πίσω

Ο ΚΑΤΑΣΤΑΜΝΙΣΜΕΝΟΣ ΟΙΝΟΣ

(Περί οινηρών αμφορέων)


Το κρασί που επρόκειτο να βγει στο εμπόριο ως κατασταμνισμένος οίνος είχε επιπλέον επεξεργασία. Σύμφωνα με την παράδοση των Γεωπονικών, ο μεταγγισμός έπρεπε να γίνεται όταν φυσούσαν βοριάδες, ποτέ νοτιάδες. Ο ασθενέστερος έπρεπε να μεταγγίζεται την άνοιξη, ο δυνατότερος το καλοκαίρι, στους ξερούς και ζεστούς τόπους μετά τις χειμερινές τροπές. Η μετάγγιση έπρεπε να γίνει πριν ανατείλει η νέα σελήνη, και ποτέ με την ανατολή των αστέρων. Τέλος, αν η μετάγγιση γινόταν με πανσέληνο, πίστευαν ότι το κρασί επρόκειτο να χαλάσει.

Ο κατασταμνισμένος οίνος, οι οινηροί δηλαδή αμφορείς, μεταφερόταν στο κελάρι όπου φυλασσόταν για παλαίωση. Γνώριζαν ότι γινόταν λεπτότερος και ασθενέστερος όταν αποχωριζόταν το κατακάθι φρόντιζαν λοιπόν τις συνθήκες αποθήκευσης ακόμη περισσότερο, διατηρώντας σταθερές τις θερμοκρασίες χειμώνα-καλοκαίρι. Μερικές φορές, η παλαίωση επιταχυνόταν με τεχνητό τρόπο, την κάπνιση 56. Παραστατική περιγραφή αγροικίας με όροφο τεχνητής ωρίμανσης με τη βοήθεια της θέρμανσης [κάπνισης] δίνεται από τον Γαληνό 57.

Ο οινηρός εμπορικός αμφορέας (κεράμιον, αμφορεύς-αμφιφορεύς, στάμνος) ήταν ένα δίωτο, ευμέγεθες, επίμηκες, μακροτράχηλο, στενόλαιμο, στενόστομο πήλινο αγγείο με οξυπύθμενη βάση, που κατασκευάστηκε για να εξυπηρετεί την αποθήκευση και τη μεταφορά του κρασιού. Θα αποθηκευόταν σε αλλεπάλληλα στρώματα ανάμεσα στα κενά o ένας πάνω από τον άλλο, ή μέσα σε πήλινα, ξύλινα και μεταλλικά υποστατά αλλά και σε ειδικά διαμορφωμένες υποδοχές σε θρανία. O οξύς του πυθμένας μπορούσε να συγκεντρώνει, και κατά το δυνατό να απομονώνει, το τυχόν κατακάθι από την κύρια ποσότητα του άκρατου οίνου. Ο στενός λαιμός, τέλος, και το χείλος εύκολα σφραγιζόταν με ειδικό πώμα για να απομονώνει το περιεχόμενο από τις διαβρωτικές ιδιότητες του περιβάλλοντος. Τα πώματα σφραγίζονταν συνήθως με ρητίνη και ήταν πήλινα ή από οργανικά υλικά. Τα πρώιμα χρόνια ο αμφορέας ήταν ευροικίλιος, με την πάροδο του χρόνου έγινε στενότερος.

Όπως σήμερα έτσι και στην αρχαιότητα, το σχήμα θα βοηθούσε τον πελάτη να ταυτίσει την προέλευση 58, αν και μερικές φορές τα χαρακτηριστικά μιας συγκεκριμένης προέλευσης αναγνωρίζονται και σε παραδείγματα άλλης. Το σχήμα προέλευσης εξάλλου, άλλαζε μερικές φορές χαρακτηριστικά [πχ. το μενδαίο και το χίο κεράμιο]. Σπανιότερα η προέλευση χαρακτηρίζόταν από περισσότερα του ενός παράλληλα σχήματα [Κόρινθος]. Πολλοί οινηροί αμφορείς εξάλλου έφεραν σφράγισμα για την προέλευση του προϊόντος, συνήθεια διαδεδομένη ιδιαίτερα στα ελληνιστικά χρόνια από τα τέλη του 4ου, ίσως όμως να άρχισε στα τέλη του 5ου αιώνα με μεμονωμέναπαραδείγματα59.

Οινηρό δοχείο διαφαίνεται από το γεγονός ότι ένας απο τους μεγαλύτερους καλλιτέχνες της αρχαιότητας, ο γλύπτης του Αλεξάνδρου Λύσιππος, κατασκεύασε το αγγείο που χρησιμοποιήθηκε από τον Κάσσανδρο για τις μεγαλύτερες εξαγωγές του Μένδαίου
60.

Αρκετά είναι γνωστά από τις γραπτές πηγές και για την αποθήκευση-μεταφορά και άλλων προϊόντων 61 με το ίδιο αγγείο [κυρίως σε δεύτερη χρήση], για τη χρήση τους ως μεταφορέων νερού όπως της σύγχρονης «στάμνας» 62, ως εργαλείου πολέμου 63, ως ταφικού αγγείου, ως μέτρου άλλων σκευών 64, ακόμη και ως μέτρου ώρας στα δικαστήρια (από το υδραυλικό ρολόι των Αθηνών)65, ως ένδειξης πλούτου 66, κ.α.

Αρκετά εργαστήρια κατασκευής οινηρών αμφορέων έχουν εντοπιστεί μέχρι σήμερα 67, πρόσφατα και στο αρχαίο Ηράκλειο (λόφος Πλαταμώνα), περίπου 3 χιλιόμετρα νότια από το Κομπολόι. Η θέση των εργαστηρίων είναι λογικό να βρισκόταν για διευκόλυνση της παραγωγής κοντά σε πηγές πρώτης ύλης και νερού, κοντά στην θάλασσα για τη διευκόλυνση των μεταφορών, ίσως κοντά σε μεγάλα αγροκτήματα ή ομάδες αγροκτημάτων και κοντά σε πηγές καυσίμων για τους κλιβάνους.

Στο Κομπολόι βρέθηκαν αρκετοί οινηροί αμφορείς, λίγοι με σφράγισμα, ενδεικτικό όμως ότι είναι πιθανόν να υπήρχε κελάρι παλαίωσης και εμπόριο κατασταμνισμένου οίνου της περιοχής, δυστυχώς όμως κανένα από αυτά τα αγγεία δεν στάθηκε δυνατόν να συμπληρωθεί και να ταυτιστεί.

http://www.kz-epka.gr/mambo/images/stories/koboloi/image132.jpg

Τρισδιάστατη (Β εναλλακτική ) αναπαράσταση του πιθεώνα στο Κομπολόι από Δ.

http://www.kz-epka.gr/mambo/images/stories/koboloi/mage001.jpg

Σημειώσεις


[1]
Θεόφραστος, Περί φυτών Αιτίων 5 5 5 5 , 5 6 , Θεόφραστος, Περί φυτών Αιτίων 5 1 Οι ρόγες μπορούσαν να είναι σκληρόσαρκες [στερεές, στιφρές], υπόσκληρες, χαλαρές [ψαφαρές], άσαρκες [ολιγόσαρκες] ή σαρκώδεις, διάχυλοι [ζουμερές] ή άχυμοι. Ηταν αλιπείς [υδατοειδείς] ή λιπαρές [παχειές] στη γεύση, αδρομερείς [δριμείες, σκληρές, τραχείες, ψαφαρές, πολύ ξυνόστιφες] αυστηρές [ξυνές, στυφές], υπόξινες, άστυφες, υπόγλυκες, γλυκές, νεκταρώδεις [γλυκειές και αρωματικές]. Μπορούσαν να είναι άνοσμοι ή οσμηρές, τμητικές [με δριμεία οσμή], εύοσμες, εύπνοες, ηδύπνοες, καλλίπνοες, θυώδεις, μυρόπνοες, πίσσοσμες. Η ρόγα τέλος μπορούσε να είναι δυσαπόσπαστος ή ευαπόσπαστος [που δύσκολα ή εύκολα αποσπάται] λεπτόφλοιος ή παχύφλοιος και ο φλοιός δυσπεριαίρετος ή ευπεριαίρετος [δύσκολα ή εύκολα αφαιρούμενος].
Μπορούσαν να είναι μεγάλες ή μικρές, σφαιρικές, βαλανοειδείς, δακτυλοειδείς, ελαειδείς, κυδωνιοειδής, ωοειδείς κλπ., αδιαφεγγείς [αδιαφανείς] και διαφεγγείς, με λαμπερό χρώμα [ευανθείς, εύχροες, καλλίχροες, χροιανθείς] ή όχι [παράχροες].
Ηταν λευκές, χλωρές [ωχρόχλωρες, μελάγχλωρες κ.α], κίτρινες [κηροειδείς, μήλινες], πυρρές, ερυθρές [φλόγινες, σαρκόχροες, ξηραμπέλινες κ.α], τεφρές [καπνώδες κα.] μέλαινες [μέλαν αδιάφθαρτον, μελανίζον, κοράκινον, κελαινόν, υπέρυθρον, υποκύανον κ.α], κυανές [γλαύκινες κ.α]. βλ. Δημ. Κισσοπούλου, Η Οινολογία των αρχαίων, Χημικά Χρονικά, Ο καρπός της αμπέλου, Ιούλιος-Σεπτέμβριος 1949, Τόμος 14, αρ. 7-9. Βλ. Και Κ. Βάσσου Σχολαστικού Περί Γεωργίας [Γεωπονικά] 4.7 Δημόκριτου.

[2]
Θεόφραστος, Περί Φυτών Αιτίων 3 7 7

[3]
Κ. ΒάσσουΣχολαστικού Περί Γεωργίας [Γεωπονικά ] Στ 16, Φλωρεντίνου.

[4]
Βλ. Ησύχιο, λ. Τα νεώτερα χρόνια ονομάζεται κάρμα και άναμα και προορίζεται για την εκκλησία και τη θεία κοινωνία.

[5]
Και λανός, ληνίς, σταφυλοβολείον [πατητήρι].

[6]
Κ. Βάσσου Σχολαστικού Περί Γεωργίας [Γεωπονικά ] Στ 11, Απουλήιου.

[7]
Κ. Βάσσου Σχολαστικού Περί Γεωργίας [Γεωπονικά ] Ζ 15, Σωτίωνος.

[18]
Πλίνιος, Φυσική Ιστορία 14, 25

[19]
Πλίνιος, Φυσική Ιστορία 14, 25

 

[20]
Κ. Βάσσου Σχολαστικού Περί Γεωργίας [Γεωπονικά ] Ζ 15 οπ..

 

[21]
Κ. Βάσσου Σχολαστικού Περί Γεωργίας [Γεωπονικά ] Ζ 8, Δημοκρίτου.  

 

[22]
Κ. Βάσσου Σχολαστικού Περί Γεωργίας [Γεωπονικά ] Ζ 15 οπ.

 

[23]
Πλίνιος, Φυσική Ιστορία 14, 25 .

 

[24]
Κ. Βάσσου Σχολαστικού Περί Γεωργίας [Γεωπονικά ] Ζ 15, Σωτίονος

 

[25]
Κ. Βάσσου Σχολαστικού Περί Γεωργίας [Γεωπονικά ] Ζ 12, Φρόντωνος.

 

[26]
Βλ. Δημ. Κισσοπούλου, Η Οινολογία των αρχαίων, Χημικά Χρονικά, Η οινολογία των αρχαίων, Οίνοι ανάρτυτοι-Οίνοι ηρτυμένοι, Ιούλιος-Δεκέμβριος 1947, τόμος 12 αρ. 7-12:  «Περί αρτύσεως και αρτυμάτων του οίνου έγραψαν εμπεριστατωμένως πολλοί έλληνες οινολόγοι εξ ων οι πλέον γνωστοί ήσαν ο Ανατόλιος, ο Αριστόμαχος, ο Σολεύς, ο Δαμηγέρων, ο Δημόκριτος, ο Δίδυμος, ο  Ευφρόνιος, ο Αθηναίος, ο ιατρός Ικέσιος, ο Ερασιστράτειος, ο Κομμιάδης, ο Πάμφιλος, ο Ταραντίνος και  ο Φρόντων.  Τα έργα όλων των συγγραφέων τούτων απωλέσθησαν.  Πολλαί όμως οδηγίαι και και δοξασίαι των αρχαιοτέρων εξ αυτών αναφέρονται υπό του Πλινίου και υπό των Λατίνων Κάτωνος, Βάρωνος, Κολουμέλλα και Παλλαδίου.  Αποσπάσματα δε εκ των έργων των αρχαιοτέρων και μεταγενεστέρων εξ αυτών, ειλημμένα κατ'  εκλογήν και αντιγεγραμμενα αυτολεξεί, περιελήφθησαν εις την σωζομένην διασκευήν της συλλογής των γεωπονικών του Κασσιανού Βάσσου, την γνωστήν εις ημάς υπό τον τίτλον «Γεωπονικά».

 

[27]
για την ευωδιά, την εύχροια και  τη συντήρηση του ζυμούμενου γλεύκους:  ύδωρ πελάγιον, παλαιόν, προκατειργασμένον ειδικώς και εξηψημένον, τρυξ ευώδης εκλεκτού οίνου.

 

[28]
Βλ. πχ. Θεόφραστος, Περί Οσμών 4 10 1

 

[29]
τρύξ εκλεκτού οίνου, ξηρά, καθαρά και ευώδης, γύψος καθαρά, πεφρυμένη και λειοτριβής Βλ. Αναλυτιικά για τα αρτύματα στον Δημ. Κισσόπουλο, Η Οινολογία των αρχαίων, Χημικά Χρονικά, Η οινολογία των αρχαίων, Οίνοι ανάρτυτοι-Οίνοι ηρτυμένοι, Ιούλιος-Δεκέμβριος 1947, τόμος 12 αρ. 7-12, από όπου και τα παρακάτω στο κείμενο. 

 

[30]
γίγαρτα τεθραυσμένα, κηκίδες δρυός), πεύκης κώνοι τεθραυμένοι, πεύκης φλοιός

 

[31]
άσβεστος εσβεσμένη, λίθος πώρινος κεκαυμένος, μάρμαρον λειοτριβές, όστρακα κογχυλίων κεκαυμένα και λειτριβή, σποδιά   κλημάτων αμπέλου, σάνδυξ, τρύξ οίνου κεκαυμένη και λειτριβής, τέφρα σπέρματος ή ξύλου δρυός

 

[32]
άργιλλος πεφρυγμένη, γλυκυριζα ξηρά, άλευρο φακής, άλευρο κριθής, πέπερι μετά πιστακίων

 

[33]
κηρός θημιώμενος εν τω πίθω, θυμίαμα, μήλον, αβρότονον, αμύγδαλα πικρά, άργιλλος, ασάρου φύλα, ασπαλάθου ρίζαι, ασπαράγκου άνθος, κέδρου πρίσμα, τήλεως άλευρον  Δημ. Κισσοπούλου οπ: Με τις ουσίες αυτές ο διονυσιακός οίνος έπαιρνε μια ελαφριά μυρωδιά, δεν ήταν όμως οίνος αρωματικός ειδικός

 

[34]
τρυξ παλαιού οίνου

 

[35]
αμόργη ηψημένη επί τρίτω, άργιλλος άφρυκτος ή πεφρυγμένη και λειοτριβής, ελλέβορος λευκός ή μέλας, πιτυίδες άφρυκτοι, ωών τα λευκά μεθ' αλός λευκού και κεκαθαρμένου

 

[36]
κρόκος για τον λευκό, μύρτιλλα για τον ερυθρό

 

[37]
άλας ρυπαρόν, άλευρον κυάμου, πίσον της Αφρικής, ορός γάλακτος, τέφρα κλημάτων λευκής αμπέλου, ωόν το λευκόν

 

[38]
άργιλλος πεφρυγμένη, νίτρον αλεξανδρινόν

 

[39]
άλες φρυκτοί, αμόργη ηψημένη και μεμιγμένη μετά μέλιτος, αμπέλου ρίζαι, αμύγδαλα γλυκέα, ελλέβορος λευκς ή μέλας, ερέβινθοι μέλανες φρυγέντες επ΄ολίγον και αλεσθέντες, κέδρου καρπός, λίνου σπέρμα μιχθέν εψητώ ή γλεύκει, μαράθρου σπέρμα μετά σποδιάς από κλημάτων αμπέλου, ορόβου λευκού άλευρον, πίσσα βρυτία, πίσσα ξηρά, πυρήνες ελαιών κατακεκαυμένοι και εσβεσμένοι δι εψητού οίνου παλαιού και ευώδους, ρητίνη πιτυίνη μάλιστα δε η Τερεβινθίνη και ρητίνη ξηρά, στυπτηρία σχιστή, τήλις ηλίω φρυγείασα, τρυξ εκλεκτού οίνου ευώδης

 

[40]
ροιάς φύλλα μετά γάρου, πίσσα

 

[41]
ιτέας ξύλον, κρίθινος άρτος θερμός εν σπιρίδι, ορός νεαρού τυρού, όστρακα εκπεπυρωμένα, σελίνου σπέρμα και φύλλα

 

[42]
γάλα αίγειον, κράμβης ρίζα, στυπτηρία σχιστή

 

[43]
αλθαίας ρίζαι ξηραί, αλθαίας φύλλα ξηρά μετά ή ανευ γύψου ή ερεβίνθων ή καρπών κυπαρίσσου ή φύλλων πύξου ή σπερμάτων ελειοσελίνου ή τέφρας κληματίνης.  Για την ενδυνάμωση του ζυμωμένου οίνου, βλ. Δημ. Κισσοπούλου οπ

 

[44]
Κ. Βάσσου Σχολαστικού Περί Γεωργίας [Γεωπονικά ] Ζ 5, Ζωροάστρου.  6, Ζωροάστρου.

 

[45]
Δημ. Κισσοπούλου, Η Οινολογία των αρχαίων, Χημικά Χρονικά,  Οινοποιία, Ιανουάριος-Μάρτιος 1950, τόμος 15 α, αρ. 1-3

 

[46]
Ησύχιος. *
ki¸·Òn· purrÒnruqrÒn. xanqÒn  Σούδα. KirrÒn: purrÒn. kaˆ Ð kirrÕj oSPAN class=spelle>noj p

šttei ·´on, xhrantikÕj ên.

 

[47]
έγγλυκος, επίγλυκυς, γλυκειος, γλυκερός, γλυκόεις, γλυκύς, δευκύς, ηδύποτος, ηδύς, νέκταρ, νεκταρώδης, μελιτώδης, γλεύξις, γλήξις,   αγλευκής, αγλυκής, αδευκής, έποξυς, επωκής, υπόξινος, ύποξυς, οξίνης, όξινος, οξύς,   άστυφος, πλαδαρός υπόστρυφνος, υπόστυφος, άδριμυς, ανειμένος, απαλός, απαλόστομος, άτονος, ημερίδης, λείος, μαλακός, χαύνος, ενάπαλος, έντραχυς, υπόδριμυς, υπότραχυς, άγριος, δριμύς, σκληρός, τραχύς, ψαφαρός εμπρίων, καθαλμής, υφαλικός, υφαλμος, υφάλμηρος, ύφαλος, αλμυρός, αλυκός, έναλμος, έφαλμος, κάθαλος, αλιπής, απίων, άσαρκος, λεπτομερής, υπόπαχυς, αδρομερής, λιπαρός, παχύς, πιαρός, πίος, πίων, σαρκώδης, έμποτος, εύστομος, ποτέος, πότιμος, ποτός εύποτος, εύστομος, εύχυλος, εύχυμος, νόστιμος, λαρός, άποτος, αηδής, άστομος, δύσποτος, δύσχυμος, αναφής, ανόστιμος, άνοστος, άχυλος, άχυμος, μωρός, απίκραντος, άπικρος, πικρός, πικρόποτος, αρίπυκρος, διάπικρος, έκπικρος, κατάπικρος, υπέρπικρος, εμπευκής, εχεπευκής, περιπευκής, πευκεδανός, πευκεδνής, έμπικρος, επίπυκρος, εχέπικρος, παράπικρος, πικρίδιος, υπόπικρος,   Βλ. Δημ. Κισσοπούλου, Η Οινολογία των αρχαίων, Χημικά Χρονικά,  Ιανουάριος-Μάρτιος 1948, τόμος 13, αρ. 1-3

 

[48]
μυρόπνους, νεκτάρεος κα. δριμύς, οξύς, σκληρός, τμητικός, πίσοσμος, καπνηλός, ανόσφραντος, βρωμώδης, δυσαής, δύσοσμος, δυσώδης, επώδης, κάκοσμος, υπόβρωμος, υποδυσώδης, αμβροσίοδμος, λαρός, λιπαρός,  ανθόπνους θυώδης, κηώδης, μελίπνους, ροδόπνους, κ.α.  βλ. Δημ. Κισσοπούλου, Η Οινολογία των αρχαίων, ο.π.

 

[49]
ακραίπαλος, άτονος, αυτόκρατος, μαλθακός, εξίτηλος, μεμαρασμένος, παρηκμασμένος, παραμένειος, ακέραιος, ακήρατος, άκρατος, ασυγκέραστος, εγκέραστος, συγεραστός  Βλ. Δημ. Κισσοπούλου, οπ.

 

[50]
εκλεκτός, εξαίρετος, επίλεκτος,  επίσημος, κάλλιστος, πρωτείος, δευτεραίος, ύστερος, κοινός,  φαύλος  Βλ. Δημ. Κισσοπούλου, οπ. νέος [μέχρι 3 ετών] αυτοετίτης, επέτειος [πρώτου έτους] προέτειος μέσος [μέχρι 8 ετών] παλαιός [από 8 ετών και άνω] παλαιοσταγής [πηκτός από παλαιότητα] παλαιοφανής [τεχνικά παλαιωμένος] Βλ. Δημ. Κισσοπούλου, οπ.

 

[51]
από το όνομα της ποικιλίας

 

[52]
αμιγής, άμικτος, ανάμεικτος, μεικτός Βλ. Δημ. Κισσοπούλου, οπ.

 

[53]
διηθημένος, διυλισμένος, ηθημένος, σακίας, υλιστός, καπνίας Βλ. Δημ. Κισσοπούλου, οπ.

 

[54]
άθολος, αθόλωτος, διαυγής, διαφανής, διαφεγγής, διειδής, ευαγής, καθαρώδης,  ένθολος, επίθολος, θοηρός, θολερός, θολός, θολώδης, ολώδης, υαλώδης, υαλοειδής  υαλώεις, υαλοειδής [διαφανής σαν γιαλί]  κρυσταλλίζων, κρυσταλλοφανής, ανυπόστατος, ακατάστατος, άκοιτος, άτρυγος, επινέφελος, υπονεφελίζων, έντρυγος, τρυγερός, τρυγιας, τρυγώδης, τρυξώδης, υπότρυγος   Βλ. Δημ. Κισσοπούλου, οπ.

 

[55]
άπυκνος, έκλεπτος, λεπτομερής, λεπτός, ψαφαρός, υδατοειδής, υδατόεις, υδατώδης, υδρώδης πυκνός, αδρομερής  υπόπυκνος, κατάπυκνος, διάπυκνος, δυσπρόπτωτος, δύσρευστος, δύσροος, δύσρυτος, κολλώδης, γλοιώδης, ιξώδης, πηκτός, παλαισταγής  Βλ. Δημ. Κισσοπούλου, οπ.

 

[56]
Columella, Rei rusticae, 1, 6 βλ. και Βλ. Δημ. Κισσοπούλου, Η Οινολογία των αρχαίων, Χημικά Χρονικά,  Οινοποιία, Ιανουάριος-Μάρτιος 1950, τόμος 15 α, αρ. 1-3, Ιανουάριος-Μάρτιος 1947, τόμος 13, αρ. 1-3.  Ιανουάριος-Μάρτιος 1948, τόμος 13, αρ. 1-3

 

[57]
Γαληνός, Περί Αντιδότων  14 16

 

[58]
Οι ροδιακοί αμφορείς του 3ου αιώνα, πχ., με την έντονη γωνία των λαβών τους, οι Κνιδιακοί με το δαχτυλίδι της οξυπύθμενης βάσης τους, οι Χίοι του 6ου-5ου αιώνα με τον εξογκωμένο λαιμό τους,  οι Λέσβιοι με μία πήλινη απόφυση κάτω από τις λαβές, οι Κώοι με τις διπλές τους λαβές, κ.α.

 

[59]
Μερικές  σφραγίδες είναι άμεσα ή έμμεσα  αποκαλυπτικές της προέλευσης όπως πχ. το  εθνικό ΠΑΡΙΟΝ της Πάρου  ή το κεράμιο της Μένδης και της Χίου που αναγνωρίστηκαν  έμμεσα από σφραγίδα με  το έμβλημα  των νομισμάτων  τους.   Από  το 390 πΧ. τουλάχιστον, οι αμφορείς της Θάσου σφραγίζονται με δύο ονόματα [επωνύμων και κατασκευαστή] και συνοδεύονται από ένα έμβλημα  και το εθνικό της σφράγισμα.  Από το δεύτερο μισό του 4ου αιώνα, οι αμφορείς της Σινώπης, και λίγο αργότερα της Χερσοννήσου σφραγίζονταν με το όνομα του επωνύμου ή αστυνόμου και κατασκευαστή  και ένα  έμβλημα.  Οι ροδιακοί αμφορείς, από τα τέλη του 4ου αιώνα σφραγίζονταν με τα ονόματα ενός επωνύμου και του κατασκευαστή, το ίδιο και οι κνιδιακοί από τα τέλη του 3ου αιώνα..  Στην Ρόδο μάλιστα αποτυπώνεται και ο μήνας.  Οσον αφορά τα εμβλήματα, κεφαλή Ηλιου και ρόδο απεικονίζονται συχνά σε σφραγίδες της Ρόδου, βουκράνιο στης Κνιδου, Ηρακλής με τόξο στης Θάσου, Διόνυσος με γαϊδουράκι στης Μένδης, σφίγγα με αμφορέα στης Χίου, καρκίνος και ρόπαλο στης Κω, αμφορέας στης Σάμου κλπ.  Πολλές  σφραγίδες ωστόσο είναι ακατάληπτες, γιατί  είναι  είναι απλά μονογράμματα, λιγκατούρες  και άγνωστα ονόματα.

 

[60]
Αθήναιος 11 28

 

[61]
Βλ. Πχ. Σούδα:
TeÚcea: Ópla, skeÚh. eØrskousi d/SPAN> ¢mforšaj, kaˆ ¥lla teÚch keramaa kreîn mest¦ tetariceumšnwn.

 

[62]
Ιπποκράτους Επιδημιών το πρώτον,  Ηρόδοτος  3 6.1—2, Θουκυδίδης  4 115.

 

[63]
Ηρόδοτος  8 28

 

[64]
Βλ. Ηρωνος Γεωμετρικά 23 63 Perˆ mštrwn.  Βλ. και Ηρόδοτος 1,

 

[65]
Schol. Vet.  Αισχινου 2 1126

 

[66]
Βλ. πχ. Δημοσθένους, Ανδρωτ. 75,  Αριστοφάνους Πλούτος 804—815

 

[67]
στη Θάσο, τη Ρόδο, την Κνίδο, την Κω, την Χίο, τη Σκόπελο, την Αλόννησο, την Πάρο, τη Νάξο, την Τήνο, την Κρήτη, το Αίγιον, την Κέρκυρα, τις Κλαζομενές, την Χερσόννησο, κ.α

 

http://www.kz-epka.gr/mambo/images/stories/koboloi/mage001.jpg

 

 ΕΜΠΟΡΙΚΟΙ ΑΜΦΟΡΕΙΣ

 
 

http://www.kz-epka.gr/mambo/images/stories/koboloi/mage002.jpg

 

Αν δει κρασί Μενδαίο, που μόλις ωριμάσει,
το ακολουθεί και λέει:
«Αχ πόσο απαλό και λευκό!
Νερό θα παίρνει τρία μέρη;»

Και ο Έρμιππος πάλι, κάνει τον Διόνυσο να θυμάται περισσότερα:

«Με το Μενδαίο
ακόμη και οι μακάριοι οι θεοί
στο στρώμα  κατουράνε!»

Αθήναιος

Mε το εμπόριο ασχολούνταν πολλές κοινωνικές ομάδες, από τους μικροπωλητές και τους ναύκληρους μέχρι τους τραπεζίτες και τους επενδυτές.    Από την πολιτεία λαμβάνονταν μέτρα για τον έλεγχο εισαγωγών-εξαγωγών, τη χρήση μέτρων-σταθμών, τον έλεγχο τιμών-ποιότητας,  τη συγκέντρωση  φόρων-προστίμων κα.   Τη μεγαλύτερη διακίνηση είχαν τα αγροτικά προϊόντα και ιδιαιτέρως το κρασί

 

Το κρασί [αλλά και μερικά ακόμη προϊόντα  όπως πχ. το λάδι] έβγαινε στο εμπόριο κατασταμνισμένο μέσα σε  ειδικά αγγεία, χαρακτηριστικά του τόπου παραγωγής του οίνου.  Σήμερα ονομάζουμε τα αγγεία αυτά [οξυπύθμενους] εμπορικούς αμφορείς.  Είναι  πολύτιμοι για την αρχαιογνωσία, επειδή βρίσκονται σχεδόν παντού και προσφέρουν βοήθεια στην κατανόηση της οικονομίας. 

 

Σε μία αγροτική οικονομία, όπως η ελληνική, η παραγωγή των εμπορικών αμφορέων  είχε ζωτική σημασία για την εμπορευσιμότητα  των προϊόντων.  Στα αγροκτήματα οι αμφορείς θα έφθαναν πριν από την ώρα της παραγωγής,  και ειδικότερα στους οινοπαραγωγούς  πριν από την εποχή του καστασταμνισμού του οίνου. 

http://www.kz-epka.gr/mambo/images/stories/koboloi/mage003.gifhttp://www.kz-epka.gr/mambo/images/stories/koboloi/mage008.jpg

http://www.kz-epka.gr/mambo/images/stories/koboloi/mage009.jpg

Η οξυπύθμενη βάση διευκόλυνε τη μεταφορά στα αμπάρια των πλοίων και αποτελούσε μία επιπλέον λαβή προκειμένου να ανασηκωθεί το αγγείο και να αδειάσει το περιεχόμενο. Αποτελούσε επίσης έναν απομονωμένο σχετικά αποδέκτη για  το όποιο κατακάθι άφηνε ο  κατασταμνισμένος οίνος.  Ο στενός λαιμός, και το χείλος  εύκολα σφραγίζονταν με ειδικό πώμα για  να απομονώνει το περιεχόμενο από τις διαβρωτικές ιδιότητες του περιβάλλοντος.  Τα πώματα σφραγίζονταν συνήθως με ρητίνη και ήταν πήλινα  ή από οργανικά υλικά. 

 

Οι εμπορικοί αμφορείς είναι κυρίως γνωστοί από τις θέσεις όπου βρέθηκαν  μετά τη  χρήση τους,  από τα ναυάγια των πλοίων που μετέφεραν τα προϊόντα στη θάλασσα, μερικοί και από τα  εργαστήρια παραγωγής τους. 

 

Αρκετά εργαστήρια οξυπύθμενων αμφορέων έχουν εντοπιστεί στη Θάσο, τη Ρόδο, τη Κνίδο, τη Κω, τη Χίο, τη Σκόπελο, την Αλόννησο, τη Πάρο, τη Νάξο, τη Τήνο, τη Κρήτη, το Αίγιον, τη Κέρκυρα, τις Κλαζομενές, τη Χερσόννησο. Πρόσφατα και στο αρχαίο Ηράκλειο [Πλαταμώνα] όπου μεταξύ άλλων παράγονταν και αμφορείς τύπου Μένδης, της μεγάλης οινοπαραγωγού πόλεως που βρισκόταν στην απέναντι  ακριβώς ακτή του Θερμαϊκού.

 

Η σημασία που δινόταν σε αυτό το αγγείο  διαφαίνεται από το γεγονός ότι ένας από τους μεγαλύτερους γλύπτες της αρχαιότητας, ο Λυσιππος, κατασκεύασε το αγγείο που χρησιμοποίησε ο Κασσανδρος για τις μεγάλες εξαγωγές του Μενδαίου οίνου.

http://www.kz-epka.gr/mambo/images/stories/koboloi/image16.jpg

Οινηροί αμφορείς του τύπου της Μένδης, όπως βρέθηκαν στα κεραμικά
εργαστήρια του αρχαίου Ηρακλείου Ολύμπου {Κρανιά}

 

Το αρχαίο ποτήρι

http://www.kz-epka.gr/mambo/images/stories/koboloi/image002_.jpg

Όνομα  μελωδικό, που η ελληνική ποίηση   χρησιμοποιεί από την εποχή της Σαπφούς και του Αλκαίου,  αλλά και σκεύος καθημερινό που μπορούσε να φέρνει την ποίηση στη ζωή των ανθρώπων, το ελληνικό ποτήρι υπήρξε αγαπημένος σύντροφος ηρώων και βασιλιάδων, πηγή έμπνευσης για τους τεχνίτες της αρχαιότητας, αλλά και καθημερινή  χαρά, το άφθονο εργαλείο της έρευνας για τους αρχαιολόγους του σήμερα.

 

Σύμφωνα με την αρχαία παράδοση, πριν από την κατασκευή ειδικών κρασοπότηρων συνηθιζόταν τα πρώιμα χρόνια η χρήση των κεράτων βοοειδών. Το σχήμα αργότερα σκευοποιήθηκε, αλλά η συνήθεια παρέμεινε ζωντανή  μέχρι αργά στην ιστορία, ιδιαίτερα μάλιστα στις περιοχές της βόρειας Ελλάδας. 

 

Το κέρας σχετίζονταν άμεσα με τον Διόνυσο που κάποτε απεικονιζόταν  κερατοφυής και αποκαλούνταν "Ταύρος".  Υπήρχε μάλιστα και η άποψη ότι μπορεί να παραπέμπει στο άροτρο, εφεύρημα του Διόνυσου.  Φαίνεται ακόμη ότι το κέρας -που ονομαζόταν επίσης ενιαυτός και ρυτόν- μπορούσε να χρησιμεύει ως σουρωτήρι για τη διήθηση του οίνου.

 

Τα ηρωικά αγγεία του πότου φαίνεται ότι είχαν μεγάλες διαστάσεις. Επιφανέστερο είναι το ομηρικό δέπας.  Ο Ηρακλής ταξίδεψε στον Ωκεανό μέσα σε ένα τέτοιο αγγείο, αλλά  και ο Ήλιος φαίνεται να ταξιδεύει στον ουρανό μέσα  σε δέπας ή σε λεβέτι. Στην αρχαιότητα αλλά και τα νεώτερα χρόνια, μεγάλη υπήρξε η συζήτηση για το το ομηρικό αυτό ποτήρι με το οποίο πίνουν αλλά και σπένδουν οι ήρωες. Φαίνεται ωστόσο, ότι δέπας είναι ένα απλό κύπελλο, ίσως φιαλόσχημο, βαθύ και μεγάλο [όπως όφειλαν να είναι τα ηρωικά ποτήρια]  που ανάλογα  με την περίπτωση μπορούσε να είναι χρυσό και χρυσείοις ήλοισι πεπαρμένον, άλεισον, αμφικύπελλον  κ.α.

 

Πανάρχαια κρασοπότηρα όπως η κύλικα  [από το κυλίεσθαι τω τροχώ, κατά τον Αθήναιο] και ο σκύφος  παρέμεναν σε χρήση πολλούς αιώνες, από τα πρώιμα χρόνια της αρχαιότητας μέχρι το τέλος της.  Αλλά σχήματα, όπως π.χ. το καρχήσιον,  χάθηκαν πολύ νωρίς, έτσι ώστε και η ίδια η αρχαιότητα κατέβαλε προσπάθεια για να τα θυμηθεί και να τα περιγράψει.  Σε άλλες πάλι περιπτώσεις το όνομα διατηρήθηκε με  άλλο σχήμα και χρήση του αγγείου.

 

Πολυτιμότερα  ήταν τα μεταλλικά [χάλκινα, ασημένια,  χρυσά] πολλά είναι ωστόσο και τα κεραμικά που τα συναγωνίζονται. Μερικές μάλιστα φορές τα κεραμικά ποτήρια ψήνονταν με αρώματα για μεγαλύτερη απόλαυση.

 

«Ξέρω καλά ότι πολλές φορές τα κεραμικά ποτήρια είναι γλυκόπιοτα, όπως πχ. και τα δικά μας από την Αίγυπτο.»

 λέει ο Αθήναιος.

«Κι αυτό  γιατί ο πηλός ψήνεται ανακατεμένος με αρώματα. 

 Λέει πχ. ο Αριστοτέλης στο Περί Μέθης: Λένε ότι οι Ροδιακές χυτρίδες προσφέρονται στα συμπόσια τόσο για την ηδονή όσο και για το γεγονός ότι όταν θερμανθούν κάνουν το κρασί να μεθά λιγότερο.  Κι αυτό γιατί σμύρνη και σχοίνος ψήνονται με το νερό και όταν ανακατευτούν με το κρασί το κάνουν να μεθά λιγότερο.

Και αλλού:  Οι ροδιακές χυτρίδες ψήνονται  με σμύρνη, σχοίνο, άνηθο, κρόκο, βάλσαμο, άμωμο και  κινάμμωμο..»

 Σε μικρότερες ποσότητες κατασκευάζονταν εκπώματα  ξύλινα, λίθινα, γυάλινα κα.  Πολλοί από τους κατασκευαστές, περήφανοι για τα δημιουργήματα τους, υπέγραφαν πάνω στα αγγεία, μερικοί μάλιστα από αυτούς έγιναν διάσημοι καλλιτέχνες της αρχαιότητας.

 

 

 

 

 

 

 

http://www.kz-epka.gr/mambo/images/stories/koboloi/mage001.jpg

 

Εφη Πουλάκη-Παντερμαλή ΚΖ' Εφορεία Προϊστορικών και Κλασικών Αρχαιοτήτων

 

Για να δείτε κάποιες σελίδες πρέπει να έχετε τον flash player που μπορείτε να βρείτε πατώντας στο εικονίδιο δίπλα.

Πνευματικά δικαιώματα © 2009

 Συντελεστές  και επικοινωνία μαζί μας

       SiteLock