πίσω

ΕΠΑΓΓΕΛΜΑΤΙΕΣ ΣΤΗΝ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥΠΟΛΗ

 

 



 

Μαχαιροποιός: Συνήθως, όλα τα μεταλλικά χρηστικά αντικείμενα ήταν έργο των ίδιων μεταλλοτεχνιών, χαλκέων ή σιδηρέων, αν και υπήρχαν και εξειδικευμένοι μεταλλοτεχνίτες όπως μαχαιροποιός, κλειδοποιός, αγκιστράς ή κατασκευαστής καρφιών. Η επεξεργασία του σιδήρου ακολουθούσε τα στάδια της ρωμαϊκής σιδηρουργίας: την τήξη και τη χύτευση. Καθώς οι φούρνοι που χρησιμοποιούνταν δεν μπορούσαν να δημιουργήσουν θερμοκρασίες αρκετά υψηλές για την παραγωγή ατσαλιού, μάλλον μόνο ο κατεργασμένος σίδηρος ήταν γνωστός ως το 14° αιώνα.


Χρυσοχόος: Οι Βυζαντινοί διαχώριζαν τους χρυσοχόους από τους αργυροκόπους και τους τεχνίτες που κατεργάζονταν ευτελέστερα μέταλλα. Φαίνεται πως ο χρυσοχόος απολάμβανε καλύτερη κοινωνική θέση από άλλους εμπόρους και τεχνίτες. Ο μεταλλοτεχνίτης ξεκινούσε ως μαθητευόμενος και αργότερα εργαζόταν υπό την εποπτεία επιστάτη, ο οποίος του προμήθευε πελάτες. Ορισμένοι κατασκευαστές κοσμημάτων εργάζονταν σε κρατικά εργαστήρια υπό την εποπτεία του άρχοντα των χρυσοχοείων. Οι πολύτιμες πρώτες ύλες ήταν υπό αυστηρό κρατικό έλεγχο που επέβαλε ποσοτικούς και ποιοτικούς περιορισμούς. Οι χρυσοχόοι απαγορευόταν να εργάζονται στα σπίτια τους και τα εργαστήρια τους βρίσκονταν υποχρεωτικά σε κεντρικό σημείο της πόλης.


Κεραμέας: Αν και δεν υπάρχει αναφορά σε συντεχνία κεραμέων, φαίνεται πως υπήρχαν κεραμείς εξειδικευμένοι στην κατασκευή χρηστικών πήλινων αγγείων ή κεραμικών οικοδομικών υλικών και ότι δρούσαν τόσο σε πόλεις όσο και σε χωριά. Η κεραμική παραγωγή ορισμένες φορές αποτελούσε αντικείμενο εξαγωγής. Οι τεχνικές κατασκευής κεραμικών εξελίχθηκαν από την αδιάκοπτη συνέχεια της κεραμοπλαστικής παράδοσης της ύστερης αρχαιότητας. Κατά τη μεσοβυζαντινή περίοδο καθιερώνεται η εφυάλωση των κεραμικών, ιδιαίτερα των επιτραπέζιων σκευών.


Παπουτσής: Ο κατασκευαστής σανδαλιών ονομαζόταν υποδηματορράφος ή σκυτοτόμος, ανάλογα με την εξειδίκευση του. Στο Βυζάντιο υπήρχε σωματείο σκυτοτομικής, ενώ είναι πιθανό ο υποδηματοποιός να διαχωρίζεται επαγγελματικά από τον πωλητή παπουτσιών, το σολίτη. Από το 12° αιώνα, όταν πλέον είχε επικρατήσει η χρήση των τζαγγίων (είδος μπότας), ο παπουτσής αναφέρεται ως τζαγγάριος ή και τσαγκάρης. Το επάγγελμα του υποδηματοποιού ήταν σύνηθες αλλά και ιδιαίτερα ταπεινό και αντιμετωπιζόταν ακόμα και με περιφρόνηση από τους Βυζαντινούς.



 

Υαλουργός: Στα πρωτοβυζαντινά χρόνια οι τεχνικές κατασκευής γυαλιού ακολουθούν τη ρωμαϊκή παράδοση. Αν και δεν υπάρχει αναφορά σε συντεχνία υαλουργών ή υαλοψών, πρέπει να ήταν εξειδικευμένοι επαγγελματίες, καθώς τα Βυζαντινά γυάλινα αντικείμενα είναι γνωστά για την ποικιλία των χρωμάτων και τον πλούτο των παραστάσεων τους και μάλιστα εξάγονταν και εκτός της βυζανπνής επικράτειας. Από τον 11° αιώνα, οι υαλουργοί προσάρμοσαν τις αναλογίες των υλικών τους (άμμος, νάτρον ή στάχτη από φυτά, ασβεστίτης) και παρήγαγαν καλύτερης ποιότητας γυαλί.



 

Ιατρός: Στα πρωτοβυζαντινά χρόνια ίσχυε ακόμη ο διαχωρισμός των ιατρών σε αυτούς που εργάζονταν στο δήμο, στο στρατό, στο παλάτι και στους ιδιώτες. Αγιογραφικά κείμενα της εποχής κατακρίνουν τους γιατρούς ως άπληστους και άχρηστους και την ύπαρξη τους ως κατάλοιπο του αρχαίου ειδωλολατρικού κόσμου. Έτσι, από τον 7° αιώνα η σημασία της ιατρικής παραγκωνίστηκε από τους "ιατρούς της ψυχής", τα θαυματουργά μέσα και τη μαγεία. Ωστόσο, από το 10ο αιώνα η κοινωνική τους αποδοχή ξανάρχισε σταδιακά να διευρύνεται και κατατάσσονταν πλέον στην κατηγορία των λογίων. Ειδικότητες όπως η φαρμακολογία και η χειρουργική γνώρισαν πρόοδο, ενώ οι γιατροί που εργάζονταν σε νοσοκομεία συχνά εργάζονταν και ως ιδιώτες, παρά τις σχετικές απαγορεύσεις.

 



 

Λιθοξόος: Ο όρος λιθοξόος προσδιόριζε τόσο τον λατόμο όσο και τον επεξεργαστή της πέτρας και το γλύπτη, ενώ συχνά έτσι ονομαζόταν και ο εργάτης οικοδομής γενικά. Για να μειωθεί το βάρος, τα μάρμαρα συνήθως μεταφέρονταν αφού είχε γίνει η πρώτη επεξεργασία στο λατομείο. Επιτόπου στις οικοδομές γινόταν η γλυπτική τους επεξεργασία, αλλά και το κόψιμο εύθραυστων λεπτών πλακών από ογκόλιθους. Αργότερα, για λόγους οικονομίας, έγινε πολύ διαδεδομένο το εμπόριο μαρμάρινων οικοδομικών μερών από γκρεμισμένα κτίρια, που τα ξαναχρησιμοποιούσαν μετά από κάποια επεξεργασία.

 



 

Ξυλουργός: Γινόταν διάκριση μεταξύ τέκτονα (ξυλουργού) και λετπουργού (ξυλόγλυπτη). Ωστόσο, οι αμοιβές τους πιθανότατα δεν διαφοροποιούνταν. Υπήρχε η άποψη πως η τεκτονική έπρεπε να μαθαίνεται στην παιδική ηλικία. Για την κατασκευή επίπλων κυρίως χρησιμοποιούνταν εργαλεία όπως ο δίνος (τόρνος).

 



 

Οικοδόμος: Στο Βυζάντιο δεν υπήρχε σωματείο τεχνιτών, γιατί θεωρούνταν πως αποτελούσαν μια ομάδα όπου το κάθε μέλος είχε διαφορετική εξειδίκευση, πχ ο κατασκευαστής γύψου. Ωστόσο, οι κτίστες δημιουργούσαν ομάδες που είχαν ακόμη και τη μορφή κοινότητας, η οποία περιέθαλπτε τους αρρώστους της. Αναφέρεται η ύπαρξη εργολάβου, καθώς και μάστορα με τους μαθητάδες του. Η αμοιβή του οικοδόμου ήταν πολύ μεγαλύτερη αν χρησιμοποιούσε δικό του ζώο, ενώ για κάθε μέρα που δεν δούλευε όφειλε να αποζημιώσει τον ιδιοκτήτη.

Τα στοιχεία είναι από ενημερωτικά φυλλάδια που διανέμονταν στο Λευκό Πύργο την άνοιξη του 2002. Την περίοδο εκείνη στο Λευκό Πύργο λειτουργούσε έκθεση βυζαντινών ευρημάτων με θέμα "Η καθημερινή ζωή στο Βυζάντιο". Περισσότερες πληροφορίες για το Βυζάντιο μπορείτε να βρείτε στο Μουσείο Βυζαντινού Πολιτισμού

  

ΕΠΙΜΕΛΕΙΑ ΔΙΑΜΟΡΦΩΣΗ ΠΡΟΣΘΗΚΕΣ ΕΛΛΗΝΩΝ ΔΙΚΤΥΟ…2009μΧ

 

Για να δείτε κάποιες σελίδες πρέπει να έχετε τον flash player που μπορείτε να βρείτε πατώντας στο εικονίδιο δίπλα.

Πνευματικά δικαιώματα © 2009

 Συντελεστές  και επικοινωνία μαζί μας

       SiteLock