Συνοπτική Παρουσίαση των Θεσμών της «Αυτοκρατορίας της Ρωμανίας»

Η Βυζαντινή Αυτοκρατορία ήταν η μακροβιότερη όλων των εποχών, με διάρκεια ζωής 11,5 περίπου αιώνες. Επισήμως ονομαζόταν «Αυτοκρατορία της Ρωμανίας». Η λέξη «Ρωμανία»  αποτελεί εθνογεωγραφικό όρο ο οποίος χρησιμοποιείτο προκειμένου να υποδηλωθεί η διαφορά της εθνολογικής συστάσεως της Ανατολικής σε σχέση με την δυτική ρωμαϊκή αυτοκρατορία. Υποδηλώνει επίσης τον γεωγραφικό χώρο των Ελλήνων οι οποίοι βαπτίσθηκαν Χριστιανοί και απεκαλούντο πλέον Ρωμαίοι, επειδή  έπαψαν να είναι ειδωλολάτρες και προσεχώρησαν στην Ρωμαϊκή Πίστη, που ήταν βεβαίως ο Χριστιανισμός. 

 

Στο Βυζάντιο, μεταξύ των λαϊκών, κύριοι θεματοφύλακες των ιδεωδών του Ελληνοχριστιανικού Πολιτισμού ήσαν οι παλαιές επ’ Ευγενείαι λαμπρυνόμενες Οικογένειες. Για τους Βυζαντινούς Ευγένεια (δηλ. το να ανήκει κάποιος σε κάποια «καλή γενιά» και κατ’ επέκταση στην Τάξη των Ευγενών) δεν είναι παρά η αρχαία Τιμή, δηλ. η ηθική Αξία που συνεχίζεται και για την οποία δεν αρκεί μόνον η καταγωγή, αλλά χρειάζεται και η διαμόρφωση συνειδήσεως, τρόπου ζωής και συμπεριφοράς που να αντέχουν στον χρόνο προκειμένου να εκφράζονται ως υπόδειγμα και παρακίνηση συνεχείας, υποχρεώνοντας τους απογόνους να θέλουν να μοιάσουν στους προγόνους.

Οι Βυζαντινοί Ευγενείς οι οποίοι εμφορούνταν από αυτά τα ιδεώδη και ήταν συγγενείς μεταξύ τους, συνήθως κάτω από ένα ή περισσότερα κοινά επώνυμα, είτε του πατέρα ή/και της μητέρας, ή/και των δύο γονέων, ή/και άλλων προγόνων, συναποτελούσαν μεγάλες Οικογένειες οι οποίες ζούσαν, συνεργάζονταν, συνεδρίαζαν, συνέτρωγαν και ενίοτε τα μέλη τους συγκατοικούσαν όλοι μαζί και οι οποίες ως εκ τούτου ονομάζονταν εθιμικώς «Οίκοι».

Τα Μέλη των Οίκων συνδέονταν μεταξύ τους με ισχυρούς δεσμούς αλληλεγγύης, τους οποίους ενίσχυαν με επιγαμίες με Μέλη άλλων Οίκων, καθώς και με Συνασπισμούς τους οποίους σχημάτιζαν διάφοροι Οίκοι από κοινού. Επ’ αγαθώι δε και των υπολοίπων, υποστήριζαν και προωθούσαν αξιοκρατικώς τα συμφέροντα των ικανοτέρων και αξιοτέρων Μελών εξ’ αυτών, με αποτέλεσμα την συσσώρευση πλούτου, ισχύος, επιρροής, φήμης και εξουσίας στους Οίκους ή στους συνασπισμούς στους οποίους ανήκαν, τα Μέλη  των οποίων, για τους λόγους αυτούς, ονομάζονταν «Δυνατοί».

Παραλλήλως, έκαστος Οίκος είχε το προνόμιο να συντηρεί Οικία, δηλ. δύναμη ιδιωτικού στρατού της «Αυτοκρατορικής, Επιλέκτου, Ομοτραπέζου, Συμμίκτου, Καβαλλαρικής Τάξεως των Βουκελλαρίων», προκειμένου να προστατεύουν τους ίδιους αλλά και την Αυτοκρατορία της Ρωμανίας από τους εχθρούς της.

Οι Οίκοι δε, προστάτευαν από τυχόν αυθαιρεσίες ή υπερβολές της κεντρικής εξουσίας τους υπηκόους, τους υποτελείς, τους υπασπιστές και ακολούθους τους, το οικετικό προσωπικό, τους δούλους, καθώς και τους πάσης φύσεως Οικείους και υποστηρικτές τους. 

Στην Αυτοκρατορία της Ρωμανίας, τα δημόσια Αξιώματα ονομάζονταν «Δια Λόγου Αξίες» και ήταν ιεραρχικώς κατανεμημένα, ενώ συνοδεύονταν συνήθως και από ορισμένους Τιμητικούς Τίτλους που ονομάζονταν «Δια Βραβείων Αξίες». Τα δε Αξιώματα ή/και οι Τιμητικοί Τίτλοι που αποτελούσαν την Αυλική Ιεραρχία του Ιερού (δηλ. του Αυτοκρατορικού) Παλατίου ονομάζονταν Οφφίκια.

Τόσο τα Αξιώματα όσο και οι Τιμητικοί Τίτλοι ήσαν προσωποπαγή και δεν κληρονομούνταν. Μοναδική εξαίρεση αποτελούσε ο ύπατος και μοναδικός κληρονομητός Τίτλος, συμφώνως προς την τελευταία ισχύσασα νομοθεσία της Αυτοκρατορίας της Ρωμανίας, ο οποίος μάλιστα κληρονομείτο ακόμα και εκ θηλυγονίας, καθώς  και από όλα τα τέκνα, ανεξαρτήτως φύλου ή σειράς γεννήσεως, όπως και από τη σύζυγο, ακόμα και εάν αυτή ήταν διαζευγμένη και ήταν εκείνος του Συγκλητικού.

Οι κατά τρόπο αξιοκρατικό κρατούντες Άριστοι εκ των Ευγενών, οι οποίοι είχαν αποδείξει την αξία τους διερχόμενοι ανοδικώς όλες τις βαθμίδες της Ιεραρχίας των Δημοσίων Αξιωμάτων και είχαν αρθεί στην Αξία του Συγκλητικού (που ήταν και ο ex officio ύπατος κληρονομητός Τίτλος Ευγενείας), κατόπιν της δια ψηφοφορίας αποδοχής τους εκ μέρους των λοιπών Συγκλητικών, αποτελούσαν την (Συγκλητική) Αριστοκρατία.

Οι πρώτοι Συγκλητικοί της Αυτοκρατορίας της Ρωμανίας κατάγονταν από τους Πατρικίους Συγκλητικούς της Ρώμης, ενώ στη συνέχεια ήρθησαν στην Συγκλητικοί Αξία και έτεροι Ευγενείς Ελληνικής καταγωγής.

Οι Πατρίκιοι ετυμολογικώς ήσαν ομόρριζοι με το Αρχιερατκό γένος των Ευπατριδών των Αρχαίων Αθηνών. 

Οι Ευπατρίδαι κατά την παράδοση αναδείχθηκαν θεσμικώς και νομικώς από τον Θησέα και είχαν ανάλογη και πανομοιότυπη ύπαρξη και δράση με τους μεταγενεστέρους Πατρικίους Συγκλητικούς της Ρώμης.

Οι Ευπατρίδαι δεν συνδέονταν μεν με δεσμούς αίματος μεταξύ τους, αλλά ανήκαν στην Τάξη των Ευγενών και ήσαν εντεταλμένοι από την πολιτεία να παρακολουθούν και να επιβλέπουν τις θρησκευτικές τελετές, ώστε να τηρούνται απαρεκκλίτως οι παραδόσεις, να ερμηνεύουν θέματα ιερατικών θεσμών και να ασκούν χρέη θεματοφυλάκων των νόμων.

Κατόπιν των προεκτεθέντων θα μπορούσαμε επομένως να πούμε ότι – τηρουμένων των αναλογιών – οι Πατρίκιοι Συγκλητικοί της Αυτοκρατορίας της Ρωμανίας ήσαν ουσιαστικώς οι – εκχριστιανισθέντες πλέον – διάδοχοι και συνεχιστές των Αρχαίων Αθηναίων Ευπατριδών.

Τούτο ενισχύεται πέραν των προαναφερθέντων και από το γεγονός ότι η Σύγκλητος ήταν μεταξύ άλλων το ύπατο και ανώτατο τελετουργικό, νομοθετικό, συμβουλευτικό, εκλογικό, δικαστικό, πολιτειακό και συντακτικό όργανο της Αυτοκρατορίας της Ρωμανίας. Η παλαιά της ονομασία «Sacer Senatus», δηλ. Ιερά Γερουσία (ετυμολογείται εκ της λέξεως Γέρας που σημαίνει Βραβείο) μεταφράστηκε στα Ελληνικά «Ιερά Σύγκλητος», δηλ. Συνέλευση, ενώ αναφέρεται και ως «Τάγμα της Ιεράς Συγκλήτου», «Σύγκλητος Βουλή», «Λογάς», «Λαμπρότατον Τάγμα της Συγκλήτου», «Ενδοξοτάτη Σύγκλητος», «Βασιλική Σύγκλητος» κλπ. Την αποτελούσαν δε όλοι οι εν ενεργεία και πρώην κάτοχοι Αξιωμάτων ή/και Τιμητικών Τίτλων από έναν ιεραρχικό βαθμό και άνω (συγκεκριμένως του Πρωτοσπαθαρίου), καθώς και οι απόγονοί τους.

Το σύνολο σχεδόν των κορυφαίων ανωτάτων λαϊκών και κληρικών Αξιωματούχων του Βυζαντίου ανήκε στην Τάξη των Συγκλητικών, ενώ μεταξύ των πλέον επιφανών ιστορικών ηγετών του «Λαμπροτάτου Τάγματος της Ιεράς Ενδοξοτάτης Συγκλήτου», περιλαμβάνονται και δύο εξέχουσες πνευματικές προσωπικότητες: οι Μάγιστροι Πρόκλος και Μιχαήλ Ψελλός.

Η Τάξη των ΒΟΥΚΕΛΛΑΡΙΩΝ» προς υποστήριξη και υπεράσπιση τόσο των Οίκων, όσο και του δευτεροβαθμίου φορέως των τελευταίων.

Διευκρινίζεται ότι η εν λόγω Τάξις, η  οποία αποτελούσε το πλέον ηρωικό, επίλεκτο και αξιόμαχο Καβαλλαρικό σώμα της Αυτοκρατορίας της Ρωμανίας, είχε αρχικώς ιδρυθεί το 514 μ.Χ. από τον τότε 14ετή μαθητή και μετέπειτα πολυνίκη θρυλικό Στρατηγό του Αυτοκράτορος Ιουστινιανού, Βελισάριο, ο οποίος ήτο Έλλην, εκ της Γερμανικείας της Θράκης, Ευγενής και Συγκλητικής καταγωγής.

Οι Βουκελλάριοι απετέλεσαν την προσωπική του σωματοφυλακή και ήσαν τιμητικώς ομοτράπεζοί του. Συνέτρωγαν δε τον ίδιο άρτο, ο οποίος ονομαζόταν “Βουκέλλα”, από τον οποίο προέρχεται και η ονομασία τους.

Η Βουκέλλα ήταν ένα είδος «Κρικέλλας», δηλ. Μεγάλου Άρτου σχήματος κρίκου τον οποίον μοιράζονταν πολλοί ομοτράπεζοι. Ποιοτικώς ήταν ανώτερος από εκείνον τον οποίον έτρωγε το υπόλοιπο στράτευμα και για την ακρίβεια ήταν το είδος εκείνο το οποίο χρησιμοποιείτο ως «Βούκα» (από την οποία ετυμολογείται η λέξη Βουκέλλα, δηλ. μεγάλη «Βούκα»), που σημαίνει μπουκιά εμβαπτισμένη στον άκρατο οίνο της Θείας Ευχαριστίας, η οποία τότε ονομαζόταν «Βουκάκρατον». Η Βούκα ήταν επομένως ο Άρτος της Θείας Ευχαριστίας, ο οποίος συμβόλιζε το «Σώμα του Χριστού».

Αξίζει να μνημονευθεί ότι η λέξη «Βουκελλάριος» ετυμολογείται από τη λέξη «Βουκάκρατον» (Θεία Ευχαριστία) που ετυμολογείται από τις λέξεις «Βούκα», δηλ. μπουκιά (μικρό τεμάχιο Βουκέλλας), που συμβολίζει το Σώμα του Κυρίου και «Άκρατος» δηλ. ανόθευτος οίνος, που συμβολίζει το Αίμα της Αιωνίου Ζωής του Αναστάντος Κυρίου, το μη προσμεμιγμένο με το ύδωρ του θανάτου που έρευσε όταν ο Ιησούς παρέδωσε το Πνεύμα Του επάνω στο σταυρό, καθώς και από την λέξη «Κελλάριος» που σημαίνει Φύλακας. «Βουκελλάριος» επομένως σημαίνει, σύμφωνα με λεξικό του 17ου αι., «Φύλακας του Μυστηρίου της Θείας Ευχαριστίας» ή «Φύλακας του (Αναστάντος ή Αθανάτου) Σώματος του Χριστού».

Οι Βουκελλάριοι μνημονεύονται επίσης και ως μυστικοσύμβουλοι, σωματοφύλακες και ομοτράπεζοι των Συγκλητικών με τους οποίους μοιράζονταν την «Βουκέλλα», η οποία είχε μεγάλο κυκλικό σχήμα, πιθανώς γιατί την συνέτρωγαν, ως ομοτράπεζοι των Συγκλητικών, από κοινού με τους τελευταίους, παρακαθήμενοι στην ίδια Στρογγυλή Τράπεζα.

Αναφέρονται επίσης και ως οι πρόδρομοι των Ιπποτών της Στρογγυλής Τραπέζης, καθώς και ως εκείνοι οι οποίοι πρώτοι μετέδωσαν τα Ιπποτικά ιδεώδη στην Δύση όταν υπηρέτησαν ως μισθοφόροι τους Δυτικούς Ευγενείς και Φεουδάρχες του Μεσαίωνα. Και ήταν αυτά ακριβώς τα Ιπποτικά ιδεώδη των Βουκελλαρίων τα οποία ενστερνίστηκε 5-6 αιώνες αργότερα το σύνολο ίσως των δυτικών Ιπποτικών Ταγμάτων. Ενίοτε τα μεταγενέστερα δυτικά Ιπποτικά Τάγματα, εκτός από τα ιδεώδη τους, υιοθέτησαν μεταξύ άλλων και την όπλιση, τα σύμβολα, καθώς και τη δομή των Βουκελλαρίων.

Ενδεικτικώς ο επισείων των Βουκελλαρίων ήταν αρχικώς λευκός, ενώ αργότερα έφερε ερυθρό σταυρό επί λευκού πεδίου, έμβλημα που υιοθέτησε μετά από 6 αιώνες στην Γαλλία και το Τάγμα των Ιπποτών του Ναού, καθώς και το κατά 3 περίπου αιώνες μεταγενέστερο Τάγμα της Περικνημίδος!…

Είναι επίσης χαρακτηριστικό ότι οι «Ιατροί-Σκρίβονες-Δηποτάτοι» του Τάγματος των Βουκελλαρίων, δηλ. οι Ιατροί-Σωματοφύλακες/Διασώστες-Τραυματιοφορείς, που μετέφεραν τους ασθενείς και τους τραυματίες των μαχών στα «Οσπίτια», δηλ. στα κέντρα περιθάλψεως, νοσηλείας και υποδοχής του Τάγματος που ίδρυσε ο Άγ. Ιωάννης ο Ελεήμων, μετεξελίχθηκαν και αυτονομήθηκαν στο πέρασμα 5,5 περίπου αιώνων, στην Παλαιστίνη, στο αυτοτελές Τάγμα των Οσπιταλίων ή Οσπιταλιέρων Ιωαννιτών Ιπποτών της Ρόδου ή της Μάλτας!?

Οι Βουκελλάριοι, εκτός από «Φύλακες του (Αθανάτου) Σώματος του Χριστού», είχαν μεταξύ άλλων και τα προνομιούχα καθήκοντα των «Προστατών των Πριγκίπων», των «Ακολούθων», των «Ιπποκόμων», των «Οικονόμων» καθώς και των «Παραμυθούντων» δηλ. των «Συμβούλων» (εκ του «Παραμυθέομαι» = συμβουλεύω, προτρέπω, ενθαρρύνω, παρηγορώ, καθησυχάζω, παρακινώ, παροτρύνω, ανακουφίζω, παραινώ, υποδεικνύω) εκείνων που τους προσελάμβαναν στην υπηρεσία τους.

Θα πρέπει να σημειωθεί ότι οι Βουκελλάριοι διέφεραν ριζικώς από τους «Scurrae», οι οποίοι, χωρίς να διαθέτουν καταγωγή, επίσης γίνονταν δεκτοί στους κύκλους των Ευγενών, αλλά μόνον ως διασκεδαστές των τελευταίων.

Η σωματοφυλακή ή φρουρά, που αποτελείτο από Βουκελλαρίους και η οποία ήταν ουσιαστικώς ο ιδιωτικός στρατός στρατηγών ή/και υψηλών αξιωματούχων  (δηλ. Ευγενών ή/και Αριστοκρατών οι οποίοι ex officio«κατελέγοντο» και «συνηριθμούντο» στην «Λογάδα» των Συγκλητικών), καταχρηστικώς δε και ορισμένων ευπόρων ιδιωτών, οι οποίοι την συγκροτούσαν, μεριμνώντας για την οργάνωση και συντήρησή της, απεκαλείτο – ανεξαρτήτως αριθμητικής δυνάμεως – «Οικία».

Ως «Οικείοι» ή «Οικειακοί» άνθρωποι οι Βουκελλάριοι ανήκαν στο περιβάλλον των Δυνατών, μεταξύ των οποίων ιδίως των Συγκλητικών, με τους οποίους τους συνέδεε εκδούλευση και πίστη, μεγαλύτερη μεν από εκείνη του υπηρέτη («Οικέτου»), του δούλου, του παροίκου ή του κρατικού υπαλλήλου, αλλά ανεξάρτητη των συνηθειών υποτελείας.

Για τους Δυνατούς, «Οικείος» σήμαινε κάποιον απολύτως έμπιστο και σταθερό, ο οποίος αν και δεν ανήκε στις προαναφερθείσες κατηγορίες υποτελών, εντούτοις γινόταν δεκτός, για την Αξία του, ως ομοτράπεζος, στο στενό περιβάλλον των Δυνατών (που ήταν ως επί το πλείστον Συγκλητικοί), τους οποίους – ως Βουκελλάριος – οικειοθελώς, αυτοβούλως και με υπέρμετρη ανδρεία υποστήριζε και προστάτευε, για ιδεολογικούς κυρίως λόγους, διακινδυνεύοντας πολλές φορές τη ζωή του, ενώ τους ακολουθούσε ακόμα και στην εξορία.

Η «Αυτοκρατορική, Επίλεκτος, Ομοτράπεζος, Σύμμικτος Καβαλλαρική Τάξις των Βουκελλαρίων», ήταν Σύμμικτος επειδή αποτελείτο από δύο κύριες εντός αυτής Ιεραρχικές Τάξεις, ήτοι την Καβαλλαρική (ανωτάτη προηγουμένη) και την Πεζική των Υπασπιστών (επομένη), οι οποίες με τη σειρά τους υποδιαιρούνταν αντιστοίχως σε «Διαφορές Οπλίσεως» και σε «Είδη», διαφόρων ιεραρχικών βαθμών.

Θα πρέπει επίσης να σημειωθεί ότι η Ομοτράπεζος Τάξις των Βουκελλαρίων δεν υπήρξε Πατριαρχική, αλλά αποκλειστικώς Καβαλλαρική, ήταν δε η μόνη Καβαλλαρική Τάξις που η ίδρυσή της συμφώνως προς την Βυζαντινή νομοθεσία, την ιστορική τεκμηρίωση και τις παραδόσεις, δεν εξαρτιόταν ούτε από τον Αυτοκράτορα, ούτε από τον Πατριάρχη, αλλά απ’ ευθείας και μόνον από τους Οίκους.

Τα κριτήρια εισδοχής και προαγωγής στους διαφόρους βαθμούς και αξιώματα της Τάξεως ήταν πρωτίστως αξιοκρατικά.

 

ΠΗΓΗ

www.ftrp.eu

ΕΛΛΗΝΩΝ ΔΙΚΤΥΟ

 

2011

 

Για να δείτε κάποιες σελίδες πρέπει να έχετε τον flash player που μπορείτε να βρείτε πατώντας στο εικονίδιο δίπλα.

Πνευματικά δικαιώματα © 2009

 Συντελεστές  και επικοινωνία μαζί μας

       SiteLock