σχέσεις που η παρουσία τους υποδηλώνει, είτε αυτά ανήκαν σε περαστικούς ανατολίτες εμπόρους είτε σε εγκατεστημένους ανατολίτες στην Κρήτη και τη Ρόδο είτε, τέλος, σε Κρήτες με ευρείς θρησκευτικούς προσανατολισμούς. Το ίδιο θα μπορούσε να πει κανείς και για τα σύγχρονά τους ειδώλια που βρέθηκαν στην Κρήτη, όπως για παράδειγμα του Ptaη-Seker (αρ. 261), τα υπ' αρ. 259 και 260 ειδώλια του Bes, προστάτη της μητέρας και του νεογέννητου, ή το ειδώλιο της Αστάρτης (αρ. 257). Η διασπορά των ειδωλίων και των περιάπτων αυτών στην Κρήτη είναι μεγάλη (Ελεύθερνα, Κνωσός, Ίνατος, Κομμός) και αναρωτιέται κανείς αν πρόκειται για μεμονωμένα παραδείγματα ή αν υπήρχε μια συστηματικότερη διάδοση του ιδεολογικού του υπόβαθρου και των πεποιθήσεων, που τα συνόδευαν. Αν υπήρξε ποτέ κάτι τέτοιο θα πρέπει κανείς να αναρωτηθεί ποιοί ήσαν οι δρόμοι διάδοσής τους στη Μεγαλόνησο. Ακολουθούσαν και αυτοί τον θαλάσσιο δρόμο που διχαζόταν στη ΒΑ ακτή του νησιού και, επομένως, υπήρχε ένας βόρειος και ένας νότιος παραλιακός δρόμος ή υπήρχαν (ίσως και παράλληλα) και άλλοι στεριανοί δρόμοι διάδοσης; (π.χ. από τον Κομμό προς τα ΒΔ, δηλαδή -μέσω ης κοιλάδας του Αμαρίου προς την Ελεύθερνα ή από την Φαιστό και την Κνωσό ή, πολύ πιθανόν, και το αντίθετο). Βέβαια, στοιχεία κανονικής εγκατάστασης ανατολιτών σε κάποιο οικισμό δεν έχουν βρεθεί. Μόνον το ιερό του Κομμού έχει ένα χαρακτήρα ανατολίτικο αναμεμιγμένο με ντόπια στοιχεία -άλλα ανατολίτικα στοιχεία μπορεί να βρει κανείς και στην ακρόπολη της Γόρτυνας-και έτσι για μονιμότερη εγκατάσταση μιλούν μόνο οι cippi απότην Κνωσό και την Ελεύθερνα (εάν ερμηνευθούν έτσι) καθώς και οι ταφές από τους Αρκάδες, στις οποίες αναφερθήκαμε ήδη.

Αποτροπαϊκό ή αναθηματικό χαρακτήρα έχουν και τα φαγεντιανά ιερακόμορφα περίαπτα -σύμβολα του θεού Ώρου- αρ. 262 και 263 από την Ιαλυσό και το Κούριο αντίστοιχα καθώς και το υπ' αρ. 347 ασβεστολιθικό ανάλογο ειδώλιο πάλι από το Κούριο.

Αποτροπαϊκό χαρακτήρα αποπνέει η δαιμονική όψη του υπ' αρ. 220 πιθηκόμορφου πήλινου ρυβάλλου από το βόρειο νεκροταφείο της Κνωσού. Η αγάπη για τα εξωτικά όντα, δαιμονικά ή όχι, όπως και ο ζωγραφιστός πίθηκος στην εξωτερική όψη των πήλινων ομοιωμάτων οικιών από το νεκροταφείο της Θήρας, της αρχαϊκής περιόδου, παραπέμπουν για μια ακόμα φορά προς την Κυρηναϊκή και την Αίγυπτο.

 αρ. 220

 

 αρ. 248

Από την περιοχή της Παλαιστίνης προέρχεται και το υπ' αρ. 248 λεοντόμορφο φαγεντιανό αγγείο που βρέθηκε στο βόρειο νεκροταφείο της Κνωσού. Ένα υστερότερο λεοντόμορφο παράδειγμα από πηλό, το υπ' αρ. 219 από τους Αρκάδες, κρητικής παραγωγής, αποδίδεται στον τύπο του λιονταριού που κρατά φιάλη, ο οποίος προέρχεται από την Αίγυπτο και την Παλαιστίνη.

Η άμεση σχέση της Αιγύπτου με την Κρήτη και τη Ρόδο ή η έμμεση, μέσω της Συροπαλαιστίνης, φέρει στο νου και τις ιστορικές πληροφορίες για τη συμμετοχή των ελλήνων μισθοφόρων στα στρατεύματα του Ψαμμήτιχου που διέκοψαν την ασσυριακή προέλαση προς την Αίγυπτο το 663 π.Χ. Το υπ' αρ. 247 φαγεντιανό φλασκί τύπου New Year, πιθανότατα από το εργαστήρι της Ναυκράτιδος, είναι ένα δείγμα αυτής της σχέσης. Τα φλασκιά αυτά με την περίτεχνη διακόσμηση διαδίδονται από την εποχή του Ψαμμήτιχου και σ' όλη τη διάρκεια της 26ης δυναστείας (664-525 π.Χ.) στο χώρο της Συροπαλαιστίνης, στην Κύπρο, στο Αιγαίο και την Ετρουρία. Ωστόσο, γρήγορα φαίνεται ότι η Ρόδος δημιούργησε πιθανότατα το δικό της ακμάζον τοπικό εργαστήρι φαγεντιανής, επηρεασμένο από τα αιγυπτιακά ή φοινικικά ανάλογα εργαστήρια, όπως προκύπτει από τον υπ' αρ. 245 αρύβαλλο της Ιαλυσού. Ίσως φαγεντιανές παραγωγές ενός τοπικού κρητικού εργαστηρίου, όχι πρώτης ποιότητας, φαίνεται ότι αποτελούν οι υπ' αρ. 243 και 244 αρύβαλλοι από τη Φορτέτσα κι ακόμα και το υπ’ αρ. 246 αλάβαστρο, ομοίως από τη Φορτέτσα, όπως και η υπ’ αρ. 267 χάνδρα (ή σφονδύλι) από την ακρόπολη της Γόρτυνας.

Σε ανατολικό εργαστήριο, του οποίου η θέση δεν έχει ακόμα προσδιοριστεί, φαίνεται να έχουν δημιουργηθεί τα υπ’ αρ. αρ. 240 και 242 αγγεία από υποκίτρινη φαγεντιανή με ομοιόχρωμη εφυαλωμένη επιφάνεια από την Ελεύθερνα. Το υπ’ αρ. 240 μοιάζει τόσο στο σχήμα όσο και τα μεγέθη, αλλά όχι στην εφυάλωση, με το άγνωστης προέλευσης αρ. 241 εφυαλωμένο αγγείο στο Κυπριακό Μουσείο της Λευκωσίας. Το αμφορόσχημο φαγεντιανό ληκύθιο με κυανοπράσινο υάλωμα, αρ. 239, που προέρχεται από την Ιαλυσό ή την Κάμιρο μοιάζει περισσότερο εξελιγμένο ως προς το σχήμα του από τα αμφορόσχημα ληκύθια αρ. 236-238 από την Ελεύθερνα, στα οποία και παραπέμπει. Ούτε και αυτού το εργαστήρι έχει εντοπιστεί, όπως άλλωστε αβέβαιος είναι και ο τόπος παραγωγής της υπ’ αρ. 235 φιάλης από την Κνωσό που μιμείται την τεχνική του χαμηλού αναγλύφου της αιγυπτιακής τέχνης της Γ ενδιάμεσης περιόδου.

Κελύφη από αυγά στρουθοκαμήλου μάς είναι γνωστά από την Αίγυπτο και τη Μεσοποταμία ήδη από την 3η χιλιετία πολλές Δεν γνωρίζουμε ακριβώς την πρώιμη χρήση ούτε το ιδεολογικό υπόβαθρο με το οποίο συνδέεται η εύρεσή τους σε τάφους. Εικάζεται ότι έχει σχέση με την αναγέννηση της ζωής. Το υπ’ αρ. 249 κέλυφος από τον θαλαμοειδή τάφο 4 των Αμπελοκήπων της Κνωσού δεν αποκλείεται να περιείχε αρωματικό έλαιο, όπως προκύπτει από τις οπές στο επάνω τμήμα του, που συνδέονται με την προσάρτηση λαιμού από διαφορετικό υλικό. Το έκθεμα αυτό, ό,τι κι αν περιείχε, μιλά από μόνο του για την εξωτική του καταγωγή.

Σε εργαστήρια της βόρειας Μεσοποταμίας, της Συρίας και, ίσως, της Φοινίκης αποδίδεται η παραγωγή χυτών αγγείων πολυτελείας από γυαλί που, μέσω του εμπορίου των Φοινίκων και των Ελλήνων στην ανατολική Μεσόγειο, πέρασαν στα Δωδεκάνησα και την Κρήτη. Σ’ αυτήν την παραγωγή ανήκει η υπ’ αρ. 250 γυάλινη ημισφαιρική φιάλη από τη Φορτέτσα καθώς επίσης και τα θραύσματα μιας ανάλογης, δυστυχώς αρκετά φθαρμένης από το πυρ, τα οποία εντοπίστηκαν στο χώρο του αποτεφρωτηρίου της Ελεύθερνας (βλ. Σταμπολίδης 1990α, 294, πίν. 60α). Ανάλογες από έγχρωμο γυαλί έχουν βρεθεί σε τάφους της Ετρουρίας του 7ou αι. πολλές Στην ίδια παραγωγή θα πρέπει να ενταχθούν και οι υπ’ αρ. 266 γυάλινες χάνδρες περιδεραίου που βρέθηκαν στη Ρόδο όπου, όπως γνωρίζουμε, άνθισε ένα από τα πρωιμότερα και μεγαλύτερα σε διαχρονική διάρκεια εργαστήρια γυαλιού στην Ελλάδα.

Η δυσκολία να εντοπίσει κανείς την αρχή προέλευσης και τα εργαστήρια παραγωγής ορισμένων αντικειμένων μέσα στον 7ο αι. πολλές, όπως παρατηρήσαμε παραπάνω για ορισμένα φαγεντιανά τέχνεργα, η διάχυση και η πολύτροπη χρησιμοποίηση ανατολικών μοτίβων μέσα σε μια σειρά από τέχνεργα του 7ου αι. πολλές, των οποίων ο προσδιορισμός της αρχής και της καταγωγής τους δεν είναι πάντα εύκολος, αφού είναι βαθειά χωνεμένα μέσα στα εκάστοτε Τοπικά εργαστήρια, όπως για παράδειγμα στο κρητικό-ανατολίζον, φαίνεται χαρακτηριστικά στην υπ’ αρ. 221 τρίλοβη οινοχόη από την Κνωσό, στον υπ’ αρ. 222 ζωόμορφο ασκό, στο υπ’ αρ. 343 περίτμητο ελεφαντοστέινο πλακίδιο από το Ιδαίον Άντρο καθώς και στα περίτμητα χρυσά ελάσματα από την Ελεύθερνα, αρ. 336 και 337. Από τη στιγμή, όμως, που η μετριασμένη σε ένταση δύναμη της ανατολίτικης παραγωγής και επίδρασης και η δημιουργικότητα των τοπικών εργαστηρίων της Κύπρου, της Ρόδου και της Κρήτης (αλλά και των υπολοίπων εργαστηρίων στο Αιγαίο και την ηπειρωτική Ελλάδα) συγχωνεύτηκαν μέσα στον 7ο αι. πολλές, τότε ξεπήδησε δυναμικά ένας αλλιώτικος κόσμος που –με μάτια ορθάνοιχτα- είχε συγκεράσει τη γνώση της Ανατολής με την αίσθηση του μέτρου και της λογικής και ξεκινούσε να μεγαλώσει την ανθρώπινη μορφή σε σχέση με τη θεϊκή και να τη δει σε μια κοινωνία διαφορετική από τη δεσποτική της Ανατολής, σε μια κοινωνία του Δήμου. Εκεί κάπου έκανε την έναρξή του ο αρχαϊκός ελληνισμός.

 ΝΙΚ0ΛΑ0Σ ΧΡ. ΣΤΑΜΠΟΛΙΔΗΣ

O Nικόλαος Σταμπολίδης αποφοίτησε με άριστα από το Τμήμα Ιστορίας και Αρχαιολογίας του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης. Έκανε μεταπτυχιακές σπουδές Πανεπιστήμιο της Βόννης (1975-1978) και εκπόνησε διδακτορική διατριβή σχετικά με την ελληνιστική πλαστική και αρχιτεκτονική (με τίτλο «Ο βωμός του Διονύσου στην Κω») στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης, από όπου το 1982 του απονεμήθηκε Διδακτορικό Δίπλωμα στην Αρχαιολογία με άριστα. 
Από το 1984, που εκλέγεται λέκτορας, διδάσκει στο Τμήμα Ιστορίας-Αρχαιολογίας του Πανεπιστημίου Κρήτης. Το 1987 εξελέγη Επίκουρος Καθηγητής, το 1990 Αναπληρωτής Καθηγητής και το 1994 Τακτικός Καθηγητής. Έχει διατελέσει Πρόεδρος του Τμήματος Ιστορίας-Αρχαιολογίας (1991-1993), Κοσμήτορας της Φιλοσοφικής Σχολής (1994-1997) και συνδιευθυντής του Προγράμματος μεταπτυχιακών Σπουδών «Ο Αρχαίος Ελληνικός Κόσμος» και Διευθυντής από το 2005 κ.εξ. 
Από το 1996 είναι συγχρόνως και Διευθυντής του Μουσείου Κυκλαδικής Τέχνης. Έχει οργανώσει και επιμεληθεί πολλές μεγάλες αρχαιολογικές εκθέσεις

 

ΤΕΛΟΣ

 

2010

 

 

Για να δείτε κάποιες σελίδες πρέπει να έχετε τον flash player που μπορείτε να βρείτε πατώντας στο εικονίδιο δίπλα.

Πνευματικά δικαιώματα © 2009

 Συντελεστές  και επικοινωνία μαζί μας

       SiteLock