πίσω

ΤΡΟΧΟΣ & ΤΥΠΟΓΡΑΦΙΑ

Τροχός

Μηχανικό εξάρτημα σε σχήμα κύκλου, η εφεύρεση του οποίου αποτέλεσε πραγματική πολιτιστική επανάσταση στους τομείς της αγγειοπλαστικής (κεραμικός τροχός), των μεταφορών (τροχός για κίνηση) και της βιομηχανίας (τροχός για τη μεταφορά της κίνησης).
Οι Έλληνες τού Σέσκλου οργανώθηκαν στενότερα και ανέπτυξαν κοινωνικούς δεσμούς καί θεσμούς όπως Βασιλεία, στρατός κτλ. Ή πόλις αναπτύχθηκε περιμετρικώς της Ακροπόλεως, πού ήταν ή έδρα τού ηγέτη αλλά και τού στρατού. Αναπτύσσεται στην Ελλάδα μία δομή κοινωνίας πού διέπει τούς Έλληνες έως τήν υστεροβυζαντινή εποχή. Στήν συνέχεια γεννάται τό εμπόριο και το 5000πχ εμφανίζεται το πρώτο οδικό δίκτυο στήν Ευρώπη καί παγκοσμίος (Ραφήνα-Νέα Μάκρη-Μαραθών). Οι ναυτικοί αυτοί οικισμοί εξελίσσονται σε πόλεις και διεξάγουν εμπόριο με την νησιωτική Ελλάδα. Ή Καθηγήτρια τού Πανεπιστημίου Αθηνών Μαρία Παντελιάδου, λέγει πώς οι εμπορικές επαφές ήταν εκτεταμένες μεταξύ νήσων και Αττικής μέσω ενός εκτεταμένου θαλασσίου επικοινωνιακού δικτύου. Οι Έλληνες κατεργάζονταν το μέταλλο, τον χρυσό και τον άργυρο. Δεν είναι τυχαία τα λόγια λοιπόν τού Αιγύπτιου ιερέως Μανέθωνος προς τον Σόλωνα, τα οποία σώζει ό Πλάτων στον «Τιμαίο» : «φθόνος ουδείς ώ Σόλων, αλλά θα σού τα ειπώ όλα, για χάρη σου και για χάρη της πόλεως σου, αλλά για χάρη της θεάς, πού προστάτευε, ανέθρεψε και εκπαίδευσε τον δικό μας και τον δικό σας τόπο, αρχίζοντας από εσάς 1000 χρόνια πριν, όταν πήρε το σπέρμα σας από την Γή... Ή διάρκεια τού πολιτισμού μας σύμφωνα με τα ιερά μας βιβλία είναι 8000 έτη». Άρα σύμφωνα με τον Αιγύπτιο ιερέα 8000 χρόνια πριν τον Σόλωνα ξεκινά ό Αιγυπτιακός πολιτισμός, ενώ ό Ελληνικός 1000 χρόνια πριν τον Αιγυπτιακό. Επομένως ό Ελληνικός πολιτισμός ξεκινά περί το 9500 πχ, όπως άλλωστε φωνάζουν γεωλογικές, κλιματολογικές, αρχαιολογικές και ιστορικές μαρτυρίες. Μεταξύ 9-7000 πχ δημιουργήθησαν οί πρώτοι στρατοί. Αποτέλεσμα της ιδιοκτησίας πού έπρεπε να προστατευτεί. Στον Σέσκλο ό Βασιλέας είχε ένοπλη φρουρά, τόσο για την προστασία τού ιδίου όσο και να προστατεύει την πόλη. Ό τότε στρατός πρέπει να διαθέτει 1000 άνδρες, εκ τον οποίων οι 100 θα ήταν μόνιμη ένοπλη δύναμις. Τα όπλα πού είχαν ήσαν το τόξο, το ακόντιο και ή σφενδόνη. Επίσης είχαν το ρόπαλο, γνωστός ως κεφαλοθραύστης, το δόρυ και το εγχειρίδιο, πρόγονος τού σπαθιού. Από την 5ην χιλιετία όμως οι Έλληνες αναπτύσσουν ραγδαία τα όπλα με την επεξεργασία των μετάλλων. Οι πρώτες ασπίδες κάνουν την εμφάνιση των και τα πρώτα βλήματα ή οβίδες της ιστορίας. Πήλινες βλιδοφόρες οβίδες, πού κατά την πρόσκρουση των στο έδαφος, θραύοντα και τα κομμάτια λειτουργούσαν όπως τα θραύσματα των χειροβομβίδων σήμερα. Σημαντικό επίσης εύρημα είναι ή ανακάλυψη ιππάριου από τά 10-11 εκατ. χρόνια πριν. Οί Έλληνες λοιπόν ζούσαν με ίππους εξ αρχής της ιστορίας των, πράγμα πού κάνει ακόμα πιο ψευδή τον ισχυρισμό των ινδοευρωπαϊστών πώς εκείνοι έφεραν την εξημέρωση τού ίππου στην Ελλάδα, μερικούς αιώνες πριν τον Όμηρο.
Οι Έλληνες είχαν να μεταφέρουν ψάρια από τα πλοία προς τα σπίτια, γεωργικά προϊόντα από τα χωράφια προς τα σπίτια, πέτρες για τα τείχη, καί παρ’όλα αυτά δεν είχαν εξημερώση τά άλογα. Πώς όμως οι ινδοευρωπαίοι νομάδες, πού το μόνο πού είχαν να μεταφέρουν ήταν ή πεθερά των, εξημέρωσαν εκείνοι πρώτοι τον ίππο ; Σέ βραχογραφία τού Παγγαίου 4500πχ, απεικονίζεται έφιππος άνδρας. Επίσης οι απεικονίσεις των Κενταύρων από τούς νεολιθικούς χρόνους και οι πληροφορίες τού Ομήρου και Ξενοφόντος περί ιππικής ικανότητος τών Ελλήνων, αποδεικνύουν την χρήση ίππου στην Ελλάδα, πολύ πριν κάθε άλλο λαό. Υπάρχει και ή λεμβόσχημη πυξίδα από την Κύπρο τού 3000πχ, όπου εικονίζει ιππείς. Στήν Σουμερία πού δεν ζούσαν άλογα, τα άρματα ήταν γνωστά από τό 2600πχ(Λάβαρο της Ούρ). Στήν Ελλάδα πού ζούσαν ανέκαθεν πώς ήταν δυνατόν να μην είχαν εξημερωθή. Ό καθηγητής Αραβαντινός σέ συνέδριο στην Γερμανία έφερε στο φώς πινακίδες γραμμικής Β΄, πού είχαν αναφορές σε ίππους. 

  


Ακόμα και ό τροχός θεωρείται από τούς ινδοευρωπαϊστές εφεύρεση των ινδοευρωπαίων. Αφού όμως εκείνοι χρησιμοποιούσαν άμαξες για να περάσουν τις αδιαπέραστες οροσειρές τού Καυκάσου και τα Μικρασιατικά υψίπεδα γιατί δεν θα μπορούσαν οι Ελληνικές να κινηθούν στην Αττική, στην Θεσσαλία και Μακεδονία όπου υπάρχουν και δημιουργούνται οί πρώτοι «δρόμοι» και το πρώτο οδικό πέρασμα στην ιστορία. Οι πεζοί άλλωστε περνάνε ανάμεσα από θάμνους και πέτρες. Οι τροχοί όμως δεν περνούν, γι’αυτό χρειάζονταν ένα άνοιγμα, έναν καθαρισμό από εμπόδια. Οι Έλληνες από το 5000 πχ κατασκεύαζαν αγγεία τόσο τέλεια πού είναι αδύνατον να θεωρηθούν μη τροχήλατα. Λόγω τού κλίματος δεν έχουν διασωθεί κεραμικοί τροχοί, αλλά έχουν διασωθεί τα έργα πού εποιήθησαν σε αυτούς. Ή Αλεξάνδρα Βόσκοβιτς θεωρεί βέβαια την ύπαρξη ξύλινων κεραμικών τροχών στην νεολιθική Ελλάδα. Στο εργαστήρι κεραμέως τού Σέσκλου, στην Ακρόπολη έχουν βρεθεί αγγεία τα οποία είναι εμφανέστατα τροχήλατα. Επίσης στην Θεσσαλία και στο Φράχθι έχουν βρεθεί αγγεία της Μέσης Νεολιθικής εποχής τύπου urfirnis, τα οποία υποτίθεται πώς πολύ αργότερα τα μάθαμε από την Μεσοποταμία. Όσο για την γνώση κατεργασίας μετάλλου, στην Ελλάδα από την 6ην χιλιετία οι Έλληνες κατεργάζονταν μέταλλα. Αυτό αποδεικνύουν πολλά χρυσά κοσμήματα σε ολόκληρη την Ελληνική επικράτεια.
Ο κεραμικός τροχός εμφανίστηκε για πρώτη φορά στην Ελλάδα κατά το Τα πρώτα τροχήλατα αγγεία είναι όλα τα μονόχρωμα αγγεία της περιόδου τού Ορχομενού και Σέσκλου. Στην Κρήτη ο κεραμικός τροχός υιοθετείται στο τέλος της τρίτης χιλιετίας π.χ., λίγο αργότερα θα συντελέσει στην κατασκευή των καμαραϊκών αγγείων (1800-1700 π.χ.), που συναγωνίζονταν στην κομψότητα και τη λεπτότητα τα μεταλλικά αγγεία, και, τέλος, κάνει την εμφάνισή του και στην ηπειρωτική Ελλάδα με τα λεγόμενα από το Σλίμαν «μινωικά αγγεία». Στην υστεροελλαδική (μυκηναϊκή) εποχή ο κεραμικός τροχός έχει κυριαρχήσει σχεδόν ολοκληρωτικά στην Ελλάδα. Στην υπόλοιπη Ευρώπη επικρατεί στις αρχές της πρώτης χιλιετίας π.Χ.
Τα ελαφρά δίτροχα άρματα των Θηβών της Αιγύπτου, της Κρήτης και των Μυκηνών, που μας είναι γνωστά από αναπαραστάσεις γύρω στο 1500 π.Χ., χρησίμευαν μάλλον για κυνήγι και για περιπάτους, καθώς τα έσερναν πλέον άλογα, παρά για χερσαίες μεταφορές. Οι τροχοί τους ήταν κατασκευασμένοι από ξύλινα στεφάνια και ακτίνες από ξύλο. Στην υπόλοιπη Ευρώπη τα τροχήλατα οχήματα εμφανίστηκαν κατά την πρώιμη εποχή του σιδήρου (αρχές της πρώτης χιλιετίας π.Χ.).
Στα νεότερα χρόνια, που ακολούθησαν το μεσαίωνα, ο τροχός με τις διάφορες τεχνικές τελειοποιήσεις του θα παίξει πρωταρχικό ρόλο στην υδραυλική μηχανική και στην πολεμική τέχνη (άντληση νερού κτλ.), ενώ κατά τη βιομηχανική επανάσταση του 19ου αι. θα είναι το θεμελιώδες όργανο που θα μεταβιβάσει με έμβολα ή με ιμάντες την κίνηση στις μηχανές εσωτερικής καύσης.



ΚΥΠΡΟΣ. ΕΓΧΑΡΑΚΤΗ ΣΤΗΛΗ ΕΠΟΧΗΣ ΧΑΛΚΟΥ

 


Τυπογραφία


Το σύνολο των διαδικασιών αναπαραγωγής λέξεων, εικόνων ή σχεδίων σε χαρτί, ύφασμα, μέταλλο ή άλλο υλικό. Πολλές φορές αναφερόμαστε σε αυτές με τον όρο «γραφικές τέχνες» και εννοούμε τη δημιουργία πολλών πανομοιότυπων αναπαραγωγών ενός πρωτοτύπου.
Η ιστορία της τυπογραφίας είναι παρόμοια με την ιστορία της τύπωσης ανάγλυφων ή εικονογραφήσεων. Παλιά η μέθοδος ήταν εντελώς μηχανική, αργότερα όμως οι τυπογραφικές τεχνικές χρησιμοποίησαν φωτομηχανικά και χημικά μέσα, ενώ στα νεότερα χρόνια έχει αναδειχτεί και στο χώρο της τυπογραφίας ο σημαντικός ρόλος των υπολογιστών.
Η πρώτη γνωστή μέθοδος τύπωσης της αρχαιότητας είναι η εφαρμογή σφραγιδόλιθων. Το σχέδιο που ήθελαν να τυπώσουν το χάραζαν πρώτα πάνω σε μία σφραγίδα ή μία πέτρα, την οποία βουτούσαν σε χρώμα ή στη λάσπη και την πίεζαν πάνω σε μία λεία ελαστική επιφάνεια.
Το σημαντικότερο Ελληνικό ιερογλυφικό είναι ό δίσκος της Φαιστού, ό οποίος δεν είναι χαραγμένος αλλά παρουσιάζει αποτυπώματα από μικρές σφραγίδες και θεωρείται το πρώτο βήμα στην τυπογραφία.
Η εξέλιξη των τυπογραφικών μεθόδων ήταν διαφορετική στις ιστορικές περιόδους και τα διαφορετικά μέρη του κόσμου. Η αντιγραφή των βιβλίων με το χέρι, με τη χρήση πένας ή πινέλου με μελάνι, ήταν χαρακτηριστικό του αιγυπτιακού, του ελληνικού - ρωμαϊκού πολιτισμού. Με παρόμοιο τρόπο γινόταν και η αντιγραφή βιβλίων στα μεσαιωνικά μοναστήρια.

 

ΤΥΠΟΓΡΑΦΙΑ ΛΟΓΟ ΤΟΥ ΤΡΟΠΟΥ ΓΡΑΦΗΣ ΚΑΙ ΕΞ ΑΝΑΓΚΗΣ ΣΤΗΝ ΚΙΝΑ

Στην Κίνα η ανάπτυξη της τυπογραφίας ξεκίνησε από πολύ νωρίς. Ήδη το 2ο αι. είχε εξαπλωθεί η τέχνη της τύπωσης κειμένων, ενώ έναν αιώνα πριν τύπωναν σχέδια και ζωγραφιές σε υφάσματα. Στη ραγδαία όμως εξέλιξη της τυπογραφίας στην Κίνα συνέβαλε τόσο η ανακάλυψη του χαρτιού (105), όσο και η εξάπλωση του βουδισμού. Από τη μία το χαρτί ήταν το καταλληλότερο υλικό λόγω της αντοχής του και του χαμηλού κόστους του, και από την άλλη, η πρακτική των βουδιστών να κάνουν πολλά αντίγραφα των προσευχών και άλλων ιερών κειμένων τούς ενθάρρυνε την ανακάλυψη νέων μηχανικών μέσων αναπαραγωγής τους. Τα αρχαιότερα δείγματα της κινεζικής τυπογραφίας είναι ανάγλυφα τυπωμένα γράμματα και ζωγραφιές σε ξύλινη επιφάνεια και χρονολογούνται στο 200.
Στην Ευρώπη απαντούν για πρώτη φορά αυτόνομα μεταλλικά στοιχεία που τυπώνουν με εκτυπωτική πρέσα σε χαρτί στα μέσα του 15ου αιώνα. Οι πρώτοι δυτικοί τυπογράφοι, που εμφανίστηκαν στην κοιλάδα του ποταμού Ρήνου, χρησιμοποιούσαν μηχανικές πρέσες από ξύλο παρόμοιες με αυτές που χρησιμοποιούνταν στην οινοπαραγωγή. Στους δυτικούς τυπογράφους οφείλεται και η ανάπτυξη της μεθόδου που επέτρεπε να ρίχνουν τα στοιχεία σε ακριβείς διαστάσεις. Αυτό το κατάφεραν συγκρατώντας τα στοιχεία μίας σελίδας μεταξύ τους, έτσι ώστε να μπορούν να τυπωθούν όλα μαζί χωρίς να βγαίνουν από τα όρια του χαρτιού της σελίδας. Η εισαγωγή της τέχνης κατασκευής χαρτιού εξαπλώθηκε στην Ευρώπη κατά το 13ο και 14ο αι., ενώ ως τα μέσα του 15ου αι. το χαρτί βρισκόταν σε αφθονία.
Σημαντικός σταθμός στην ιστορία της τυπογραφίας θεωρείται το έτος 1450, έτος της ανακάλυψής της που αποδίδεται στο Γουτεμβέργιο από το Μάιντς (Μαγεντία) της Γερμανίας, τον πατέρα της δυτικής τυπογραφίας. Τα βιβλία του πρώτου Ευρωπαίου τυπογράφου υπερείχαν από όλα τα προηγούμενα σε ομορφιά και τεχνική. Έτσι, ο Γουτεμβέργιος συνέβαλε αποφασιστικά στην άμεση αποδοχή του τυπωμένου βιβλίου που αντικατέστησε πια τα χειρόγραφα. Το επόμενο μισό του 15ου αι. τυπώθηκαν περισσότερα από 6.000 έργα, ενώ ο αριθμός των τυπογράφων σε όλη την Ευρώπη αυξανόταν συνεχώς. Αξίζει να αναφερθεί η πρώτη ελληνική γραμματική που τυπώθηκε το 1476 στο Μιλάνο. Τα περισσότερα βιβλία σε αυτά τα πρώτα χρόνια της ιστορίας της τυπογραφίας στην Ευρώπη ήταν θρησκευτικού περιεχομένου, αλλά και αναπαραγωγές των αρχαίων Ελλήνων και Ρωμαίων κλασικών συγγραφέων.
Τυπογραφικές μηχανές. Η μηχανή που μελάνωνε τα τυπογραφικά στοιχεία και τα πίεζε σε χαρτί λέγεται πρέσα. Οι πρώτες πρέσες, όπως αυτές του 16ου αι., πίεζαν το χαρτί σε μία κινητή επίπεδη επιφάνεια που περιείχε τα τυπογραφικά στοιχεία, τα οποία πρωτύτερα είχαν μελανωθεί. Κατά το 17ο αι. βρήκαν τρόπο να σηκώνεται η εκτυπωτική επιφάνεια γρήγορα, γεγονός που είχε ως συνέπεια να βελτιωθεί σημαντικά ο χρόνος τύπωσης. Το 1796 παρουσιάζεται μία άλλη εκτυπωτική μέθοδος, η λιθογραφία. Σε μία ομογενή ασβεστολιθική πλάκα σχεδιάζονταν με μείγμα μελανιού και λαδιού τα στοιχεία ή οι εικόνες. Κατόπιν περνούσαν την πλάκα με νερό και μετά μία επίχριση με μελάνι. Το μελάνι έμενε στο σχεδιασμένο μέρος. Στα μέσα του 19ου αιώνα καταργούνται τα κινητά στοιχεία και αρχίζει η προσπάθεια εκμηχάνισης της παραγωγής τυπογραφικών στοιχείων. Το 1822 ο Γουίλιαμ Τσερτς παρουσίασε την πρώτη στοιχειοθετική μηχανή που είχε ένα πληκτρολόγιο, του οποίου κάθε πλήκτρο απελευθέρωνε και αποθήκευε ένα στοιχείο σε αυλάκια μίας θήκης. Το 1863 ο Αμερικανός εφευρέτης Γουίλιαμ Α. Μπούλοκ εφεύρε την πρώτη κυλινδρική πρέσα εφημερίδας που τύπωνε σε ρολά χαρτιού και όχι σε φύλλα. Η ανάγκη, βέβαια, αποτύπωσης πλήθους στοιχείων οδήγησε στην εφεύρεση της φωτοχαρακτικής μεθόδου ή βαθυτυπίας. Στις αρχές της δεκαετίας του 1860 ο Βρετανός Τζ. Σουάν ανακάλυψε τον ανθρακούχο ιστό, χαρτί με επικάλυψη ζελατίνης που είναι φωτοευαίσθητο και μπορεί να μεταφέρει φωτογραφικά τα στοιχεία σε μεταλλική επιφάνεια. Το 1871 ο Αμερικανός τυπογράφος Ρ. Μ. Χόου τελειοποίησε την εκτύπωση σε συνεχή ρολά. Η πρέσα του τύπωνε 18.000 φύλλα εφημερίδας σε μία ώρα. Το 1880 ο Ότμαρ Μέργκεντάλερ εφεύρε τη λινοτυπική μηχανή. Ήταν μια τυποχυτική στοιχειοθετική μηχανή που παρήγαγε ενιαίο στίχο από κινητές μήτρες γραμμάτων. Αυτή είναι και η αρχή για την ανακάλυψη της εκτύπωσης όφσετ.
Η τελειοποίηση των μηχανικών πιεστηρίων με κυλίνδρους έδωσε αφορμή να χρησιμοποιηθούν λεπτά μεταλλικά φύλλα με αποτυπωμένα επάνω τα στοιχεία και μέσω των κυλίνδρων το μελάνι να μεταφέρεται σε ελαστική επιφάνεια (καουτσούκ), ενώ από εκεί στο χαρτί παρέχοντας ανώτερη ποιότητα εκτύπωσης. Για την έγχρωμη εκτύπωση χρησιμοποιούνται τέσσερις μεταλλικές πλάκες (τσίγκοι) που διαδοχικά τυπώνουν στο χαρτί τέσσερα βασικά χρώματα, το κυανό (cyan), το κόκκινο (magenta), το κίτρινο (yellow) και το μαύρο. Ο συνδυασμός αυτών των χρωμάτων που επικαλύπτονται δίνει το έγχρωμο αποτέλεσμα στην εκτύπωση.
Σήμερα, η σύγχρονη μέθοδος τυπογραφίας ελέγχεται κατά πολύ από τους υπολογιστές. Η στοιχειοθεσία με πλήθος γραμματοσειρών, η αναπαραγωγή και επεξεργασία εικόνων με σαρωτές σε προγράμματα ηλεκτρονικών υπολογιστών και η μεταφορά τους ψηφιακά σε εκτυπωτικές πλάκες (μέθοδος CΤP, computing to print) χωρίς να παρεμβάλλεται η φωτομεταφορά τους σε μεταλλικές πλάκες είναι μία από τις καινοτομίες του 21ου αιώνα. Ακόμη και η ψηφιακή εκτύπωση, όπου από τον Η/Υ περνάμε σε ψεκασμό μελανιών απευθείας στο χαρτί, δηλώνουν τις δυνατότητες εξέλιξης της σύγχρονης τυπογραφίας.
Τηλέγραφος. Σύστημα μετάδοσης μηνύματος με τη χρησιμοποίηση κωδικοποιημένου αλφαβήτου. Η πρώτη μορφή τηλέγραφου είναι τα μηνύματα με φωτιές των αρχαίων Ελλήνων (φρυκτωρίες).
Το πρώτο οργανωμένο δίκτυο μεγάλης απόστασης που χρησιμοποιούσε οπτικό τηλέγραφο, εγκαταστάθηκε το 1793 στη Γαλλία. Η ανακάλυψη όμως του ηλεκτρισμού και η χρησιμοποίηση των ιδιοτήτων των ηλεκτρομαγνητών, έφεραν στο προσκήνιο μερικούς τύπους τηλέγραφου, όπως τον ηλεκτρολυτικό και τον ηλεκτρομαγνητικό. Ο πρώτος τηλέγραφος με χειριστήριο, που δόθηκε σε κοινή χρήση και κατέκτησε τον κόσμο, ήταν αυτός που εφευρέθηκε από τον Αμερικανό Σάμουελ Μορς το 1837 και τελειοποιήθηκε από τον ίδιο το 1843. Τελικά, το πρώτο επίσημο τηλεγραφικό δίκτυο λειτούργησε ανάμεσα στην Ουάσιγκτον και τη Βαλτιμόρη το Μάιο του 1844.
Ο μορσικός τηλέγραφος είναι η εφαρμογή της ιδιότητας των ηλεκτρομαγνητών και αποτελείται από τον πομπό, το δέκτη, την πηγή παραγωγής ηλεκτρικού ρεύματος και τη γραμμή (αγωγό) σύνδεσης πομπού-δέκτη. Όταν πιεστεί ο μοχλός του χειριστηρίου, τότε το ρεύμα της πηγής κινείται προς το δέκτη και διεγείρει τον ηλεκτρομαγνήτη του. Ο ηλεκτρομαγνήτης τη στιγμή της διέγερσης κινεί ένα κομμάτι μαλακού σιδήρου στο οποίο είναι στερεωμένη μια γραφίδα. Έτσι, ανάλογα με τη διάρκεια επαφής του χειριστηρίου, αποτυπώνεται πάνω σε ένα ρολό χαρτιού, που κινείται παράλληλα προς τη γραφίδα, τελεία ή παύλα. Η σύνθεση και αποκρυπτογράφηση αυτών των σημάτων (βλ. λ. Μορς, Σάμουελ Φίνλεϊ) δίνει το μήνυμα. Μειονέκτημα του τηλέγραφου είναι η απαραίτητη ύπαρξη ατόμων που γνωρίζουν τον κώδικα και το χειρισμό του πομπού. Ο Μορς και οι συνεργάτες του πρόσφεραν αρκετές τελειοποιήσεις στον τηλέγραφο, αλλά αργότερα τη θέση όλων αυτών των συστημάτων πήρε το τηλέτυπο, με το οποίο δεν είναι απαραίτητη η αποκρυπτογράφηση, καθώς το μήνυμα φτάνει στον τόπο του προορισμού του και γράφεται απευθείας σε κοινό αλφάβητο.Τα e-mail και τα SMS της κινητής τηλεφωνίας έχουν αντικαταστήσει τους τηλέγραφους και τα τηλέτυπα, υπό την προϋπόθεση βέβαια ότι υπάρχει υπολογιστής που συνδέεται στο διαδίκτυο.

Αχιλλέας Βιλλιώτης

 

Για να δείτε κάποιες σελίδες πρέπει να έχετε τον flash player που μπορείτε να βρείτε πατώντας στο εικονίδιο δίπλα.

Πνευματικά δικαιώματα © 2009

 Συντελεστές  και επικοινωνία μαζί μας

       SiteLock